Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1877-1878)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-1878
Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι
Pereprava cherez Dunaj.jpg
Το Πέρασμα του Δούναβη από το ρωσικό στρατό, έργο του Νικολάι Ντμίτριγιεφ-Ορενγκμπούρκσκι, 1883
Χρονολογία 24 Απριλίου 18773 Μαρτίου 1878
Τόπος Βαλκάνια, Καύκασος
Έκβαση Νίκη της Ρωσίας
Συνθήκη Κωνσταντινούπολης (1878)
Συνθήκη του Βερολίνου (1878)
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
Ρωσία — 737.355 άνδρες
500 κανόνια[1]
Ρουμανία — 60.000 άνδρες
190 κανόνια
Βουλγαρία — 40.000 άνδρες
Σερβία — 81.500 άνδρες
Μαυροβούνιο — 25.000 άνδρες
Οθωμανική Αυτοκρατορία — 281.000 άνδρες[2]
Απώλειες

Ρωσία — 15.567 πεσόντες στις μάχες,
56.652 τραυματίες,
6.824 νεκροί από κακές συνθήκες περίθαλψης,
81.363 νεκροί από ασθένειες,
1.713 νεκροί από άλλες αιτίες,
3.500 αγνοούμενοι,
35.000 απαλλάχθηκαν από τη στρατιωτική υπηρεσία λόγω μόνιμων βλαβών
[3]Ρουμανία — 4.302 νεκροί και αγνοούμενοι, 3.316 τραυματίες, 19.904 ασθενείς[4]

Βουλγαρία — 15.000 νεκροί και τραυματίες
Σερβία — 5.000 νεκροί και τραυματίες
Μαυροβούνιο — 5.000 νεκροί και τραυματίες
Οθωμανική Αυτοκρατορία — 30.000 νεκροί στη μάχη, 90.000 νεκροί από ασθένειες, λόγω κακών υγειονομικών συνθηκών

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-1878 (Τουρκικά 93 Χαρμπί (Μάχη του '93), Ρωσικά Русско-турецкая война, Ρουσκο-τουρέτσκαγια βόινα, 1877-1878) γνωστός στην Ελλάδα (ιδιαίτερα στον Έβρο) ως "Δεύτερη Ρωσία", ήταν μια σύγκρουση μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Ορθόδοξου συνασπισμού υπό την ηγεσία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και με τη συμμετοχή της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της σερβίας και του Μαυροβουνίου. Διεξαχθής στα Βαλκάνια και στην Καυκασία προκάλεσε την ανάδυση του Βαλκανικού εθνικισμού του 19ου αιώνα . Επιπρόσθετοι συντελεστές του ήταν οι ελπίδες της Ρωσίας για ανάκτηση των εδαφών των απωλεσθέντων κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, για την αποκατάστασή της στη Μαύρη Θάλασσα και την υποστήριξη των πολιτικών κινημάτων που προσπαθούσαν να απελευθερώσουν τα Βαλκανικά έθνη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν η Ρωσία να καταφέρει να διεκδικήσει διάφορες επαρχίες του Καυκάσου, δηλαδή του Καρς και του Μπατούμι και να προσαρτήσει επίσης την περιοχή Μπουντζάκ. Οι ηγεμονίες της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, που όλες είχαν για κάποιο διάστημα de facto, ανακήρυξε επίσημα την ανεξαρτησία της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά από σχεδόν πέντε αιώνες Οθωμανικής κυριαρχίας (1396-1878), επανιδρύθηκε το Βουλγαρικό κράτος ως Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας, καταλαμβάνοντας τη χώρα μεταξύ του Ποταμού Δούναβη και του Αίμου (εκτός από τη Βόρεια Δοβρουτσά που δόθηκε στη Ρουμανία), καθώς και την περιοχή της Σόφιας, που έγινε πρωτεύουσα του νέου κράτους. Το Συνέδριο του Βερολίνου επέτρεψε επίσης στην Αυστρουγγαρία να καταλάβει τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και τη Μεγάλη Βρετανία να αναλάβει την Κύπρο.

Ο πόλεμος κηρύχθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ κατά του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ στις 24 Απριλίου του 1877 και έληξε ένα χρόνο αργότερα, στις 3 Μαρτίου του 1878.

Προϊστορία της Σύγκρουσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεταχείριση των χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άρθρο 9 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1856, που σφράγισε το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου, υποχρέωνε την Οθωμανική Αυτοκρατορία να χορηγήσει ίσα δικαιώματα στους μη μουσουλμάνους που κατοικούσαν στα εδάφη της, με αυτά που απολάμβαναν οι μουσουλμάνοι υπήκοοί της. Πριν υπογραφεί η συνθήκη η Οθωμανική κυβέρνηση είχε εκδόσει ένα διάταγμα, το Χαττ-ι Χουμαγιούν, που όριζε την ισονομία ανάμεσα σε μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους υπήκοους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[5] και επέβαλε κάποιους ρεφορμισμούς σε διάφορα ζητήματα για αυτό το σκοπό (π.χ. ο κεφαλικός φόρος απεσύρθη και επίσης επετράπη σε μη μουσουλμάνους να εισέλθουν στις τάξεις του στρατού).[6]

Παρόλες τις μεταρρυθμίσεις αυτές όμως, παρέμειναν κάποιοι άνισοι νόμοι, όπως ότι η κατάθεση χριστιανών κατά μουσουλμάνων σε δικαστήριο δεν γινόταν δεκτή, γεγονός που χάριζε ασυλία στις προσβολές των δεύτερων εναντίον των χριστιανών. Παρά επίσης το γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων ήταν συχνά καλές σε τοπικό επίπεδο, αυτή η πρακτική ενθάρρυνε την εκμετάλλευση. Οι περιπτώσεις κακομεταχείρισης ήταν χειρότερες σε περιοχές με κυρίαρχο το χριστιανικό στοιχείο, ως μέσο για να κρατούνται υποταγμένοι οι Χριστιανοί.[7]

Κρίση στο Λίβανο, 1860[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1858, οι Μαρωνίτες αγρότες, υποκινούμενοι από τον κλήρο, επαναστάτησαν εναντίον των Δρούζων φεουδαρχών τους και ίδρυσαν μια αγροτική δημοκρατία. Στο νότιο Λίβανο, όπου Μαρωνίτες αγρότες εργάζονταν για Δρούζους ηγεμόνες, Δρούζων αγροτών τάχθηκε με το μέρος των κυρίων τους εναντίον των Μαρωνιτών, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε εμφύλιο πόλεμο. Παρά το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές είχαν απώλειες, περίπου 10.000 Μαρωνίτες σφαγιάστηκαν στα χέρια του Δρούζων.

Υπό την απειλή της ευρωπαϊκής παρέμβασης οι Οθωμανικές αρχές αποκατέστησαν την τάξη. Παρ 'όλα αυτά ακολούθησε Γαλλική και Βρετανική επέμβαση. Υπό περαιτέρω ευρωπαϊκή πίεση ο Σουλτάνος ​​συμφώνησε να διορίσει Χριστιανό διοικητή στο Λίβανο, του οποίου η υποψηφιότητα θα υποβαλόταν από το Σουλτάνο και θα εγκρινόταν από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Στις 27 Μάη 1860 μια ομάδα των Μαρωνιτών επέδραμε σε χωριό Δρούζων. Ακολούθησαν σφαγές και από τις δύο πλευρές, όχι μόνο στο Λίβανο, αλλά επίσης στη Συρία. Στο τέλος είχαν σκοτωθεί 7.000 ως 12.000 άνθρωποι κάθε θρησκείας και πάνω από 300 χωριά, 500 εκκλησίες, 40 μοναστήρια και 30 σχολεία καταστράφηκαν. Οι επιθέσεις Χρστιανών σε Μουσουλμάνους στη Βηρυτό προκάλεσαν το Μουσουλμανικό πληθυσμό της Δαμασκού να επιτεθεί στην εκεί Χριστιανική μειονότητα με 5.000 ως 25.000 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων του Αμερικανού και του Ολλανδού προξένου, δίνοντας στο γεγονός διεθνή διάσταση.

Ο Οθωμανός υπουργός εξωτερικών Μεχμέτ Φουάντ Πασά ήρθε στη Συρία και επέλυσε τα προβλήματα αναζητώντας και εκτελώντας τους υπεύθυνους, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνήτη και άλλων αξιωματούχων. Η τάξη αποκαταστάθηκε και έγιναν προεργασίες να δοθεί στο Λίβανο νέα αυτονομία για να αποφευχθεί η Ευρωπαϊκή παρέμβαση. Παρ 'όλα αυτά, το Σεπτέμβριο του 1860 η Γαλλία έστειλε στόλο και η Βρετανία συμμετείχε για να αποφευχθεί η μονομερής παρέμβαση που θα μπορούσε να συμβάλει στην αύξηση της Γαλλικής επιρροής στην περιοχή σε βάρος της Βρετανίας.

Η Κρητική Επανάσταση, 1866–1869[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρητική Επανάσταση, που ξεκίνησε το 1866, προέκυψε από την αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της ζωής του πληθυσμού και την επιθυμία των Κρητικών για ένωση με την Ελλάδα. Οι στασιαστές απέκτησαν τον έλεγχο όλου του νησιού, εκτός από τις πέντε πόλεις, όπου οι Μουσουλμάνοι είχαν οχυρωθεί. Ο Ελληνικός τύπος ισχυριζόταν ότι οι Μουσουλμάνοι είχαν σφαγιάσει Έλληνες, γεγονός που διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη. Χιλιάδες Έλληνες εθελοντές κινητοποιήθηκαν και εστάλησαν στο νησί.

Ιδιαίτερα γνωστή έγινε η πολιορκία της Μονής Αρκαδίου. Το Νοέμβριο του 1866 περίπου 250 Κρητικοί Έλληνες μαχητές και περίπου 600 γυναίκες και παιδιά πολιορκήθηκαν από περίπου 23.000 κυρίως Τουρκοκρητικούς βοηθούμενους από Οθωμανικά στρατεύματα και αυτό έγινε ευρύτερα γνωστό στην Ευρώπη. Μετά από μια αιματηρή μάχη με μεγάλο αριθμό θυμάτων και από τις δύο πλευρές, οι Έλληνες Κρητικοί τελικά παραδόθηκαν όταν τέλειωσαν τα πυρομαχικά τους, αλλά σκοτώθηκαν κατά την παράδοση.

Ατις αρχές του 1869 η εξέγερση κατεστάλη, αλλά η Υψηλή Πύλη προσέφερε κάποιες παραχωρήσεις, εισάγοντας αυτοδιοίκηση του νησιού και αυξάνοντας τα δικαιώματα των εκεί Χριστιανών. Αν και η Κρητική κρίση τελείωσε για τους Οθωμανούς καλύτερα από σχεδόν κάθε άλλη διπλωματική αντιπαράθεση του αιώνα, η εξέγερση, και κυρίως η κτηνωδία με την οποία κατεστάλη, οδήγησε σε μεγαλύτερη προσοχή του Ευρωπαίκού κοινού στην καταπίεση των Χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρότι στην πλευρά των νικητών στον Κριμαϊκό Πόλεμο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνέχισε να υποχωρεί σε ισχύ και κύρος. Η οικονομική πίεση στο θησαυροφυλάκιο ανάγκασε την οθωμανική κυβέρνηση να λάβει σειρά ξένων δανείων με τόσο υψηλά επιτόκια που, παρ 'όλες τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν, την οδήγησαν σε αδυναμία αποπληρωμής και οικονομικές δυσκολίες. Αυτό επιδεινώθηκε περαιτέρω από την ανάγκη στέγασης περισσότερων από 600.000 Τσερκέζων Μουσουλμάνων, που εκδιώχθηκαν από τον Καύκασο από τους Ρώσους, στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας της βόρειας Μικράς Ασίας και στα λιμάνια των Βαλκανίων Κωνστάντζα και Βάρνα, πράγμα που κόστισε πολύ σε χρήμα και κοινωνική αναταραχή στις οθωμανικές αρχές.[8]

Η Νέα Ευρωπαϊκή Συμφωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία, που δημιουργήθηκε το 1814, κλονίστηκε το 1859, όταν η Γαλλία και η Αυστρία συγκρούστηκαν για την Ιταλία. Διαλύθηκε εντελώς ως αποτέλεσμα των πολέμων της Γερμανικής Ενοποίησης, όταν το Βασίλειο της Πρωσίας, με επικεφαλής τον Καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ, νίκησε την Αυστρία το 1866 και τη Γαλλία το 1870, αντικαθιστώντας την Αυστρουγγαρία ως κυρίαρχη δύναμη στην Κεντρική Ευρώπη. Η Βρετανία, εξαντλημένη από τη συμμετοχή της στον Κριμαϊκό Πόλεμο και απορροφημένη από το Ιρλανδικό ζήτημα και τα κοινωνικά προβλήματα που είχε προκαλέσει η Βιομηχανική Επανάσταση, επέλεξε να μην παρέμβει εκ νέου για την αποκατάσταση της ευρωπαϊκής ισορροπίας. Ο Βίσμαρκ δεν επιθυμούσε η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να δημιουργήσει αντιπαλότητες που θα μπορούσαν να οδηγήσει σε πόλεμο, οπότε αποδέχθηκε την προγενέστερη πρόταση του Τσάρου ότι έπρεπε να γίνουν διευθετήσεις σε περίπτωση που η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, δημιουργώντας τη Συμμαχία των Τριών Αυτοκρατόρων με την Αυστρία και τη Ρωσία, κρατώντας τη Γαλλία απομονωμένη στην ήπειρο.

Η Γαλλία αντέδρασε υποστηρίζοντας κινήματα αυτοδιάθεσης, ιδιαίτερα αν αφορούσαν τους τρεις αυτοκράτορες και το Σουλτάνο. Έτσι οι εξεγέρσεις στην Πολωνία κατά της Ρωσίας και οι εθνικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια ενθαρρύνθηκαν από τη Γαλλία. Η Ρωσία εργάστηκε για να ανακτήσει το δικαίωμά της να διατηρεί στόλο στη Μαύρη Θάλασσα και ανταγωνίστηκε τους Γάλλους στην απόκτηση επιρροής στα Βαλκάνια, χρησιμοποιώντας τη νέα Πανσλαβική ιδέα ότι όλοι οι Σλάβοι έπρεπε να ενωθούν υπό τη Ρωσική ηγεσία. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο με την καταστροφή των δύο αυτοκρατοριών, όπου ζούσαν οι περισσότεροι μη Ρώσοι Σλάβοι, η Οθωμανική και εκείνη των Αψβούργων. Οι φιλοδοξίες και οι ανταγωνισμοί των Ρώσων και των Γάλλων στα Βαλκάνια συνέπιπταν στη Σερβία, που βίωνε τη δική της εθνική αναγέννηση και είχε φιλοδοξίες που εν μέρει συγκρούονταν με εκείνες των μεγάλων δυνάμεων.

Η Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αλεξάντρ Γκορτσακόβ

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος έληξε με ελάχιστες εδαφικές απώλειες για τη Ρωσία, που όμως αναγκάστηκε να καταστρέψει το Στόλο της Μαύρης Θάλασσας και τις οχυρώσεις της Σεβαστούπολης. Το διεθνές κύρος της Ρωσίας είχε τρωθεί και για πολλά χρόνια η εκδίκηση για τον Κριμαϊκό Πόλεμο έγινε ο κύριος στόχος της Ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.

Αυτό όμως δεν ήταν εύκολο, καθώς η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων περιλάμβανε εγγυήσεις της Οθωμανικής εδαφικής ακεραιότητας από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Μόνο η Πρωσία παρέμενε φιλική προς τη Ρωσία.

Ο νεοδιορισθείς Ρώσος καγκελάριος Αλεξάντρ Γκορτσακόβ εξαρτιόταν από τη συμμαχία με την Πρωσία και τον καγκελάριό της Μπίσμαρκ. Η Ρωσία υποστήριξε με συνέπεια την Πρωσία στους πολέμους της με τη Δανία (1864), την Αυστρία (1866) και τη Γαλλία (1870). Το Μάρτιο του 1871, χρησιμοποιώντας το συντριπτική Γαλλική ήττα και την υποστήριξη μιας ευγνώμωνος Γερμανίας, η Ρωσία πέτυχε τη διεθνή αναγνώριση της προγενέστερης καταγγελίας της του Αρθρου 11 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, ώστε να αναβιώσει το στόλο της Μαύρης Θάλασσας.

Άλλες διατάξεις της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων ωστόσο, παρέμεναν σε ισχύ, ειδικά το άρθρο 8 με εγγυήσεις της Οθωμανικής εδαφικής ακεραιότητας από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Ως εκ τούτου η Ρωσία ήταν εξαιρετικά προσεκτική στις σχέσεις της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το συντονίζοντας όλες τις ενέργειές της με άλλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ένας Ρωσικός πόλεμο με την Τουρκία θα απαιτούσε τουλάχιστον τη σιωπηρή υποστήριξη όλων των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και η Ρωσική διπλωματία περίμενε την κατάλληλη στιγμή.

Βαλκανική κρίση του 1875–1876[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση της Οθωμανικής διοίκησης στα Βαλκάνια συνέχισε να επιδεινώνεται καθ' όλο το 19ο αιώνα, με την κεντρική κυβέρνηση κατά καιρούς να χάνει τον έλεγχο σε ολόκληρες επαρχίες. Οι μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονταν από Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν έκαναν πολλά για να βελτιώσουν τις συνθήκες του Χριστιανικού πληθυσμού, ενώ κατάφερναν να δυσαρεστούν μεγάλο μέρος του Μουσουλμανικού πληθυσμού. Η Βοσνία και Ερζεγοβίνη βίωσαν τουλάχιστον δύο κύματα της εξέγερσης του ντόπιου Μουσουλμανικού πληθυσμού, με την πιο πρόσφατη το 1850.

Η Αυστρία σταθεροποιήθηκε μετά την αναταραχή του πρώτου μισού του αιώνα και προσπάθησε να ενδυναμώσει τη μακροχρόνια πολιτική της επέκτασης εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο μεταξύ, οι ονομαστικά αυτόνομες, ντε φάκτο ανεξάρτητες ηγεμονίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου επιζητούσαν επίσης να επεκταθούν σε περιοχές που κατοικούντο από συμπατριώτες τους. Τα εθνικιστικά και αλυτρωτικά συναισθήματα ήταν ισχυρά και ενθαρρύνονταν από τη Ρωσία και τους πράκτορες της. Παράλληλα, μια σοβαρή ξηρασία στη Μικρά Ασία το 1873 και πλημμύρες το 1874 προκάλεσαν λιμό και ευρεία δυσαρέσκεια στην καρδιά της Αυτοκρατορίας. Η πολύ μικρή γεωργική παράγωγη κατέστησε ανέφικτη τη συλλογή των αναγκαίων φόρων, γεγονός που ανάγκασε την Οθωμανική κυβέρνηση να κηρύξει πτώχευση τον Οκτώβριο του 1875 και να αυξήσει τους φόρους στις απομακρυσμένες επαρχίες, συμπεριλαμβανομένων των Βαλκανίων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αυτός είναι ο αριθμός των στρατιωτών που είχαν ενεργό ρόλο στις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο συνολικός αριθμός του Ρωσικού τακτικού στρατού την 1η Ιανουαρίου 1877 έφτανε τους 1.005.828 άνδρες
  2. Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία (Всемирная история войн-φσιμίρναγια ιστόρια βόιν) των Αντρέι Μέρνικοφ και Άννα Σπέκτορ (Мерников А. Г. & Спектор А. А.), Μινσκ, Λευκορωσία, 2005, σελίδα 376.
  3. Πόλεμοι και ευρωπαϊκοί Λαοί (Войны и народонаселение Европы-Βαϊνύ ι ναραντανασιλιένιε Ιβρόπυ) του Μπορίς Τσεζάρεβιτς Ουρλάνιτς (Б. Ц. Урланис), πρώτη έκδοση 1960
  4. Scafes, Cornel, et. al., Armata Romania in Razvoiul de Independenta 1877–1878 (Ο Ρουμανικός Στρατός στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας 1877-1878), Βουκουρέστι, Εκδόσεις Sigma, 2002, σελ. 149
  5. Ολόκληρο το κείμενο του Χαττ-ι Χουμαγιούν εδώ (στα αγγλικά)
  6. Vatikiotis, P. J. The Middle East. London: Routledge, 1997, p. 217 ISBN 0-415-15849-4
  7. http://www.archive.org/details/easternquestionf01argyuoft "Το Ανατολικό Ζήτημα από τη Συνθήκη των Παρισίων (1836) έως τη Συνθήκη του Βερολίνου (1878) και τον Β' Αφγανικό Πόλεμο (1879)", κεφάλαιο 2, ιστοσελίδα στα αγγλικά του Πανεπιστημίου του Τορόντο, Καναδά
  8. Finkel, Caroline. The History of the Ottoman Empire. New York: Basic Books, 2005, p. 467.