Βανάτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 45°42′N 20°54′E / 45.70°N 20.90°E / 45.70; 20.90

Περιοχή του Βανάτου (σκούρο πράσινο) στην Ευρώπη (με ανοιχτό πράσινο οι χώρες που το μοιράζονται)
Διαμερισμός του Βανάτου μεταξύ των γειτονικών κρατών

Το Βανάτο είναι γεωγραφική και ιστορική περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης, που σήμερα μοιράζεται σε τρεις χώρες: το ανατολικό τμήμα βρίσκεται στη δυτική Ρουμανία (οι επαρχίες Τίμις, Κάρας-Σεβέριν, Αράντ νότια του ποταμού Κέρες / Κρις και το δυτικό τμήμα της Mεχέντιντσι), το δυτικό τμήμα στη βορειοανατολική Σερβία (που ανήκει κυρίως στη Βοϊβοντίνα, εκτός από ένα μικρό μέρος του που ανήκει στην Περιοχή του Βελιγραδίου) και ένα μικρό βόρειο τμήμα βρίσκεται στη νοτιοανατολική Ουγγαρία (επαρχία Τσόνγκραντ).

Η περιοχή του Βανάτου κατοικείται από εθνοτικά Ρουμάνους, Σέρβους, Ούγγρους, Ρομά, Γερμανούς, Κρασοβάνι, Ουκρανούς, Σλοβάκους, Βούλγαρους, Τσέχους, Κροάτες, Εβραίους και άλλες εθνότητες.

Τα γεωγραφικά όρια του Βανάτου συνιστούν, στα ανατολικά τα Νότια Καρπάθια, στο βορά ο ποταμός Μούρες, στα δυτικά ο ποταμός Τίσα και στο νότο ο Δούναβης[1]. Αποτελεί το νότιο τμήμα του Παννονικού βαθυπέδου ενώ μεγαλύτερη πόλη και ιστορική πρωτεύουσα της περιοχής, είναι η Τιμισοάρα. Εκτός από το ανατολικό της τμήμα, είναι πεδινή και εύφορη γεωργική περιοχή.

Ονόματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το Μεσαίωνα, ο όρος "μπανάτ" προσδιόριζε μια συνοριακή επαρχία υπό την ηγεσία ενός στρατιωτικού κυβερνήτη που ονομαζόταν μπαν. Τέτοιες επαρχίες υπήρχαν κυρίως στα Νότια Σλαβικά, τα Ουγγρικά και τα Ρουμανικά εδάφη. Στις Νότιες Σλαβικές και άλλες γλώσσες της περιοχής οι όροι για το "μπανάτο" ήταν: Σερβικά - бановина / μπανόβινα, Ουγγρικά - bánság, Ρουμανικά - banat και Λατινικά - banatus.

Κατά την εποχή του μεσαιωνικού βασιλείου της Ουγγαρίας, η περιοχή του σημερινού Βανάτου εμφανιζόταν σε γραπτές πηγές ως "Temesköz" ( για πρώτη φορά το 1374). Η ουγγρική ονομασία αναφέρεται κυρίως στις πεδινές περιοχές μεταξύ των Ποταμών Μούρες, τ Τίσα και Δούναβη. Το Οθωμανικό όνομά του ήταν Βιλαέτι της Τεμεσβάρ. Κατά την τουρκοκρατία η περιοχή του Temesköz (Βανάτου) ονομαζόταν επίσης Rascia ("χώρα των Σέρβων", 1577).

Στην πρώιμη νεώτερη περίοδο υπήρχαν δύο βανάτα που, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, περιλάμβαναν την περιοχή που στη σύγχρονη εποχή αναφέρεται ως Βανάτο: το Βανάτο του Λούγκος και Καράνσεμπες το 16ο και 17ο αιώνα και το Βανάτο του Τέμεσβαρ ή Βανάτο του Τέμες το 18ο και 19ο αιώνα. Η λέξη "Βανάτο" χωρίς άλλο προσδιορισμό αναφέρεται συνήθως στο ιστορικό Βανάτο του Τέμεσβαρ, που απέκτησε αυτόν την προσωνυμία μετά τη Συνθήκη του Πασάροβιτςτου 1718. Το όνομα χρησιμοποιήθηκε επίσης από το 1941 ως το 1944, κατά τη διάρκεια της κατοχής του Άξονα, για τη βραχύβια πολιτική οντότητα , που καταλάμβανε μόνο το σημερινό Σερβικό τμήμα του ιστορικού Βανάτου.

Το όνομα Βανάτο είναι παρόμοιο στις διάφορες γλώσσες της περιοχής. Ρουμανικά: Banat, Σερβοκροατικά: Banat η Банат, Ουγγρικά: Bánát ή Bánság, Βουλγαρικά: Банат, Γερμανικά Banat, Ουκρανικά Банат, Τουρκικά Banat, Σλοβάκικα Banát Τσέχικα Banát. Ορισμένες από αυτές τις γλώσσες έχουν επίσης άλλους όρους, από το δικό τους πλαίσιο αναφοράς, για να περιγράψουν αυτήν την ιστορική και γεωγραφική περιοχή.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκηνή της υπαίθριου αγροτικής περιοχής του Ρουμανικού Βανάτου

Το Βανάτο ορίζεται ως το τμήμα της Πεδιάδας της Παννονίας, που συνορεύει με τον Ποταμό Δούναβη στα νότια, τον Ποταμό Τίσα στα δυτικά, τον Ποταμό Μούρες στα βόρεια και τα Νότια Καρπάθια στα ανατολικά. Ιστορική του πρωτεύουσα ήταν η Τιμισοάρα, που σήμερα ανήκει στην επαρχία Τίμις της Ρουμανίας.

Η περιοχή του Βανάτου είναι σήμερα τμήμα των Ρουμανικών επαρχιών Τίμις, Κάρας-Σεβέριν, Αράντ και Mεχέντιντσι. των Σερβικών αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοντίνας και της Περιοχής του Βελιγραδίου και της Ουγγρικής επαρχίας Τσόνγκραντ.

Το Ρουμανικό Βανάτο είναι ορεινό στα νότια και τα νοτιοανατολικά, ενώ στα βόρεια, δυτικά και νοτιοδυτικά είναι επίπεδο και σε μερικά σημεία ελώδες. Το κλίμα, εκτός από τα ελώδη μέρη, είναι γενικά υγιεινό. Σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη, καλαμπόκι, λινάρι, κάνναβη και καπνός καλλιεργούνται σε μεγάλες ποσότητες και τα προϊόντα των αμπελώνων είναι καλής ποιότητας. Το κυνήγι είναι άφθονο και οι ποταμοί γεμάτοι ψάρια. Ο ορυκτός πλούτος είναι σημαντικός, όπως χαλκός, κασσίτερος, μόλυβδος, ψευδάργυρος, σίδηρος και ιδιαίτερα άνθρακας. Από τις πολλές μεταλλικές πηγές της, σημαντικότερες είναι εκείνες της Μεχάντια, με θειούχα νερά, πουήταν ήδη γνωστά τη Ρωμαϊκή περίοδο ως Termae Herculis (Ηράκλειαι Θέρμαι). Η σημερινή Περιοχή Βανάτο" της Ρουμανίας περιλαμβάνει ορισμένες περιοχές που είναι ορεινές και δεν αποτελούσαν τμήμα του ιστορικού Βανάτου ή της Πεδιάδας της Παννονίας.

Στη Σερβία το Βανάτο είναι κυρίως πεδινό. Καλλιεργούνται σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη, καλαμπόκι, κάνναβη και ηλίανθος και ο ορυκτός πλούτος αποτελείται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Δημοφιλής τουριστικός προορισμός στο Βανάτο είναι η Ντελίμπλατσκα Πέσκαρα. Υπάρχουν επίσης πολλές εθνικές μειονότητες στην περιοχή, όπως Ούγγροι (10,21% του πληθυσμού), Ρουμάνοι, Σλοβάκοι, Βούλγαροι, Σλαβομακεδόνες, Ρομά και άλλοι.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι γνωστοί κάτοικοι του σημερινού Βανάτου ήταν οι διάφορες Θρακικές φυλές: οι Αγάθυρσοι, οι Γέτες, οι Δάκες και οι Σίγκοι. Τον 3ο αιώνα π.Χ. στην περιοχή εγκαταστάθηκαν Κελτικές φυλές. Ηταν τμήμα του βασιλείου της Δακίας υπό το Bυρεβίστα τον 1ο αιώνα π.Χ., αλλά η ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή άλλαξε εν μέρει κατά τις εκστρατεές του Αυγούστου. Στις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. ο Τραϊανός ηγήθηκε δύο πολέμων κατά των Δακών: των εκστρατειών 101-102 και 105-106. Τελικά η περιοχή του Βανάτου περιήλθε υπό τη Ρωμαϊκή κυριαρχία και έγινε σημαντικός σύνδεσμος μεταξύ της επαρχίας της Δακίας και των υπόλοιπων τμημάτων της Αυτοκρατορίας. Η Ρωμαϊκή κυριαρχία είχε σημαντικές συνέπειες: κατασκευάσθηκαν μόνιμα στρατόπεδα και φρουριακοί σταθμοί, δρόμοι και δημόσια κτίρια. Επίσης οι εγκαταστάσεις των δημόσιων λουτρών Ad Aquas Herculis, οι σύγχρονες Băile Herculane (Ηράκλειαι Θέρμαι). Μερικοί από τους σημαντικούς ρωμαϊκούς οικισμούς στο Βανάτο ήταν: Arcidava (σήμερα Βαράντια), Centum Putea (σήμερα Σούρντουκου Μάρε), Berzobis (σήμερα Μπερζόβια), Tibiscum (σήμερα Καράνσεμπες), Agnaviae (σήμερα Ζάβοϊ), Ad Pannonios (σήμερα Tερέγκοβα), Praetorium (σήμερα Mεχάντια), και Ντιέρνα (σήμερα Oρσοβα).

Το 273 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Αυρηλιανός απέσυρε το Ρωμαϊκό Στρατό από τη Δακία. Η περιοχή έπεσε στα χέρια των φοιδεράτων, όπως οι Σαρμάτες (Ἰάζυγες, Ροξολάνοι, Λιμιγάντες) και αργότερα οι Γότθοι, που ανέλαβαν επίσης τον έλεγχο άλλων τμημάτων της Δακίας.

Περίοδος των Μεταναστεύσεων και Πρώιμος Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γότθοι εκδιώχθηκαν από τους Ούννους, που οργάνωσαν το κέντρο του κράτους τους στην Πεδιάδα της Παννονίας, μια περιοχή που περιελάμβανε το βορειοδυτικό τμήμα του σημερινού Καρλομάγνος. Μετά το θάνατο του Αττίλα η αυτοκρατορία των Ούννων αποσυντέθηκε μέσα σε μέρες. Οι προηγουμένως υποταχθέντες Γέπιδες σχημάτισαν ένα νέο βασίλειο στην περιοχή, για να ηττηθούν 100 χρόνια αργότερα από τους Αβάρους.

Στην περιοχή δημιουργήθηκε ένα κυβερνητικό κέντρο των Αβάρων, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στους πολέμους Αβάρων-Βυζαντινών. Μια επιγραφή στα Ελληνικά,σε ένα από τα σκεύη του Θησαυρού του Σαννικόλαου Μάρε (του οποίου αμφισβητείται η προέλευση), ανέφερε ονόματα δύο τοπικών ηγεμόνων, Μπούταουλ και Μπούιλα, οι οποίοι έφεραν το Σλαβικό τίτλο κυριαρχίας ζούπαν. Η κυριαρχία των Αβάρων στην περιοχή διήρκεσε μέχρι τον 9ο αιώνα, τις εκστρατείες του Καρλομάγνου. Η περιοχή του Καρλομάγνος περιήλθε στην λίγες δεκαετίες αργότερα. Αρχαιολογικές μαρτυρίες δείχνουν ότι οι Άβαροι και οι Γέπιδες έζησαν εδώ μέχρι τα μέσα του 10ου αιώνα. Η κυριαρχία των Αβάρων είχε προκαλέσει σημαντική μετανάστευση Σλάβων στη νότια Πεδιάδα της Παννονίας και στα Βαλκάνια.

Το 895 οι Ούγγροι, που ζούσαν μεταξύ Κάτω Δούναβη και Ντον ενεπλάκησαν στο Βυζαντινοβουλγαρικό πόλεμο ως σύμμαχοι του Βυζαντίου και νίκησαν τους Βούλγαρους. Εξαιτίας αυτού οι Βούλγαροι συμμάχησαν με τους Πετσενέγους, που επιτέθηκαν στους Ουγγρικούς οικισμούς. Αυτό οδήγησε στη λεγόμενη Ουγγρική κατάκτηση της Πεδιάδας της Παννονίας, που αναφέρεται στα Ουγγρικά ως "κατάληψη" (honfoglalás) . Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια μέρους των εδαφών βόρεια του Δούναβη υπέρ της |Α΄ Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας.Σύμφωνα με το χρονικό Gesta Hungarorum ένας τοπικός ηγέτης γνωστός ως Γκλαντ κυβέρνησε το Βανάτο και ο στρατός του αποτελείτο από Βλάχους, Βούλγαρους και Κουμάνους.

Ουγγρική κυριαρχία (11ος–16ος αιώνας)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βανάτο στο χάρτη του 16ου αιώνα Tabula Hungariae. Παρατηρήστε τις θεαματικές γεωγραφικές αλλαγές — μια μεγάλη λίμνη γύρω από το Σρένιαν έχει σήμερα αποξηρανθεί

Το Βανάτο διοικήθηκε από τη Α΄ Βουλγαρική Αυτοκρατορία από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα, αλλά ο έλεγχός του πέρασε σταδιακά στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, που το κυβέρνησε από τον 11ο αιώνα μέχρι το 1552, όταν η περιοχή του Τέμεσβαρ (σημερινή Τιμισοάρα) περιήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όταν οι Ούγγροι νομάδες έφτασαν στην Τρανσυλβανία δεν υπήρχε εκεί άμεση βουλγαρική πολιτική κυριαρχία. Στο ανατολικό τμήμα της Πεδιάδας της Παννονίας μεταξύ των Χριστιανών το Βυζαντινό τελετουργικό απέκτησε μεγαλύτερη επιρροή μετά τον προσηλυτισμό του Aχτούμ στο Χριστιανισμό. Αυτό ανακόπηκε με την εγκαθίδρυση του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Ο Iστβαν (Στέφανος) Α΄ επαναβεβαίωσε την κυριαρχία επί του τελευταίου τοπικού αρχηγού, Αχτούμ (Aιτονι σε άλλες πηγές). Ο Αχτούμ ήταν ημιανεξάρτητος ηγέτης του Βανάτου και Ορθόδοξος Χριστιανός. Πρωταρχική του πηγή είναι ο Βίος του Αγίου Γεράρδου, του 14ου αιώνα. Εκτισε βυζαντινό μοναστήρι στη Moρίσενα. Ο υποτελής του Τσάνανττον νίκησε με τη θέληση του Βασιλιά Στεφάνου Ι της Ουγγαρίας. Το έδαφος του σύγχρονου Βανάτου δεν αποτελούσε χωριστή εδαφική ενότητα στο μεσαιωνικό Βασίλειο της Ουγγαρίας, αλλά ήταν αναπόσπαστο τμήμα της.

Το 1233, υπό τη διοίκηση του Βασιλείου της Ουγγαρίας, σχηματίστηκε το Βανάτο του Σέβεριν, μια στρατιωτική συνοριακή επαρχία, συμπεριλαμβανομένων μερικών ανατολικών τμημάτων του σύγχρονου Βανάτου. Το 14ο αιώνα η περιοχή απέκτησε πρωταρχική σημασία για το Βασίλειο, καθώς τα νότια σύνορά της ήταν η πιο σημαντική αμυντική γραμμή ενάντια στην Οθωμανική επέκταση από τα νοτιοανατολικά.

Oθωμανική διοίκηση (1552–1716)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάληψη του Τέμεσβαρ, 1552

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέλαβε την περιοχή και προσάρτησε το Βανάτο το 1552. Απορροφήθηκε ως Οθωμανικό εγιαλέτι (επαρχία) με το όνομα Eγιαλέτι της Τεμεσβάρ. Η περιοχή του Βανάτου κατοικείτο κυρίως από Ράσκιους (Σέρβους) στα δυτικά και Βλάχους (Ρουμάνους) στα ανατολικά. Έτσι σε κάποιες ιστορικές πηγές αναφέρεται ως Ράσκιακαι σε άλλες ως Βλαχία. Πολλοί Οθωμανοί Μουσουλμάνοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, ζώντας κυρίως στις πόλεις και ασχολούμενοι με το εμπόριο και τη διοίκηση.

Δεν περιήλθε αμέσως όλο το Βανάτο υπό την τουρκική κυριαρχία. Οι ανατολικές περιοχές γύρω από το Λούγκο και το Καρανσέμπες πέρασαν την κυριαρχία των Πριγκίπων της Τρανσυλβανίας. Σε αυτή την περιοχή σχηματίστηκε ένα νέο βανάτο, γνωστό ως Βανάτο Λούγκο και Καρανσέμπες.

Την άνοιξη του 1594, λίγο μετά την έναρξη του Αυστροτουρκικού Πολέμου (1593-1606), οι Σέρβοι Χριστιανοί στο Eγιαλέτι της Τεμεσβάρ ξεκίνησαν μια εξέγερση κατά της Τουρκικής κυριαρχίας. Οι ντόπιοι Ρουμάνοι συμμετείχαν επίσης σε αυτήν την εξέγερση. Στην αρχή οι επαναστάτες σημείωσαν επιτυχίες. Κατέλαβαν την πόλη Βρσατς και διάφορες άλλες μικρότερες στο Βανάτο και άρχισαν διαπραγματεύσεις με τον Πρίγκηπα της Τρανσυλβανίας. Ένας από τους ηγέτες της εξέγερσης ήταν ο τοπικός Σέρβος Ορθόδοξος Επίσκοπος Θεόδωρος.

Στα μέσα του 17ου αιώνα η περιοχή του Βανάτου Λούγκο και Καρανσέμπες πέρασε τελικά υπό την τουρκική κυριαρχία και ενσωματώθηκε στο Eγιαλέτι της Τεμεσβάρ.

Κατά τον Αυστριοτουρκικό πόλεμο (1683-1699) ξέσπασαν τοπικές σερβικές εξεγέρσεις σε διάφορα μέρη του Eγιαλέτιου της Τεμεσβάρ. Ο Αυστριακός στρατός και η Σερβική πολιτοφυλακή επιχείρησαν να εκδιώξουν το στρατό των σουλτάνων από την επαρχία, αλλά οι Τούρκοι κατάφεραν να κρατήσουν το φρούριο του Τέμεσβαρ. Το 1689 ο Σέρβος πατριάρχης Αρσένιος Γ΄ πήρε το μέρος των Αυστριακών. Η δικαιοδοσία του (συμπεριλαμβανομένης της επαρχίας) αναγνωρίστηκε επισήμως από διατάγματα του Αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α΄ το 1690, 1691 και 1695. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699) τα βόρεια τμήματα του Eγιαλέτιου της Τεμεσβάρ προσαρτήθηκαν στη Μοναρχία των Αψβούργων, ενώ το έδαφος του Βανάτου παρέμεινε υπό τουρκική κυριαρχία.

Διοίκηση των Αψβούργων (1716–1867)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βανάτο του Τέμεσβαρ, επαρχία της Μοναρχίας των Αψβούργων το 1718-1739
Βανάτο του Τέμεσβαρ, επαρχία της Μοναρχίας των Αψβούργων το 1739-1751
Βανάτο του Τέμεσβαρ, επαρχία της Μοναρχίας των Αψβούργων το 1751–1778
Περιοχή του Βανάτου στον κτηματολογικό χάρτη της απογραφής του 1769-1772

Στις αρχές του επόμενου Αυστροτουρκικού Πολέμου (1716-1718) ο Πρίγκηπας Ευγένιος της Σαβοΐας απέσπασε την περιοχή του Βανάτου από τους Τούρκους. Μετά τη Συνθήκη του Πασάροβιτς (1718) η περιοχή έγινε επαρχία της Μοναρχίας των Αψβούργων, χωρίς να ενσωματωθεί στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, αλλά αυγκροτήθηκε ειδική επαρχιακή διοίκηση, με κέντρο το Τέμεσβαρ.

Το 1738 πάνω από 50 Ρουμανικά χωριά της Σερβίας και του Βσνάτου καταστράφηκαν και οι κάτοικοί τους δολοφονήθηκαν από Αυστριακούς και Σερβικές πολιτοφυλακές κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης των Ρουμάνων. Παρόλο που ο κυβερνήτης της επαρχίαςδεν έλαβε τον τίτλο "μπαν", η περιοχή έγινε γνωστή ως Bανάτο του Τέμες ή Βανάτο του Τέμεσβαρ. Παρέμεινε ξεχωριστή επαρχία μέσα στη Μοναρχία των Αψβούργων και υπό στρατιωτική διοίκηση μέχρι το 1751, όταν η Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία της Αυστρίας αναδιοργάνωσε την επαρχία, διαιρώντας την μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής διοίκησης. Το Bανάτο της επαρχίας Τέμεσβαρ καταργήθηκε το 1778, όταν το πολιτικό τμήμα τουενσωματώθηκε στο Βασίλειο της Ουγγαρίας και χωρίστηκε σε κομητείες. Το νότιο τμήμα της περιοχής του Βανάτου παρέμεινε στην επαρχία της Στρατιωτικής Μεθορίου (Banat Krajina) μέχρι την κατάργησή της το 1871.

Κατά την Τουρκοκρατία τμήματα του Βανάτου ήταν αραιοκατοικημένα λόγω των πολυετών πολέμων ενώ και αρκετοί κάτοικοί του έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των Αψβουργοοθωμανικών πολέμων και της κατάκτησης από τον Πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας. Μεγάλο μέρος της περιοχής είχε μετατραπεί σε σχεδόν ακατοίκητο βάλτο, θαμνότοπο και δάσος. Ο Κόμης Κλωντ ντε Μερσί (1666-1734), που διορίστηκε διοικητής του Βανάτου του Τέμεσβαρ το 1720, έλαβε πολλά μέτρα για την αναγέννησή του. Στρατολόγησε Γερμανούς τεχνίτες και κυρίως αγρότες από τη Βαυαρία και άλλες νότιες περιοχές ως εποίκους, επιτρέποντάς τους να απολαύουν προνόμια όπως η διατήρηση της γλώσσας και της θρησκείας τους στους οικισμούς τους. Οι αγρότες έφεραν τις οικογένειες και τα υπάρχοντά τους σε σχεδίες μέσω του Ποταμού Δούναβη και ενθαρρύνθηκαν να αποκαταστήσουν τη γεωργία στην περιοχή. Καθάρισαν τους βάλτους κοντά στους ποταμούς Δούναβη και Τίσα, βοήθησαν στην κατασκευή δρόμων και καναλιών και αποκατέστησαν τη γεωργία. Το εμπόριο ενθαρρύνθηκε επίσης.

Η Μαρία Θηρεσία έδειξε επίσης άμεσο ενδιαφέρον για το Βανάτο. εποίκισε την περιοχή με μεγάλο αριθμό Γερμανών αγροτών, που θαυμάζονταν για τις γεωργικές τους δεξιότητες. Ενθάρρυνε την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της χώρας και γενικά βελτίωσε τα μέτρα που εισήγαγε ο Κόμης ντε Μερσί. Οι Γερμανοί έποικοι έφθασαν από τη Σουηβία, την Αλσατία και τη Βαυαρία, καθώς και Γερμανόφωνοι έποικοι από την Αυστρία. Πολλοί οικισμοί στο ανατολικό Βανάτο ιδρύθηκαν από Γερμανούς και είχαν εθνοτικά Γερμανικές πλειοψηφίες. Οι εθνοτικά Γερμανοί της περιοχής του Βανάτου έγιναν γνωστοί ως Σουηβοί του Δούναβη ή Donauschwaben. Μετά από χρόνια διαχωρισμού τους από τις Γερμανικές επαρχίες καταγωγής τους, η γλώσσα τους ήταν έντονα διαφορετική, διατηρώντας ιστορικά χαρακτηριστικά.

Ομοίως μια μειοψηφία που προέρχεται από Γαλλόφωνες ή γλωσσικά μικτές κοινότητες της Λωρραίνης διατήρησε τη Γαλλική της γλώσσα για αρκετές γενιές και ανέπτυξε μια συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα, γνωστή αργότερα ως Γαλλική του Βανάτου, Français du Banat.

Το 1779 η περιοχή του Βανάτου ενσωματώθηκε στο Αψβουργικό Βασίλειο της Ουγγαρίας και δημιουργήθηκαν οι τρεις επαρχίες Τόρονταλ, Τέμες και Κάρας. Το 1848, μετά τη Συνέλευση του Μαΐου, το δυτικό Βανάτο εντάχθηκε στη Σερβική Βοϊβοντίνα, Σερβική αυτόνομης περιοχή μέσα στη Μοναρχία των Αψβούργων. Κατά τις Επαναστάσεις του 1848-1849 το Βανάτο καταλήφθηκε διαδοχικά από Σερβικά και Ουγγρικά στρατεύματα.

Μετά την Επανάσταση του 1848 το Βανάτο (μαζί με τη Συρμία και τη Μπάτσκα) ορίστηκε ως ξεχωριστή περιοχή του Αυστριακού στέμματος, γνωστή ως Βοεβοδάτο Σερβίας και Βανάτο Τέμεσβαρ. Το 1860 η επαρχία αυτή καταργήθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της ενσωματώθηκε στο Βασίλειο της Ουγγαρίας.

Το Σερβικό Βανάτο (Δυτικό Βανάτο) ήταν μέρος της Σερβικής Βοϊβοντίνας (1848-1849) και του Σερβικού Συμφώνου και του Βοεβοδάτου Σερβίας και Βανάτου Τέμεσβαρ (1849-1860). Μετά το 1860 το αργότερα Σερβικό Βανάτο ήταν μέρος των επαρχιών Τόρονταλ και Τέμες του Βασιλείου της Ουγγαρίας.

Ουγγρική διοίκηση (1867–1918)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδοσιακές ενδυμασίες του Βανάτου, γύρω στη δεκαετία του 1860

Το 1867, μετά τον Αυστροουγγρικό συμβιβασμό, η περιοχή επέστρεψε και πάλι στην Ουγγρική διοίκηση. Μετά το 1871 η πρώην Στρατιωτική Μεθόριος, που βρισκόταν στα νότια τμήματα του Βανάτου, πέρασε πάλι στην πολιτική διοίκηση και ενσωματώθηκε στις κομητείες του. Οι Kράσο και Σζόρενι συνενώθηκαν σε Kράσο-Σζόρενι το 1881.

Το ζήτημα του Βανάτου στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο του 1918 ανακηρύχθηκε στην Τιμισοάρα η Δημοκρατία του Βανάτου και η κυβέρνηση της Ουγγαρίας αναγνώρισε την ανεξαρτησία της, που ωστόσο ήταν βραχύβια. Μετά από μόλις δύο εβδομάδες Σερβικά στρατεύματα εισέβαλαν στην περιοχή και πήραν τον έλεγχό της. Από το Νοέμβριο του 1918 ως το Μάρτιο του 1919 τα δυτικά και τα κεντρικά μέρη της Μπανάτ υπάγονταν σε Σερβική διοίκηση από το Νόβι Σαντ, ως τμήμα της επαρχίας Βανάτο, Μπάτσκα και Μπαράνια του Βασιλείου της Σερβίας και του νεοσυσταθέντος Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (που αργότερα μετονομάστηκε σε Γιουγκοσλαβία).

Μετά την Διακήρυξη της Ένωσης της Τρανσυλβανίας με τη Ρουμανία την 1η Δεκεμβρίου 1918 και τη Διακήρυξη Ενοποίησης του Βανάτου, Μπάτσκα και Μπαράνια με τη Σερβία στις 25 Νοεμβρίου 1918, το μεγαλύτερο μέρος του Βανάτου (το 1919) διαιρέθηκε μεταξύ της Ρουμανίας (όλο το Kράσο-Σζόρενι, τα δύο τρίτα του Τέμες και ένα μικρό μέρος του Tόρονταλ) και του Βασίλειου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (το μεγαλύτερο μέρος του Tόρονταλ και το ένα τρίτο του Τέμες). Μια μικρή περιοχή κοντά στο Σέγκεντ εκχωρήθηκε στην πρόσφατα ανεξάρτητη Ουγγαρία. Αυτά τα όρια επικυρώθηκαν με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919 και τη Συνθήκη του Τριανόν του 1920.

Μετά τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας, οι αντιπρόσωποι της Ρουμανικής και ορισμένων Γερμανικών κοινοτήτων ψήφισαν για ένωση με τη Ρουμανία, οι αντιπρόσωποι των Σέρβων, των Μπούνιεβτσι και άλλων Σλαβικών και μη κοινοτήτων (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων Γερμανών) για ένωση με τη Σερβία, ενώ η Ουγγρική μειονότητα παρέμεινε πιστή στην κυβέρνηση της Βουδαπέστης. Πέραν αυτών δεν διεξήχθη κανένα άλλο δημοψήφισμα.

Το Ρουμανικό Βανάτο μέτά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς της Ρουμανίας Κάρολος Β΄ επισκέπτεται χωριό στο Ρουμανικό Βανάτο το 1934.
Χάρτης της Ρουμανίας με τονισμένο το Ρουμανικό Βανάτο

Το 1938 οι επαρχίες Tίμις-Tόρονταλ, Κάρας, Σεβέριν, Aραντ και Χουνεντοάρα συνενώθηκαν για να σχηματίσουν την ținutul Timiș (περιφέρεια Τίμις), που κατά προσέγγιση περιλάμβανε την περιοχή που συνήθως ονομάζεται Ρουμανικό Βανάτο.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1950 αυτή αντικαταστάθηκε από την Περιφέρεια της Τιμισοάρα (που σχηματίστηκε από τις σημερινές επαρχίες Τίμις και Κάρας-Σέβεριν).

Το 1956 το νότιο μισό της περιφέρειας Aραντ ενσωματώθηκε σε εκείνη τηςΤιμισοάρα .

Το Δεκέμβριο του 1960 η περιφέρεια Timişoara ονομάστηκε Περιφέρεια Βανάτου.

Στις 17 Φεβρουαρίου 1968 δημιουργήθηκε νέα εδαφική διαίρεση και διαμορφώθηκαν οι σημερινές επαρχίες Τίμις, Κάρας-Σέβεριν και Aραντ.

Το 1998 η Ρουμανία χωρίστηκε σε οκτώ αναπτυξιακές περιοχές, οι οποίες λειτουργούν ως αυτόνομες εδαφικές διαιρέσεις. Η Δυτική αναπτυξιακή περιοχή αποτελείται από τέσσερις επαρχίες: Aραντ, Tίμις, Χουνεντοάρα και Κάρας-Σέβεριν. Ετσι έχει σχεδόν τα ίδια σύνορα με την ținutul Timiș (περιφέρεια Τίμις) του 1938. Η Δυτική αναπτυξιακή περιοχή αποτελεί επίσης τμήμα της Ευρωπεριφέρειας Δούναβη-Κρις-Μούρες-Τίσα. Οι εθνικές μειονότητες στην περιοχή περιλαμβάνουν Ούγγρους (5,6% του πληθυσμού), Σέρβους, Κροάτες (Kρασοβάνους), Βούλγαρους, Ουκρανούς και άλλους.

Το Σερβικό Βανάτο μέτά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βανάτο μεταξύ 1922 και 1929
Η Σερβία και το Βανάτο υπό τη Ναζιστική κατοχή 1941-1944
Το Σερβικό Βανάτο εντός της Βοϊβοντίνας

Η περιοχή ήταν επαρχία του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων μεταξύ 1918 και 1922 (το 1918-1919 ανήκε στην επαρχία Βανάτο, Μπάτσκα και Μπαράνια) και από το 1922 ως το 1929 ήταν μοιρασμένη μεταξύ του Όμπλαστ Βελιγραδίου και του Όμπλαστ Ποντούναβλιε. Το 1929 το μεγαλύτερο μέρος της ενσωματώθηκε στη Μπανόβινα του Δούναβη (Βανάτο του Δούναβη), επαρχία του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας, ενώ η πόλη του Πάντσεβο ενσωματώθηκε στην αυτοδιοικούμενη περιοχή του Βελιγραδίου.

Μεταξύ 1941 και 1944 το Σερβικό Βανάτο κατεχόταν από τα στρατεύματα της Ναζιστικής Γερμανίας. Μετά το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας από τον Άξονα το Σερβικό Βανάτο αποτέλεσε τμήμα της κατεχόμενης από τη Γερμανία Σερβίας, στην οποία είχε αυτονομία. Λειτουργούσε ως ουσιαστικά ξεχωριστή αυτόνομη οντότητα που την κυβερνούσε η Γερμανική της μειονότητα, με την υποστήριξη των Γερμανικές στρατιωτικών αρχών κατοχής. Κατά την περίοδο αυτή διαπράχθηκαν πολλά εγκλήματα πολέμου κατά του τοπικού Σερβικού και Εβραϊκού πληθυσμού. Συνέπεια των εγκλημάτων αυτών ήταν, πολλοί από τους ντόπιους Γερμανούς να εγκαταλείψουν την περιοχή μαζί με τον ηττημένο Γερμανικό στρατό το 1944. Οσοι Γερμανοί παρέμειναν στη χώρα απεστάλησαν σε στρατόπεδα εγκλεισμού που οργάνωσαν οι νέες κομμουνιστικές αρχές. Μετά τη διάλυση των στρατοπέδων αυτών (το 1948) το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου Γερμανικού πληθυσμού έφυγε από τη Σερβία για οικονομικούς λόγους. Πολλοί πήγαν στη Γερμανία. άλλοι μετανάστευσαν στη Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Δυνάμεις του Άξονα κατέλαβαν τη Γιουγκοσλαβία και τη διαμέλισαν. Η Ναζιστική Γερμανία είχε την πρόθεση να επεκταθεί στην Ανατολική Ευρώπη για να ενσωματώσει αυτούς που ονόμαζε Volksdeutsche, άνθρωπους εθνοτικά Γερμανικής καταγωγής. Ιδρυσε την πολιτική οντότητα γνωστή ως Bανάτο το 1941. Αυτή περιλάμβανε μόνο το δυτικό τμήμα της ιστορικής περιοχής του Βανάτου, που ήταν πρώην τμήμα της Γιουγκοσλαβίας. Ήταν τυπικά υπό τον έλεγχο της Σερβικής Κυβέρνησης-μαριονέτας Εθνικής Σωτηρίας στο Βελιγράδι υπό την ηγεσία του Μίλαν Νέντιτς. Θεωρητικά είχε περιορισμένη δικαιοδοσία σε όλη την επικράτεια υπό τη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση τςη Σερβίας, αλλά στην πράξη η τοπική μειονότητα των εθνοτικά Γερμανών (Σουηβοί του Δούναβη ή Shwoveh) κατείχε την πολιτική εξουσία μέσα στο Βανάτο. Τοπικός πολιτικός επίτροπος ήταν ο Γιόζεφ Λαπ και επικεφαλής της ομάδας των εθνοτικά Γερμανών ήταν ο Ζεπ Γιάνκο. Μετά την εκδίωξη των δυνάμεων του Άξονα το 1944 αυτή η Γερμανοκρατούμενη οντότητα διαλύθηκε. Το μεγαλύτερο μέρος της συμπεριλήφθηκε στη Βοϊβοντίνα, μία από τις δύο αυτόνομες επαρχίες της Σερβίας στο πλαίσιο της νέας ΣΟΔ της Γιουγκοσλαβίας. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι περισσότεροι Γερμανοί εκδιώχθηκαν από το Βανάτο και την Ανατολική Ευρώπη.

Από το 1944-1945 το Σερβικό Βανάτο (μαζί με τη Μπάτσκα και τη Σύρμια) ανήκε στη [Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σερβίας|[Σερβική]] Αυτόνομη Επαρχία της Βοϊβοντίνας, πρώτα ως τμήμα της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και στη συνέχεια ως τμήμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και της Σερβίας και Μαυροβούνιου. Από το 2006 αποτελεί μέρος ανεξάρτητης Σερβίας.

Οι επαρχίες της Σερβίας στο Βανάτο είναι: το Βόρειο, το Κεντρικό και το Νότιο Βανάτο.

Το Σερβικό Βανάτο περιλαμβάνει επίσης την περιοχή γνωστή ως Παντσέβασκι Ριτ, που ανήκει στο Δήμο Παλίλουλα του Βελιγραδίου.

Το Ουγγρικό Βανάτο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ουγγρικό Βανάτο αποτελείται από ένα μικρό βόρειο τμήμα της περιοχής, που ανήκει στην επαρχία Τσόνγκραντ της Ουγγαρίας. Εκτός από τον Ουγγρικό πληθυσμό υπάρχει μια μικρή μειονότητα των Σέρβων (π.χ. στο Ντεσκ και στο Σζόρεγκ).

Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνολογικός χάρτης του Βανάτου το 1743
Εθνολογικός χάρτης του Βανάτου το 1774
Ρουμάνοι στην Τιμισοάρα το 1860
Οι Σουηβοί του Βανάτου, πληθυσμός εθνοτικά Γερμανικός, τμήμα των Σουηβών του Δούναβη, το 1940
Σέρβοι στο Ιζμπιστε
Εθνολογικός χάρτης του Σερβικού Βανάτου (απογραφή 2002)

Tο σύνολο του Bανάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1660–1666[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1660–1666, Σέρβοι ζούσαν στο δυτικό (πεδινό) τμήμα του Βανάτου και Ρουμάνοι στο ανατολικό (ορεινό).

1743–1753[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1743–1753 η εθνοτική σύνθεση του Βανάτου ήταν η ακόλουθη:

  • Τρεις ανατολικές περιοχές είχαν Ρουμανικό πληθυσμό: Λούγκοζ, Καράνσεμπες και Ορσοβα.
  • Τρεις δυτικές περιοχές είχαν Σερβικό πληθυσμό: Βέλικι Μπέτσκερεκ, Πάντσεβο και Βέλικα Κίκιντα.
  • Εξι κεντρικές περιοχές είχαν μεικτό Σερβορουμανικό πληθυσμό: Τιμισοάρα, Λϊποβα, Βρσατς, Νόβα Παλάνκα, Τσιάκοβα και Τσέναντ.

Οι Ούγγροι ήταν σχεδόν τελείως απόντες από την περιοχή το πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Θεωρούντο πολιτικά αναξιόπιστοι αλλά το 1730 επετράπη σε μερικούς Ούγγρους Καθολικούς να εγκατασταθούν στο Βανάτο.

1774[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με στοιχεία του 1774 ο πληθυσμός του Βανάτου του Τέμεσβαρ ήταν 375.740 και αποτελείτο από:

1840[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βανάτο είχε το 1840 πληθυσμό πάνω από ένα εκατομμύριο, που περιλάμβανε:

  • 570,000 (55.34%) Ρουμάνοι
  • 200,000 (19.42%) Γερμανοί
  • 200,000 (19.42%) Σέρβοι
  • 60,000 (5.83%) Ούγγροι

1900[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1900 ο πληθυσμός του Βανάτου ήταν 1.431.329, περιλαμβάνοντας:

  • 578,789 (40.4%) Ρουμάνοι
  • 362,487 (25.3%) Γερμανοί
  • 251,938 (17.6%) Σέρβοι
  • 170,124 (11.9%) Ούγγροι

1910[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την απογραφή του 1910 ο πληθυσμός της περιοχής του Βανάτου (επαρχίες Τόρενταλ, Τέμες και Κράσο-Σζόρενι) ήταν 1.582.133, περιλαμβάνοντας:(*)

  • 592,049 (37.42%) Ρουμάνοι
  • 387,545 (24.50%) Γερμανοί
  • 284,329 (17.97%) Σέρβοι
  • 242,152 (15.31%) Ούγγροι
  • μικρότερους αριθμούς άλλων εθνοτικών ομάδων όπως Τσέχοι, Σλοβάκοι, Κροάτες, Ρουθηνοί, Ουκρανοί, Βούλγαροι κ.α.

(*) Σημείωση: σύμφωνα με την απογραφή του 1910 ο πληθυσμός του Ρουμανικού Βανάτου περιελάμβανε 52,6% Ρουμάνους, 25,6% Γερμανούς, 12,2% Ούγγρους και 4,9% Σέρβους, ενώ ο πληθυσμός του Σερβικού Βανάτου 40,53% Σέρβους, 22,14% Γερμανούς, 19,18% Ούγγρους, 12,94% % Ρουμάνους και 2,86% Σλοβάκους. Στη Σερβία η πλειοψηφία των Σουηβών του Βανάτου ή Shwovish έφυγε από την περιοχή μαζί με τον ηττημένο Γερμανικό στρατό το φθινόπωρο του 1944, όπως φαίνεται στον παρακάτω Πίνακα πληθυσμού, όπου ο γερμανόφωνος πληθυσμός των Shwovish μειώθηκε από περίπου 120.000 το 1931 σε περίπου 17.000 το 1948. Αυτοί που παρέμειναν στη χώρα απεστάλησαν σε στρατόπεδα εγκλεισμού που οργάνωσαν οι νέες κομμουνιστικές αρχές, όπου πολλοί έχασαν τη ζωή τους από πείνα, ασθένειες και το κρύο, αλλά πολλοί επίσης διέφυγαν . Μετά τη διάλυση των στρατοπέδων (το 1948) το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου Γερμανικού πληθυσμού έφυγε από τη Σερβία και γενικά τη Γιουγκοσλαβία για οικονομικούς λόγους. Η φυγή τους ήταν κυρίως συνέπεια των πολεμικών γεγονότων και της κατοχής της Γιουγκοσλαβίας από τον Άξονα, αλλά εν μέρει και συνέπεια της οικονομικής κατάστασης των μεταπολεμικών χρόνων. Από τη Ρουμανία οι Γερμανοί μετανάστευσαν κυρίως μετά το 1989 για οικονομικούς λόγους.

Πίνακας πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός της περιοχής του Βανάτου σε διάφορες χρονολογίες:

Σύνολο
1717 85,166
1743 125,000
1753 210,992
1774 375,740
1797 667,912
1900 1,431,329
1910 1,582,133

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]