Κάρολος Α΄ της Ρουμανίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κάρολος Α΄
Carol I King of Romania.jpg
Βασιλιάς της Ρουμανίας
Περίοδος 1881 - 1914
Διάδοχος Φερδινάνδος
Πρίγκιπας της Ρουμανίας
Περίοδος 1866 - 1881
Προκάτοχος Αλέξανδρος-Ιωάννης Κούζα
Σύζυγος Ελισάβετ του Βιντ
Οίκος Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν
Πατέρας Κάρολος-Αντώνιος
Μητέρα Ιωσηφίνα της Βάδης
Γέννηση 20 Απριλίου 1839
Ζιγκμαρίνγκεν, Γερμανία
Θάνατος 10 Οκτωβρίου 1914 (75 ετών)
Σινάλα, Ρουμανία
Τόπος ταφής Curtea de Argeș, Ρουμανία
Υπογραφή Carol of Romania - signature.png
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα
δεδομέναπ  σ  ε )

Ο Κάρολος Α΄ (Carol I al României, 20 Απριλίου 1839 - 27 Σεπτεμβρίου (Π.Η.)/10 Οκτωβρίου (Ν.Η.) 1914), που γεννήθηκε Πρίγκιπας Κάρολος του Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν, ήταν ηγεμόνας της Ρουμανίας από το 1866 ως το 1914. Εξελέγη Κυβερνήτης Πρίγκιπας (Domnitor) των Ρουμανικών Ενωμένων Πριγκιπάτων στις 20 Απριλίου 1866 μετά την ανατροπή του Αλέξανδρου Ιωάννη Κούζα από ένα παλατιανό πραξικόπημα. Το Μάιο του 1877 ανακήρυξε τη Ρουμανία ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος. Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1878) στο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο εξασφάλισε τη Ρουμανική ανεξαρτησία. Ανακηρύχθηκε Βασιλιάς της Ρουμανίας στις 26 Μαρτίου [Π.Η. 14 Μαρτίου] 1881. Ήταν ο πρώτος ηγεμόνας της δυναστείας Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν, που κυβέρνησε τη χώρα μέχρι την ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1947.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο Κάρολος Α΄ ηγήθηκε προσωπικά του Ρουμανικού στρατού κατά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο και ανέλαβε τη διοίκηση του Ρωσορουμανικού στρατού κατά την Πολιορκία της Πλέβνας. Η χώρα απέκτησε διεθνώς αναγνωρισμένη ανεξαρτησία με τη Συνθήκη του Βερολίνου (1878) και απέσπασε τη Νότια Δοβρουτσά από τη Βουλγαρία το 1913. Η εγχώρια πολιτική ζωή, που ακόμη κυριαρχείτο από τις πλούσιες οικογένειες γαιοκτημόνων της χώρας, οργανωμένη γύρω από τα αντίπαλα Φιλελεύθερο και Συντηρητικό κόμματα, υπονομεύθηκε από δύο εκτεταμένες αγροτικές εξεγέρσεις, στη Βλαχία (το νότιο μισό της χώρας) τον Απρίλιο του 1888 και στη Μολδαβία (το βόρειο μισό) το Μάρτιο του 1907.

Παντρεύτηκε την Πριγκίπισσα Ελισάβετ του Βιντ στο Νόιβιντ (Γερμανία) στις 15 Νοεμβρίου 1869. Απέκτησαν μόνο μία κόρη, τη Μαρία, που πέθανε σε ηλικία τριών ετών.

Ο Κάρολος ποτέ δεν απέκτησε άρρενα κληρονόμο, έχοντας το μεγαλύτερο αδελφό του Λεοπόλδο ως μελλοντικό διάδοχο. Τον Οκτώβριο του 1880 ο Λεοπόλδος παραιτήθηκε από το δικαίωμα διαδοχής υπέρ του γιου του Γουλιέλμου, που με τη σειρά του παραιτήθηκε του δικαιώματος έξι χρόνια αργότερα υπέρ του νεώτερου αδελφού του, του μελλοντικού βασιλιά Φερδινάνδου.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πρίγκιπας Κάρολος του Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν, 6 ετών
Ο Πρίγκιπας Κάρολος του Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν

Ο Πρίγκηπας Κάρολος Αιτελ Φρειδερίκος Ζεφυρίνος Λουδοβίκος του Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν γεννήθηκε στο Ζιγκμαρίνγκεν, δεύτερος γιος του πρίγκηπα Κάρολου Αντώνιου του Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν και της συζύγου του, Πριγκίπισσας Ιωσηφίνας, κόρης του Καρόλου Μεγάλου Δούκα της Βάδης. Αφού ολοκλήρωσε τις στοιχειώδεις σπουδές του, ο Κάρολος πήγε στη Σχολή Κάντετ στο Μύνστερ. Το 1857 παρακολούθησε τα μαθήματα της Σχολής Πυροβολικού στο Βερολίνο. Έως το 1866, όταν δέχτηκε το στέμμα της Ρουμανίας, ήταν Πρώσος αξιωματικός. Συμμετείχε στο Δεύτερο Πόλεμο του Σλέσβιχ, μεταξύ άλλων στην επίθεση στο κάστρο της Φρεντερίτσια και στο Ντίμπολ, εμπειρία που θα ήταν πολύ χρήσιμη αργότερα στο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο.

Αν και ήταν αρκετά αδύνατος και όχι πολύ ψηλός, ο πρίγκιπας Κάρολος αναφερόταν ως ο τέλειος στρατιώτης, υγιής και πειθαρχημένος, αλλά και πολύ καλός πολιτικός με φιλελεύθερες ιδέες. Ήταν εξοικειωμένος με πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Η οικογένειά του ήταν στενά συνδεδεμένη με την οικογένεια Βοναπάρτη (μία από τις γιαγιάδες του ήταν Μπωαρνέ, ανιψιά της Ιωσηφίνας, και η άλλη Μυρά, η ανιψιά του Ζοακίμ Μυρά Μαρία Αντουανέτα Μυρά) και είχε πολύ καλές σχέσεις με το Ναπολέοντα Γ΄ της Γαλλίας.

Προς τη Ρουμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 20 Μαίου (Π.Η. 8 Μαίου), ο Κάρολος μπήκε στο Ντρομπέτα-Τούρνου Σεβερίν

Ο πρώην Ηγεμόνας της ενωμένης Ρουμανίας, Αλέξανδρος Ιωάννης Κούζας, είχε εκδιωχθεί από τη χώρα από τους κορυφαίους ευγενείς και η Ρουμανία βρισκόταν σε πολιτικό χάος. Η διπλή εκλογή του Κούζα, τόσο στη Βλαχία όσο και στη Μολδαβία, αποτέλεσε τη βάση με την οποία η ενοποίηση των Ρουμανικών Πριγκιπάτων αναγνωρίστηκε από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις . Με την αποχώρησή του, η χώρα κινδύνευε να διασπαστεί.

Καθώς οι Ρουμάνοι πολιτικοί αναζητούσαν ένα διάδοχο, ο Ναπολέων πρότεινε τον Κάρολο. Η σύσταση του Ναπολέοντα βάρυνε πολύ για τους Ρουμάνους πολιτικούς της εποχής, δεδομένου ότι η Ρουμανία επηρεαζόταν έντονα από τη Γαλλική κουλτούρα. Ένας άλλος παράγοντας ήταν η σχέση αίματος του Κάρολου με τη βασιλική οικογένεια της Πρωσίας. Ο Ioν Μπρετιάνου ήταν ο Ρουμάνος πολιτικός που στάλθηκε για να διαπραγματευτεί με τον Κάρολο και την οικογένειά του τη δυνατότητα τοποθέτησής του στο ρουμάνικο θρόνο.

Λόγω της πολιτικής σύγκρουσης μεταξύ της Πρωσίας και της Αυστριακής Αυτοκρατορίας ο Kάρολος ταξίδεψε ινκόγκνιτο με το σιδηρόδρομο από το Ντίσελντορφ στο Μπάζιας (στο Δούναβη), μέσω της Ελβετίας. Έλαβε εκεί Ελβετικό διαβατήριο από έναν Ελβετό δημόσιο υπάλληλο, φίλο της οικογένειάς του, με το όνομα Καρλ Χέτιγκεν. Από το Μπάζιας ταξίδεψε με καραβάκι στο Τούρνου Σεβερίν, καθώς δεν υπήρχε σιδηροδρομική γραμμή στη Ρουμανία. Οταν πέρασε τα σύνορα στο ρουμανικό έδαφος, συναντήθηκε με τον Μπρετιάνου, που υποκλίθηκε ενώπιον του και ζήτησε από τον Κάρολο να τον συνοδεύσει στην άμαξά του. Εκλέχτηκε Κυβερνήτης στις 20 Απριλίου.

Στις 10 Μαΐου 1866 (22 Μαΐου 1866 N.Η.) ο Kάρολος πήγε στο Βουκουρέστι. Τα νέα της άφιξης του είχαν μεταδοθεί με τηλεγράφημα και τον καλωσόρισε ένα τεράστιο πλήθος, πρόθυμο να δει τον νέο ηγεμόνα. Στη Μπανεάσα του δόθηκαν τα κλειδιά της πρωτεύουσας. Ηταν μια βροχερή μέρα μετά από μια μακρά περίοδο ξηρασίας, προφανώς πολύ ευνοϊκό σημάδι. Κατά τη στέψη του ο Kάρολος έδωσε τον ακόλουθο όρκο: "Ορκίζομαι να προστατεύω τους νόμους της Ρουμανίας, να διαφυλάσσω τα δικαιώματα του λαού και την ακεραιότητα της επικράτειάς του". Μίλησε στα Γαλλικά, καθώς δεν μιλούσε ρουμανικά. Ωστόσο έγινε αγαπητός στη χώρα που υιοθέτησε, υιοθετώντας επίσης τη ρουμανική μορφή του ονόματός του, Κάρολ.

Tο Σύνταγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Domnitor Kάρολος με τη σύζυγο και τη μοναχοκόρη τους (1873)

Αμέσως μετά την άφιξή του στη χώρα, το ρουμανικό κοινοβούλιο υιοθέτησε, στις 29 Ιουνίου 1866, το Σύνταγμα της Ρουμανίας του 1866, ένα από τα πιο προηγμένα συντάγματα εκείνης της εποχής. Το σύνταγμα αυτό επέτρεψε την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό του ρουμανικού κράτους. Σε μια τολμηρή κίνηση, το Σύνταγμα επέλεξε να αγνοήσει την ονομαστική επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πράγμα που άνοιξε το δρόμο προς την de jure ανεξαρτησία.

Το άρθρο 82 ανέφερε ότι «οι εξουσίες του ηγεμόνα είναι κληρονομικές, ξεκινώντας απευθείας από την Αυτού Μεγαλειότητα, τον Πρίγκιπα Κάρολο Α΄ του Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν, στην αρσενική γραμμή μέσω του δικαιώματος του πρωτότοκου, με αποκλεισμό των γυναικών και των απογόνων τους. Οι απόγονοι της Αυτού Μεγαλειότητας θα ανατραφουν με τηνΟρθόδοξη Θρησκεία. " Αυτό καθιέρωσε την αρχή ότι ο βασιλιάς βασίλευε, αλλά δεν κυβερνούσε, όπως όλοι, εκτός από έναν από τους διαδόχους του,

Το 1877 η Ρουμανία ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη, θέτοντας έτσι τέρμα στην Οθωμανική κυριαρχίας που υπήρχε από το 1866. Από το 1878 ο Kάρολος είχε τον τίτλο της Βασιλικής Υψηλότητας (Alteță Regală). Στις 15 Μαρτίου 1881 το Σύνταγμα τροποποιήθηκε για να ανακηρύξει τη Ρουμανία βασίλειο. Ο Κάρολος έγινε ο πρώτος βασιλιάς, ενώ κάθε προφανής ή πιθανός διάδοχος θα ονομαζόταν Βασιλικός Πρίγκιπας. Στις 10 Μαΐου ο Κάρολος στέφθηκε βασιλιάς.

Βασιλιάς της Ρουμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Κάρολος αναφέρεται ως άνθρωπος ψυχρός . Ασχολήθηκε σταθερά με το κύρος της δυναστείας που είχε ιδρύσει. Η σύζυγός του Ελισάβετ ισχυριζόταν ότι «φορούσε το στέμμα ακόμη και στον ύπνο». Ήταν πολύ σχολαστικός και προσπάθησε να επιβάλει το στυλ του σε όλο του το περιβάλλον. Αν και ήταν αφοσιωμένος στο έργο του ως ηγεμόνα της Ρουμανίας, δεν ξέχασε ποτέ τις γερμανικές του ρίζες.

Σε 48 χρόνια διακυβέρνησης - η πιο μακροχρόνια στη ρουμανική ιστορία - βοήθησε τη Ρουμανία να αποκτήσει την ανεξαρτησία της, ανύψωσε το κύρος της, τη βοήθησε να αποκαταστήσει την οικονομία της και δημιούργησε μια δυναστεία. Στα βουνά των Καρπαθίων έχτισε το Κάστρο Πέλες, ένα από τα πιο γνωστά τουριστικά αξιοθέατα της Ρουμανίας. Το κάστρο χτίστηκε σε γερμανικό στιλ, ως υπενθύμιση της καταγωγής του βασιλιά. Μετά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο, η Ρουμανία απέκτησε τη Βόρεια Δοβρουτσά και ο Κάρολος κατασκεύασε την πρώτη γέφυρα πάνω από το Δούναβη, μεταξύ Φετέστι και Τσερναβόντα, που συνέδεε τη νεοαποκτηθείσα επαρχία με την υπόλοιπη χώρα.

Μέλος της γερμανικής ανώτερης αριστοκρατίας γαιοκτημόνων (Fürst), ο Κάρολος δεν συνέχισε τις πολιτικές εκσυγχρονισμού που ξεκίνησε ο προκάτοχός του, ο Αλέξανδρος Ιωάννης Κούζας. Τα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα που προκλήθηκαν εν μέρει από την ανισότητα της ιδιοκτησίας της γης συνεχίστηκαν χωρίς διακοπή. Αυτό προκάλεσε αγροτικές εξεγέρσεις καθ 'όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Καρόλου, όπως εκείνη του 1907 που στοίχισε 10.000 ζωές.

To τέλος της βασιλείας του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μακρά βασιλεία του Καρόλου βοήθησε στην ταχεία ανάπτυξη του ρουμανικού κράτους. Αλλά προς το τέλος της βασιλείας του και την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Κάρολος ήθελε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Ωστόσο η ρουμανική κοινή γνώμη ήταν συντριπτικά γαλλόφιλη και στο πλευρό της Αντάντ. Ο Κάρολος είχε υπογράψει μια μυστική συνθήκη το 1883 που είχε συνδέσει τη Ρουμανία με την Τριπλή Συμμαχία. Παρόλο που η συνθήκη επρόκειτο να ενεργοποιηθεί μόνο εάν η Ρωσία επετίθετο σε έναν από τους υπογράφοντες, ο Κάρολος ήταν πεπεισμένος ότι το έντιμο εκ μέρους του ήταν να εισέλθει στον πόλεμο υποστηρίζοντας τη Γερμανική Αυτοκρατορία και τον ξάδερφό του Αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄.

Στις 3 Αυγούστου [Π.Η. 21 Ιουλίου] 1914, πραγματοποιήθηκε έκτακτη συνάντηση με το Συμβούλιο του Στέμματος, όπου ο Κάρολος τους είπε για τη μυστική συνθήκη και ανακοίνωσε τη γνώμη του. Ωστόσο τα περισσότερα μέλη του Συμβουλίου του Στέμματος διαφώνησαν έντονα, επιλέγοντας την ουδετερότητα. Ο Βασιλιάς Κάρολος πέθανε στις 10 Οκτωβρίου [Π.Η. 27 Σεπτεμβρίου] 1914. Ο νέος βασιλιάς Φερδινάνδος (υπό την επιρροή της συζύγου του, Μαρίας του Εδιμβούργου, Βρετανής πριγκίπισσας), ήταν πιο πρόθυμος να ακούσει την κοινή γνώμη.

Ζωή και οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασιλιάς Κάρολος Α΄ της Ρουμανίας με τον ανηψιό (Φερδινάνδο) και το μικρανηψιό του (Κάρολο)
Συντριβάνι στο ανάκτορο του Ρουμάνου Βασιλιά, Κάρολου Α΄ της Ρουμανίας, στη Σινάια, 1907

Όταν εξελέγη πρίγκιπας της Ρουμανίας ήταν άγαμος. Το 1869 ο πρίγκιπας ξεκίνησε ένα ταξίδι στην Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία, για να βρει νύφη. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού συνάντησε και παντρεύτηκε την Πριγκίπισσα Ελισάβετ του Βιντ στο Nοίβιντ στις 15 Νοεμβρίου 1869. Ο γάμος τους ήταν ένας από τους πιο αταίριαστους στην ιστορία, με τον Κάρολο να είναι ψυχρός και υπολογιστής, ενώ η Ελισάβετ ήταν πασίγνωστη ονειροπόλος. Απέκτησαν ένα παιδί, την Πριγκίπισσα Μαρία, που γεννήθηκε το 1871 και πέθανε στις 24 Μαρτίου 1874. Δεν είχε καμία προοπτική να κληρονομήσει το θρόνο του πατέρα της. Όπως προαναφέρθηκε, το Σύνταγμα περιόριζε τη διαδοχή στα άρρενα μέλη. Αυτό οδήγησε στην περαιτέρω αποξένωση του βασιλικού ζεύγους και η Ελισάβετ δεν συνήλθε ποτέ πλήρως από το τραύμα της απώλειας του μοναδικού της παιδιού.

Μετά την ανακήρυξη του Βασιλείου (1881) η διαδοχή ήταν πολύ σημαντικό ζήτημα. Καθώς ο αδελφός του Καρόλου Λεοπόλδος (το 1880) και ο μεγαλύτερος γιος του Γουλιέλμος (το 1886) αρνήθηκαν τα δικαιώματά τους, ο δεύτερος γιος του Λεοπόλδου Φερδινάνδος ονομάστηκε το 1886 Πρίγκιπας Ρουμανίας και τεκμαιρόμενος διάδοχος του θρόνου.

Προς το τέλος της ζωής του Καρόλου πάντως αυτός και η Ελισάβετ βρήκαν τελικά έναν τρόπο αλληλοκατανόησης και αναφέρεται ότι έγιναν καλοί φίλοι.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Carol I.", World History: The Modern Era, ABC-CLIO, 2010.
  • Trager, James (2005). ""1907"". The People's Chronology (3 ed.). Detroit: Gale. ISBN 9780805031348.
  • Palmowski, Jan (2008). ""Romania"". A Dictionary of Contemporary World History. Oxford University Press.
  • Keefe, Eugene K. (1991-01-01). "Romania: Chapter 2A, Historical Setting". Countries of the World. Canada.
  • Hentea, Călin (2007). Brief Romanian Military History. Scarecrow Press. p. 102. ISBN 9780810858206. Retrieved 2014-03-02.
  • Becker, Jean-Jacques (2012-01-30). "Chapter Fourteen: War Aims and Neutrality". In Horne, John. A Companion to World War I. Blackwell Publishing. p. 208. ISBN 9781405123860.
  • Boris Crǎciun – "Regii și Reginele României", Editura Porțile Orientului, Iași
  • Charles I., prince of Roumania". The American Cyclopædia.