Γότθοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γότθοι στρατιώτες σε μεταλλικό σκεύος του 388 μ.Χ.

Οι Γότθοι ήταν ένας ανατολικός γερμανικός λαός, εκ του οποίου δύο κλάδοι, οι Βησιγότθοι και οι Οστρογότθοι, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ανάδυση της μεσαιωνικής Ευρώπης. Οι Γότθοι κυριάρχησαν σε μια τεράστια έκταση, που στο μέγιστό της υπό το Γερμανικό βασιλιά Ερμάναρικ και τον υποβασιλιά του Ατάναρικ εκτεινόταν πιθανότατα από το Δούναβη ως το Ντον και από τη Μαύρη ως τη Βαλτική Θάλασσα. Κατά το 2ο μ.Χ. αιώνα εγκαταστήθηκαν στη Σκυθία, τη Δακία και την Παννονία. Τους 3ο και 4ο αι. επέδραμαν στις περιοχές του Βυζαντίου και αργότερα ασπάσθηκαν τον Αρειανισμό. Τον 5ο και 6ο αι. χωρίστηκαν σε Βησιγότθους (δυτικοί Γότθοι) και Οστρογότθους (ανατολικοί Γότθοι). Ίδρυσαν ισχυρά κράτη, διάδοχα του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, στην Ιβηρική χερσόνησο και στην Ιταλία.

Οι Γότθοι μιλούσαν τη Γοτθική γλώσσα, μια από τις εξαφανισμένες Ανατολικές γερμανικές γλώσσες, που μιλιόταν το τελευταίο στην Κριμαία το 18ο αιώνα από τους Γότθους της Κριμαίας.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γκέταλαντ, νότια Σουηδία, με το νησί Γκότλαντ στα ανατολικά, πιθανή προέλευση των Γότθων. Τα νοτιότερα και δυτικότερα τμήματα, Σκάνια, Χάλαντ, Μπλέκιγκε και Μπούχουσλεν, δεν ήταν αρχικά τμήμα της Γκέταλαντ αλλά Δανονορβηγικό έδαφος μέχρι το 1658.

Στη Γοτθική γλώσσα ονομάζονταν Γκουτ-μπιούντα, που συνήθως μεταφράζεται ως «Γοτθικός λαός». Στα Παλαιονορβηγικά ήταν γνωστοί ως Γκούταρ ή Γκόταρ και στα Λατινικά ως Gothi.

Οι Γότθοι έχουν αναφερθεί με πολλά ονόματα, ίσως γιατί τουλάχιστον εν μέρει αποτελούσαν πολλές ξεχωριστές εθνοτικές ομάδες, αλλά και επειδή σε πρώιμες περιγραφές των Πρωτοϊνδοευρωπαϊκών και αργότερα των Γερμανικών μεταναστεύσεων κατά τις Μεγάλες μεταναστεύσεις γενικά ήταν κοινή πρακτική η χρήση διαφορετικών ονομάτων για την αναφορά στην ίδια ομάδα. Οι Γότθοι πίστευαν (όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές) ότι τα διάφορα ονόματα προέρχονταν από ένα μοναδικό προϊστορικό εθνώνυμο που αναφερόταν αρχικά σε έναν ενιαίο πολιτισμό, που άκμασε γύρω στα μέσα της πρώτης χιλιετίας π.Χ., δηλαδή τους αρχικούς Γότθους.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, επί Αδριανού, με τη θέση των showing the location of t Γοτθόνων Ανατολικής Γερμανικής ομάδας, που κατοικούσε τότε στην ανατολική όχθη του ποταμού Βιστούλα), στη σημερινή Πολωνία

Η ακριβής προέλευση των αρχαίων Γότθων είναι άγνωστη. Οι μαρτυρίες για αυτούς πριν αλληλεπιδράσουν με τους Ρωμαίους είναι περιορισμένα. Η παραδοσιακή περιγραφή της πρώιμης ιστορίας των Γότθων, που βασίζεται στα γραπτά του Οστρογότθοου Ιορδάνη, Ρωμαίου γραφειοκράτη και ιστορικού του 6ου αιώνα, ήταν ότι οι πρώτοι μεταναστεύσαντες Γότθοι κατέπλευσαν από τη σημερινή Σουηδία στη σημερινή Πολωνία και εκτόπισαν τους εκεί κατοίκους, δημιουργώντας τον πολιτισμό Βίλμπαρκ. Οι σύγχρονοι ακαδημαϊκοί έχουν γενικά εγκαταλείψει αυτή τη θεωρία. Σήμερα ο πολιτισμός Βίλμπαρκ πιστεύεται ότι είχε αναπτυχθεί στην ίδια περιοχή από προηγούμενους πολιτισμούς. Τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν στενές επαφές μεταξύ της νότιας Σουηδίας και της παράκτιας περιοχής νότια της Βαλτικής και περαιτέρω προς τα νοτιοανατολικά, που αποδεικνύονται από κεραμικά, τα είδη σπιτιών και τάφους. Αντί για μια μαζική μετανάστευση, οι ομοιότητες στους υλικούς πολιτισμούς μπορεί να είναι προϊόν μακροχρόνιων τακτικών επαφών. Ωστόσο τα αρχαιολογικά ευρήματα μάλλον δείχνουν ότι ενώ το έργο του θεωρείται αναξιόπιστο, η ιστορία του Ιορδάνη βασίστηκε στην προφορική παράδοση με κάποια βάση στην πραγματικότητα.

Η επέκταση των γερμανικών φυλών το 1 μ.Χ.;
κόκκινο: πολιτισμός Οκσιβιε,
τότε πρώιμος πολιτισμός Βίλμπαρκ
μπλε: πολιτισμός Γιάστορφ (σκούρο: μέγιστο, ανοιχτό: ελάχιστο)
κίτρινο: πολιτισμός Πρζέβορσκ (πορτοκαλί: ελάχιστο)
ροζ, πορτοκαλί, ανοιχτο μπλε : εξάπλωση του πολιτισμού Βίλμπαρκ(2ος αιώνας μ.Χ.)

Κάποια στιγμή γύρω στο 1ο αιώνα μ.Χ. οι Γερμανικοί λαοί ενδέχεται να μετανάστευσαν από τη Σκανδιναβία στη Γοτθισκάντζα, στη σημερινή Πολωνία. Τα πρώιμα αρχαιολογικά ευρήματα στην παραδοσιακή σουηδική επαρχία Αστεργκέταλαντ υποδηλώνουν γενική ερήμωση κατά την περίοδο αυτή. Ωστόσο δεν υπάρχουν αρχαιολογικές μαρτυρίες για σημαντική μετανάστευση από τη Σκανδιναβία και μπορεί να προήλθαν από την ηπειρωτική Ευρώπη.

  Γκέταλαντ
  το νησί Γκότλαντ
  Πολιτισμός Βίλμπαρκ στις αρχές του 3ου αιωνα
  Πολιτισμός Τσερνιακόφ στις αρχές του 4ου αιωνα
Γοτθικές εισβολές τον 3ο αιώνα

Κατά την άφιξή τους στην στέπα του Πόντου, οι Γερμανικές φυλές υιοθέτησαν τους τρόπους των Ευρασιατών νομάδων. Οι πρώτες ελληνικές αναφορές στους Γότθους τους αποκαλούν Σκύθες, καθώς η περιοχή αυτή κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας είχε ιστορικά κατοικηθεί από έναν άσχετο λαό με αυτό το όνομα. Η απόδοση αυτής της ονομασίας στους Γότθους φαίνεται να μην είναι εθνολογική αλλά μάλλον γεωγραφική και πολιτιστική, η τελευταία σε σχέση με τη θεώρηση από τους Έλληνες τόσο των Σκυθών όσο και των Γότθων ως βαρβάρων.

Ο παλαιότερος γνωστός υλικός πολιτισμός που σχετίζεται με τους Γότθους στις νότιες ακτές της Βαλτικής Θάλασσας είναι ο πολιτισμός Βίλμπαρκ, με επίκεντρο τη σημερινή Πομερανία στη βόρεια Πολωνία. Ο πολιτισμός αυτός αντικατέστησε τον τοπικό πολιτισμός Οκσιβιε τον 1ο αιώνα, όταν έγινε μια Σκανδιναβική εγκατάσταση σε μια ενδιάμεση ζώνη μεταξύ των πολιτισμών Οκσιβιε και Πρζέβορσκ.

Ο πολιτισμός αυτής της περιοχής είχε επηρεαστεί από τον πολιτισμό της νότιας Σκανδιναβίας ήδη από την ύστερη Σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Προρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου (περ. 1300 - περ. 300 π.Χ.). Στην πραγματικότητα η Σκανδιναβική επιρροή στην Πομερανία και στη σημερινή βόρεια Πολωνία από το 1300 π.Χ. περίπου και μετά ήταν τόσο σημαντική που ορισμένοι θεωρούν τον πολιτισμό της περιοχής ως μέρος του πολιτισμού της Σκανδιναβικής Εποχής του Χαλκού. Στην Ανατολική Ευρώπη αποτέλεσαν μέρος του πολιτισμού Τσερνιακόφ.

Μεταναστεύσεις και επαφή με τη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίπου το 160 μ.Χ. στην Κεντρική Ευρώπη έγιναν οι πρώτες κινήσεις των Μεγάλων μεταναστεύσεωνΜετανάστευσης, καθώς οι γερμανικές φυλές άρχισαν να κινούνται νοτιοανατολικά από τα προγονικά εδάφη τους στις εκβολές του ποταμού Βιστούλα, ασκώντας πίεση στις Γερμανικές φυλές από το βορρά και την ανατολή. Το αποτέλεσμα ήταν, στο πλαίσιο των πολέμων Γότθων και Βανδάλων, οι Γερμανικές φυλές (Ρούγιοι, Γότθοι, Γέπιδες, Βάνδαλοι, Βουργουνδοί και άλλοι) να διασχίσουν είτε τον κάτω Δούναβη είτε τον Εύξεινο Πόντο και οι Μααρκομανικοί Πόλεμοι, που κατέληξαν σε μεγάλες καταστροφές και στην πρώτη εισβολή στη σημερινή Ιταλία κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έχει υποστηριχθεί ότι οι Γότθοι διατηρούσαν επαφή με τη νότια Σουηδία κατά τη διάρκεια της μετανάστευσής τους.

Κατά την πρώτη επιβεβαιωμένη εισβολή στη Θράκη οι Γότθοι αναφέρθηκαν ως Βορανοί από το Ζώσιμο και στη συνέχεια ως Βοραδοί από το Γρηγόριο Θαουματουργό. Η πρώτη εισβολή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που μπορεί να αποδοθεί στους Γότθους, είναι η λεηλασία της Ιστρίας το 238. Αρκετές τέτοιες επιδρομές ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες [12], ιδιαίτερα η Μάχη της Αβρίττου το 251, υπό την ηγεσία του Κνίβα, στην οποία σκοτώθηκε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος. Την εποχή εκείνη υπήρχαν τουλάχιστον δύο ομάδες Γότθων: οι Θερβίγγοι και οι Γκρεουτούγγοι. Οι Γότθοι στη συνέχεια στρατολογήθηκαν έντονα στο Ρωμαϊκό Στρατό για να πολεμήσουν στους Ρωμαιοπερσικούς πολέμους, κυρίως συμμετέχοντας στη μάχη της Mισίκης το 242. Οι Μοισογότθοι εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και τη Μοισία.

Οι πρώτες επιδρομές από τη θάλασσα πραγματοποιήθηκαν τρία συνεχόμενα χρόνια, πιθανώς 255-257. Μια ανεπιτυχή επίθεση στην Πιτυούντα (στην ανατολική άκρη της Μαύρης Θάλασσας) ακολούθησε το δεύτερο έτος άλλη, που εξαπολύθηκε από την Πιτυούντα και την Τραπεζούντα και κατέστρεψε μεγάλες περιοχές στον Πόντο. Τον τρίτο χρόνο μια πολύ μεγαλύτερη δύναμη ερήμωσε μεγάλες περιοχές της Βιθυνίας και της Προποντίδας, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Χαλκηδόνας, Νικομήδειας, Νίκαιας, Απάμειας Μύρλειας, Κίου και Προύσας. Με το τέλος των επιδρομών οι Γότθοι είχαν αποκτήσει τον έλεγχο της Κριμαίας και του Βοσπόρου και κατέλαβαν αρκετές πόλεις στις ακτές του Ευξείνου, μεταξύ των οποίων και η Ολβία και η Τύρας, που τους επέτρεψαν να ασχοληθούν με εκτεταμένες ναυτικές δραστηριότητες.

Η Μεγάλη σαρκοφάγος Λουντοβίζι του 3ου αιώνα απεικονίζει μάχη μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων.

Μετά τη δολοφονία του Γαλλιηνούέξω από το Μιλάνο το καλοκαίρι του 268 σε μια εκστρατεία με επικεφαλής τους ανώτερους αξιωματικούς του στρατού του, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ο Κλαύδιος Γοτθικός και κατευθύνθηκε στη Ρώμη για να εδραιώσει την κυριαρχία του. Αμεσο πρόβλημα του Κλαύδιου ήταν οι Αλαμαννοί, που είχαν εισβάλει στη Ραιτία (περίπου σημερινή Ελβετία]] και στην Ιταλία. Αφού τους νίκησε στη μάχη της λίμνης Μπενάκους, μπόρεσε τελικά να ασχοληθεί με τις εισβολές στις επαρχίες των Βαλκανίων.

Μαθαίνοντας τον ερχομό του Κλαύδιου οι Γότθοι επιχείρησαν για πρώτη φορά να εισβάλουν άμεσα στην Ιταλία και ενεπλάκησαν στη Μάχη της Ναϊσσού.

Φαίνεται ότι ο Αυρηλιανός, που ήταν υπεύθυνος όλου του ρωμαϊκού ιππικού κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κλαύδιου, ηγήθηκε της αποφασιστικής επίθεσης στη μάχη. Μερικοί επιζώντες εγκαταστάθηκαν στην αυτοκρατορία, ενώ άλλοι ενσωματώθηκαν στο ρωμαϊκό στρατό. Η μάχη εξασφάλισε την επιβίωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για άλλους δύο αιώνες. Το 270, μετά το θάνατο του Κλαύδιου, οι Γότθοι υπό την ηγεσία του Κανναβαούδη εξαπέλυσαν νέα εισβολή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αλλά ηττήθηκαν από τον Αυρηλιανό, που ωστόσο εγκατέλειψε τη Δακία πέρα ​​από τον Δούναβη.

Γύρω στο 275 οι Γότθοι εξαπέλυσαν μια τελευταία μεγάλη επίθεση στη Μικρά Ασία], όπου η πειρατεία από τους Γότθους της Μαύρης Θάλασσας ταλαιπωρούσε πολύ την ΚολχίδαΚόλπους, τον Πόντο, την Καππαδοκία, τη Γαλατία, ακόμη και την Κιλικία. Νικήθηκαν το 276 από τον Αυτοκράτορα Μάρκο Κλαύδιο Τάκιτο.

Το 332 ο Μέγας Κωνσταντίνος βοήθησε τους Σαρμάτες να εγκατασταθούν στις βόρειες όχθες του Δούναβη για να αμύνονται στις επιθέσεις των Γότθων και έτσι να διασφαλίζουν τα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αναφέρεται ότι περίπου 100.000 Γότθοι σκοτώθηκαν στη μάχη και ο Αριάρικος, γιος του βασιλιά των Γότθων, αιχμαλωτίστηκε.

Καθώς οι Γότθοι γίνονταν όλο και περισσότερο στρατιώτες στις Ρωμαϊκές στρατιές τον 4ο αιώνα μ.Χ., συνέβαλαν στο σχεδόν πλήρη εκγερμανισμό του Ρωμαϊκού Στρατού εκείνη την εποχή. Η γοτθική τάση για δερμάτινα έγινε στην Κωνσταντινούπολη μόδα, που καταδικάστηκε έντονα από τους συντηρητικούς.

Μετά από ένα λιμό ακολούθησε ο Γοτθικός πόλεμος το 376-382, όταν επαναστάτησαν οι Γότθοι και μερικοί από τους τοπικούς Θράκες . Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Ουάλης σκοτώθηκε στη Μάχη της Αδριανούπολης το 378. Μετά την αποφασιστική γοτθική νίκη στην Αδριανούπολη ο Ιούλιος, magister militum της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οργάνωσε μια μεγάλης κλίμακας σφαγή Γότθων στη Μικρά Ασία, τη Συρία και άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Ανατολής. Φοβούμενος την εξέγερση, ο Ιούλιος παρέσυρε τους Γότθους στα όρια των αστικών δρόμων από τους οποίους δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και σφαγίασαν αδιακρίτως στρατιώτες και πολίτες. Με τη διάδοση της είδησης, οι Γότθοι εξεγέρθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή και πολλοί σκοτώθηκαν. Οι επιζήσαντες εγκαταστάθηκαν πιθανόν στη Φρυγία. Παρόλο που οι Ούννοι υπέταξαν με επιτυχία πολλούς από τους Γότθους, που εντάχθηκαν στις τάξεις τους, μια ομάδα Γότθων υπό την ηγεσία του Φριτίγερνου διέφυγαμ από το Δούναβη. Σημαντικές πηγές για αυτή την περίοδο της γοτθικής ιστορίας είναι η Res gestae (Ιστορία) του Αμμιανού, που αναφέρει τη γοτθική συμμετοχή στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Προκόπιο και τον Αυτοκράτορας Ουάλη του 365 και αφηγείται το Γοτθικό Πόλεμο (376-382). Περίπου το 375 μ.Χ. οι Ούννοι υπερίσχυσαν των Αλανών και στη συνέχεια των Γότθων.

Στα τέλη του 4ου αιώνα οι Ούννοι έφθασαν από τα ανατολικά και εισέβαλαν στην περιοχή που ελεγχόταν από τους Γότθους.

Βησιγότθοι και Οστρογότθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 4ο αιώνα, οι Γότθοι είχαν καταλάβει τη Ρωμαϊκή Δακία και διαιρέθηκαν σε τουλάχιστον δύο ξεχωριστές ομάδες που χωρίζονταν από τον Ποταμό Δνείστερο: οι Θερβίγγιοι (υπό τη δυναστεία των Μπάλντι) και οι Γκρεοτούγγοι (υπό τη δυναστεία Αμαλι). Οι Γότθοι χωρίστηκαν σε δύο κύριους κλάδους, τους Βησιγότθους, που έγιναν φοιδεράτοι (ομόσπονδοι) της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και οι Οστρογότθοι, που εντάχθηκαν στους Ούννους.

Τόσο όσο οι Γκρεοτούγγοι όσο και οι Θερβίγγιοι εκρωμαίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά τον 4ο αιώνα. Αυτό συνέβη μέσω του εμπορίου με τους Ρωμαίους, καθώς και μέσω της προσχώρησης των Γότθων σε μια στρατιωτική σύμβαση με το Βυζάντιο που περιελάμβανε εγγυήσεις στρατιωτικής βοήθειας. Αναφέρεται ότι ο Κωνσταντίνος έφερε 40.000 Γότθους για να υπερασπιστούν την Κωνσταντινούπολη προς το τέλος της βασιλείας του και η Ανακτορική Φρουρά αποτελείτο κυρίως από Γερμανικούς στρατιώτες, καθώς η ποιότητα και η ποσότητα των ιθαγενών Ρωμαϊκών στρατευμάτων έφθινε συνεχώς. Ο Γότθος ιεραπόστολος Ουλφίλας, που επινόησε το Γοτθικό αλφάβητο για να μεταφράσει την Αγία Γραφή, είχε προσηλυτίσει πολλούς από τους Γότθους από το Γερμανικό παγανισμό στον Αρειανισμό.

Οι Γότθοι παρέμειναν διαιρεμένοι - ως Βησιγότθοι και Οστρογότθοι - κατά τον 5ο αιώνα. Αυτές οι δύο φυλές ήταν μεταξύ των Γερμανικών λαών που συγκρούστηκαν με την ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τις Μεγάλες μεταναστεύσεις. Μια δύναμη Βησιγότθων υπό την ηγεσία του Αλάριχου λεηλάτησε τη Ρώμη το 410. Ο Ονώριος παραχώρησε στους Βησιγότθους την Ακουιτανία, όπου εκείνοι νίκησαν τους Βανδάλους και κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Ιβηρικής Χερσονήσου το 475.

H μέγιστη έκταση των εδαφών που κυβερνούσε ο Θεοδώριχος ο Μέγας το 523

Βησιγότθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούννοι επέπεσαν πάνω στους Θερβίγγιους, των οποίων ο αυστηρά παγανισής ηγέτης Αθανάριχος, ζήτησε καταφύγιο στα βουνά. Εν τω μεταξύ, ο Αρειανός επαναστάτης οπλαρχηγός Φριτίγερνος προσέγγισε τον Ανατολικό Ρωμαίο αυτοκράτορα Ουάλη το 376 με ένα μέρος του λαού του και ζήτησε να τους επιτραπεί να εγκατασταθούν στη νότια όχθη του Δούναβη. Ο Ουάλης το επέτρεψε αλλά και βοήθησε τους Γότθους να διασχίσουν τον ποταμό (πιθανώς στο φρούριο Ντουροστόρουμ).

Το 410 οι Βησιγότθοι λεηλάτησαν τη Ρώμη υπό τον Αλάριχο Α΄, το 418 ίδρυσαν ένα Βησιγοτθικό Βασίλειο στην Ακουιτανία και το 451 νίκησαν τον Αττίλα στη Μάχη των Εθνών υπό το Θεοδώριχο Α΄.

Το 507, οι Βησιγότθοι απωθήθηκαν στην Ιβηρική χερσόνησο από το Φραγκικό Βασίλειο μετά τη Μάχη του Βουιγιέ το 507. Στα τέλη του 6ου αιώνα οι Βησιγότθοι είχαν προσηλυτισθεί στο Χριστιανισμό. Κατακτήθηκαν το 711 όταν οι Μουσουλμάνοι Μαυριτανοί νίκησαν το Ροντέρικο κατά την κατάκτηση της Ιβηρικής από τους Ομεϋάδες, αλλά ίδρυσαν το Βασίλειο των Αστουριών το 718 και άρχισαν να ανακτούν τον έλεγχο υπό την ηγεσία του Βησιγότθου ευγενή Πελάγιου των Αστουριών, με τη νίκη του οποίου στη Μάχη της Κοβαδόνγκα (περίπου 722) άρχισε η μακραίωνη Ανακατάκτηση. Από το Βασίλειο των Αστουριών προέκυψαν οι σύγχρονες Ισπανία και Πορτογαλία. Αυτοί οι Γότθοι εξισπανίστηκαν εντελώς, διατηρώντας ελάχιστα τον αρχικό τους πολιτισμό εκτός από τα γερμανικά ονόματα που εξακολουθούν να είναι σε χρήση στη σημερινή Ισπανία.

Στα τέλη του 6ου αιώνα οι Γότθοι εγκαταστάθηκαν ως φοιδεράτοι σε μέρη της Μικράς Ασίας. Οι απόγονοί τους, που σχημάτισαν την ελίτ των Οπτιμάτων, εξακολουθούσαν να ζουν εκεί στις αρχές του 8ου αιώνα. Ενώ αφομειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, η γοτθική τους προέλευση ήταν ακόμα γνωστή: Ο χρονικογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής τους αποκαλεί Γοτθογραικούς.

Oστρογότθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κρίστοφερ Μπέκγουιθ υποστηρίζει ότι ολόκληρη η Ουννική απειλή στην Ευρώπη και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μια προσπάθεια να υποταχθούν οι ανεξάρτητοι Γότθοι στα δυτικά. Είναι πιθανό η επίθεση των Ούννων να ήρθε ως απάντηση στην επέκταση των Γότθων προς ανατολάς. Ο Ερμανάριχος αυτοκτόνησε και οι Γκρεουτούγγοι περιήλθαν υπό την κυριαρχία των Ούννων..

Τον 4ο αιώνα ο βασιλιάς Ερμανάριχος των Γκρεουτούγγων έγινε ο ισχυρότερος Γότθος ηγεμόνας, που έφτασε να κυριαρχήσει σε μια τεράστια περιοχή, που πιθανώς εκτεινόταν από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και ανατολικά ως τα Ουράλια Όρη. Η κυριαρχία του Ερμανάριχου στις εμπορικές διαδρομές των Βόλγα-Ντον έκανε τον ιστορικό Γκότφριντ Σραμ να θεωρήσει το βασίλειό του ως προπομπό του ιδρυμένου από τους Βίκινγκς κράτους των Ρως του Κιέβου.

Το 454 μ.Χ. οι Οστρογότθοι εξεγέρθηκαν με επιτυχία εναντίον των Ούνων στη Μάχη του Νεντάο και ο ηγέτης τους Θεοδώριχος ο Μέγας εισέβαλε στην Ιταλία το 488 και εγκατέστησε εκεί το λαό του, ιδρύοντας ένα Οστρογοτθικό Βασίλειο που τελικά απέκτησε τον έλεγχο ολόκληρης της Ιταλικής χερσονήσου.

Υπό το Θεοδέμιρο οι Οστρογότθοι αποτίναξαν την κυριαρχία μετά τη Μάχη του Νεντάο το 454 και κατάφεραν να νικήσουν αποφασιστικά τους Ούννους ξανά στη Μπασίγιανα (Σερβία) το 468. Κατόπιν αιτήματος του αυτοκράτορα Ζήνωνα ο Θεοδώριχος ο Μέγας κατέλαβε όλη την Ιταλία από τον Σκίρο Οδόακροτο 488. Οι Γότθοι επανενώθηκαν για λίγο υπό ένα στέμμα στις αρχές του 6ου αιώνα υπό το Θεοδώριχο το Μέγα, που έγινε αντιβασιλέας του Βισηγοτθικού βασιλείου μετά το θάνατο του Αλάριχου Β΄ στη Μάχη του Βουιγιέ το 507. Ο Προκόπιος καθιέρωσε το όνομα Βησιγότθοι ως "δυτικοί Γότθοι" και το όνομα Οστρογότθοι ως "ανατολικοί Γότθοι", κατοπτρίζοντας τη γεωγραφική κατανομή των γοτθικών βασιλείων εκείνη την εποχή.

Το Οστρογοτθικό βασίλειο διατηρήθηκε μέχρι το 553 υπό τον Τεΐα, όταν η Ιταλία επέστρεψε για λίγο υπό τον έλεγχο του Βυζαντίου. Αυτή η αποκατάσταση της αυτοκρατορικής κυριαρχίας ανετράπη με την κατάκτηση από τους Λομβαρδούς το 568. Λίγο μετά τον θάνατο του Θεοδώριχου η χώρα καταλήφθηκε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στο Γοτθικό Πόλεμο (535-554) που ερήμωσε τη χερσόνησο. Το 552, όταν ο ηγέτης του Toτίλας σκοτώθηκε στη Μάχη των Ταγινών, η ουσιαστική αντίσταση των Οστρογότθων έληξε και οι απομείναντες Γότθοι στην Ιταλία αφομοιώθηκαν από τους Λομβαρδούς, μια άλλη Γερμανική φυλή, που εισέβαλαν στην Ιταλία και ίδρυσαν το Βασίλειό τους το 567 μ.Χ.

Στα τέλη του 18ου αιώνα οι Γοτθικές φυλές που παρέμεναν στα εδάφη γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, ειδικά στην Κριμαία - τότε γνωστές ως Κριμαϊκοί Γότθοι - εξακολουθούσαν να αναφέρονται ως υπάρχοντες στην περιοχή και μιλούσαν μια Κριμαϊκή Γοτθική διάλεκτο, που τους καθιστούσε τους τελευταίους αληθινούς Γότθους. Η γλώσσα πιστεύεται ότι μιλιόταν μέχρι το 1945. Πιστεύεται ότι έχουν αφομοιωθεί από τους Τάταροι της Κριμαίας. Ωστόσο 'εχει υποστηριχθεί ότι οι Γότθοι της Κριμαίας επιβίωσαν και διασταυρώθηκαν με Γερμανούς αποίκους στην Κριμαία επί Τρίτου Ράιχ και ότι οι Γερμανικές κοινότητες της Κριμαίας αποτελούσαν αυτόχθονες λαούς αυτής της περιοχής.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οστρογοτθική πόρπη, 500 μ.Χ., Γερμανικό Εθνικό Μουσειο Νυρεμβέργης.

Πριν από την εισβολή των Ούννων, ο Γοτθικός πολιτισμός Τσερνιακόφ παρήγαγε κοσμήματα, αγγεία και διακοσμητικά αντικείμενα σε ύφος που επηρεάστηκε από Έλληνες και Ρωμαίους τεχνίτες. Ανέπτυξαν ένα πολύχρωμο στυλ χρυσοχοίας, χρησιμοποιώντας σφυρηλατημένα στοιχεία ή συνθέσεις για την ένθεση πολύτιμων λίθων στα χρυσά αντικείμενά τους. Αυτό το ύφος επικρατούσε στις Δυτικές Γερμανικές περιοχές καθ' όλο το Μεσαίωνα.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γοτθική είναι η πρώτη πιστοποιημένη Γερμανική γλώσσα, από τις αρχές του 4ου αιώνα, καθιστώντας την αντικείμενο ενδιαφέροντος για τη συγκριτική γλωσσολογία. Όλες οι άλλες |Ανατολικές Γερμανικές γλώσσες είναι γνωστές, όσο είναι, από κύρια ονόματα που επιβίωσαν σε ιστορικές περιγραφές και από λέξεις-δάνεια σε άλλες γλώσσες. Είναι γνωστή κυρίως από τον Αργυρό Κώδικα, μια μετάφραση της Αγίας Γραφής.

Η γλώσσα περιέπεσε σε παρακμή από τα μέσα του 6ου αιώνα, λόγω της στρατιωτικής επικράτησης των Φράγκων, της εξάλειψης των Γότθων στην Ιταλία και της γεωγραφικής απομόνωσης. Στην Ισπανία η γλώσσα έχασε την τελευταία και πιθανότατα ήδη μειούμενη λειτουργία της ως εκκλησιαστικής γλώσσας όταν οι Βησιγότθοι προσηλυτίστηκαν στον Καθολικισμό το 589. Είναι σήμερα μια νεκρή γλώσσα.

Ρομαντική απεικόνιση του Ουλφίλα να προσηλυτίζει τους Γότθους στον Αρειανισμό.

Κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρχαιολογικά ευρήματα στα νεκροταφεία των Βησιγότθων δείχνουν ότι η κοινωνική διαστρωμάτωση ήταν ανάλογη με αυτή του χωριού του Σάββα του Γότθου. Η πλειοψηφία των χωρικών ήταν απλοί αγρότες. Οι άποροι θάβονταν με επικήδειες τελετές, σε αντίθεση με τους σκλάβους. Σε ένα χωριό από 50 έως 100 άτομα, υπήρχαν τέσσερα ή πέντε ζευγάρια προυχόντων.

Στην Ανατολική Ευρώπη οι κατοικίες ήταν υπόγειες, ισόγειες και παραπήγματα. Ο μεγαλύτερος γνωστός οικισμός είναι η Περιοχή Κριουλένι. Τα νεκροταφεία του Τσερνιακόφ χαρακτηρίζονται τόσο από ταφές τόσο αποτέφρωσης όσο και ενταφιασμού. Στις τελευταίες το κεφάλι βρίσκεται στα βόρεια. Μερικοί τάφοι βρέθηκαν άδειοι. Τα ταφικά αντικείμενα περιλαμβάνουν συχνά κεραμικά, χτένες από κόκκαλο και εργαλεία από σίδερο, αλλά σχεδόν ποτέ τα όπλα.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχαιολογία δείχνει ότι οι Βησιγότθοι, σε αντίθεση με τους Οστρογότθους, ήταν κατά κύριο λόγο αγρότες. Καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη, λινάρι. Εκτρέφανε επίσης χοίρους, πουλερικά και κατσίκες. Εκτρέφονταν επίσης άλογα και γαϊδούρια ως ζώα για εργασίες και τρέφονταν με σανό. Τα πρόβατα εκτρέφονταν για το μαλλί τους, από το οποίο έφτιαχναν ρούχα. Η αρχαιολογία δείχνει ότι ήταν ειδικευμένοι αγγειοπλάστες και σιδηρουργοί. Όταν διαπραγματεύονταν ειρηνευτικές συμφωνίες με τους Ρωμαίους, οι Γότθοι απαιτούσαν ελεύθερο εμπόριο. Οι εισαγωγές από τη Ρώμη περιλάμβαναν κρασί και μαγειρικό λάδι.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ αρχικά ασκούσαν το Γοτθικό παγανισμό, οι Γότθοι προσηλυτίσθηκαν σταδιακά στον Αρειανισμό τον 4ο αιώνα, ως αποτέλεσμα της ιεραποστολικής δράσης του Γότθου επισκόπου Ουλφίλα, που επινόησε ένα γοτθικό αλφάβητο για να μεταφράσει την Αγία Γραφή

Τη δεκαετία του 370, οι προσηλυτισμένοι Γότθοι υπέστησαν διώξεις από τις απομένουσες παγανιστικές αρχές του λαού των Θερβιγγίων.

Το Βησιγοτθικό Βασίλειο στην Ιβηρική χερσόνησο προσηλυτίσθηκε στον Καθολικισμό τον 7ο αιώνα.

Οι Οστρογότθοι (και τα υπολείμματά τους, οι Κριμαϊκοί Γότθοι) ήταν στενά συνδεδεμένοι με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης από τον 5ο αιώνα και ενσωματώθηκαν πλήρως στο Μητρόπολη της Γοτθίας τον 9ο αιώνα.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ισπανία ο Βησιγότθος ευγενής Πελάγιος των Αστουριών, που ίδρυσε το Βασίλειο των Αστουριών και άρχισε την Ανακατάκτηση με τη Μάχη της Κοβανόγκα, είναι εθνικός ήρωας, θεωρούμενος ο πρώτος μονάρχης της χώρας.

Οι ίδιοι οι κάτοικοι του Γκότλαντ είχαν προφορικές παραδόσεις μαζικής μετανάστευσης προς τη νότια Ευρώπη, καταγεγραμμένες στη Γκουτασάγκα. Αν τα γεγονότα σχετίζονται, αυτό αποτελεί μοναδική περίπτωση παράδοσης που άντεξε για περισσότερα από χίλια χρόνια και που στην πραγματικότητα προηγήθηκε των περισσότερων μεγάλων διαχωρισμών της γερμανικής γλωσσικής οικογένειας.

Η σχέση των Γότθων με τη Σουηδία αποτέλεσε σημαντικό μέρος του σουηδικού εθνικισμού και, μέχρι το 19ο αιώνα, οι Σουηδοί θεωρούντο συνήθως άμεσοι απόγονοι των Γότθων. Σήμερα οι Σουηδοί μελετητές το αναγνωρίζουν ως πολιτιστικό κίνημα που ονομάζεται Γοτθικισμός, που περιελάμβανε έναν ενθουσιασμό για την Αρχαία σκανδιναβική γλώσσα.

Η γοτθική γλώσσα και ο πολιτισμός εξαφανίστηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, αν και η επιρροή τους συνεχίστηκε εν μλερει σε ορισμένα Δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Μέχρι το 16ο αιώνα, μικρός αριθμός ανθρώπων στην Κριμαία ενδέχεται να μιλούσε ακ όμη την Κριμαϊκή Γοτθική.

Η γλώσσα επέζησε ως μητρική γλώσσα στην Ιβηρική χερσόνησο (σύγχρονη Ισπανία και Πορτογαλία) μέχρι τον 8ο αιώνα και ο Φράγκος συγγραφέας Ουαλαφρίδος Στραβός έγραψε ότι εξακολουθούσε να μιλιέται στην περιοχή του Κάτω Δούναβη και ότι η Γοτθική Κριμαϊκή μιλιόταν σε απομονωμένες ορεινές περιοχές της Κριμαίας στις αρχές του 9ου αιώνα. Οι γοτθικόμορφοι όροι που βρέθηκαν στα μεταγενέστερα (μετά τον 9ο αιώνα) χειρόγραφα μπορεί να μην ανήκουν στην ίδια γλώσσα.

Στη μεσαιωνική και τη σύγχρονη Ισπανία οι Βησιγότθοι θεωρούνται πηγή της Ισπανικής αριστοκρατίας (συγκρίνετε το Γκομπινώ για μια παρόμοια άποψη για τη Γαλλία). Από τις αρχές του 7ου αιώνα η εθνική διάκριση μεταξύ Βησιγότθων και Ισπανορωμαίων είχε εξαφανιστεί, αλλά η αναγνώριση της γοτθικής καταγωγής, π.χ. σε επιτύμβιες στήλες, εξακολουθούσε να επιβιώνει μεταξύ της αριστοκρατίας. Η Βησιγοτθική αριστοκρατία του 7ου αιώνα έβλεπε εαυτήν ως φορέα μιας ιδιαίτερης γοτθικής συνείδησης και ως φύλακα παλαιών παραδόσεων, όπως η γερμανική ονοματοδοσία. Πιθανώς αυτές οι παραδόσεις περιορίζονταν γενικά στην οικογενειακή σφαίρα (οι Ισπανορωμαίοι ευγενείς υπηρετούσαν στους Βησιγότθους ευγενείς ήδη από τον 5ο αιώνα και οι δύο κλάδοι της ισπανικής αριστοκρατίας είχαν υιοθετήσει πλήρως παρόμοια έθιμα δύο αιώνες αργότερα).

Οι ισπανικές και σουηδικές διεκδικήσεις γοτθικής καταγωγής οδήγησαν σε σύγκρουση στο Συμβούλιο της Βασιλείας το 1434. Πριν οι συγκεντρωμένοι καρδινάλιοι και αντιπρόσωποι ασχοληθούν με τη θεολογική συζήτηση, έπρεπε να αποφασίσουν πώς θα καθίσουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Οι αντιπροσωπείες από τα πιο εξέχοντα έθνη υποστήριξαν ότι έπρεπε να κάθονται πιο κοντά στον Πάπα και υπήρχαν επίσης διαφωνίες σχετικά με το ποιός θα είχε τις καλύτερες καρέκλες και ποιος εκείνες σε χαλάκια. Σε ορισμένες περιπτώσεις συμβιβάστηκαν έτσι ώστε ορισμένοι να έχουν μισή καρέκλα στην άκρη ενός χαλιού. Σε αυτή τη σύγκρουση, ο Νικολάους Ραγκβάλντι, επίσκοπος της μητρόπολης του Βέξιο, ισχυρίστηκε ότι οι Σουηδοί ήταν απόγονοι των μεγάλων Γότθων και ότι ο λαός των Västergötland (Westrogothiaστα Λατινικά) ήταν οι Βησιγότθοι και ο λαός του Östergötland (Ostrogothia στα Λατινικά) Ήταν οι Οστρογόθτοι. Η ισπανική αντιπροσωπεία αντέτεινε ότι μόνο οι τεμπέληδες και ασυνεννόητοι Γότθοι παρέμειναν στη Σουηδία, ενώ οι ηρωικοί Γότθοι είχαν εγκαταλείψει τη Σουηδία, εισέβαλαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και εγκαταστάθηκαν στην Ισπανία.

Αρχαίοι που έγραψαν για τους Γότθους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αμβρόσιος: Ο πρόλογος του De Spiritu Sancto (Για το Άγιο Πνεύμα) κάνει παραπομπή στους βασιλικούς τίτλους του Αθανάριχου πριν το 376.
  • Αμμιανός Μαρκελλίνος: Res Gestae Libri XXXI. Έγραψε ότι η κυριαρχία των Ούννων επί των γοτθικών βασιλείων στη Σκυθία ξεκίνησε στη δεκαετία του 370.
  • Οι ανώνυμοι συγγραφείς της Ιστορίας των Αυγούστων έγραψαν ότι οι Γότθοι, μαζί με τους Έρουλους, λεηλάτησαν την Ηράκλεια Ποντική, την Κύζικο και το Βυζάντιο. Νικήθηκαν από το ρωμαϊκό ναυτικό, αλλά κατάφεραν να διαφύγουν στο Αιγαίο, όπου λεηλάτησαν τα νησιά Λήμνο και Σκύρο. Μετά τη Μάχη των Θερμοπυλών (267 μ.Χ.) λεηλάτησαν αρκετές πόλεις της νότιας Ελλάδας (επαρχία Αχαΐας), όπως η Αθήνα, η Κόρινθος, το Άργος, η Ολυμπία και η Σπάρτη. Μια αθηναϊκή πολιτοφυλακή, υπό την ηγεσία του ιστορικού Δέξιππου, απώθησε τους εισβολείς στο βορρά, όπου συνελήφθησαν από το ρωμαϊκό στρατό υπό το Γαλλιενό. Ωστόσο είναι γνωστό ότι μεγάλα τμήματα είναι ψευδή και αμφισβητείται η πραγματική ακρίβεια των υπολοίπων. Από τις δεύτερες εισβολές η ιστορία αναφέρει ότι ένας τεράστιος συνασπισμός αποτελούμενος από Γότθους (Γκρεουτούγκους και Θερβίγγιους), Γέπιδες και Βαστάρνες, και πάλι υπό τους Έρουλους, συγκεντρώθηκε στις εκβολές του ποταμού Τύρα (Δνείστερου). Υποστηρίζεται ότι ο συνολικός αριθμός τους ήταν 2.000-6.000 πλοία και 325.000 άνδρες. Πρόκειται μάλλον για μεγάλη υπερβολή, αλλά παραμένει ενδεικτικός της κλίμακας της εισβολής. Μετά την αποτυχία να εισβάλουν σε μερικές πόλεις στις ακτές της δυτικής Μαύρης Θάλασσας και του Δούναβη (Κωνστάντζα, Μαρκιανούπολις), επιτέθηκαν στο Βυζάντιο και στο Ουσκουντάρ. Μέρος του στόλου τους καταστράφηκε είτε λόγω της απειρίας των Γότθων να διασχίσουν τα βίαια ρεύματα της Προποντίδας είτε επειδή νικήθηκε από το ρωμαϊκό ναυτικό.
  • Αυρήλιος Βίκτωρ: Οι Καίσαρες]], ιστορία από τον Αύγουστο έως τον Κωνστάντιο Β´
  • Κασσιόδωρος: Χαμένη ιστορία των Γότθων που χρησιμοποιήθηκε από τον Ιορδάνη
  • Κλαυδιανός: Ποιήματα
  • Επιτομή του Καισαρίμπους
  • Ο Έλληνας ιστορικός του 4ου αιώνα Ευνάπιος περιέγραψε το δυνατό σωματότυπο των Γότθων με υποτιμητικό τρόπο: Τα σώματά τους προκαλούσαν περιφρόνηση σε όλους όσους τα έβλεπαν, επειδή ήταν πάρα πολύ μεγάλα και βαρειά για τα πόδια τους και η μέση τους όπως ακριβώς εκείνων των εντόμων που περιγράφει ο Αριστοτέλης
  • Ευτρόπιος: Breviarium historiae Romanae
  • Ευσέβιος, ιστορικός που έγραψε στα ελληνικά, έγραψε ότι το 334 ο Κωνσταντίνος εκκένωσε περίπου 300.000 Σαρμάτες από τη βόρεια όχθη του Δούναβη μετά από μια εξέγερση των σκλάβων των Σαρματών. Από το 335 ως το 336 ο Κωνσταντίνος, συνεχίζοντας την εκστρατεία του στο Δούναβη, νίκησε πολλές γοτθικές φυλές.
  • Γρηγόριος Νύσσης
  • Χέρμαν του Ραϊχενάου, μελετητής του 11ου αιώνα, έγραψε ότι οι Γότθοι εισέβαλαν στο Αιγαίο και μια ομάδα τους λεηλάτησε τα νησιά του Αιγαίου μέχρι την Κρήτη, τη Ρόδο και την Κύπρο. Ο στόλος πιθανώς λεηλάτησε επίσης την Τροία και την Εφεσο, καταστρέφοντας το Ναό της Αρτέμιδος, ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου. Ενώ η κύρια δύναμή τους είχε κατασκευάσει πολιορκητικά έργα και λίγο έλειψε να καταλάβει τις πόλεις Θεσσαλονίκη και Κασσάνδρεια, υποχώρησε στο εσωτερικό των Βαλκανίων όταν πληροφορήθηκε ότι κατέφθανε ο αυτοκράτορας. Κατά την υποχώρησή τους, λεηλάτησαν τη Δοϊράνη και την Πελαγονία
  • Ιερώνυμος: Χρονικό
  • Ιορδάνης, στα Γετικά του, στα μέσα του 6ου αιώνα, έγραψε ότι οι πρώτοι μετανάστες Γότθοι κατέπλευσαν από τη Σκάντζα (Σκανδιναβία) υπό το Βασιλιά Μπέριγκ με τρία πλοία. Το ένα πλήρωμα εγκαταστάθηκε κοντά στο Βιστούλα. Στη συνέχεια μετακόμισαν σε μια περιοχή κατά μήκος της νότιας ακτής της Βαλτικής Θάλασσας που κατοικείτο από τους Ρούγιους και τους εκδίωξαν.
  • Ιουλιανός ο Αποστάτης
  • Λακτάντιος: Περί των Θανάτων των Διωκτών
  • Ολυμπιόδωρος ο Θηβαίος
  • Panegyrici latini
  • Παυλίνος ο Διάκονος: Η ζωή του επισκόπου Αμβρόσιου του Μιλάνου
  • Παύλος Ορόσιος έγραψε ότι οι Γότθοι ήταν από το ίδιο γένος με τους Σουήδες, τους Βανδάλους και τις άλλες σκανδιναβικές φυλές.
  • Φιλοστόργιος: Ελληνας εκκλησιαστικός ιστορικός
  • Πλίνιος ο Πρεσβύτερος έγραψε ότι ο Πυθέας, εξερευνητής που επισκέφτηκε τη Βόρεια Ευρώπη τον 4ο αιώνα π.Χ., ανέφερε ότι οι Γκούτονες, λαός της Γερμανίας, κατοικούν στις όχθες μιας εκβολής που ονομάζεται Μεντόνομον (η Βαλτική Θάλασσα).
  • Ο Βυζαντινός ιστορικός του 6ου αιώνα Προκόπιος έγραψε ότι οι Γότθοι ήταν ψηλοί και ξανθομάλληδες: επειδή όλοι έχουν λευκά σώματα και αρκετές τρίχες και είναι ψηλοί και όμορφοι. Σημείωσε ότι οι Γότθοι, οι Γέπιδες και οι Βάνδαλοι ήταν φυσικά και πολιτισμικά πανομοιότυποι, υποδηλώνοντας κοινή προέλευση.
  • Σωζομενός
  • Συνέσιος: De regno και De providentia. Ο Έλληνας επίσκοπος του 4ου αιώνα σύγκρινε τους Γότθους με τους λύκους ανάμεσα στα πρόβατα, τους κορόιδευε επειδή φορούσαν δέρματα και αμφισβητούσε την πίστη τους προς τη Ρώμη: "Ένας άνδρας ντυμένος με δέρματα που ηγείται των πολεμιστών που φορούν χλαμύδα, ανταλλάσσοντας τα πρόβεια δέρματά του με την τήβεννο για να συζητήσει με τους Ρωμαίους δικαστές και ίσως μάλιστα να καθίσει δίπλα σε έναν Ρωμαίο ύπατο, ενώ οι νομοταγείς άνδρες του κάθονταν πίσω. Τότε αυτοί οι ίδιοι άνδρες, αφού είχαν μόλις φύγει από τη Σύγκλητο, έβαλαν και πάλι τα πρόβεια δέρματά τους και όταν επανήλθαν στους συντρόφους τους, χλεύαζαν την τήβεννο, λέγοντας ότι δεν μπορούσαν να τραβήξουν άνετα τα σπαθιά τους".
  • Τάκιτος έγραψε ότι οι Γότθοι και οι γειτονικοί Ρούγιοι και Λεμόβιοι έφεραν ασπίδες και μικρά σπαθιά. Ωστόσο,οι Γότθοι, που αργότερα θα πολεμούσαν ή θα ήταν σύμμαχοι με τους Ούννους ή τη Ρώμη, ίσως να μην είναι οι ίδιοι που περιγράφει ο Τάκιτος.
  • Θεμίστιος: Ομιλίες
  • Θεοδώρητος ο Κύρου
  • Θεοδοσιανός κώδικας
  • Σύμφωνα με το Ζώσιμο ο Δέξιππος κέρδισε σημαντική νίκη κοντά στο Νέστο, στα όρια μεταξύ της Ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας και της Θράκης, οπότε το Δαλματικό ιππικό του ρωμαϊκού στρατού κέρδισε τη φήμη των καλών μαχητών. Οι αναφερθείσες απώλειες των βαρβάρων ήταν 3.000 άντρες. Γράφει για τη Μάχη της Ναϊσσού από ένα ρωμαϊκό στρατό με επικεφαλής τον Κλαύδιο που προέλαυνε προς βορρά. Η μάχη πιθανότατα έλαβε χώρα το 269 και ήταν σφοδρή και αμφίρροπη. Μεγάλος αριθμός και από τις δύο πλευρές σκοτώθηκαν, αλλά, στο κρίσιμο σημείο, οι Ρωμαίοι εξαπάτησαν τους Γότθους σε μια ενέδρα προσποιούμενοι υποχώρηση. Περίπου 50.000 Γότθοι φέρονται να σκοτώθηκαν ή να αιχμαλωτίστηκαν και η βάση τους στη Θεσσαλονίκη καταστράφηκε.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα