Τρανσυλβανία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Έμβλημα της Τρανσυλβανίας
Οι τρεις Ηγεμονίες Τρανσυλβανίας, Μολδαβίας και Βλαχίας περί το 1600
Ρουμανική Ορθόδοξη ξύλινη εκκλησία στο Γκέγκελ, στο Νομό Αλμπα
Σιρνέα στο Νομό Μπρασόβ

Η Τρανσυλβανία (Ρουμανικά: Transilvania ή Ardeal, Ουγγρικά: Erdély, Γερμανικά : Siebenbürgen, Πολωνικά : Siedmiogród, Λατινικά : Transsilvania, Τουρκικά : Erdel) είναι ιστορική ορεινή περιοχή της κεντρικής Ρουμανίας. Οριζόμενη στα ανατολικά και τα νότια από τα φυσικά της σύνορα, την οροσειρά των Καρπαθίων, η ιστορική Τρανσυλβανία εκτεινόταν στα δυτικά μέχρι τα όρη Απουσένι, αλλά ο όρος μερικές φορές περικλείει όχι μόνο την κυρίως Τρανσυλβανία, αλλά επίσης τις ιστορικές περιοχές Κρισάνα, Μαραμούρες και το Ρουμανικό τμήμα του Βανάτου. Η περιοχή της Τρανσυλβανίας είναι γνωστή για τη φυσική ομορφιά του τοπίου της των Καρπαθίων και την πλούσια ιστορία της. Στον Αγγλόφωνο, και όχι μόνο κόσμο, έχει συνδεθεί με τους βρυκόλακες, κυρίως λόγω της επιρροής του διάσημου μυθιστορήματος Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ καθώς και τις πολλές μετέπειτα μεταφορές του στον κινηματογράφο.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τρανσυλβανία αναφέρεται για πρώτη φορά σε έγγραφο στη Μεσαιωνική Λατινική του 1075 ως ultra silvam, που σημαίνει «πέρα από το δάσος». " Τρανσυλβανία ", με ένα εναλλακτικό Λατινικό εμπρόθετο πρόθεμα, σημαίνει "στην άλλη πλευρά των δασών". Ούγγροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Μεσαιωνικός Λατινικός τύπος Ultrasylvania, στη συνέχεια Transylvania, ήταν άμεση μετάφραση του Ουγγρικού τύπου Erdő-elve. Αυτό χρησιμοποιείτο επίσης ως εναλλακτικό όνομα στα [[Γερμανική γλώσσα|Γερμανικά] überwald (13ος-14ος αιώνας) και στα Ουκρανικά Залісся (Ζαλίσγια).

Το Γερμανικό όνομα Siebenbürgen σημαίνει "επτά φρούρια", λόγω των επτά (Γερμανικών) πόλεων των Τρανσυλβανών Σαξόνων της περιοχής. Αυτή είναι επίσης η προέλευση του ονόματος της περιοχής σε άλλες γλώσσες, όπως στα Βουλγαρικά Седмиградско, στα [[Πολωνικά Siedmiogród και στα Ουκρανικά Семигород (Σεμιχορόντ).

Ο Ουγγρικός τύπος Erdély αναφέρεται για πρώτη φορά στο Gesta Hungarorum (το πρώτο εκτενές ιστορικό χρονικό) του 12ου αιώνα ως Erdeuleu (στη σύγχρονη γραφή Erdőelü) ή "Erdő-elve". Η λέξη "Erdő" σημαίνει δάσος στα Ουγγρικά και η λέξη "Elve" υποδηλώνει μια περιοχή σχετική με αυτό, παρόμοια με την Ουγγρική ονομασία για τη Μουντένια ("Havas-Elve", ή "χώρα μπροστά από τα χιονοσκεπή βουνά"). Τα Erdel, Erdil, Erdehstan, τα Τουρκικά ισοδύναμα, ή το Ρουμανικό "Ardeal" είναι επίσης δάνεια αυτού του τύπου, αν και το Ρουμανικό όνομα έχει μια ανταγωνιστική θεωρία, που περιγράφεται παρακάτω.

Η πρώτη γνωστή γραπτή εμφάνιση του Ρουμανικού ονόματος Ardeal εμφανίστηκε σε έγγραφο του 1432 ως Ardeliu. Το Ρουμανικό όνομα Ardeal προέρχεται από το Λατινικό ar, που σημαίνει "βραχώδες βουνό", ή arx, που σημαίνει "πέτρινο φρούριο" και το Ρουμανικό/Βλαχικό deal / dealuri / deli, που σημαίνει "λόφος/λόφοι".

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σαξονική οχυρωμένη εκκλησία του Μπιερτάν, τμήμα Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ

Στην Τρανσυλβανία έχουν κυριαρχήσει διάφοροι λαοί και χώρες κατά την ιστορία της. Αποτελούσε καποτε τον πυρήνα του Βασιλείου της Δακίας (82 π.Χ.–106 μ.Χ.). Το 106 μ.Χ. η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέλαβε τη χώρα και εκμεταλλεύτηκε συστηματικά τους φυσικούς της πόρους. Μετά την αποχώρηση των Ρωμαϊκών λεγεώνων το 271 μ.Χ. δέχθηκε τις εισβολές διάφορων φυλών και πέρασε υπό τον έλεγχο των Κάρπων (Δακική) φυλή, των Βησιγότθων, των Ούννων, των Γέπιδων, των Άβαρων και των {{Σλάβοι|Σλάβων]]. Από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα την Τρανσυλβανία εξουσίαζαν οι Βούλγαροι. Είναι αμφιλεγόμενο αν στοιχεία του μεικτού Δακο-Ρωμαϊκού πληθυσμού επιβίωσαν στην Τρανσυλβανία κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα (γινόμενοι οι πρόγονοι των σημερινών Ρουμάνων), ή οι πρώτοι Βλάχοι/Ρουμάνοι εμφανίστηκαν στην περιοχή το 13ο αιώνα, μετά από μια μετανάστευση προς βορρά από τη Βαλκανική Χερσόνησο. Υπάρχει μια συνεχιζόμενη επιστημονική συζήτηση για την εθνικότητα του πληθυσμού της Τρανσυλβανίας πριν την Ουγγρική κατάκτηση.

Ο Ιωάννης Ουνιάδης, βοεβόδας της Τρανσυλβανίας το 16ο αιώνα

Οι Ούγγροι κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης στο τέλος του 9ου αιώνα. Σύμφωνα με το Gesta Hungarorum, πριν φθάσουν οι Ούγγροι την Τρανσυλβανία κυβερνούσε ο Βλάχος βοεβόδας Γκέλου. Το Βασίλειο της Ουγγαρίας απέκτησε μερικό έλεγχο της Τρανσυλβανίας το 1003, όταν ο Βασιλιάς Στέφανος Α΄, σύμφωνα με την παράδοση, νίκησε τον πρίγκιπα Γκιούλα Γ΄. Η Τρανσυλβανία καταλήφθηκε από τους Ούγγρους σε αρκετά στάδια από το 10ο ως το 13ο αιώνα. Μεταξύ 1003 και 1526 η Τρανσυλβανία ήταν βοεβοδάτο του Βασιλείου της Ουγγαρίας, υπό ένα βοεβόδα διορισμένο από το Βασιλιά της Ουγγαρίας. Μετά τη Μάχη του Μοχάτς το 1526 η Τρανσυλβανία αποτέλεσε τμήμα του Βασιλείου του Γιάνος Ζαπόλια, που, το 1571, μετασχηματίστηκε στο Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας, που αρχικά κυβερνιόταν από Καλβινιστές Ουγγρόφωνους πρίγκιπες. Ομως σε αυτό το πριγκιπάτο ζούσαν αρκετές εθνικές ομάδες, με πολυαριθμότερους τους Ρουμάνους, μαζί με μια σημαντική Γερμανική μειονότητα. Για το μεγαλύτερο διάστημα η Τρανσυλβανία, διατηρώντας την εσωτερική της αυτονομία, ήταν υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι Αψβούργοι κατέλαβαν τη χώρα λίγο μετά την Πολιορκία της Βιέννης το 1683. Το 1687 οι ηγεμόνες της Τρανσυλβανίας αναγνώρισαν την επικυριαρχία του Αψβούργου Αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α΄ και η περιοχή προσαρτήθηκε επίσημα στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Οι Αψβούργοι αναγνώρισαν το Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας ως μία από τις Χώρες του (Ουγγρικού) Στέμματος του Αγίου Στεφάνου, αλλά το έδαφος του πριγκιπάτου ήταν διοικητικά χωρισμένο από την Ουγγαρία των Αψβούργων και υπόκειτο στην άμεση εξουσία των αυτοκρατορικών διοικητών. Το 1699 οι Τούρκοι αποδέχθηκαν επίσημα την απώλεια της Τρανσυλβανίας με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, αλλά ορισμένα αντιαψβουργικά στοιχεία εντός του πριγκιπάτου υποτάχθηκαν στον αυτοκράτορα μόνο με τη Συνθήκη του Σάτμαρ και έτσι παγιώθηκε ο έλεγχος των Αψβούργων επί του Πριγκιπάτου της Τρανσυλβανίας. Το 1765 ανακηρύχτηκε το Μεγάλο Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας.

Mετά το Συμβιβασμό του 1867 (μεταξύ Αψβούργων και Ουγγαρίας που δημιούργησε την Αυστροουγγαρία), το Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας καταργήθηκε και το έδαφός του απορροφήθηκε στην Τρανσλεϊθανία ή το Ουγγρικό τμήμα της νεοϊδρυθείσας Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.

Η Εθνοσυνέλευση στην Άλμπα Ιούλια (1 Δεκεμβρίου, 1918) που απαίτησε την ένωση της περιοχής με τη Ρουμανία

Μετά την ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Αυστροουγγαρία διαλύθηκε. Η Ρουμανική πλειοψηφία στην Τρανσυλβανία εξέλεξε αντιπροσώπους που την 1 Δεκεμβρίου, 1918 ανακήρυξαν την Ενωση με τη Ρουμανία. Η Διακύρυξη της Ενωσης της Άλμπα Ιούλια υιοθετήθηκε από τους Αντιπροσώπους των Ρουμάνων της Τρανσυλβανίας και υποστηρίχθηκε ένα μήνα αργότερα και από την ψήφο των Αντιπροσώπων των Σαξόνων της Τρανσυλβανίας. Το 1920 η Συνθήκη του Τριανόν, ως αποτέλεσμα του πολέμου, καθόρισε νέα σύνορα μεταξύ Ρουμανίας και Ουγγαρίας, αφήνοντας το σύνολο της Τρανσυλβανίας εντός του Ρουμανικού κράτους. Η Ουγγαρία διαμαρτυρήθηκε κατά των νέων συνόρων, καθώς πάνω από 1.600.000 Οϋγγροι, που αντιπροσώπευαν το 31,6 % του πληθυσμού της Τρανσυλβανίας ζούσαν από τη Ρουμανική πλευρά των συνόρων, κυρίως στην περιοχή Σέκελι της Ανατολικής Τρανσυλβανίας και κατά μήκος των νέων συνόρων. Τον Αύγουστο του 1940 η Ουγγαρία κέρδισε περίπου το 40 % της Τρανσυλβανίας με την επέμβαση της Γερμανίας και της Ιταλίας. Τα εδάφη αυτά επιστράφηκαν από τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρεταννία και τις ΗΠΑ στη Ρουμανία το 1945, γεγονός που επικυρώθηκε με τις Συνθήκες Ειρήνης των Παρισίων του 1947.

Γεωγραφία και εθνογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρουμανικές εθνογραφικές περιοχές (Tρανσυλβανία-κόκκινο, Mαραμούρες-μπλε, Σάτμαρ-πράσινο, Κρισάνα-κίτρινο, Βανάτο-μωβ)
Ουγγρικές εθνογραφικές περιοχές(Βασιλική Διάβαση-κίτρινο, Δυτική Tρανσυλβανία-πράσινο, Ανατολική Tρανσυλβανία-μπλε)

Το Τρανσυλβανικό οροπέδιο, με υψόμετρο από 300 ως 500 μέτρα, αρδεύεται από τους ποταμούς Μούρες, Σόμες, Κρις και Ολτ, καθώς και από άλλους παραπόταμους του Δούναβη. Ο πυρήνας αυτός της ιστορικής Tρανσυλβανίας αντιστοιχεί περίπου σε εννέα νομούς της σημερινής Ρουμανίας. Αλλες περιοχές στα δυτικά και τα βόρεια, που ενώθηκαν επίσης με τη Ρουμανία το 1918 (εντός των συνόρων που καθορίστηκαν με τις συνθήκες ειρήνης του 1919-1920) θεωρούνται ευρέως από τότε τμήμα της Tρανσυλβανίας.

  • Κυρίως Τρανσυλβανία:
    • Αμλας
    • Τάρα Μπάρσεϊ (Μπούρτσενλαντ/Μπάρκασαγκ)
    • Τσιοάρ
    • Φεγκέρας (Φόγκαρας)
    • Χάτεγκ
    • Τάρα Τσιλατέι (Καλοτασζέγκ)
    • Μιρτζινιμέα Σιμπιουλούι
    • Τρανσυλβανική Πεδιάδα (Κάμπια Τρανσιλβανιέι/Μέζοσεγκ)
    • Σέκελι
    • Τάρα Μοτιλόρ
    • Τάρα Νισιουντουλούι (Nέσνερλαντ/Νάσζοντ Βίντεκε)
    • Τινουτούλ Πιντουρενιλόρ
  • Βανάτο
  • Κρίσανα
    • Τάρα Ζαραντουλούι
  • Μαραμούρες
    • Τάρα Λιπουσουλούι
    • Τάρα Οασουλούι

Υπό τη συνήθη έννοια τα δυτικά σύνορα της Τρανσυλβανίας έχουν καταλήξει να συμπίπτουν με τα σημερινά Ρουμανοουγγρικά σύνορα, που καθορίστηκαν με τη συνθήκη του Τριανόν, αν και γεωγραφικά αυτά δεν ταυτίζονται.

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έκταση του ιστορικού Βοεβοδάτου είναι 55.146 τετ. χλμ.

Oι περιοχές που παραχωρήθηκαν στη Ρουμανία το 1920 καταλάμβαναν 23 νομούς με έκταση σχεδόν 102.200 τ.χ. (102.787–103.093 τ.χ. σε Ουγγρικές πηγές και 102.200 τ.χ. σε σύγχρονες Ρουμανικές). Σήμερα, λόγω των αρκετών διοικητικών μεταβολών, η περιοχή καταλαμβάνει 16 νομούς, με έκταση 99.837 τ.χ. στην κεντρική και βορειοδυτική Ρουμανία.

Οι 16 νομοί είναι : Άλμπα, Αράντ, Μπιχόρ, Μπίστριτσα-Νισιούντ, Μπρασόβ, Κάρας-Σεβερίν, Κλουζ, Κοβάσνα, Χαργκίτα, Χουνεντοάρα, Μαραμούρες, Μούρες, Σιλάι, Σάτου Μάρε, Σιμπίου και Τίμις.

Οι μεγαλύτερες πόλεις (απογραφή 2011) :

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eθνογλωσσικός χάρτης της Αυστροουγγαρίας, 1910.
Εφημερίδες στην Ουγγρική γλώσσα και τη Ρουμανική γλώσσα που εκδίδονται στο Κλουζ.

Επίσημες απογραφές για τον πληθυσμό της Τρανσυλβανίας έχουν διεξαχθεί από το 18ο αιώνα. Την 1η Μαίου 1784 ο Αυτοκράτορας Ιωσήφ Β΄ εξήγγειλε την πρώτη επίσημη απογραφή Αυτοκρατορία των Αψβούργων, περιλαμβανομένης της Τρανσυλβανίας. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν το 1787 και αυτή η απογραφή εμφάνισε μόνο το συνολικό πληθυσμό ((1.440.986 κάτοικοι). Ο Φένιες Ελεκ, Ούγγρος στατιστικολόγος του 19ου αιώνα, υπολόγισε το 1842 ότι στον πληθυσμό της Τρανσυλβανίας το διάστημα 1830-1840 οι πλειοψηφούντες Ρουμάνοι ήταν 62,3% και οι Ούγγροι 23,3%.

Η πρώτη επίσημη απογραφή στην Τρανσυλβανία που έκανε διάκριση μεταξύ εθνικοτήτων (διάκριση επί τη βάσει της μητρικής γλώσσας) διεξήχθη από τις Αυστροουγγρικές αρχές το 1869 με το εξής αποτέλεσμα : Ρουμάνοι 59,0%, Ούγγροι 24,9%, Γερμανοί 11,9%. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ο Ουγγρικός πληθυσμός της Τρανσυλβανίας αυξήθηκε από 24,9% το 1869 σε 31.6%, όπως έδειξε η Ουγγρική απογραφή του 1910. Στο ίδιο διάστημα το ποσοστό του Ρουμανικού πληθυσμού μειώθηκε από 59,0% σε 53,8% και το ποσοστό του Γερμανικού πληθυσμού μειώθηκε από 11,9% σε 10,7% σε συνολικό πληθυσμό 5.262.495. Σε αυτή τη μεταβολή συνέβαλαν πολύ οι πολιτικές εξουγγρισμού.

Το ποσοστό της Ρουμανικής πλειοψηφίας αυξήθηκε σημαντικά μετά την ανακήρυξη της ένωσης της Τρανσυλβανίας με τη Ρουμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1918. Το ποσοστό των Ούγγρων στην Τρανσυλβανία υπέστη ραγδαία μείωση καθώς οι περισσότεροι κάτοικοί της μετακινούντο σε αστικές περιοχές, όπου η πίεση να αφομοιωθούν και να εκρουμανισθούν ήταν μεγαλύτερη. Η απαλλοτρίωση των περιουσιών των Ούγγρων μεγιστάνων, η διανομή των γαιών στους Ρουμάνους αγρότες και η πολιτική πολιτιστικού εκρουμανισμού, που ακολούθησε τη Συνθήκη του Τριανόν, αποτέλεσαν σημαντικές αιτίες τριβής μεταξύ Ουγγαρίας και Ρουμανίας. Αλλοι παράγοντες περιλαμβάνουν τη μετανάστευση μη Ρουμανικού πληθυσμού, την αφομοίωση και την εσωτερική μετανάστευση εντός της Ρουμανίας (εκτιμάται ότι μεταξύ 1945 και 1977 περίπου 630.000 άτομα μετακινήθηκαν από το Παλιό Βασίλειο στην Τρανσυλβανία και 280.000 αντιστρόφως, κυρίως στο Βουκουρέστι.

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απογραφή του 2002 ταξινόμησε την Τρανσυλβανία ως ολόκληρη την περιοχή της Ρουμανίας δυτικά των Καρπαθίων. Η περιοχή έχει πληθυσμό 7.221.733, με μεγάλη πλειοψηφία Ρουμάνων (75,9%). Υπάρχουν επίσης σημαντικές κοινότητες Ούγγρων (19,6%), Ρομά (3,3%), Γερμανών (0,7%) και Βουλγάρων (0,1%). Ο Ουγγρικός πληθυσμός της Τρανσυλβανίας αποτελεί πλειοψηφία στους νομούς Κοβάσνα (84,8%)και Χαργκίτα (73,6%). Πολλοί Ούγγροι υπάρχουν επίσης στους νομούς Mούρες (37,8%), Σάτου Μάρε (34,5%), Μπίχορ (25,2%) και Σιλάι (23,2%).

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τρανσυλβανία είναι πλούσια σε κοιτάσματα ορυκτών, κυρίως λιγνίτη, σίδηρο, μόλυβδο, μαγγάνιο, χρυσό, χαλκό, φυσικό αέριο, αλάτι και θείο.

Υπάρχουν μεγάλες βιομηχανίες σιδήρου και χάλυβα, χημικών και υφασμάτων. Η κτηνοτροφία, η γεωργία, η παραγωγή κρασιού και φρούτων αποτελούν σημαντικές δραστηριότητες. Η ξυλεία είναι άλλος ένας πολύτιμος φυσικός πόρος.

Οι κλάδοι τεχνολογιών πληροφορικής, ηλεκτρονικών και αυτοκινητοβιομηχανίας είναι σημαντικοί σε αστικά και πανεπιστημιακά κέντρα όπως Κλουζ-Ναπόκα (Bosch, Emerson Electric), Τιμισοάρα (Alcatel-Lucent, Flextronics και Continental AG), Μπρασόβ, Σιμπίου, Οράντεα και Αράντ.

Εγχώριες εταιρείς είναι : Roman του Μπρασόβ (φορτηγά και λεωφορεία), Azomureș του Τίργκου Μούρες (λιπάσματα), Terapia του Κλουζ-Ναπόκα (φαρμακευτικά), Banca Transilvania του Κλουζ-Ναπόκα (οικονομικά), Romgaz και Transgaz του Μέντιας (φυσικό αέριο), Jidvei του νομού Αλμπα (αλκοολούχα ποτά), Timişoreana της Τιμισοάρα (αλκοολούχα ποτά) και άλλες. Η Τρανσυλβανία συμμετέχει με περίπου 35% στο ΑΕΠ της Ρουμανίας και έχει ένα κατά κεφαλή ΑΕΠ περίπου $11.500, περίπου 10% υψηλότερο από το μέσο Ρουμανικό.

Τουριστικά αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ορη Φέγκερας, όπως φαίνονται από το Σιμπίου
Αλατωρυχεία Τούρντα
Εσωτερικό ξύλινης εκκλησίας του Τσίζερ στο Εθνογραφικό Μουσείο Τρανσυλβανίας

]

Φουντάτα στοΝομό του Μπρασόβ

Ιστορικά οικόσημα της Τρανσυλβανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο ιστορικό εθνόσημο της Τρανσυλβανίας (1659).

Οι πρώτες εραλδικές παραστάσεις της Τρανσυλβανίας χρονολογούνται από το 16ο αιώνα. Ενα από τα αρχικά επικρατούντα σύμβολα της Τρανσυλβανίας ήταν το οικόσημο της πόλης Σιμπίου. To 1596 o Λέβινους Χούλσιους (από τη Φλάνδρα) δημιούργησε ένα οικόσημο για την "αυτοκρατορική επαρχία της Τρανσυλβανίας", αποτελούμενο από μια ασπίδα χωρισμένη σε άνω και κάτω μέρος, με έναν αετό στο άνω και επτά λόφους με πύργους στην κορυφή τους στο κάτω. Το δημοσίευσε στο έργο του "Χρονολογία", που εκδόθηκε την ίδια χρονιά στη Νυρεμβέργη. Η σφραγίδα του 1597 του Σιγκισμούνδου Μπάτορι, πρίγκιπα της Τρανσυλβανίας, αναπαρήγαγε το νέο οικόσημο με μερικές μικρές αλλαγές : στο άνω μέρος ο αετός πλαισιωνόταν από ήλιο και σελήνη και στο κάτω οι λόφοι αντικαταστάθηκαν από απλούς πύργους.

Η σφραγίδα του Μιχαήλ του Γενναίου του 1600 απεικονίζει τα εδάφη του πρώην Δακικού βασιλείου : Βλαχία, Μολδαβία και Τρανσυλβανία.

  • Ο μαύρος αετός (Βλαχία)
  • Η κεφαλή βούβαλου (Μολδαβία)
  • Οι επτά λόφοι (Τρανσυλβανία)
  • Πάνω από τους λόφους υπήρχαν δυο λιοντάρια που στήριζαν ένα κορμό δένδρου, ως σύμβολο του επανενωμένου Δακικού Βασιλείου.

Η Δίαιτα του 1659 κωδικοποίησε την αντιπροσώπευση των προνομιούχων εθνών στο εθνόσημο της Τρανσυλβανίας. Απεικόνιζε ένα μαύρο γεράκι σε μπλε φόντο, που αντιπροσωπεύει τους Ούγγρους ευγενείς, ένα Ηλιο και τη Σελήνη, που αντιπροσωπεύει τους Σέκελι (Οϋγγρους των Ανατολικών Καρπαθίων), και επτά κόκκινους πύργους σε κίτρινο φόντο, που αντιπροσωπεύει τις επτά οχυρωμένες πόλεις των Τρανσυλβανών Σαξόνων. Η κόκκινη λωρίδα στη μέση δεν ήταν αρχικά μέρος του εθνοσήμου.

Σήμερα, σε αντίθεση με τους νομούς που την απαρτίζουν, η Τρανσυλβανία δεν έχει το δικό της επίσημο εθνόσημο. Παρόλα αυτά το ιστορικό εθνόσημο υπάρχει σήμερα στο Εθνόσημο της Ρουμανίας, μαζί με τα παραδοσιακά εθνόσημα των υπόλοιπων ιστορικών περιοχών της Ρουμανίας.

Στην τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη δημοσίευση του Η Χώρα Πέρα από τα Δάση (1888) της Εμιλι Τζέραρντ, ο Μπραμ Στόκερ έγραψε το γοτθικού τρόμου μυθιστόρημά του Δράκουλας το 1897, χρησιμοποιώντας ως σκηνικό του την Τρανσυλβανία. Με την επιτυχία του η Τρανσυλβανία συσχετίστηκε στον Αγγλόφωνο κόσμο (και αργότερα ευρύτερα) με τους βρυκόλακες. Από τότε έχει παρουσιαστεί στη μυθοπλασία και στη λογοτεχνία ως χώρα μυστηρίου και μαγείας. Για παράδειγμα στο μυθιστόρημα του Πάουλο Κοέλιο Η Μάγισσα του Πορτομπέλο ο κύριος χαρακτήρας, η Σερίν Καλίλ, περιγράφεται ως ορφανή από την Τρανσυλβανία με μητέρα Ρομά, σε μια προσπάθεια να αυξήσει το εξωτικό μυστήριο του χαρακτήρα. Η λεγόμενη "Τρανσυλβανική τριλογία" των ιστορικών μυθιστορημάτων του Μίκλος Μπάνφι (1873-1950) Η Γραφή στον Τοίχο είναι μια εκτεταμένη αναφορά στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας το 19ο και τον 20ό αιώνα. Από τους πρώτους ηθοποιούς που έπαιξαν τον Κόμη Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ στον κινηματογράφο ήταν ο Μπέλα Λουγκόζι, που γεννήθηκε στο Βανάτο, στη σημερινή Ρουμανία.

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]