Δακία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η θέση της Επαρχίας της Δακίας το 116 μ.Χ.
Βασίλειο Δακών , 82 π.Χ.

Στην αρχαία γεωγραφία, ιδιαίτερα σε Ρωμαϊκές πηγές, η Δακία ήταν η χώρα που κατοικείτο από τους Δάκες. Οι Ελληνες αναφέρονταν σ' αυτούς ως Γέτες, που ήταν συγκεκριμένα ένας κλάδος των Θρακών, βόρεια της οροσειρά του Αίμου.

Η Δακία οριζόταν νότια περίπου από το Δούναβη ποταμό, στις Ελληνικές πηγές Ιστρος, ή στη μέγιστη έκταση της από τον Αίμο. Η Μοισία (Δοβρουτσά), μια περιοχή νότια του Δούναβη, ήταν μια βασική περιοχή, όπου ζούσαν οι Γέτες και αλληλεπιδρούσαν με τους Αρχαίους Ελληνες. Στα ανατολικά οριζόταν από τον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα) και τον ποταμό Δάναστρι (Δνείστερο), σε Ελληνικές πηγές και Τύρα, και από τον Τίσα στα δυτικά. Αλλά έχουν καταγραφεί αρκετοί Δακικοί οικισμοί μεταξύ των ποταμών Δνείστερου και Υπανι (Νότιου Μπουγκ) .

Κατά καιρούς η Δακία περιελάμβανε περιοχές μεταξύ του Τίσα και του Μέσου Δούναβη. Τα Καρπάθια Όρη βρίσκονταν στο μέσο της Δακίας. Ετσι αντιστοιχεί στα σημερινά κράτη Ρουμανία και Μολδαβία, καθώς και μικρότερα τμήματα των Βουλγαρίας, Σερβίας, Ουγγαρίας και Ουκρανίας.

Οι Δάκες (ή Γέτες) ήταν Βόρειες Θρακικές φυλές. Οι Δακικές φυλές είχαν τόσο ειρηνικές όσο και πολεμικές σχέσεις με άλλες γειτονικές φυλές όπως οι Σαρμάτες, οι Σκύθες και οι Κέλτες.

Ενα Δακικό Βασίλειο μεταβαλλόμενου μεγέθους υπήρχε μεταξύ του 82 π.Χ. και της Ρωμαϊκής κατάκτησης το 106 μ.Χ. Η πρωτεύουσα της Δακίας Ζαρμιζεγεθούσα, που βρισκόταν στη σημερινή Ρουμανία, καταστράφηκε από τους Ρωμαίους, αλλά το όνομά της προστέθηκε σε εκείνο της νέας πόλης (Ulpia Traiana Sarmizegetusa) που χτίστηκε από αυτούς ως νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Δακίας.

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Δάκες αναφέρονται για πρώτη φορά στα γραπτά των Αρχαίων Ελλήνων στον Ηρόδοτο(Ιστορίαι Βιβλίο IV XCIII: "[Οι Γέτες] η ευγενέστερη καθώς και η δικαιότερη από όλες τις Θρακικές φυλές") και στο Θουκυδίδη(Πελοποννησιακοί πόλεμοι, Βιβλίο ΙΙ: "[Οι Γέτες] συνορεύουν με τους Σκύθες και είναι οπλισμένοι κατά τον ίδιο τρόπο, όντας όλοι έφιπποι τοξότες").

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δακία κατά Στράβωνα (20 μ.Χ.) [1]
Χάρτης της Δακίας του Μπρου Αντριεν Χούμπερτ (1826)
Αποψη του ιερού της πρωτεύουσας των Δακών Σαρμιζεγκετούσα
Χάρτης της Δακίας του Πτολεμαίου (2ος αιώνας μ.Χ.)
Δακικές πόλεις με την κατάληξη "νταβα" σε Δακία, Μοισία, Θράκη και Δαλματία

Η έκταση και η θέση της Δακίας διέφερε στις τρεις παρακάτω ιστορικές περιόδους της:

Περίοδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δακία του Βασιλιά Βυρεβίστα (82–44 π.Χ.) εκτεινόταν από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τον ποταμό Τίσα και από τον Αίμο μέχρι τη Βοημία. Την περίοδο αυτή οι Γετοδάκες κατέκτησαν μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή και η Δακία εκτεινόταν από το Μέσο Δούναβη μέχρι τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας (μεταξύ Απολλωνίας και Ολβίας) και από τα βουνά της σημερινής Σλοβακίας μέχρι τον Αίμο. Το 53 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ ανέφερε ότι οι χώρες των Δακών άρχιζαν στις ανατολικές παρυφές του Ερκυνίου Δάσους (Μέλανα Δρυμού). Μετά το θάνατο του Βυρεβίστα το βασίλειό του διαιρέθηκε σε τέσσερα κράτη, αρτγότερα πέντε.

1oς αιώνας μ.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Στράβων στα Γεωγραφικά του, γραμμένα γύρω στα 20 μ.Χ., αναφέρει :

"Οσο για το νότιο μέρος της Γερμανίας πέρα από τις Αλπεις, το τμήμα που συνορεύει με τον ποταμό αυτό κατέχεται από τους Σουηβούς, τότε αμέσως παρακείμενη είναι η χώρα των Γετών, που, αν και αρχικά στενή, απλώνεται κατά μήκος του Ιστρου στη νότια πλευρά της και στην αντίθετη πλευρά της κατά μήκος της βουνοπλαγιάς του Ερκυνίου Δάσους (γιατί η χώρα των Γετών περιλαμβάνει επίσης τμήμα των βουνών) και μετά διευρύνεται προς βορράν μέχρι τις Πύλες του Τύρα (Δνείστερου), αλλά δεν μπορώ να πω τα ακριβή σύνορα.

Βάσει αυτών οι Λέγκιελ και Ράνταν (1980), Χόντινοτ (1981) and Mάουντιν (1998) θεωρούν ότι οι Γετοδάκες κατοικούσαν και τις δύο πλευρές του ποταμού Τίσα πριν την εμφάνιση των Κελτών Βόιων και εκ νέου μετά την ήητα τους από τους Δάκες. Η κατοχή των Δακών μεταξύ Δούναβη και Τίσα δεν ήταν σημαντική. Πάντως ο αρχαιολόγος Πάρντους υποστήριξε παρουσία των Δακών δυτικά του Τίσα από την εποχή του Βυρεβίστα. Σύμφωνα με τον Τάκιτο (56 μ.Χ. – 117 μ.Χ.). Οι Δάκες συνόρευαν με τη Γερμανία στα νοτιοδυτικά και τους Σαρμάτες στα ανατολικά. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. στα δυτικά της Δακίας εγκαταστάθηκανοι Ιαζύγοι (Σαρματικό φύλο), στην πεδίαδα μεταξύ Δούναβη και Τίσα, σύμφωνα με την ερμηνεία των μελετητών του κειμένου του Πλινίου : "Τα υψηλότερα μέρη μεταξύ του Δούναβη και του Ερκυνίου Δάσους (Μέλανα Δρυμού) μέχρι τα χειμερινά καταλύματα της Παννονίας στο Κάρνουτουμ και οι πεδιάδες και η επίπεδη χώρα των Γερμανικών συνόρων κατέχονται από τους Σαρμάτες Ιαζύγκες, ενώ οι Δάκες, τους οποίους έχουν εκδιώξει, κατέχουν τα βουνά και τα δάση μέχρι τον ποταμό Θάι (Τίσα)".

2ος αιώνας μ.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γραμμένη λίγες δεκαετίες μετά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση της Δακίας το 105–106 μ.Χ., η Γεωγραφία του Πτολεμαίου περιελάμβανε και τα σύνορα της Δακίας. Σύμφωνα με ερμηνεία των μελετητών του Πτολεμαίου (Χρουσέφσκι 1997, Μπάνμπερι 1879, Μόκσι 1974, Μπαρμπουλέσκου και Νάγκλερ 2005) η Δακία ήταν η περιοχή μεταξύ των ποταμών Τίσα, Δούναβη. άνω Δνείστερου και Σερέτη . Οι συμβατικοί ιστορικοί δέχονται αυτή την ερμηνεία.

Ο Πτολεμαίος αναφέρει επίσης δύο Δακικά τοπωνύμια στην άνω Πολωνία, στην κοιλάδα του Ανω Βιστούλα : Σουσουντάβα και Σετιντάβα (με την παραλλαγή σε χειρόγραφο Γετιντάβα). Αυτά μπορεί να ήταν απόηχος της επέκτασης του Βυρεβίστα. Φαίνεται ότι αυτή η βόρεια επέκταση της Δακικής γλώσσας, μέχρι τον ποταμό Βιστούλα διήρκεσε μέχρι το 170–180 μ.Χ., οπότε η μετανάστευση των Βανδάλων Χάστιγκς απώθησε αυτή τη βόρεια Δακική ομάδα. Αυτή η Δακική ομάδα, πιθανόν οι Κοστοβώκοι/πολιτισμός Λίπιτσα, συσχετίζεται από τον Γκούντμουντ Σούτε (1872-1958, Δανός φιλόλογος και ιστορικός) με πόλεις που έχουν την ειδική Δακική γλωσσική κατάληξη "νταβα", πχ. Σετιντάβα.

Η Ρωμαϊκή επαρχία Dacia Traiana, ιδρυθείσα από τους νικητές των Δακικών Πολέμων (101–102 aκαι 105–106), αρχικά περιελάμβανε μόνο τις σημερινές περιοχές Βανάτο, Ολτένια (δυτική Βλαχία) και Τρανσυλβανία και στη συνέχεια επεκτάθηκε σταδιακά σε τμήματα της Μολδαβίας, ενώ η Δοβρουτσά και το Μπουντζάκ ανήκαν στη Ρωμαϊκή επαρχία της Μοισίας.

Το 2ο αιώνα μ.Χ., μετά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση, ο Πτολεμαίος θέτει τα ανατολικά σύνορα της Dacia Traiana (της Ρωμαϊκής επαρχίας) στον ποταμό Hierasus (Σερέτη), στη σημερινή Ρουμανία. Η Ρωμαϊκή κυριαρχία επεκτάθηκε στη νοτιοδυτική περιοχή του Δακικού Βασιλείου (αλλά όχι το μεταγενέστερα γνωστό ως Μαραμούρες), σε τμήματα του μεταγενέστερου Πριγκιπάτου της Μολδαβίας ανατολικά του Σερέτη και βόρεια του Ανω Τραϊανίου Τείχους και σε περιοχές της σημερινής Μουντενίας (ανατολική Βλαχία) και Ουκρανίας, εκτός των ακτών της Μαύρης Θάλασσας.

Μετά τους Μαρκομανικούς Πολέμους (166–180 μ.Χ.), είχαν αρχίσει να κινούνται Δακικές ομάδες έξω από τη Ρωμαϊκή Δακία. Ηταν 12.000 Δάκες ΄από την περιοχή της Ρωμαϊκής Δακίας, διωγμένοι από τη χώρα τους΄. Πατρίδα τους μπορεί να ήταν η περιοχή του Ανω Τίσα, αλλά δεν μπορούν να αποκλεισθουν άλλα μέρη.

Η μεταγενέστερη Ρωμαϊκή επαρχία Dacia Aureliana οργανώθηκε εντός της πρώην Ανω Μοισίας μετά την αποχώρηση του Ρωμαϊκού στρατού από τη Δακία, επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Αυρηλιανού (271–275 μ.Χ.). Αναδιοργανώθηκε ως Dacia Ripensis (ως στρατιωτική επαρχία) και Dacia Mediterranea (ως πολιτική επαρχία).

Πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πτολεμαίος δίνει ένα κατάλογο 43 ονομάτων πόλεων της Δακίας, εκ των οποίων αναμφίβολα 33 ήταν Δακικής προέλευσης. Τα περισσότερα από αυτά περιείχαν την κατάληξη ΄ντάβα΄, (που σημαίνει οικισμός, χωριό). Αλλα όμως Δακικά ονόματα στον κατάλογο δεν έχουν αυτή την κατάληξη (πχ. Ζερμιζεγκετούσα). Ακόμη εννέα άλλα ονόματα Δακικής προέλευσης φαίνεται να έχουν εκλατινισθεί.

Οι πόλεις των Δακών ήταν γνωστές ως -dava, -deva, -δαυα, -δεβα ή -δαβα, κλπ. Ακολουθεί κατάλογος Δακικών δαβα.

  1. Στη Δακία : Ακιντάβα, Αργέδαυον, Βουριδάβα, Δοκιδάβα, Ζαργιδάβα, Ζιριδάβα, Καρσιδάβα, Κλεπιδάβα, Κομίδαυα, Μαρκοδάβα, Νετινδάβα, Ουτιδάβα, Πατριδάβα, Πελενδάβα, Περβουριδάβα, Πετροδάβα, Πιροβοριδάβα, Ραμιδάβα, Ρουσιδάβα, Σαγκιδάβα, Σατσιδάβα, Σετιδάβα, Σιγκιδάβα, Σουσιδάβα, Ταμασιδάβα - 26 ονόματα συνολικά.
  1. Στην Κάτω Μοισία (τη σημερινή Βόρεια Βουλγαρία) και τη μικρή Σκυθία (Δοβρουτσά) : Αιδάβα, Βουτεριδάβα, Γιριδάβα, Δαυσαδάβα, Καπιδάβα, Μουριδέβα, Σασιδάβα, Σκαϊδάβα (Σκεδέβα), Σαγαδάβα, Σουκιδάβα - 10 ονόματα συνολικά.
  1. Στην Ανω Μοισία (τις περιφέρειες Νις, Σόφιας και εν μέρει Κιουστεντίλ) : Αιάδαβα, Βρεγέδαβα, Δανέδεβαι, Δεσουδάβα, Ζισνουδέβα, Ιταδέβα, Κουιμεδάβα - επτά ονόματα συνολικά.

Γιλδόβα, χωριό στη Θράκη, άγνωστης θέσης.

Θερμιδάβα, πόλη στη σημερινή Δαλματία, πιθανόν εξελληνισμένη μορφή του Γκερμιντάβα.

Πουλπουντέβα, σημερινή Φιλιππούπολη στη Βουλγαρία.

Πολιτικές οντότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρουβοβόστης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γετοδάκες κατοικούσαν και τις δύο πλευρές του ποταμού Τίσα πριν την εμφάνιση των Κελτών Βόιων και εκ νέου μετά την ήττα τους από τους Δάκες υπό το βασιλιά Βουρεβίστα. Φαίνεται πιθανό το Δακικό κράτος να προέκυψε ως μια ασταθής φυλετική συνομοσπονδία, που ενοποιήθηκε μόνο ευκαιριακά από χαρισματική ηγεσία τόσο στο στρατιωτικοπολιτικό όσο και στον ιδεολογικό-θρησκευτικό τομέα. Στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. υπό την εξουσία του Ρουβοβόστη, Δάκα βασιλιά στη σημερινή Τρανσυλβανία, η ισχύς των Δακών στη λεκάνη των Καρπαθίων αυξήθηκε αφότου νίκησαν τους Κέλτες, που προηγουμένως κυριαρχούσαν στην περιοχή.

Ορόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασίλειο της Δακίας υπήρχε επίσης το πρώτο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. υπό το Βασιλιά Ορόλη. Οι συγκρούσεις με τους Βαστάρνες και τους Ρωμαίους (112–109 π.Χ., 74 π.Χ.), εναντίον των οποίων είχαν βοηθήσει τους Σκορδίσκους και τους Δάρδανους, αποδυνάμωσαν τους τελευταίους.

Βυρεβίστας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βυρεβίστας (Βοιρεβίστας), σύγχρονος του Ιούλιου Καίσαρα, κυβέρνησε τις Γετοδακικές φυλές μεταξύ 82 και 44 π.Χ. Αναδιοργάνωσε πλήρως το στρατό και προσπάθησε να ενισχύσει το ηθικό και την υπακοή του λαού, πείθοντάς τους να ξεριζώσουν τα αμπέλια τους και να σταματήσουν να πίνουν κρασί. Eπί της βασιλείας του τα όρια του Δακικού Βασιλείου επεκτάθηκαν στο μέγιστό τους. Οι Βαστάρνες και οι Βόιοι κατακτήθηκαν και ακόμη και οι Ελληνικές πόλεις Ολβία και Απολλωνία στον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα) αναγνώριζαν τη εξουσία του. Το 53 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ ανέφερε ότι οι χώρες των Δακών άρχιζαν στις ανατολικές παρυφές του Ερκυνίου Δάσους.

Ο Βυρεβίστας κατάργησε την εντόπια κοπή νομισμάτων από τις τέσσερις μεγάλες φυλετικές ομάδες υιοθετώντας ως νόμισμα εισαγόμενα ή αντιγραμμένα Ρωμαϊκά δηνάρια. Eπί της βασιλείας του ο Βυρεβίστας μετέφερε την πρωτεύουσα των Γετοδακών από το Αργέδαυον στη Ζαρμιζεγεθούσα. Για ενάμισυ τουλάχιστον αιώνα η Ζαρμιζεγεθούσα ήταν πρωτεύουσα της Δακίας και η ακμή της κορυφώθηκε υπό το Βασιλιά Δεκέβαλο. Οι Δάκες φαίνονταν τόσο απειλητικοί, που ο Καίσαρ σχεδίασε μια εκστρατεία εναντίον τους, την οποία απέτρεψε ο θάνατός του το 44 π.Χ. Την ίδια χρονιά ο Βυρεβίστας δολοφονήθηκε και το βασίλειο διαιρέθηκε σε τέσσερα (αργότερα πέντε) τμήματα με ξεχωριστούς ηγεμόνες.

Κότισων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από αυτές τις οντότητες ήταν το κράτος του Κοτίσωνα, με τον οποίο ο Αύγουστος αρραβώνιασε την πεντάχρονη κόρη του Ιουλία. Είναι γνωστός από αναφορά του Οράτιου (Occidit Daci Cotisonis agmen, Ωδές, III. 8. 18).

Οι Δάκες μνημονεύονται συχνά ως υπό τον Αύγουστο, σύμφωνα με τον οποίο είχαν υποχρεωθεί να αναγνωρίσουν τη Ρωμαϊκή κυριαρχία. Ομως επ' ουδενί ήταν υποταγμένοι και σε μεταγενέστερες εποχές για να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους εκμεταλλεύονταν κάθε ευκαιρία να διασχίσουν τον παγωμένο Δούναβη το χειμώνα και να λεηλατούν τις Ρωμαϊκές πόλεις στην επαρχία της Μοισίας.

Ο Στράβων αναφέρει : "Αν και οι Γέτες και οι Δάκες είχαν κάποτε αποκτήσει πολυ μεγάλη δύναμη, ώστε να μπορούν στην πράξη να πραγματοποιούν εκσατρατεία διακοσίων χιλιάδων ανδρών, τώρα έχουν απομειωθεί σε μόνο σαράντα χιλιάδες και λίγο θέλουν για να δηλώσουν υπακοή στους Ρωμαίους, αν και ακόμη δεν είναι εντελώς ενδοτικοί, λόγω των ελπίδων που βασίζουν στους γερμανούς, εχθρούς των Ρωμαίων". Αυτό συνέβη γιατί η αυτοκρατορία του Βυρεβίστα χωρίστηκε μετά το θάνατό του σε τέσσερα και αργότερα πέντε μικρότερα κράτη, όπως εξηγεί ο Στράβων, "Μόνο πρόσφατα, όταν ο Αύγουστος Καίσαρ διοργάνωσε μια εκστρατεία εναντίον τους, ο αριθμός των μερών στα οποία η αυτοκρατορία είχε διαιρεθεί ήταν πέντε, αν και τον καιρό της εξέγερσης ήταν τέσσερα. Τέτοιες διαιρέσεις, να είστε βέβαιοι, είναι προσωρινές μόνο και διαφέρουν κατά καιρούς.

Δεκέβαλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δεκέβαλος κυβέρνησε τους Δάκες μεταξύ 87 και 106 μ.Χ. Τα σύνορα της Δακίας του Δεκέβαλου ορίζονταν από τον ποταμό Τίσα στα δυτικά, τα Καρπάθια στα βόρεια και το Δνείστερο Ποταμό στα ανατολικά. Το όνομά του σημαίνει "δυνατός σαν δέκα άνδρες".

Ρωμαϊκή κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βίαιη σκηνή μάχης μεταξύ Ρωμαϊκού και Δακικού στρατού , Στηλη Τραϊανού, Ρώμη

Ο Τραϊανός έστρεψε την προσοχή του στη Δακία, περιοχή με την οποία η Ρώμη είχε ήδη ασχοληθεί από τον καιρό του Ιούλιου Καίσαρα, οπότε ένας Ρωμαϊκός στρατός είχε ηττηθεί στη Μάχη της Ιστρίης (αρχαία Ελληνική αποικία κοντά στις εκβολές του Δούναβη).

Από το 85 ως το 89 οι Δάκες υπό το Δεκέβαλο ενεπλάκησαν σε δύο πολέμους με τους Ρωμαίους.

Το 85 μ.Χ. οι Δάκες είχαν περάσει το Δούναβη και λεηλατούσαν τη Μοισία. Το 87 μ.Χ. τα Ρωμαϊκά στρατεύματα που εστάλησαν από τον Αυτοκράτορα Δομιτιανό εναντίον τους υπό τον Κορνέλιο Φούσκο ηττήθηκαν και ο Κορνέλιος Φούσκος φονεύθηκε από τους Δάκες με εντολή του ηγεμόνα τους Διουρπάνεου, που με τά τη νίκη του αυτή πήρε το όνομα Δεκέβαλος. Τον επόμενο χρόνο, 88 μ.Χ. νέα ΡωμαΙκά στρατεύματα υπό τον Τέτιο Ιουλιανό νίκησαν στη Μάχη των Ταπών (κοντά στις Σιδηρές Πύλες, αλλά αναγκάσθηκαν να συνάψουν ανακωχή μετά την ήττα του Δομιτιανού από τους Μαρκομάνους, αφήνοντας στην πράξη τους Δάκες ανεξάρτητους. Στον Δεκέβαλο απονεμήθηκε το καθεστώς του "βασιλιά υποτελούς της Ρώμης" και με αυτό στρατιωτικοί ειδήμονες, τεχνίτες και χρήματα από τη Ρώμη.

Ρωμαϊκή Δακία και Κάτω Μοισία.

Για να αυξήσει τη δόξα του βασιλείου του, να αποκαταστήσει τα οικονομικά της Ρώμης και να θέσει τέρμα σε μια συνθήκη που θεωρείτο ταπεινωτική ο Τραϊανός αποφάσισε την κατάκτηση της Δακίας, την κατάληψη του περίφημου Θησαυρού του Δεκέβαλου και τον έλεγχο των ορυχείων χρυσού της Δακίας στην Τρανσυλβανία. Αποτέλεσμα της πρώτης του εκστρατείας (101-102) ήταν η πολιορκία της Δακικής πρωτεύουσας Ζαρμιζεγεθούσα και η κατάληψη τμήματος της χώρας : ο Αυτοκράτορας Τραϊανός ξανάρχισε εχθροπραξίες κατά της Δακίας και μετά από αρκετές μάχες και με τα στρατεύματά του να πιέζουν προς τη Δακική πρωτεύουσα Ζαρμιζεγεθούσα ο Δεκέβαλος, για μια ακόμη φορά, ζήτησε ανακωχή.

Ο Δεκέβαλος ανέκτησε την ισχύ του τα επόμενα χρόνια και επιτέθηκε πάλι σε Ρωμαϊκές φρουρές το 105 μ.Χ. Αντιδρώντας ο Τραϊανός βάδισε πάλι κατά της Δακίας προσβάλλοντας τη Δακική πρωτεύουσα και ισοπεδώνοντάς τη. Ο ηττημένος Δάκας στρατηγός Δεκέβαλος αυτοκτόνησε για να αποφύγει τη σύλληψη. Εχοντας υποτάξει τη Δακία ως Ρωμαϊκή επαρχία Dacia Traiana, ο Τραϊανός στη συνέχεια εισέβαλε στην Παρθική Αυτοκρατορία στα ανατολικά. Οι κατακτήσεις του προσέδωσαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τη μέγιστη έκτασή της. Τα σύνορα της Ρώμης στην ανατολή κυβερνώντο έμμεσα αυτή την περίοδο, μέσω ενός συστήματος υποτελών κρατών, με αποτέλεσμα λιγότερο άμεσες εκστρατείες από ότι στη δύση. Η ιστορία του πολέμου μας έχει δοθεί από το Δίωνα Κάσσιο αλλά ο καλύτερος σχεδιασμός για αυτόν είναι στηην περίφημη Στήλη του Τραϊανού στη Ρώμη.

Δακία και γύρω από αυτή

Αν και οι Ρωμαίοι κατέκτησαν και κατέστρεψαν το αρχαίο Βασσίλειο της Δακίας, μεγάλο υπόλοιπο της χώρας παρέμενε έξω από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία. Ακόμη η κατάκτηση άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή και ήταν ο καταλύτης για την ανανέωση της συμμαχίας Γερμανικών και Κελτικών φυλών και βασιλείων κατά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εντούτοις τα υλικά ωφελήματα του Ρωμαϊκού αυτοκρατορικού συστήματος ήταν ελκυστικά για την επιβιώνουσα αριστοκρατία. Στη συνέχεια πολλοί από τους Δάκες εκρωμαίσθηκαν. Το 183 π.Χ. ξέσπασε στη Δακία πόλεμος, για τον οποίο λίγες λεπτομέρειες είναι γνωστές, αλλά φαίνεται ότι σε αυτόν διακρίθηκαν δύο μελλοντικοί διεκδικητές του θρόνου του αυτοκράτορα Κόμμοδου, ο Κλόδιος Αλβίνος και ο Πεσένιος Νίγηρ.

Σύμφωνα με το Λακτάντιο ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος (249–251 μ.Χ.) έπρεπε να ανακαταλάβει τη Δακία από τους Καρποδάκες του Ζώσιμου "αναλαμβάνοντας μια εκστρατεία κατά των Κάρπων, που είχαν τότε καταλάβει τη Δακία και τη Μοισία".

Δάκας αιχμάλωτος στην Αψίδα του Κωνσταντίνου

Ακόμη και έτσι τα Γερμανικά και Κελτικά βασίλεια, ιδιαίτερα τα Γοτθικά φύλα, μετακινούντο αργά προς τα Δακικά σύνορα και μετά από μία γενιά πραγματοποιούσαν επιθέσεις στην επαρχία. Τελικά οι Γότθοι πέτυχαν να εκτοπίσουν τους Ρωμαίους και να αποκαταστήσουν την "ανεξαρτησία" της Δακίας μετά την αποχώρηση του Αυτοκράτορα Αυρηλιανού, το 275.

To 268-269 μ.X. στη Ναϊσσό ο Κλαύδιος Β΄ (Γοτθικός Μάξιμος) κέρδισε αποφασιστική νίκη κατά των Γότθων. Καθώς την εποχή αυτή οι Ρωμαίοι κατείχαν ακόμη τη Ρωμαϊκή Δακία συμπεραίνεται ότι οι Γότθοι δεν πέρασαν το Δούναβη από τη Ρωμαϊκή επαρχία. Oι Γότθοι που επέζησαν της ήττας τους δεν προσπάσθησαν καν να διαφύγουν μέσω της Δακίας αλλά μέσω της Θράκης. Στα σύνορα της Ρωμαϊκής Δακίας οι Κάρποι (Ελεύθεροι Δάκες) ήταν ακόμη αρκετά ισχυροί για να δώσουν πέντε μάχες σε οκτώ χρόνια κατά των Ρωμαίων, 301-308 μ.Χ. Η Ρωμαϊκής Δακία εγκαταλείφθηκε το 275 μ.Χ. από τους Ρωμαίους πάλι στους Κάρπους και όχι στους Γότθους. Υπήρχαν ακόμη Δάκες το 336 μ.Χ., εναντίον των οποίων πολέμησε ο Κωνσταντίνος ο Μέγας.

Η επαρχία εγκαταλείφθηκε από τα Ρωμαϊκά στρατεύματα και, σύμφωνα με το Breviarium historiae Romanae του Ευτρόπιου, Ρωμαίοι πολίτες "από τις πόλεις και τις χώρες της Δακίας" μετεγκαταστάθηκαν στο εσωτερικό της Μοισίας. Υπό το Διοκλητιανό το 296 π.Χ. για την άμυνα των Ρωμαϊκών συνόρων κατασκευάστηκαν από τους Ρωμαίους οχυρώσεις και στις δύο όχθες του Δούναβη. Το 336 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ο Μέγας ανακατέλαβε την απωλεσθείσα επαρχία, αλλά μετά το θάνατό του (337) οι Ρωμαίοι εγκατέλειψαν οριστικά τη Δακία.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως Δακική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το Λακτάντιο ο αυτοκράτορας Γαλέριος (260 – Aπρίλιος ή Μάιος 311), από τη στιγμή που ανέβηκε στο θρόνο δήλωσε τη Δακική του ταυτότητα και ανακήρυξε τον αυτό του εχθρό της Ρωμαϊκής ταυτότητας και πρότεινε ακόμη και η αυτοκρατορία να μην ονομάζεται Ρωμαϊκή αλλά Δακική Αυτοκρατορία, προακαλώντας φρίκη στους πατρίκιους και τους συγκλητικούς. Επέδειξε αντιρωμαϊκή συμπεριφορά, από τη στιγμή που απέκτησε την ανώτατη εξουσία, αντιμετωπίζοντας τους Ρωμαίους πολίτες με αδίστακτη σκληρότητα, όπως οι κατακυητές τους κατακτημένους, και όλα αυτά στο όνομα της ίδιας μεταχείρισης που είχε εφαρμόσει ο νικητής Τραϊανός στους κατακτημένους Δάκες, προγόνους του Γαλέριου, πριν δύο αιώνες.

Η Δακία μετά τους Ρωμαίους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βικτόλοι, οι Ταϊφάλοι και οι Θερβίγγιοι είναι φυλές που μνημονεύεται ότι κατοίκησαν τη Δακία το 350, μετά την αποχώρηση των Ρωμαίων. Αρχαιολογικές μαρτυρίες δείχνουν ότι οι Γέπιδες διεκδικούσαν την Τρανσυλβανία από τους Ταϊφάλους και τους Θερβίγγιους. Οι Ταϊφάλοι, άλλοτε ανεξάρτητοι Γότθοι, έγιναν ομόσπονδοι των Ρωμαίων, από τους οποίους πήραν το δικαίωμα να εγκατασταθούν στην Ολτένια.

Το 376 η περιοχή κατακτήθηκε από τους Ούννους, που την κράτησαν μέχρι το θάνατο του Αττίλα το 453. Η φυλή των Γεπίδων, υπό τον Αρδάριχο, τη χρησιμοποίησε ως βάση της μέχρι το 566, οπότε καταστράφηκε από τους Λομβαρδούς. Οι Λομβαρδοί εγκατέλειψαν τη χώρα και οι Άβαροι (δεύτερο μισό του 6ου αιώνα) κυριάρχησαν στην περιοχή επί 230 χρόνια, μέχρι που το βασίλειό τους καταστράφηκε από τον Καρλομάγνο το 791. Την ίδια εποχή έφθασαν ειρηνικά Σλαβικοί λαοί, που θεωρούντο κατώτερης τάξης και υπηρέτης και τους επιτράπηκε να μπουν στη χώρα και να εργάζονται στη γη.





  1. Müller 1877, tabulae XV.