Σιδηρά Φρουρά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
To σύμβολο της Σιδηράς Φρουράς

Σιδηρά Φρουρά (Ρουμάνικα: Garda de fier) είναι το όνομα που δίνεται συνήθως σε ένα φασιστικό κίνημα και πολιτικό κόμμα της Ρουμανίας την περίοδο από το 1927 μέχρι τα πρώτα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι επίσης γνωστή ως η Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ (Legiunea Arhanghelului Mihail) ή το Κίνημα της Λεγεώνας (Mişcarea Legionară). Η Σιδηρά Φρουρά ήταν υπερεθνικιστική, αντισημιτική, αντι-κομμουνιστική, αντικαπιταλιστική και προήγαγε την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη. Τα μέλη της ονομάζονταν "Πρασινοχίτωνες" λόγω των κυρίως πράσινων στολών που φορούσαν.

Όταν ο Ιόν Αντονέσκου ήρθε στην εξουσία το Σεπτέμβριο του 1940 έφερε τη Σιδηρά Φρουρά στην κυβέρνηση. Υπό τη δικτατορική κυριαρχία του Χόρια Σίμα, η Φρουρά ξεκίνησε μια δολοφονική επίθεση εναντίον των Εβραίων. Τον Ιανουάριο του 1941 όμως ο Αντονέσκου χρησιμοποίησε το στρατό για να καταστείλει μια εξέγερσή της. Διέλυσε την οργάνωση αλλά ο διοικητής της, ο Χόρια Σίμα, και άλλοι ηγέτες διέφυγαν στη Γερμανία.

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδρύθηκε ως "Λεγεώνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ" στις 24 Ιουνίου 1927 από τον Κορνήλιο Ζέλεα Κοντρεάνου (1899 – 1938), Ρουμάνο δικηγόρο στο Ιάσιο της Μολδαβίας, που ήταν αρχηγός της μέχρι τη δολοφονία του το 1938. Οι υποστηρικτές του κινήματος συνέχισαν να ονομάζονται «λεγεωνάριοι» (Ρουμάνικα: legionarii) και κατέληξαν στην οργάνωση της "Λεγεώνας" ή του "Κινήματος της Λεγεώνας" ("Mişcarea Legionară"), παρά τις διάφορες αλλαγές στο όνομα της (κατά διαστήματα απαγορευμένης) οργάνωσης. Το Μάρτιο του 1930 ο Κοντρεάνου δημιούργησε τη «Σιδηρά Φρουρά» («Garda de Fier») ως παραστρατιωτικό πολιτικό κλάδο της Λεγεώνας. Αυτό το όνομα κατέληξε τελικά να αναφέρεται στην ίδια τη Λεγεώνα[1][2]. Αργότερα, τον Ιούνιο του 1935, η Λεγεώνα άλλαξε το επίσημο της όνομα στο κόμμα "Totul for Ţară", κατά λέξη "Ολα για τη Χώρα", αλλά συνήθως μεταφράζεται ως "Ολα για την Πατρίδα" ή μερικές φορές "Ολα για τη Μητέρα Πατρίδα". Επρόκειτο για μια εθνικιστική οργάνωση με στρατιωτική δομή, η οποία ήταν βασισμένη στα πρότυπα της Εθνικοσοσιαλιστικής νεολαίας του Αδόλφου Χίτλερ. Ο Κοντρεάνου έθεσε την οργάνωση υπό την προστασία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ μετατρέποντας τους Λεγεωνάριους σε ένα είδος χριστιανού ασκητή στρατιώτη, κάτι παρόμοιο με τους Σταυροφόρους.

Το Νοέμβριο του 1936, ύστερα από παραίνεση του ίδιου του Κοντρεάνου, αρκετοί από τους λεγεωνάριους πήραν μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο στο πλευρό του Δικτάκτορα Φράνκο όπου πολλοί από αυτούς διακρίθηκαν στις μάχες. Μετέπειτα ο Φράνκο ως δικτάτορας τους τίμησε απονέμοντας το Παράσημο του Πολεμικού Σταυρού και στήνοντας μνημείο στο πεδίο μάχης όπου έπεσαν στην Μαζανταχόντα. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1939, εννέα Λεγεωνάριοι πήραν μέρος στην δολοφονία του πρωθυπουργού Αρμάντ Καλινέσκου σε αντίποινα για τη σύλληψη και δολοφονία του "Καπιτάν" Κοντρεάνου, ενώ νέος αρχηγός ορίστηκε ο μαθηματικός Χόρια Σίμα από την Τρανσυλβανία.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1940 ξέσπασε το κίνημα της Σιδηράς Φρουράς, τα επεισόδια επεκτάθηκαν και απειλήθηκε το Παλάτι, στις 4 Σεπτεμβρίου ο Βασιλεύς Κάρολος Β΄ κάλεσε τον Στρατάρχη Αντονέσκου να αναλάβει να σώσει την χώρα. Ο Βασιλιάς έδωσε στον Αντωνέσκου απεριόριστη ισχύ και εξουσία, όμως δύο ημέρες αργότερα ο Αντωνέσκου απαίτησε από τον Βασιλιά την παραίτηση του υπέρ του γιου του Μιχαήλ ο οποίος και στέφτηκε Βασιλιάς. Την ίδια ημέρα θέλοντας να ικανοποιήσει το πάγιο αίτημα της Λεγεώνας για συμμαχία με τον Αδόλφο Χίτλερ απέστειλε τελεσίγραφο φιλίας. Στις 14 Σεπτεμβρίου κήρυξε δικτατορία, ο Χόρια Σίμα έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ενώ το κράτος ανακηρύχτηκε σε Εθνικό Λεγεωναρικό και η επίσημη ενδυμασία της Σιδηράς Φρουράς και των Λεγεωνάριων η οποία υιοθετήθηκε ήταν το πράσινο και μαύρο χρώμα. Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ιταλία επιτέθηκε κατά της Ελλάδος, η Σιδηρά Φρουρά τάχθηκε με το πλευρό του Μπενίτο Μουσολίνι και ταυτόχρονα έθεσε ζήτημα μειονοτήτων στην κυβέρνηση της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά.

Στις 22 Ιανουαρίου 1940 ο Αντωνέσκου έδιωξε τους Λεγεωνάριους από τα υπουργεία και τις άλλες θέσεις τις οποίες κατείχαν, ενώ εκείνοι με εντολή του Χόρια Σίμα επιχείρησαν αντί-πραξικόπημα καταλαμβάνοντας όλα τα αστυνομικά τμήματα της πόλης. [3]Ο στρατός στο τέλος επιβλήθηκε της καταστάσεως και η ανταρσία έληξε τέσσερις μέρες αργότερα αφήνοντας πίσω της 800 νεκρούς. Εκατοντάδες Λεγεωνάριοι αυτοεξορίστηκαν βοηθούμενοι από την Γκεστάπο και τα Βάφφεν SS, ενώ όσοι αποφάσισαν να παραμείνουν στις πατρίδα τους συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Τον Αύγουστο του 1944 ο Βασιλιάς Μιχαήλ ανέτρεψε τον Αντωνέσκου και η Ρουμανία άλλαξε στρατόπεδο και πήγε με το πλευρό των συμμάχων, ο Χίτλερ τότε έδωσε εντολή να σχηματιστεί Λεγεωναρικό στράτευμα με σκοπό να σταλεί εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας στο πλευρό του Άξονα. Με την πτώση του μετώπου των Γερμανών το Λεγεωναρικό στράτευμα οπισθοχώρησε από την γραμμή Οράνιενμπουργκ - Νόυροπιν και στην συνέχεια συνελήφθη από τους Αμερικανούς. Το Μάιο του 1946 απελευθερώθηκαν όλοι, πολλοί από αυτούς παρέμειναν στην Βαυαρία και δεν επαναπατρίστηκαν.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδεολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γραμματόσημο με το σύμβολο της "Σιδηράς Φρουράς" πάνω σε λευκό σταυρό, που αντιπροσωπεύει την ανθρωπιστική της δράση

Ο ιστορικός Στάνλεϊ Τ. Πέιν γράφει στη μελέτη του για το Φασισμό: «Η Λεγεώνα ήταν αναμφισβήτητα το πιο ασυνήθιστο μαζικό κίνημα της μεσοπολεμικής Ευρώπης». Η Λεγεώνα διαφέρει από τα περισσότερα άλλα ευρωπαϊκά φασιστικά κινήματα της εποχής, ειδικά όταν μιλάμε για την κατανόησή της του εθνικισμού, που πίστευε ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχωρίζεται από την πίστη μέσα στην οποία γεννήθηκαν οι άνθρωποι. Σύμφωνα με τον Ιόανιντ, η Λεγεώνα "εισήγαγε προθύμως ισχυρά στοιχεία της Ορθοδοξίας στην πολιτική ηςυ ιδεολογία, μέχρι του σημείου να γίνει ένα από τα σπάνια σύγχρονα ευρωπαϊκά πολιτικά κινήματα με θρησκευτική ιδεολογική δομή".

Ο ηγέτης του κινήματος, Κορνήλιος Ζέλεα Κοντρεάνου, ήταν ένας θρησκευτικός πατριώτης που στόχευε σε μια πνευματική ανάσταση για το έθνος. Σύμφωνα με την ανορθόδοξη φιλοσοφία του Κοντρεάνου, η ανθρώπινη ζωή ήταν ένας αμαρτωλός, βίαιος πολιτικός πόλεμος, που τελικά θα ξεπεραστεί από το πνευματικό έθνος. Σε αυτό το σχήμα, ο Λεγεωνάριος μπορεί να χρειαστεί να εκτελέσει ενέργειες πέρα ​​από τη απλή βούληση να πολεμήσει, καταστέλλοντας το ένστικτο επιβίωσης για χάρη της χώρας. Όπως και πολλά άλλα φασιστικά κινήματα, η Λεγεώνα έκανε έκκληση για ένα επαναστατικό «νέο άνθρωπο». Ωστόσο, αυτός ο νέος άνθρωπος ήταν πολύ διαφορετικός στη σύλληψη. Η Λεγεώνα δεν ήθελε ένα φυσικό υπεράνθρωπο όπως οι Ναζί. Αντ 'αυτού, ήθελαν να αναδημιουργήσουν και να καθαρίσουν τον τρόπο σκέψης για να φέρουν ολόκληρο το έθνος πιο κοντά στο Θεό.

Όσον αφορά τα οικονομικά, δεν υπήρχε σαφές πρόγραμμα, αλλά η Λεγεώνα προωθούσε γενικά την ιδέα μιας κοινοτικής ή εθνικής οικονομίας, απορρίπτοντας τον καπιταλισμό ως υπερβολικά υλιστικό. Το κίνημα θεωρούσε βασικούς του εχθρούς τη σημερινή πολιτική ηγεσία και τους Εβραίους".

Στυλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μέλη της φορούσαν σκούρες πράσινες στολές (που θεωρούντο σύμβολο ανανέωσης και ο λόγος της περιστασιακής αναφοράς σε αυτούς ως "Πρασινοχιτώνων" - "Cămăşile verzi") και χαιρέτιζαν ο ένας τον άλλο με το Ρωμαϊκό χαιρετισμό. Το κύριο σύμβολο που χρησιμοποιούσε η Σιδηρά Φρουρά ήταν ένας τριπλός σταυρός, που αντιπροσωπεύει τα σίδερα της φυλακής (ως σήμα του μαρτυρίου) και μερικές φορές αναφέρεται ως «Σταυρός του Αρχάγγελου Μιχαήλ» ("Crucea Arhanghelului Mihail").

Ο μυστικισμός της Λεγεώνας οδήγησε σε μια λατρεία του θανάτου, του μαρτύριου και της αυτοθυσίας. Είχαν μια ομάδα δράσης που ονομάστηκε Echipa morții ή "Ομάδα Θανάτου". Ο ηγέτης της φρουράς Ζέλα Κοντρεάνου ισχυρίστηκε ότι το όνομα επελέγη επειδή τα μέλη ήταν έτοιμα να δεχτούν το θάνατο όταν αγωνίζονταν για την οργάνωση. Τα μέλη της πρώτης "Ομάδας Θανάτου" ήταν: ο Ιόν Ντουμιτρέσκου-Μπόρσα (που ήταν Χριστιανός Ορθόδοξος ιερέας), ο Στέριε Τσιουμέτι, ο Πέτρε Τόκου, ο Τάσε Σαβίν, ο Τραϊάν Κλίμε, ο Ιωσήφ Μποζαντάν και ο Νικολάε Κονσταντινέσκου. Ένα κεφάλαιο της Λεγεώνας ονομαζόταν cuib ή "φωλιά" και ασχολείτο με τις αρετές της πειθαρχίας, της εργασίας, της σιωπής, της εκπαίδευσης, της αλληλοβοήθειας και της τιμής.

Η Σιδηρά Φρουρά και το φύλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με μια αστυνομική αναφορά του 1933 το 8% των μελών της Σιδηράς Φρουράς ήταν γυναίκες, ενώ μια αστυνομική αναφορά του 1938 ανέφερε ότι το 11% των φρουρών ήταν γυναίκες. Εν μέρει αιτία τη συντριπτικής πλειοψηφίας των ανδρών μελών στη Σιδηρά Φρουρά ήταν ότι ήταν μια ομάδα δράσης στους δρόμους και το ασθενέστερο γυναικείο φύλο ήταν λιγότερο κατάλληλο για αυτό. Επίσης δυσανάλογος αριθμός Σιδηροφρουρών ήταν πανεπιστημιακοί φοιτητές και πολύ λίγες γυναίκες πήγαιναν στο πανεπιστήμιο στη Ρουμανία κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Στη ρουμανική γλώσσα υπάρχουν πληθυντικοί στα περισσότερα ουσιαστικά που έχουν είτε αρσενικό είτε θηλυκό τύπο. Έτσι λέξεις όπως Ρουμάνος, νέος ή μέλος είναι στη ρουμανική γλώσσα ουδέτερες ως προς το φύλο και χρησιμοποιούνται αναφερόμενες σε Ρουμάνους άνδρες ή Ρουμάνες γυναίκες, νέους άνδρες ή νεαρές γυναίκες και άνδρες ή γυναίκες μέλη. Οι Σιδηροφρουροί χρησιμοποιούσαν σχεδόν πάντοτε τους αρσενικούς πληθυντικούς στα γραπτά τους και στις ομιλίες τους, πράγμα που ίσως υποδηλώνει ότι είχαν κατά νου ένα ανδρικό ακροατήριο, αν και στις περισσότερες γλώσσες ο αρσενικός πληθυντικός χρησιμοποιείται επίσης για μικτές ομάδες φύλων (με την προσδοκία ανδρικής πλειοψηφίας σε κάθε μεικτή ομάδα, σημάδι προκατάληψης του φύλου τότε, αλλά όχι ειδικά για τη Σιδηρουρά Φρουρά σε αυτή την περίπτωση).

Η Σιδηρά Φρουρά εξήγησε ότι το πρόβλημα της φτώχειας στη Ρουμανία οφειλόταν στους Εβραίους που είχαν «αποικίσει» τη Ρουμανία και έτσι εμπόδιζαν τους Χριστιανούς Ρουμάνους να προοδεύσουν οικονομικά. Η λύση σε αυτό το αντιληπτό πρόβλημα ήταν να διώξει τους Εβραίους από τη Ρουμανία, πράγμα που η Σιδηρά Φρουρά ισχυριζόταν ότι θα επέτρεπε τελικά στους Ορθοδόξους Ρουμάνους να ανέβουν στη μεσαία τάξη.

Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η Ρουμανία υποτίθεται ότι είχε "αποικισθεί" από τους Εβραίους, η απάντηση της Σιδηράς Φρουράς ήταν ότι οι περισσότεροι Ρουμάνοι απλά δεν ήταν αρκετά "άνδρες" για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Σε εντυπωσιακά σεξουαλική γλώσσα, οι Σιδηροφρουροί ισχυρίζονταν ότι οι περισσότεροι Ρουμάνοι είχαν "ευνουχισθεί" και υποστεί "στειρότητα", που ο Σιδηροφρουρός Αλεξάντρου Καντακουζίνο χαρακτήρισε ως «πανούκλα του παρόντος» σε ένα δοκίμιο του 1937. Και πάλι ο όρος που ο Καντακουζίνο χρησιμοποίησε ήταν η αρσενική sterilitate και όχι η θηλυκή stearpĂ. Οι Σιδηροφρουροί μιλούσαν συνεχώς σε σεξουαλική ρητορική για την ανάγκη δημιουργίας ενός "νέου ανθρώπου" που θα ήταν "αντρίκιος" και "δυνατός" και θα ολοκλήρωνε την "εκσπερμάτωση" των Ρουμάνων ανδρών. Πέρα από αυτό η εμμονή της Λεγεώνας με τη βία και την αυτοθυσία ήταν και τα δύο θέματα που παραδοσιακά θεωρούντο ανδρικά στη Ρουμανία.

Ο Κοντρεάνου έδινε λίγη σημασίαστις ανησυχίες των γυναικών. Στο βιβλίο του 123 σελίδων, Το Βιβλίο του Αρχηγού των Φωλιών, ο Κοντρεάνου έγραψε μόνο δύο παραγράφους σχετικά με το ρόλο των γυναικών στο κόμμα του και συνιστούσε σε μια γυναίκα Λεγωνάρια να είναι καλή σύζυγος και μητέρα, να πηγαίνει στην εκκλησία και να μάθει να μαγειρεύει και να ράβει.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδρυση και άνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1927 ο Κορνήλιος Ζέλεα Κοντρεάνου εγκατέλειψε τη δεύτερη θέση (υπό τον Α. Κ. Κούζα) του Ρουμανικού πολιτικού κόμματος γνωστού ως Εθνικό-Χριστιανική Αμυντική Συμμαχία (NCDL). Τότε ίδρυσε τη Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το όνομά της φαίνεται να το εμπνεύστηκε από τις Μαύρες Εκατονταρχίες, μια αντισημιτική ομάδα στη Ρωσική Αυτοκρατορία (ιδιαίτερα στις περιοχές που συνορεύουν με τη Ρουμανία) που συχνά χρησιμοποιούσε το όνομα του αρχαγγέλου.

Η Λεγεώνα διέφερε επίσης από άλλα φασιστικά κινήματα στο ότι είχε τη μαζική της βάση μεταξύ των αγροτών και των φοιτητών και όχι μεταξύ των απόστρατων. Ωστόσο οι λεγεωνάριοι μοιράστηκαν το γενικό φασιστικό «σεβασμό προς τους βετεράνους του πολέμου». Η Ρουμανία είχε πολύ μεγάλη ιντελιγκέντσια σε σχέση με το γενικό πληθυσμό με 2,0 φοιτητές ανά χίλιους κατοίκους, έναντι 1,7 της πολύ πλουσιότερης Γερμανίας, ενώ το Βουκουρέστι είχε περισσότερους δικηγόρους στη δεκαετία του 1930 από ό, τι το πολύ μεγαλύτερο Παρίσι.

Ακόμη και πριν από τη Μεγάλη Ύφεση τα ρουμανικά πανεπιστήμια παρήγαγαν πολύ περισσότερους απόφοιτους από τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων εργασίας και η Μεγάλη Ύφεση είχε περιορίσει δραστικότερα τις ευκαιρίες απασχόλησης για την ιντελιγκέντσια, που στράφηκε προς τη Σιδηρά Φρουρά από απογοήτευση. Πολλοί Ορθόδοξοι Ρουμάνοι, έχοντας αποκτήσει πανεπιστημιακό δίπλωμα, που περίμεναν να είναι το εισιτήριό τους για τη μεσαία τάξη, εξοργίστηκαν διαπιστώνοντας ότι οι θέσεις εργασίας που έλπιζαν δεν υπήρχαν και κατέληξαν να ενστερνιστούν το μήνυμα της Λεγεώνας ότι ήταν οι Εβραίοι τους απέκλειαν από την εύρεση απασχόλησης στη μεσαία τάξη που ήθελαν.

Εκτός αυτού η Ρουμανία παραδοσιακά κυριαρχείτο από μια γαλλόφιλη ελίτ, που προτιμούσε να μιλάει γαλλικά παρά ρουμανικά κατ' ιδίαν και που υποστήριζε ότι η πολιτική της οδηγούσε τη Ρουμανία προς τη Δύση με το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα ιδίως να υποστηρίζει ότι η οικονομική του πολιτική θα εκβιομηχάνιζε τη Ρουμανία. Η Μεγάλη Ύφεση φάνηκε να δείχνει την πλήρη χρεωκοπία αυτών των πολιτικών και πολλοί από τουςς νεότερους Ρουμάνους διανοούμενους, ιδιαίτερα οι πανεπιστημιακοί, προσελκύονταν από τη δοξολόγηση της "Ρουμανικής μεγαλοφυίας" από τη Σιδηρά Φρουρά και τους ηγέτες της, που καυχώνταν ότι ήταν υπερήφανοι που μιλάνε ρουμανικά. Ο γεννημένος στη Ρουμανία Ισραηλινός ιστορικός Γέαν Αντσελ έγραψε από τα μέσα του 19ου αιώνα ότι η ρουμανική διανόηση είχε «σχιζοφρενική στάση απέναντι στη Δύση και τις αξίες της».

Η Ρουμανία ήταν μια έντονα γαλλόφιλη χώρα από το 1859, όταν δημιουργήθηκαν τα Ενωμένα Πριγκιπάτα, δίνοντας στη Ρουμανία πραγματική ανεξαρτησία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (γεγονός που κατέστη δυνατή σε μεγάλο βαθμό από τη γαλλική διπλωματία που πίεσε τους Οθωμανούς εξ ονόματος των Ρουμάνων) και από τότε οι περισσότεροι Ρουμάνοι διανοούμενοι δήλωναν πιστοί των γαλλικών ιδεών για την παγκόσμια υπόθεση της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ παράλληλα διατηρούσαν αντισημιτικές απόψεις για την εβραϊκή μειονότητα της Ρουμανίας. Παρά τον αντισημιτισμό τους οι περισσότεροι Ρουμάνοι διανοούμενοι πίστευαν ότι η Γαλλία δεν ήταν μόνο η "Λατινική αδερφή" της Ρουμανίας, αλλά και μια "μεγάλη Λατινική αδελφή" που θα καθοδηγούσε τη "μικρή Λατινική αδελφή" Ρουμανία στη σωστή πορεία. Ο Άντσελ έγραψε ότι ο Κοντρεάνου ήταν ο πρώτος σημαντικός Ρουμάνος που απέρριψε όχι μόνο την επικρατούσα γαλλιφιλία της διανόησης αλλά και ολόκληρο το πλαίσιο των παγκόσμιων δημοκρατικών αξιών, που ο Κοντρεάνου υποστήριζε ότι ήταν «εβραϊκές εφευρέσεις» σχεδιασμένες για να καταστρέψουν τη Ρουμανία.

Σε αντίθεση με την παραδοσιακή ιδέα ότι η Ρουμανία θα ακολουθήσει την πορεία της "Λατινικής αδελφής" της Γαλλίας, ο Κοντρεάνου προώθησε έναν ξενοφοβικό, αποκλειστικό υπερεθνικισμό, όπου η Ρουμανία θα ακολουθούσε τη δική της πορεία και απέρριψε τις γαλλικές ιδέες για τις παγκόσμιες αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε μια έντονη απομάκρυνση από τις παραδοσιακές ιδέες της ελίτ για τη μετατροπή της Ρουμανίας σε εκσυγχρονισμένη και δυτικοποιημένη «Γαλλία της Ανατολικής Ευρώπης», η Λεγεώνα απαίτησε την επιστροφή στις παραδοσιακές Ορθόδοξες αξίες του παρελθόντος και αποθέωνε την αγροτική κουλτούρα και τα λαϊκά έθιμα της Ρουμανίας ως ζωντανή ενσάρκωση της "Ρουμανικής μεγαλοφυίας".

Οι ηγέτες της Σιδηράς Φρουράς συχνά φορούσαν παραδοσιακές αγροτικές φορεσιές με σταυρούς και σάκους ρουμανικού εδάφους γύρω από το λαιμό τους, για να τονίσουν την αφοσίωσή τους στις αυθεντικές λαϊκές αξίες της Ρουμανίας, σε έντονη αντίθεση με τη γαλλόφιλη ελίτ της Ρουμανίας που προτιμούσε να ντύνεται με το στυλ της τελευταίας παρισινής μόδας. Το γεγονός ότι πολλά μέλη της ελίτ της Ρουμανίας ήταν συχνά διεφθαρμένα και ότι πολύ λίγα από τα τεράστια χρηματικά ποσά που απέφερε το πετρέλαιο της Ρουμανίας πήγαιναν στις τσέπες των απλών ανθρώπων, ενίσχυσαν περαιτέρω την απήχηση της Λεγεώνας που καταδίκαζε ολόκληρη την ελίτ ως ανεπανόρθωτα διεφθαρμένη.

Με τον Κοντρεάνου ως χαρισματικό ηγέτη, η Λεγεώνα ήταν γνωστή για την επιδέξια προπαγάνδα της, συμπεριλαμβανομένης αποτελεσματικής χρήσης θεάματος. Χρησιμοποιώντας πορείες, θρησκευτικές λιτανείες, πατριωτικούς και κομματικούς ύμνους, μαζί με εθελοντική εργασία και φιλανθρωπικές εκστρατείες στις αγροτικές περιοχές, για την υποστήριξη του αντικομμουνισμού, η Λεγεώνα παρουσιαζόταν ως εναλλακτική λύση στα διεφθαρμένα κόμματα. Αρχικά η Σιδηρά Φρουρά έλπιζε να απορροφήσει κάθε πολιτική παράταξη, ανεξάρτητα από τη θέση της στο πολιτικό φάσμα, που ήθελε να καταπολεμήσει την άνοδο του κομμουνισμού στην ΕΣΣΔ.

Σε αντίθεση με άλλα φασιστικά κινήματα της εποχής, η Σιδηρά Φρουρά ήταν σκοπίμως αντισημιτική, προωθώντας την ιδέα ότι «η ραβινική επιθετικότητα εναντίον του Χριστιανικού κόσμου» σε «απροσδόκητες» 'πρωτεϊκές μορφές' : Τεκτονισμός, Φροϋδισμός, ομοφυλοφιλία, αθεϊσμός, μαρξισμός, μπολσεβικισμός και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία" υπονόμευαν την κοινωνία.

Στις 10 Δεκεμβρίου 1933 ο Ρουμάνος Φιλελεύθερος Πρωθυπουργός Ιον Ντούκα απαγόρευσε τη Σιδηρά Φρουρά. Μετά από μια σύντομη περίοδο συλλήψεων, ξυλοδαρμών, βασανιστηρίων και ακόμη και δολοφονιών (δώδεκα μέλη του Λεγεωνικού Κινήματος δολοφονήθηκαν από την αστυνομία) τα μέλη της Σιδηράς Φρουράς ανταπόδωσαν στις 29 Δεκεμβρίου 1933, δολοφονώντας το Ντούκα στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού της Σινάια.

Αγώνας για την εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κορνήλιος Ζέλεα Κοντρεάνου, ο ιδρυτής της Σιδηράς Φρουράς

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1937 η Λεγεώνα κατέλαβε την τρίτη θέση, πίσω από το Φιλελεύθερο και το Αγροτικό Κόμμα, με 15,5% των ψήφων. Ο Βασιλιάς Κάρολος Β΄ αντιτάχθηκε έντονα στους πολιτικούς στόχους της Λεγεώνας και την κράτησε με επιτυχία εκτός κυβέρνησης μέχρι που ο ίδιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί το 1940. Η περίοδος αυτή ήταν γενικά το τέλος των διώξεων της Λεγεώνας. Στις 10 Φεβρουαρίου 1938 ο βασιλιάς διέλυσε την κυβέρνηση, αναλαμβάνοντας τον ρόλο ενός βασιλικού δικτάτορα.

Ο Κοντρεάνου συνελήφθη και φυλακίστηκε τον Απρίλιο του 1938 και τελικά στραγγαλίστηκε μαζί με αρκετούς άλλους λεγεωνάριους από τη φρουρά της Χωροφυλακής τη νύχτα 29-30 Νοεμβρίου 1938, υποτίθεται ενώ αποπειράθηκε να δραπετεύσει από τη φυλακή. Είναι γενικά αποδεκτό ότι δεν υπήρξε τέτοια απόπειρα και ότι ο Κοντρεάνου και οι άλλοι δολοφονήθηκαν σύμφωνα με τις εντολές του Βασιλιά, πιθανώς ως αντίδραση στη δολοφονία της 24ης Νοεμβρίου 1938 από τους λεγεωναρίους ενός συγγενούς (κάποιες πηγές λένε «φίλου») του Aρμαντ Τσελινέσκου, τότε Υπουργού Εσωτερικών στο υπουργικό συμβούλιο του βασιλιά. Μετά την απόφαση του Καρόλου να συντρίψει τη Σιδηρά Φρουρά, πολλά μέλη της Λεγεώνας κατέφυγαν σε εξορία στη Γερμανία, όπου έλαβαν τόσο υλική όσο και οικονομική υποστήριξη από το NSDAP, ειδικά από τα SS και την Υπηρεσία Εξωτερικής Πολιτικής του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ.

Επί μεγάλο μέρος του μεσοπολέμου η Ρουμανία βρισκόταν στη γαλλική σφαίρα επιρροής και το 1926 υπέγραψε συνθήκη συμμαχίας με τη Γαλλία. Μετά την Επαναστρατικοποίηση της Ρηνανίας το Μάρτιο του 1936 ο Κάρολος άρχισε να απομακρύνεται από την παραδοσιακή συμμαχία με τη Γαλλία καθώς στη Ρουμανία αυξανόταν ο φόβος ότι οι Γάλλοι δεν θα έκαναν τίποτα σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά το καθεστώς του Καρόλου θεωρείτο ακόμη ουσιαστικά γαλλόφιλο. Από τη σκοπιά της Γερμανίας η Σιδηρά Φρουρά θεωρείτο πολύ προτιμότερη από το Βασιλιά Κάρολο. Η βασιλική δικτατορία διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο. Στις 7 Μαρτίου 1939 σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τσελινέσκου, που τις 21 Σεπτεμβρίου 1939 με τη σειρά του δολοφονήθηκε από λεγεωνάριους που εκδικήθηκαν για τον Κοντρεάνου. Ο Τσελινέσκου ευνοούσε μια εξωτερική πολιτική όπου η Ρουμανία θα διατηρούσε μια φιλοσυμμαχική ουδετερότητα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ως εκ τούτου τα SS συνέβαλαν στην οργάνωση της δολοφονίας του Τσελινέσκου. Ακολούθησαν περαιτέρω κύκλοι αμοιβαίων δολοφονιών.

Ο Κορνήλιος Ζέλεα Κοντρεάνου και μέλη της Σιδηράς Φρουράς το 1937

Εκτός από τη σύγκρουση με το βασιλιά, μια εσωτερική μάχη για την εξουσία ακολούθησε το θάνατο του Κοντρεάνου. Τα κύματα καταστολής σχεδόν εξάλειψαν την αρχική ηγεσία της Λεγεώνας μέχρι το 1939, προωθώντας τα μέλη δεύτερης τάξης στο προσκήνιο. Σύμφωνα με μια μυστική έκθεση, που κατατέθηκε από τον Ούγγρο πολιτικό γραμματέα στο Βουκουρέστι στα τέλη του 1940, υπήρχαν τρεις κύριες παρατάξεις: η ομάδα γύρω από το Χόρια Σίμα, ένα δυναμικό τοπικό ηγέτη από το Βανάτο, που ήταν ο πιο πραγματιστής και λιγότερο Ορθόδοξος στον προσανατολισμό του, η ομάδα που αποτελείτο από τον πατέρα του Κοντρεάνου, Ιόν Ζέλεα Κοντρεάνου και τους αδελφούς του (οι οποίοι περιφρονούσαν το Σίμα) και η ομάδα Mότσα-Mαρίν, που ήθελε να ενισχύσει το θρησκευτικό χαρακτήρα του κινήματος.

Μετά από μια μακρά περίοδο σύγχυσης ο Σίμα, που αντιπροσώπευε τη λιγότερο ριζοσπαστική πτέρυγα της Λεγεώνας, υπερίσχυσε από τον ανταγωνισμό και ανέλαβε την ηγεσία, αναγνωριζόμενος ως ηγέτης στις 6 Σεπτεμβρίου 1940 από το Φόρουμ των Λεγεωναρίων, σώμα που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του. Στις 28 Σεπτεμβρίου ο πατέρας Κοντρεάνου επιτέθηκε στην έδρα της Λεγεώνας στο Βουκουρέστι (την Πράσινη Κατοικία) σε μια ανεπιτυχή προσπάθεια να εγκατασταθεί ως ηγέτης. Ο Σίμα συνδεόταν στενά με τον SS Volksgruppenführer Aντρέας Σμιτ, volksdeutsch (εθνοτικά Γερμανό) από τη Ρουμανία και μέσω αυτού με τον πεθερό του, τον ισχυρό Γκότλομπ Μπέργκερ, επικεφαλής του Κεντρικού Γραφείου των SS στο Βερολίνο. Η Βρετανίδα ιστορικός Ρεμπέκα Χέινς έχει υποστηρίξει ότι η οικονομική και οργανωτική υποστήριξη από τα SS ήταν σημαντικός παράγοντας για την άνοδο του Σίμα.

Η επικράτηση του Σίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους πρώτους μήνες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Ρουμανία ήταν τυπικά ουδέτερη. Ωστόσο το Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ της 23ης Αυγούστου 1939 προέβλεπε, μεταξύ άλλων, το σοβιετικό "ενδιαφέρον" για τη Βεσσαραβία. Όταν η Ναζιστική Γερμανία και, αργότερα, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλαν στην Πολωνία, η Ρουμανία χορήγησε καταφύγιο στα μέλη της εξόριστης κυβέρνησης και του στρατού της Πολωνίας. Ακόμη και μετά τη δολοφονία του Τσελινέσκου ο Βασιλιάς Κάρολος προσπαθούσε να διατηρήσει την ουδετερότητα, αλλά η παράδοση της Γαλλίας και η υποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρώπη τις καθιστούσε ανίκανες να εκπληρώσουν τις διαβεβαιώσεις τους προς τη Ρουμανία. Μια στροφή προς τις δυνάμεις του Άξονα ήταν μάλλον αναπόφευκτη.

Αυτή η πολιτική ευθυγράμμιση ήταν προφανώς ευνοϊκή για τους επιζώντες λεγεωνάριους. Η κυβέρνηση του Iόν Τζιγκούρτου, που σχηματίστηκε στις 4 Ιουλίου 1940, ήταν η πρώτη που περιλάμβανε ένα μέλος της Λεγεώνας, αλλά τη στιγμή που το κίνημα απέκτησε κάποια επίσημη εξουσία, το μεγαλύτερο μέρος της ηγεσίας του ήταν ήδη νεκρό: ο Χόρια Σίμα, ένας ισχυρός αντισημίτης που είχε γίνει ο επίσημος ηγέτης του κινήματος μετά τη δολοφονία του Κοντρεάνου, ήταν ένας από τους λίγους εξέχοντες λεγεωνάριους που επιβίωσε από τη σφαγή των προηγούμενων ετών.

Στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1940 η Λεγεώνα σχημάτισε μια τεταμένη συμμαχία με το Στρατηγό (αργότερα Στρατάρχη) Ιόν Αντονέσκου. Εκμεταλλευόμενη τη λαϊκή οργή στη Ρουμανία, που αναγκάστηκε να επιστρέψει ένα μεγάλο κομμάτι της χώρας, ως αποτέλεσμα της Δεύτερης Εκδίκασης της Βιέννης, η συμμαχία εξανάγκασε σε παραίτηση τον Κάρολο Β υπέρ του γιου του Μιχαήλ και στράφηκε ακόμα πιο έντονα προς τον Άξονα. (Η Ρουμανία θα προσχωρούσε επισήμως στον Άξονα τον Ιούνιο του 1941.) Η Ρουμανία ανακηρύχθηκε "Εθνικό Λεγεωνικό Κράτος", με τη Λεγεώνα ως το μοναδικό νομικό κόμμα της χώρας. Ο Αντονέσκου ονομάστηκε επίτικος ηγέτης της Λεγεώνας, ενώ ο Σίμα έγινε αντιπρόεδρος .

Οσο παρέμεινε στην εξουσία, από τις 14 Σεπτεμβρίου 1940 μέχρι τις 21 Ιανουαρίου 1941, η Λεγεώνα ανέβασε το επίπεδο της ήδη σκληρής αντισημιτικής νομοθεσίας και ακολούθησε ατιμωρητί μια εκστρατεία πογκρόμ και πολιτικών δολοφονιών. Στις 27 Νοεμβρίου 1940 περισσότεροι από 60 πρώην αξιωματούχοι εκτελέστηκαν στη φυλακή Γίλαβα εν αναμονή της δίκης. Ο ιστορικός και πρώην πρωθυπουργός Νικολάε Γιόργκα και ο οικονομικός θεωρητικός Βίρτζιλλ Ματζέαρου, επίσης πρώην υπουργός της κυβέρνησης, δολοφονήθηκαν την επόμενη μέρα. Εγιναν επίσης απόπειρες δολοφονίας των πρώην Πρωθυπουργών και υποστηρικτών του Καρόλου Κονσταντίν Αργκετοϊάνου, Γκεόργκε Ταταρέσκου και Ιόν Τζιγκούρτου, αλλά απέτυχαν καθώς αυτοί οι πολιτικοί απελευθερώθηκαν από τα χέρια της αστυνομίας της Λεγεώνας και τέθηκαν υπό στρατιωτική προστασία.

Αποτυχία και διάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις βρέθηκαν στην εξουσία ο Σίμα και ο Αντονέσκου διαφώνησαν έντονα. Ο Σίμα ζήτησε από την κυβέρνηση να ακολουθήσει το "πνεύμα της λεγεώνας" και σε όλες τις υψηλές θέσεις να τοποθετηθούν λεγεωνάριοι και οι άλλες ομάδες να διαλυθούν. Η οικονομική πολιτική, δήλωσε ο Σίμα, πρέπει να συντονιστεί στενά με τη Γερμανία. Ο Αντονέσκου απέρριψε τις απαιτήσεις και θορυβήθηκε από τις ομάδες θανάτου της Σιδηράς Φρουράς. Στις 24 Ιανουαρίου 1941, μετά από προσωπική έγκριση από τον Χίτλερ και με την υποστήριξη του Ρουμανικού στρατού και άλλων πολιτικών ηγετών, ο Αντονέσκου ανέλαβε δράση. Η Φρουρά ξεκίνησε μια τελευταία απόπειρα πραξικοπήματος, αλλά σε ένα τριήμερο εμφύλιο, ο Αντονέσκου επικράτησε οριστικά με την υποστήριξη του Ρουμανικού και του Γερμανικού στρατού. Κατά την προετοιμασία για την απόπειρα πραξικοπήματος διάφορες ομάδες της Γερμανικής κυβέρνησης υποστήριξαν διαφορετικές πλευρές στη Ρουμανία με τοα SS να υποστηρίζουν τη Σιδηρά Φρουρά, ενώ ο στρατός και το Auswärtiges Amt (Γραφείο Εξωτερικής Πολιτικής) το Στρατηγό Αντονέσκου. Ο βαρόνος Οτο φον Μπόλβινγκ των SS, που ήταν τοποθετημένος στη γερμανική πρεσβεία στο Βουκουρέστι, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο λαθρεμπόριο όπλων για τη Σιδηρά Φρουρά.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης τα μέλη της Σιδηράς Φρουράς υποκίνησαν ένα θανατηφόρο πογκρόμ στο Βουκουρέστι. Ιδιαίτερα φρικτή ήταν η δολοφονία δεκάδων Εβραίων πολιτών στο σφαγείο του Βουκουρεστίου. Οι δράστες κρεμάσανε τους Εβραίους από τα τσιγκέλια του κρέατος, και στη συνέχεια τους ακρωτηρίασαν και τους σκότωσαν σε μια μοχθηρή παρωδία των (εβραϊκών) πρακτικών σφαγής κόσερ. Ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Ρουμανία, Φράνκλιν Μοτ Γκάντερ, που περιόδευσε το εργοστάσιο συσκευασίας κρέατος, όπου οι Εβραίοι σφαγιάστηκαν με τις πινακίδες που έγραφαν "κρέας κόσερ" πάνω τους, αναφέρει στην Ουάσινγκτον: "Εξήντα εβραϊκά πτώματα ανακαλύφθηκαν στα τσιγκέλια που χρησιμοποιούντο για σφάγια. Ηταν όλα γδαρμένα... και η ποσότητα του αίματος ήταν απόδειξη ότι είχαν γδαρθεί ζωντανοί". Ο Γκάντερ έγραψε ότι σοκαρίστηκε ιδιαίτερα που ένα από τα εβραϊκά θύματα που κρέμονταν στα τσιγκέλια ήταν ένα κορίτσι ηλικίας 5 ετών. Ο Σίμα και άλλοι λεγεωνάριοι βοηθήθηκαν από τους Γερμανούς να διαφύγουν στη Γερμανία.

Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και του πογκρόμ η Σιδηρά Φρουρά σκότωσε 125 Εβραίους και 30 στρατιώτες σκοτώθηκαν στην αντιπαράθεση με τους στασιαστές. Μετά από αυτό το κίνημα της Σιδηράς Φρουράς απαγορεύτηκε και φυλακίστηκαν 9.000 από τα μέλη του. Στις 22 Ιουνίου 1941 οι Σιδηροφρουροί που φυλακίστηκαν στο Ιάσιο από τον Ιανουάριο από το καθεστώς Αντονέσκου απελευθερώθηκαν από τη φυλακή και οργανώθηκαν και οπλίσθηκαν από την αστυνομία στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το "πογκρόμ του Ιασίου". Όταν έφτασε η στιγμη για δολοφονία των Εβραίων το καθεστώς Αντονέσκου και η Σιδηρά Φρουρά μπόρεσαν να βρουν κοινό έδαφος παρά το αποτυχημένο πραξικόπημα τον Ιανουάριο του 1941. Όταν ξεκίνησε το πογκρόμ στο Ιάσιο στις 27 Ιουνίου 1941 οι Σιδηροφρουροί εξοπλισμένοι με λοστούς και μαχαίρια έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στην καθοδήγηση του όχλου που σκότωνε τους Εβραίους στους δρόμους του Ιασίου σε ένα από τα πιο αιματηρά πογκρόμ στην Ευρώπη.

Την περίοδο 1944-47 η Ρουμανία είχε μια κυβέρνηση συνασπισμού στην οποία οι κομμουνιστές έπαιζαν ηγετικό, αλλά όχι ακόμη κυρίαρχο. Ο δημοσιογράφος Eντουαρντ Μπερ ισχυρίστηκε ότι στις αρχές του 1947 υπογράφηκε μυστική συμφωνία από τους ηγέτες της εξόριστης Σιδηράς Φρουράς σε στρατόπεδα εκτοπισμένων στη Γερμανία και την Αυστρία και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρουμανίας, σύμφωνα με την οποία όλοι οι Σιδηροφρουροί των στρατοπέδων αυτών, εκτός από εκείνους που κατηγορούντο για τη δολοφονία κομμουνιστών, θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους στη Ρουμανία με αντάλλαγμα να εργαστούν για την τρομοκράτηση της αντικομμουνιστικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο των σχεδίων για την τελική κομμουνιστική επικράτηση στη Ρουμανία. Ο Μπερ ισχυρίστηκε επίσης ότι τους μήνες μετά το "σύμφωνο μη επίθεσης" μεταξύ των Κομμουνιστών και της Λεγεώνας, χιλιάδες Σιδηροφρουροί επέστρεψαν στη Ρουμανία όπου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο Υπουργείο Εσωτερικών για να συντρίψουν την αντιπολίτευση στην αναδυόμενη Κομμουνιστική δικτατορία.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα "Garda de Fier" χρησιμοποιείται επίσης από μια μικρή, ρουμανική εθνικιστική ομάδα που δραστηριοποιείται στην μετακομμουνιστική εποχή.

Υπάρχουν επίσης και άλλες σύγχρονες ακροδεξιές οργανώσεις στη Ρουμανία, όπως η Pentru Patrie (Για την Πατρίδα) και η Noua Dreaptă (Νέα Δεξιά). Θεωρώντας εαυτήν ως τον προφανή κληρονόμο της Σιδηράς Φρουράς, η Noua Dreapta ενστερνίζεται το λεγεωναρισμό και έχει προσωπολατρεία για τον Κορνήλιο Κοντρεάνου αλλά χρησιμοποιεί επίσης τον κελτικό σταυρό, που δεν συνδέεται με τον λεγεωναρισμό.

Από τη δεκαετία του 1970 ο Μίρτσεα Ελιάντε, εξέχων ιστορικός της θρησκείας, μυθιστοριογράφος και φιλόσοφος που ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, έχει επικριθεί επειδή υποστήριζε τη Σιδηρά Φρουρά τη δεκαετία του 1930.

Πηγές - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η Σιδηρά Φρουρά της Ρουμανίας Κων. Τσοπάνης Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία τεύχος 72
  2. Αιχμάλωτοι των δυνάμεων του 'Αξονος, Χόρια Σίμα, Μετάφραση Κων. Τσοπάνης, Εκδόσεις omni publishing
  3. [Στρατάρχης Αντωνέσκου και σιδηρά φρουρά, Χόρια Σίμα, μετάφρασηΚωνσταντίνος Τσοπάνης, Εκδόσεις Omni Publishing]