Γότθοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γότθοι στρατιώτες σε μεταλλικό σκεύος του 388 μ.Χ.

Οι Γότθοι ήταν ένας ανατολικός γερμανικός λαός, εκ του οποίου δύο κλάδοι, οι Βησιγότθοι και οι Οστρογότθοι, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ανάδυση της μεσαιωνικής Ευρώπης. Οι Γότθοι κυριάρχησαν σε μια τεράστια έκταση, που στο μέγιστό της υπό το Γερμανικό βασιλιά Ερμάναρικ και τον υποβασιλιά του Ατάναρικ εκτεινόταν πιθανότατα από το Δούναβη ως το Ντον και από τη Μαύρη ως τη Βαλτική Θάλασσα. Κατά το 2ο μ.Χ. αιώνα εγκαταστήθηκαν στη Σκυθία, τη Δακία και την Παννονία. Τους 3ο και 4ο αι. επέδραμαν στις περιοχές του Βυζαντίου και αργότερα ασπάσθηκαν τον Αρειανισμό. Τον 5ο και 6ο αι. χωρίστηκαν σε Βησιγότθους (δυτικοί Γότθοι) και Οστρογότθους (ανατολικοί Γότθοι). Ίδρυσαν ισχυρά κράτη, διάδοχα του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, στην Ιβηρική χερσόνησο και στην Ιταλία.

Οι Γότθοι μιλούσαν τη Γοτθική γλώσσα, μια από τις εξαφανισμένες Ανατολικές γερμανικές γλώσσες, που μιλιόταν το τελευταίο στην Κριμαία το 18ο αιώνα από τους Γότθους της Κριμαίας.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γκέταλαντ, νότια Σουηδία, με το νησί Γκότλαντ στα ανατολικά, πιθανή προέλευση των Γότθων. Τα νοτιότερα και δυτικότερα τμήματα, Σκάνια, Χάλαντ, Μπλέκιγκε και Μπούχουσλεν, δεν ήταν αρχικά τμήμα της Γκέταλαντ αλλά Δανονορβηγικό έδαφος μέχρι το 1658.

Στη Γοτθική γλώσσα ονομάζονταν Γκουτ-μπιούντα, που συνήθως μεταφράζεται ως «Γοτθικός λαός». Στα Παλαιονορβηγικά ήταν γνωστοί ως Γκούταρ ή Γκόταρ και στα Λατινικά ως Gothi.

Οι Γότθοι έχουν αναφερθεί με πολλά ονόματα, ίσως γιατί τουλάχιστον εν μέρει αποτελούσαν πολλές ξεχωριστές εθνοτικές ομάδες, αλλά και επειδή σε πρώιμες περιγραφές των Πρωτοϊνδοευρωπαϊκών και αργότερα των Γερμανικών μεταναστεύσεων κατά τις Μεγάλες μεταναστεύσεις γενικά ήταν κοινή πρακτική η χρήση διαφορετικών ονομάτων για την αναφορά στην ίδια ομάδα. Οι Γότθοι πίστευαν (όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές) ότι τα διάφορα ονόματα προέρχονταν από ένα μοναδικό προϊστορικό εθνώνυμο που αναφερόταν αρχικά σε έναν ενιαίο πολιτισμό, που άκμασε γύρω στα μέσα της πρώτης χιλιετίας π.Χ., δηλαδή τους αρχικούς Γότθους.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, επί Αδριανού, με τη θέση των showing the location of t Γοτθόνων Ανατολικής Γερμανικής ομάδας, που κατοικούσε τότε στην ανατολική όχθη του ποταμού Βιστούλα), στη σημερινή Πολωνία

Η ακριβής προέλευση των αρχαίων Γότθων είναι άγνωστη. Οι μαρτυρίες για αυτούς πριν αλληλεπιδράσουν με τους Ρωμαίους είναι περιορισμένα. Η παραδοσιακή περιγραφή της πρώιμης ιστορίας των Γότθων, που βασίζεται στα γραπτά του Οστρογότθοου Ιορδάνη, Ρωμαίου γραφειοκράτη και ιστορικού του 6ου αιώνα, ήταν ότι οι πρώτοι μεταναστεύσαντες Γότθοι κατέπλευσαν από τη σημερινή Σουηδία στη σημερινή Πολωνία και εκτόπισαν τους εκεί κατοίκους, δημιουργώντας τον πολιτισμό Βίλμπαρκ. Οι σύγχρονοι ακαδημαϊκοί έχουν γενικά εγκαταλείψει αυτή τη θεωρία. Σήμερα ο πολιτισμός Βίλμπαρκ πιστεύεται ότι είχε αναπτυχθεί στην ίδια περιοχή από προηγούμενους πολιτισμούς. Τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν στενές επαφές μεταξύ της νότιας Σουηδίας και της παράκτιας περιοχής νότια της Βαλτικής και περαιτέρω προς τα νοτιοανατολικά, που αποδεικνύονται από κεραμικά, τα είδη σπιτιών και τάφους. Αντί για μια μαζική μετανάστευση, οι ομοιότητες στους υλικούς πολιτισμούς μπορεί να είναι προϊόν μακροχρόνιων τακτικών επαφών. Ωστόσο τα αρχαιολογικά ευρήματα μάλλον δείχνουν ότι ενώ το έργο του θεωρείται αναξιόπιστο, η ιστορία του Ιορδάνη βασίστηκε στην προφορική παράδοση με κάποια βάση στην πραγματικότητα.

Η επέκταση των γερμανικών φυλών το 1 μ.Χ.;
κόκκινο: πολιτισμός Οκσιβιε,
τότε πρώιμος πολιτισμός Βίλμπαρκ
μπλε: πολιτισμός Γιάστορφ (σκούρο: μέγιστο, ανοιχτό: ελάχιστο)
κίτρινο: πολιτισμός Πρζέβορσκ (πορτοκαλί: ελάχιστο)
ροζ, πορτοκαλί, ανοιχτο μπλε : εξάπλωση του πολιτισμού Βίλμπαρκ(2ος αιώνας μ.Χ.)

Κάποια στιγμή γύρω στο 1ο αιώνα μ.Χ. οι Γερμανικοί λαοί ενδέχεται να μετανάστευσαν από τη Σκανδιναβία στη Γοτθισκάντζα, στη σημερινή Πολωνία. Τα πρώιμα αρχαιολογικά ευρήματα στην παραδοσιακή σουηδική επαρχία Αστεργκέταλαντ υποδηλώνουν γενική ερήμωση κατά την περίοδο αυτή. Ωστόσο δεν υπάρχουν αρχαιολογικές μαρτυρίες για σημαντική μετανάστευση από τη Σκανδιναβία και μπορεί να προήλθαν από την ηπειρωτική Ευρώπη.

  Γκέταλαντ
  το νησί Γκότλαντ
  Πολιτισμός Βίλμπαρκ στις αρχές του 3ου αιωνα
  Πολιτισμός Τσερνιακόφ στις αρχές του 4ου αιωνα
Γοτθικές εισβολές τον 3ο αιώνα

Κατά την άφιξή τους στην στέπα του Πόντου, οι Γερμανικές φυλές υιοθέτησαν τους τρόπους των Ευρασιατών νομάδων. Οι πρώτες ελληνικές αναφορές στους Γότθους τους αποκαλούν Σκύθες, καθώς η περιοχή αυτή κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας είχε ιστορικά κατοικηθεί από έναν άσχετο λαό με αυτό το όνομα. Η απόδοση αυτής της ονομασίας στους Γότθους φαίνεται να μην είναι εθνολογική αλλά μάλλον γεωγραφική και πολιτιστική, η τελευταία σε σχέση με τη θεώρηση από τους Έλληνες τόσο των Σκυθών όσο και των Γότθων ως βαρβάρων.

Ο παλαιότερος γνωστός υλικός πολιτισμός που σχετίζεται με τους Γότθους στις νότιες ακτές της Βαλτικής Θάλασσας είναι ο πολιτισμός Βίλμπαρκ, με επίκεντρο τη σημερινή Πομερανία στη βόρεια Πολωνία. Ο πολιτισμός αυτός αντικατέστησε τον τοπικό πολιτισμός Οκσιβιε τον 1ο αιώνα, όταν έγινε μια Σκανδιναβική εγκατάσταση σε μια ενδιάμεση ζώνη μεταξύ των πολιτισμών Οκσιβιε και Πρζέβορσκ.

Ο πολιτισμός αυτής της περιοχής είχε επηρεαστεί από τον πολιτισμό της νότιας Σκανδιναβίας ήδη από την ύστερη Σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Προρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου (περ. 1300 - περ. 300 π.Χ.). Στην πραγματικότητα η Σκανδιναβική επιρροή στην Πομερανία και στη σημερινή βόρεια Πολωνία από το 1300 π.Χ. περίπου και μετά ήταν τόσο σημαντική που ορισμένοι θεωρούν τον πολιτισμό της περιοχής ως μέρος του πολιτισμού της Σκανδιναβικής Εποχής του Χαλκού. Στην Ανατολική Ευρώπη αποτέλεσαν μέρος του πολιτισμού Τσερνιακόφ.

Μεταναστεύσεις και επαφή με τη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίπου το 160 μ.Χ. στην Κεντρική Ευρώπη έγιναν οι πρώτες κινήσεις των Μεγάλων μεταναστεύσεωνΜετανάστευσης, καθώς οι γερμανικές φυλές άρχισαν να κινούνται νοτιοανατολικά από τα προγονικά εδάφη τους στις εκβολές του ποταμού Βιστούλα, ασκώντας πίεση στις Γερμανικές φυλές από το βορρά και την ανατολή. Το αποτέλεσμα ήταν, στο πλαίσιο των πολέμων Γότθων και Βανδάλων, οι Γερμανικές φυλές (Ρούγιοι, Γότθοι, Γέπιδες, Βάνδαλοι, Βουργουνδοί και άλλοι) να διασχίσουν είτε τον κάτω Δούναβη είτε τον Εύξεινο Πόντο και οι Μααρκομανικοί Πόλεμοι, που κατέληξαν σε μεγάλες καταστροφές και στην πρώτη εισβολή στη σημερινή Ιταλία κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έχει υποστηριχθεί ότι οι Γότθοι διατηρούσαν επαφή με τη νότια Σουηδία κατά τη διάρκεια της μετανάστευσής τους.

Κατά την πρώτη επιβεβαιωμένη εισβολή στη Θράκη οι Γότθοι αναφέρθηκαν ως Βορανοί από το Ζώσιμο και στη συνέχεια ως Βοραδοί από το Γρηγόριο Θαουματουργό. Η πρώτη εισβολή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που μπορεί να αποδοθεί στους Γότθους, είναι η λεηλασία της Ιστρίας το 238. Αρκετές τέτοιες επιδρομές ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες [12], ιδιαίτερα η Μάχη της Αβρίττου το 251, υπό την ηγεσία του Κνίβα, στην οποία σκοτώθηκε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος. Την εποχή εκείνη υπήρχαν τουλάχιστον δύο ομάδες Γότθων: οι Θερβίγγοι και οι Γκρεουτούγγοι. Οι Γότθοι στη συνέχεια στρατολογήθηκαν έντονα στο Ρωμαϊκό Στρατό για να πολεμήσουν στους Ρωμαιοπερσικούς πολέμους, κυρίως συμμετέχοντας στη μάχη της Mισίκης το 242. Οι Μοισογότθοι εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και τη Μοισία.

Οι πρώτες επιδρομές από τη θάλασσα πραγματοποιήθηκαν τρία συνεχόμενα χρόνια, πιθανώς 255-257. Μια ανεπιτυχή επίθεση στην Πιτυούντα (στην ανατολική άκρη της Μαύρης Θάλασσας) ακολούθησε το δεύτερο έτος άλλη, που εξαπολύθηκε από την Πιτυούντα και την Τραπεζούντα και κατέστρεψε μεγάλες περιοχές στον Πόντο. Τον τρίτο χρόνο μια πολύ μεγαλύτερη δύναμη ερήμωσε μεγάλες περιοχές της Βιθυνίας και της Προποντίδας, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Χαλκηδόνας, Νικομήδειας, Νίκαιας, Απάμειας Μύρλειας, Κίου και Προύσας. Με το τέλος των επιδρομών οι Γότθοι είχαν αποκτήσει τον έλεγχο της Κριμαίας και του Βοσπόρου και κατέλαβαν αρκετές πόλεις στις ακτές του Ευξείνου, μεταξύ των οποίων και η Ολβία και η Τύρας, που τους επέτρεψαν να ασχοληθούν με εκτεταμένες ναυτικές δραστηριότητες.

Η Μεγάλη σαρκοφάγος Λουντοβίζι του 3ου αιώνα απεικονίζει μάχη μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων.

Μετά τη δολοφονία του Γαλλιηνούέξω από το Μιλάνο το καλοκαίρι του 268 σε μια εκστρατεία με επικεφαλής τους ανώτερους αξιωματικούς του στρατού του, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ο Κλαύδιος Γοτθικός και κατευθύνθηκε στη Ρώμη για να εδραιώσει την κυριαρχία του. Αμεσο πρόβλημα του Κλαύδιου ήταν οι Αλαμαννοί, που είχαν εισβάλει στη Ραιτία (περίπου σημερινή Ελβετία]] και στην Ιταλία. Αφού τους νίκησε στη μάχη της λίμνης Μπενάκους, μπόρεσε τελικά να ασχοληθεί με τις εισβολές στις επαρχίες των Βαλκανίων.

Μαθαίνοντας τον ερχομό του Κλαύδιου οι Γότθοι επιχείρησαν για πρώτη φορά να εισβάλουν άμεσα στην Ιταλία και ενεπλάκησαν στη Μάχη της Ναϊσσού.

Φαίνεται ότι ο Αυρηλιανός, που ήταν υπεύθυνος όλου του ρωμαϊκού ιππικού κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κλαύδιου, ηγήθηκε της αποφασιστικής επίθεσης στη μάχη. Μερικοί επιζώντες εγκαταστάθηκαν στην αυτοκρατορία, ενώ άλλοι ενσωματώθηκαν στο ρωμαϊκό στρατό. Η μάχη εξασφάλισε την επιβίωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για άλλους δύο αιώνες. Το 270, μετά το θάνατο του Κλαύδιου, οι Γότθοι υπό την ηγεσία του Κανναβαούδη εξαπέλυσαν νέα εισβολή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αλλά ηττήθηκαν από τον Αυρηλιανό, που ωστόσο εγκατέλειψε τη Δακία πέρα ​​από τον Δούναβη.

Γύρω στο 275 οι Γότθοι εξαπέλυσαν μια τελευταία μεγάλη επίθεση στη Μικρά Ασία], όπου η πειρατεία από τους Γότθους της Μαύρης Θάλασσας ταλαιπωρούσε πολύ την ΚολχίδαΚόλπους, τον Πόντο, την Καππαδοκία, τη Γαλατία, ακόμη και την Κιλικία. Νικήθηκαν το 276 από τον Αυτοκράτορα Μάρκο Κλαύδιο Τάκιτο.

Το 332 ο Μέγας Κωνσταντίνος βοήθησε τους Σαρμάτες να εγκατασταθούν στις βόρειες όχθες του Δούναβη για να αμύνονται στις επιθέσεις των Γότθων και έτσι να διασφαλίζουν τα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αναφέρεται ότι περίπου 100.000 Γότθοι σκοτώθηκαν στη μάχη και ο Αριάρικος, γιος του βασιλιά των Γότθων, αιχμαλωτίστηκε.

Καθώς οι Γότθοι γίνονταν όλο και περισσότερο στρατιώτες στις Ρωμαϊκές στρατιές τον 4ο αιώνα μ.Χ., συνέβαλαν στο σχεδόν πλήρη εκγερμανισμό του Ρωμαϊκού Στρατού εκείνη την εποχή. Η γοτθική τάση για δερμάτινα έγινε στην Κωνσταντινούπολη μόδα, που καταδικάστηκε έντονα από τους συντηρητικούς.

Μετά από ένα λιμό ακολούθησε ο Γοτθικός πόλεμος το 376-382, όταν επαναστάτησαν οι Γότθοι και μερικοί από τους τοπικούς Θράκες . Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Ουάλης σκοτώθηκε στη Μάχη της Αδριανούπολης το 378. Μετά την αποφασιστική γοτθική νίκη στην Αδριανούπολη ο Ιούλιος, magister militum της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οργάνωσε μια μεγάλης κλίμακας σφαγή Γότθων στη Μικρά Ασία, τη Συρία και άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Ανατολής. Φοβούμενος την εξέγερση, ο Ιούλιος παρέσυρε τους Γότθους στα όρια των αστικών δρόμων από τους οποίους δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και σφαγίασαν αδιακρίτως στρατιώτες και πολίτες. Με τη διάδοση της είδησης, οι Γότθοι εξεγέρθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή και πολλοί σκοτώθηκαν. Οι επιζήσαντες εγκαταστάθηκαν πιθανόν στη Φρυγία. Παρόλο που οι Ούννοι υπέταξαν με επιτυχία πολλούς από τους Γότθους, που εντάχθηκαν στις τάξεις τους, μια ομάδα Γότθων υπό την ηγεσία του Φριτίγερνου διέφυγαμ από το Δούναβη. Σημαντικές πηγές για αυτή την περίοδο της γοτθικής ιστορίας είναι η Res gestae (Ιστορία) του Αμμιανού, που αναφέρει τη γοτθική συμμετοχή στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Προκόπιο και τον Αυτοκράτορας Ουάλη του 365 και αφηγείται το Γοτθικό Πόλεμο (376-382). Περίπου το 375 μ.Χ. οι Ούννοι υπερίσχυσαν των Αλανών και στη συνέχεια των Γότθων.

Στα τέλη του 4ου αιώνα οι Ούννοι έφθασαν από τα ανατολικά και εισέβαλαν στην περιοχή που ελεγχόταν από τους Γότθους.

Βησιγότθοι και Οστρογότθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 4ο αιώνα, οι Γότθοι είχαν καταλάβει τη Ρωμαϊκή Δακία και διαιρέθηκαν σε τουλάχιστον δύο ξεχωριστές ομάδες που χωρίζονταν από τον Ποταμό Δνείστερο: οι Θερβίγγιοι (υπό τη δυναστεία των Μπάλντι) και οι Γκρεοτούγγοι (υπό τη δυναστεία Αμαλι). Οι Γότθοι χωρίστηκαν σε δύο κύριους κλάδους, τους Βησιγότθους, που έγιναν φοιδεράτοι (ομόσπονδοι) της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και οι Οστρογότθοι, που εντάχθηκαν στους Ούννους.

Τόσο όσο οι Γκρεοτούγγοι όσο και οι Θερβίγγιοι εκρωμαίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά τον 4ο αιώνα. Αυτό συνέβη μέσω του εμπορίου με τους Ρωμαίους, καθώς και μέσω της προσχώρησης των Γότθων σε μια στρατιωτική σύμβαση με το Βυζάντιο που περιελάμβανε εγγυήσεις στρατιωτικής βοήθειας. Αναφέρεται ότι ο Κωνσταντίνος έφερε 40.000 Γότθους για να υπερασπιστούν την Κωνσταντινούπολη προς το τέλος της βασιλείας του και η Ανακτορική Φρουρά αποτελείτο κυρίως από Γερμανικούς στρατιώτες, καθώς η ποιότητα και η ποσότητα των ιθαγενών Ρωμαϊκών στρατευμάτων έφθινε συνεχώς. Ο Γότθος ιεραπόστολος Ουλφίλας, που επινόησε το Γοτθικό αλφάβητο για να μεταφράσει την Αγία Γραφή, είχε προσηλυτίσει πολλούς από τους Γότθους από το Γερμανικό παγανισμό στον Αρειανισμό.

Οι Γότθοι παρέμειναν διαιρεμένοι - ως Βησιγότθοι και Οστρογότθοι - κατά τον 5ο αιώνα. Αυτές οι δύο φυλές ήταν μεταξύ των Γερμανικών λαών που συγκρούστηκαν με την ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τις Μεγάλες μεταναστεύσεις. Μια δύναμη Βησιγότθων υπό την ηγεσία του Αλάριχου λεηλάτησε τη Ρώμη το 410. Ο Ονώριος παραχώρησε στους Βησιγότθους την Ακουιτανία, όπου εκείνοι νίκησαν τους Βανδάλους και κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Ιβηρικής Χερσονήσου το 475.

H μέγιστη έκταση των εδαφών που κυβερνούσε ο Θεοδώριχος ο Μέγας το 523

Βησιγότθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούννοι επέπεσαν πάνω στους Θερβίγγιους, των οποίων ο αυστηρά παγανισής ηγέτης Αθανάριχος, ζήτησε καταφύγιο στα βουνά. Εν τω μεταξύ, ο Αρειανός επαναστάτης οπλαρχηγός Φριτίγερνος προσέγγισε τον Ανατολικό Ρωμαίο αυτοκράτορα Ουάλη το 376 με ένα μέρος του λαού του και ζήτησε να τους επιτραπεί να εγκατασταθούν στη νότια όχθη του Δούναβη. Ο Ουάλης το επέτρεψε αλλά και βοήθησε τους Γότθους να διασχίσουν τον ποταμό (πιθανώς στο φρούριο Ντουροστόρουμ).

Το 410 οι Βησιγότθοι λεηλάτησαν τη Ρώμη υπό τον Αλάριχο Α΄, το 418 ίδρυσαν ένα Βησιγοτθικό Βασίλειο στην Ακουιτανία και το 451 νίκησαν τον Αττίλα στη Μάχη των Εθνών υπό το Θεοδώριχο Α΄.

Το 507, οι Βησιγότθοι απωθήθηκαν στην Ιβηρική χερσόνησο από το Φραγκικό Βασίλειο μετά τη Μάχη του Βουιγιέ το 507. Στα τέλη του 6ου αιώνα οι Βησιγότθοι είχαν προσηλυτισθεί στο Χριστιανισμό. Κατακτήθηκαν το 711 όταν οι Μουσουλμάνοι Μαυριτανοί νίκησαν το Ροντέρικο κατά την κατάκτηση της Ιβηρικής από τους Ομεϋάδες, αλλά ίδρυσαν το Βασίλειο των Αστουριών το 718 και άρχισαν να ανακτούν τον έλεγχο υπό την ηγεσία του Βησιγότθου ευγενή Πελάγιου των Αστουριών, με τη νίκη του οποίου στη Μάχη της Κοβαδόνγκα (περίπου 722) άρχισε η μακραίωνη Ανακατάκτηση. Από το Βασίλειο των Αστουριών προέκυψαν οι σύγχρονες Ισπανία και Πορτογαλία. Αυτοί οι Γότθοι εξισπανίστηκαν εντελώς, διατηρώντας ελάχιστα τον αρχικό τους πολιτισμό εκτός από τα γερμανικά ονόματα που εξακολουθούν να είναι σε χρήση στη σημερινή Ισπανία.

Στα τέλη του 6ου αιώνα οι Γότθοι εγκαταστάθηκαν ως φοιδεράτοι σε μέρη της Μικράς Ασίας. Οι απόγονοί τους, που σχημάτισαν την ελίτ των Οπτιμάτων, εξακολουθούσαν να ζουν εκεί στις αρχές του 8ου αιώνα. Ενώ αφομειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, η γοτθική τους προέλευση ήταν ακόμα γνωστή: Ο χρονικογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής τους αποκαλεί Γοτθογραικούς.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μόνη πηγή για την πρώιμη ιστορία των Γότθων προέρχεται από τον Ιορδάνη (δημοσιευμένο το 551), ένα κληρικό επί Ιουστινιανού, ο οποίος έγραψε μια περίληψη της, χαμένης, 12τομής ιστορίας των Γότθων του Κασσιόδωρου, γύρω στο 530. Ο Κασσιόδωρος λόγω του ότι ήταν από τους βασικούς υπουργούς του Θεοδώριχου του Μεγάλου, ήταν σε θέση να πληροφορηθεί για τις παραδόσεις των Γότθων. Μια άλλη πηγή είναι ο Προκόπιος, ο οποίος έγραψε το για τους Γοτθικούς πολέμους (535-552).

Οι Γότθοι κατά πάσα πιθανότητα προέρχονταν από τη Σκανδιναβία. Κατά τον 1ο αι. αποσπάστηκαν από τα άλλα, συγγενικά τους φύλα, και μετανάστευσαν νότια κατά μήκος του Βιστούλα ποταμού όπου εγκαταστάθηκαν στη Σκυθία (περίπου στη σημερινή Ουκρανία). Σύμφωνα με την παράδοση, πρωτεύουσα του βασιλείου τους ήταν το Αρχάϊμ, στον Δνείπερο[εκκρεμεί παραπομπή].

Τον 3ο αι. χωρίστηκαν σε Βησιγότθους Tervingi και Οστρογότθους Greuthungi[εκκρεμεί παραπομπή]. Οι Βησιγότθοι εξαπέλυσαν στο τέλος της δεκαετίας 260-70 μια από τις πρώτες και μεγαλύτερες βαρβαρικές επιδρομές που γνώρισε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τον επόμενο χρόνο υπέστησαν συντριπτική ήττα στη Μάχη της Ναϊσσού και εκδιώχθηκαν πέρα από το Δούναβη έως το 271. Οι Οστρογότθοι τελικά εγκαταστάθηκαν στην, εγκαταλειμμένη από τους Ρωμαίους, επαρχία της Δακίας.

Κατά τον 4ο αι. οι Γότθοι, και λόγω των εμπορικών σχέσεων που αναπτύχθηκαν με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, δέχθηκαν επιρροές και ασπάσθηκαν τον Αρειανισμό. Στη δεκαετία του 370, οι Ούννοι άρχισαν να πιέζουν έντονα τους Γότθους, οι οποίοι το 376 ζήτησαν από το Ρωμαίο Αυτοκράτορα Βάλη να τους επιτρέψει να εγκατασταθούν νότια του Δούναβη. Ο τελευταίος τους το επέτρεψε και τους βοήθησε στο πέρασμα του ποταμού. Παρ' όλ' αυτά, εξαιτίας ενός λιμού που ξέσπασε, ξέσπασε ο Γοτθικός Πόλεμος του 377-382 και ο Βάλης σκοτώθηκε στη Μάχη της Αδριανούπολης.

Οι Βησιγότθοι με τον Αλάριχο λεηλάτησαν τη Ρώμη το 410. Ο Ονώριος τους παραχώρησε την Ακουϊτανία, όπου νίκησαν τους Βανδάλους, και μέχρι το 475 είχαν κυριαρχήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου.

Εν τω μεταξύ , οι Οστρογότθοι απαλλάχθηκαν από τους Ούννους με τη νίκη τους στη μάχη του Nedao το 454. Με προτροπή του αυτοκράτορα Ζήνωνα, ο Θεοδώριχος ο Μέγας από το 488 κατέλαβε σταδιακά ολόκληρη την Ιταλία. Στη συνέχεια οι Γότθοι επανενώθηκαν υπό το ίδιο στέμμα για σύντομο χρονικό διάστημα, αφού μετά το θάνατο του Αλάριχου Β', το θρόνο κατέλαβε ο Θεοδώριχος.

Το Οστριγοτθικό βασίλειο άντεξε μέχρι το 553 υπό τον Τεΐα, όταν το Βυζάντιο ανέκτησε προσωρινά την Ιταλία, την οποία έχασε με τη σειρά του από τους Λομβαρδούς. Το Βησιγοτθικό βασίλειο άντεξε περισσότερο, έως το 711, όταν παραχώρησαν έδαφος στην εισβολή των Αράβων στην Ανδαλουσία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα