Ρουμάνοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης με τη γεωγραφική κατανομή των Ρουμάνων στον οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι Μολδαβοί


Ρουμάνοι
Συνολικός πληθυσμός
26.6–30 million
Περιοχές με σημαντικούς πληθυσμούς

Flag of Romania.svg Ρουμανία 16,792,868 (2011 απογραφή Ρουμανίας)

Flag of Moldova.svg Μολδαβία 192,800 (2014 απογραφή Μολδαβίας)
(επί πλέον 2,423,328 Μολδαβοί)
Αλλες χώρες
Flag of Italy.svg Ιταλία 1,151,395
(επί πλέον 150,021 Μολδαβοί)
Flag of Spain.svg Ισπανία 684,532
(επί πλέον 17,677 Μολδαβοί])
Flag of Germany.svg Γερμανία 657,000
(επί πλέον 14,815 Μολδαβοί])
Flag of Ukraine.svg Ουκρανία 150,989
(επί πλέον 258,619 Μολδαβοί)
Flag of the United Kingdom.svg Ηνωμένο Βασίλειο 233,000
Flag of France.svg Γαλλία 200,000
Flag of Russia.svg Ρωσία 3,201
(επί πλέον 156,400 Μολδαβοί)
Flag of Austria.svg Αυστρία 82,949
Flag of Belgium.svg Βέλγιο 65,768
Flag of Serbia.svg Σερβία 29,332
(επί πλέον 35,330 Βλάχοι)
Flag of Greece.svg Ελλάδα 46,523
(επί πλέον 10,391 Μολδαβοί)
Flag of Portugal.svg Πορτογαλία 39,312
(επί πλέον 13,586 Μολδαβοί)
Flag of Hungary.svg Ουγγαρία 35,641
Flag of Sweden.svg Σουηδία 27,974 (γεννηθέντες στη Ρουμανία)
(επί πλέον 938 Μολδαβοί)
Flag of Denmark.svg Δανία 24,422
(επί πλέον 686 Μολδαβοί)
Flag of Cyprus.svg Κύπρος 24,376
Flag of the Netherlands.svg Ολλανδία 23,020
Flag of Switzerland.svg Ελβετία 21,593
Flag of Ireland.svg Ιρλανδία 17,995
Flag of Norway.svg Νορβηγία 11,068
Flag of Bulgaria.svg Βουλγαρία 891
(επί πλέον 3,684 Βλάχοι)
Flag of the United States (Pantone).svg ΗΠΑ 518,653–1,100,000 (περ. μεικτής καταγωγής)
Flag of Canada.svg Καναδάς 204,625–400,000 (περ. μεικτής καταγωγής)
Flag of Brazil.svg Βραζιλία 33,280–200,000
Flag of Venezuela.svg Βενεζουέλα 10,000
Flag of Argentina.svg Αργεντινή 10,000
Flag of Australia.svg Αυστραλία 20,998
Flag of New Zealand.svg Νέα Ζηλανδία 3,100
Flag of Israel.svg Ισραήλ 205,600 (Εβραίοι Ισραηλινοί πολίτες γεννηθέντες στη Ρουμανία και απόγονοι πρώτης γενιάς)
Flag of Kazakhstan.svg Καζακστάν 14,666
(περιλαμβ. Μολδαβοί)
Flag of Japan.svg Ιαπωνία 10,000
Γλώσσες
Ρουμανική
Θρησκεία
Επικρατούσα Ορθόδοξοι Χριστιανοί
(Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία),
also Ρωμαιοκαθολικοί, Ανατολικοί Καθολικοί, Προτεστάντες
Σχετιζόμενες εθνικές ομάδες
Αλλοι λαοί που μιλούν Λατινογενείς γλώσσες και άλλοι λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ;
βλέπε επίσης: Βλάχοι, Αρμάνοι

Οι Ρουμάνοι (ρουμ.:Români, παλαιό εξώνυμο): Βλάχοι) είναι γηγενείς της Ρουμανίας, που μοιράζονται μια κοινή ρουμανική κουλτούρα, καταγωγή και μιλούν τη Ρουμανική ως μητρική γλώσσα, καθώς και με την ιθαγένεια ή την υπηκοότητα της ίδιας χώρας. Ο νόμος της ρουμανικής ιθαγένειας, που θεσπίστηκε το Μάρτιο του 1991, θεσπίζει τα δικαιώματα των απογόνων δεύτερης και τρίτης γενιάς των Ρουμάνων πολιτών να αποκτήσουν τη ρουμανική υπηκοότητα, αν μιλούν ρουμανικά και είναι σε θέση να αποδείξουν επαρκείς γνώσεις της ρουμανικής ιστορίας και πολιτισμού. Ο συνολικός αριθμός των Ρουμάνων ανέρχεται στα 23.782.990[1], αποτελώντας το 90% των κατοίκων της Ρουμανίας και το 70% των κατοίκων της Μολδαβίας, στην οποία ομιλείται η Ρουμάνικη γλώσσα. Επίσης στην Μολδαβία η Ρουμάνικη γλώσσα ονομάζεται και Μολδαβική γλώσσα.

Σε μια ερμηνεία των αποτελεσμάτων της απογραφής στη Μολδαβία, οι Μολδαβοί καταμετρούνται ως Ρουμάνοι, πράγμα που σημαίνει ότι οι τελευταίοι αποτελούν πλειοψηφία και σε αυτή τη χώρα. Οι Ρουμάνοι είναι επίσης μια εθνική μειονότητα σε αρκετές γειτονικές χώρες που βρίσκονται στην Κεντρική / Ανατολική Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, τη Μολδαβία, τη Σερβία και την Ουκρανία.

Σήμερα, ο συνολικός αριθμός των εθνοτικά Ρουμάνων παγκοσμίως κυμαίνεται από 26 έως 30 εκατομμύρια, ανάλογα με διάφορες πηγές, προφανώς ανάλογα με τον ορισμό του όρου «Ρουμάνος», Ρουμάνοι που είναι γηγενείς στη Ρουμανία και τη Μολδαβία και η διασπορά αυτών, γηγενείς που μιλούν Ρουμανικά, καθώς και άλλες ομάδες, που μιλούν Ανατολικές Ρομανικές γλώσσες και θεωρούνται από τους περισσότερους μελετητές ως συστατικό μέρος του ευρύτερου ρουμανικού λαού, ειδικά οι Αρμάνοι, οι Μεγλενορουμάνοι, οι Ιστρορουμάνοι και οι Βλάχοι στη Σερβία, στη Βουλγαρία και στην Κροατία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης που δείχνει την περιοχή όπου μιλιόταν η Δακική γλώσσα. Η μπλε περιοχή δείχνει τα Δακικά εδάφη που είχαν κατακτηθεί από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η πορτοκαλί περιοχή κατοικείτο από φυλές Ελεύθερων Δακών και άλλους.
Χάρτης που δείχνει την περιοχή όπου μιλιόταν η Λατινική γλώσσα με ροζ επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 4ο-7ο αιώνα.

Κατοικούμενο από τους αρχαίους Δάκες, μέρος της σημερινής επικράτειας της Ρουμανίας κατακτήθηκε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 106 μ.Χ., όταν ο στρατός του Τραϊανού νίκησε το στρατό του ηγεμόνα της Δακίας Δεκέβαλου (βλ. Η Ρωμαϊκή διοίκηση αποσύρθηκε δύο αιώνες αργότερα, υπό την πίεση των Γότθων και των Κάρπων.

Δύο θεωρίες υπάρχουν για την προέλευση του Ρουμανικού λαού. Η μία, γνωστή ως θεωρία της Δακορωμαϊκής συνέχειας, δέχεται ότι είναι απόγονοι των Ρωμαίων και των εκρωμαϊσμένων αυτόχθονων λαών που ζούσαν στη Ρωμαϊκή Επαρχία της Δακίας, ενώ η άλλη δέχεται ότι οι Ρουμάνοι είναι απόγονοι Ρωμαίων και εκρωμαϊσμένων αυτοχθόνων πληθυσμών των πρώην Ρωμαϊκών επαρχιών της Ιλλυρίας, της Μοισίας, της Θράκης και της Μακεδονίας και οι πρόγονοι των Ρουμάνων μετανάστευσαν αργότερα από τις Ρωμαϊκές αυτές επαρχίες νότια του Δούναβη στην περιοχή που κατοικούν σήμερα.

Σύμφωνα με την πρώτη θεωρία οι Ρουμάνοι προέρχονται από αυτόχθονες πληθυσμούς που κατοικούσαν στη σημερινή Ρουμανία και γύρω από αυτή: Θράκες (Δάκες, Γέτες) και Ρωμαίους λεγεωνάριους και έποικους. Κατά τους δύο πολέμους με τις Ρωμαϊκές λεγεώνες, μεταξύ 101-102 μ.Χ. και 105-106 μ.Χ. αντίστοιχα, ο αυτοκράτορας Τραϊανός κατάφερε να νικήσει τους Δάκες και το μεγαλύτερο μέρος της Δακίας έγινε Ρωμαϊκή επαρχία.

Ο εποικισμός με Ρωμαϊκά ή εκρωμαϊσμένα στοιχεία, η χρήση της [[Λατινικής γλώσσας και η αφομοίωση του Ρωμαϊκού πολιτισμού καθώς και η έντονη ανάπτυξη αστικών κέντρων οδήγησαν στον εκρωμαϊσμό μέρους του αυτοχθόνος πληθυσμού της Δακίας. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε πιθανότατα από τον 10ο αιώνα, όταν ολοκληρώθηκε η αφομοίωση των Σλάβων από τους Δακορωμαίους.

Σύμφωνα με τη θεωρία της προέλευσης από τα νότια του Δούναβη οι πρόγονοι των Ρουμάνων, ένας συνδυασμός Ρωμαίων και εκρωμαϊσμένων λαών της Ιλλυρίας, της Μοισίας και της Θράκης μετακινήθηκαν βόρεια του ποταμού Δούναβη στη σημερινή Ρουμανία. Μικρές πληθυσμιακές ομάδες που μιλούν αρκετές διαλέκτους ρουμανικής (Μεγλενορουμανική, Ιστρορουμανική και Αρμανική) υπάρχουν ακόμη νότια του Δούναβη στην Ελλάδα, την Αλβανία, την π.Γ.Δ.Μ., τη Βουλγαρία και τη Σερβία, αλλά δεν είναι γνωστό αν αυτοί μετανάστευσαν από βορειότερα μέρη των Βαλκανίων,περιλαμβανομένης της Δακίας. Η θεωρία νότια του Δούναβη συνήθως δέχεται τη βόρεια Αλβανία και / ή τη Μοισία (σύγχρονη Σερβία και Βόρεια Βουλγαρία) ως πιο συγκεκριμένους τόπους της Ρουμανικής εθνογένεσης.

Εχουν παρατηρηθεί μικρές γενετικές διαφορές μεταξύ των πληθυσμών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Ελλάδα, Αλβανία) και ιδιαίτερα εκείνων της περιοχής Δνείστερου-Καρπαθίων (Ρουμανία, Μολδαβία, Ουκρανία). Παρά το χαμηλό αυτό επίπεδο διαφοροποίησης μεταξύ τους, η ανάκτηση του (γενεαλογικού) δένδρου και οι βασικές συνθετικές αναλύσεις επέτρεψαν μια διάκριση μεταξύ των πληθυσμιακών ομάδων των Βαλκάνιων-Καρπαθίων (Ρουμάνοι, Μολδαβοί, Ουκρανοί, Σλαβομσακεδόνες και Γκαγκαούζων) και των Βαλκάνιων Μεσογειακών (Ελληνες, Αλβανοί, Τούρκοι). Οι γενετικές συγγένειες μεταξύ των πληθυσμών Δνείστερου-Καρπαθίων και εκείνων της νοτιοανατολικής Ευρώπης δεν αντικατοπτρίζουν τις γλωσσικές τους σχέσεις. Σύμφωνα με την έκθεση, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι εθνοτικές και γενετικές διαφοροποιήσεις σημειώθηκαν σε αυτές τις περιοχές σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα οι μεν από τις δε.

Μεσαιωνικά και πρώιμα νεότερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τρανσυλβανία, η Μολδαβία και η Βλαχία στα τέλη του 15ου αιώνα

Κατά το Μεσαίωνα οι Ρουμάνοι ήταν κυρίως γνωστοί ως Βλάχοι, ένας ευρύς όρος τελικά Γερμανικής προέλευσης, από τη λέξη "Βάλχα", που χρησιμοποιείτο από τους αρχαίους Γερμανούς λαούς για να αναφερθούν στους Ρομανόφωνους και Κέλτες γείτονές τους. Εκτός από το διαχωρισμό ορισμένων ομάδων (Αρμάνων, Μεγλενορουμάνων και Ίστρορουμάνων) κατά την Εποχής των Μεταναστεύσεων, πολλοί Βλάχοι μπορούσαν να βρεθούν σε όλα τα Βαλκάνια, στην Τρανσυλβανία πέρα από τα Καρπάθια Όρη βόρεια μέχρι την Πολωνία και δυτικά μέχρι τις περιοχές της Μοραβίας (τμήμα της σύγχρονης Τσεχίας), μερικοί πήγαν ανατολικά μέχρι τη Βολίνια της δυτικής Ουκρανίας και στη σημερινή Κροατία, όπου οι Μόρλατσι εξαφανίστηκαν σταδιακά, ενώ οι Καθολικοί και Ορθόδοξοι Βλάχοι υιοθέτησαν την Κροατική και Σερβική εθνική ταυτότητα αντίστοιχα.

Λόγω των μεταναστεύσεων που ακολούθησαν - όπως εκείνες των Σλάβων, Βουλγάρων, Ούγγρων και Τατάρων - οι Ρουμάνοι οργανώθηκαν σε αγροτικές κοινότητες (obști), σχηματίζοντας μεγάλα συγκεντρωτικά κράτη μόνο το 14ο αιώνα, όταν εμφανίστηκαν οι Παραδουνάβιες Ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας για να αντιμετωπίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, εξέχοντες Ρουμάνοι μονάρχες, όπως ο Μπογκντάν της Μολδαβίας, ο Στέφανος ο Μέγας, ο Μιρτσέα ο Πρεσβύτερος, ο Μιχαήλ ο Γενναίος, ο Βλαντ ο Ανασκολοπιστής ή ο Ιωάννης της Χουνεντοάρα, συμμετείχαν ενεργά στην ιστορία της Κεντρικής Ευρώπης διεξάγοντας πολύνεκρους πολέμους και ηγούμενοι σημαντικών σταυροφοριών ενάντια στη τότε συνεχή επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά καιρούς συμμαχώντας είτε με το Βασίλειο της Πολωνίας είτε με το Βασίλειο της Ουγγαρίας σε αυτές τις περιπτώσεις.

Τελικά ολόκληρη η Βαλκανική χερσόνησος προσαρτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο η Μολδαβία και η Βλαχία (που εκτεινόταν στη Δοβρουτσά και στη Βουλγαρία) δεν ήταν εντελώς υποταγμένες στους Οθωμανούς, καθώς οι δύο ηγεμονίες έγιναν αυτόνομες (κάτι που δεν συνέβη και με άλλες Οθωμανικές εδαφικές κτήσεις στην Ευρώπη). Η Τρανσυλβανία, μια τρίτη περιοχή που κατοικείτο από σημαντική πλειοψηφία Ρουμανόφωνων, ήταν κράτος υποτελές στους Οθωμανούς μέχρι το 1687, όταν το πριγκηπάτο έγινε μέρος των κτήσεων των Αψβούργων. Τα τρία βασίλεια ενώθηκαν για αρκετούς μήνες το 1600 υπό την εξουσία του Πρίγκιπα της Βλαχίας Μιχαήλ του Γενναίου.

Επιπρόσθετα, κατά τη μεσαιωνική εποχή υπήρχαν και άλλα εδάφη γνωστά με την ονομασία της Βλαχίας (όπως η Μεγάλη Βλαχία, ανάμεσα στη Θεσσαλία και τη δυτική Πίνδο, αρχικά εντός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά μετά το 13ο αιώνα αυτόνομη ή ημιανεξάρτητη, η Λευκή Βλαχία, Βυζαντινή ονομασία για την περιοχή μεταξύ του ποταμού Δούναβη και του Αίμου και η Μοραβική Βλαχία, μια περιοχή στη νοτιοανατολική Τσεχία).

Μέχρι το 1541 η Τρανσυλβανία ανήκε στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, αργότερα (λόγω της κατάκτησης της Ουγγαρίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) ήταν αυτοδιοικούμενο Πριγκιπάτο που κυβερνούσε η Ουγγρική αριστοκρατία. Το 1699 περιήλθε στα εδάφη των Αψβούργων. Το 19ο αιώνα στην Αυστριακή Αυτοκρατορία επιδικάσθηκε από τους Οθωμανούς με την περιοχή της Βουκοβίνας και, το 1812, οι Ρώσοι κατέλαβαν το ανατολικό μισό της Μολδαβίας, γνωστό ως Βεσσαραβία.

Υστερα νεότερα χρόνια και σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κινούμενο ιστορικό των συνόρων της Ρουμανίας (από τα μέσα του 19ου αιώνα ως σήμερα)

Στο πλαίσιο των Ρομαντικών (εθνικών) και φιλελεύθερων επαναστάσεων του 1848 σε ολόκληρη την Ευρώπη, τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Μεγάλο Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας ήταν τα πρώτα του είδους τους που συνέβησαν στα Ρουμανόφωνα εδάφη. Αφενός οι Σάξονες και οι Ρουμάνοι της Τρανσυλβανίας (με σταθερή υποστήριξη εκ μέρους της Αυστριακής Αυτοκρατορίας) κατάφεραν να αντιταχθούν επιτυχώς στους στόχους της Ουγγρικής Επανάστασης του 1848, με τις δύο σημαντικές ιστορικές προσωπικότητες που ηγήθηκαν της κοινής Ρουμανοσαξονικής παράταξης της εποχής του Aβράμ Γιάνκου και του Στέφαν Λούντβιχ Ροτ.

Αφετέρου οι Βλαχικές επαναστάσεις του 1821 και του 1848, καθώς και η Μολδαβική Επανάσταση του 1848, που στόχευαν στην ανεξαρτησία από την Οθωμανική και Ρωσική ξένη κυριαρχία, είχαν σημαντικές επιπτώσεις στη διαδικασία διάδοσης της φιλελεύθερης ιδεολογίας στα ανατολικά και νότια Ρουμανικά εδάφη, παρόλο που και οι τρεις τελικά απέτυχαν. Παρόλα αυτά το 1859 η Μολδαβία και η Βλαχία εκλέξανε τον ίδιο ηγεμόνα, δηλαδή τον Αλέξανδρο Ιωάννη Α΄ Κούζα (που βασίλευε ως Domnitor) και έτσι συνενώθηκαν de facto, αποτελώντας τα Ενωμένα Ρουμανικά Πριγκιπάτα την περίοδο μεταξύ 1859 και 1881.

Κατά τη δεκαετία του 1880, τα Ενωμένα Ρουμανικά Πριγκιπάτα, υπό την ηγεσία του Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν Domnitor Κάρολου Α΄, πολέμησε εναντίον των Οθωμανών και η ανεξαρτησία της Ρουμανίας αναγνωρίσθηκε επισήμως το 1878 με τη Συνθήκη του Βερολίνου. Αν και αρχικά το νεοϊδρυθέν Βασίλειο της Ρουμανίας συμμάχησε με την Αυστροουγγαρία, η Ρουμανία αρνήθηκε να εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, επειδή είχε την υποχρέωση συμμετοχής στον πόλεμο μόνο εάν η Αυστροουγγαρία δεχόταν επίθεση. Το 1916 η Ρουμανία εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της Τριπλής Αντάντ.

Ετσι στο τέλος του πολέμου η Τρανσυλβανία, η Βεσσαραβία και η Βουκοβίνα επιδικάσθηκαν στη Ρουμανία, μέσω μιας σειράς διεθνών ειρηνευτικών συνθηκών, καταλήγοντας σε ένα διευρυμένο και πολύ ισχυρότερο βασίλειο υπό το βασιλιά Φερδινάνδο Α΄. Το 1920 θεωρείτο ότι ο Ρουμανικός λαός αριθμούσε πάνω από 15 εκατομμύρια αποκλειστικά στην περιοχή του Ρουμανικού βασιλείου, περισσότερο από το σύνολο των πληθυσμών Σουηδίας, Δανίας και Ολλανδίας.

Κατά το μεσοπόλεμο δύο ακόμη μονάρχες ανέβηκαν στο θρόνο της Ρουμανίας, ο Κάρολος Β΄ και ο Μιχαήλ Α' . Αυτή η βραχύβια περίοδος σημαδεύτηκε κατά καιρούς από πολιτική αστάθεια και προσπάθειες διατήρησης της συνταγματικής μοναρχίας έναντι άλλων ολοκληρωτικών καθεστώτων όπως η απόλυτη μοναρχία ή η στρατιωτική δικτατορία.

Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Βασίλειο της Ρουμανίας έχασε εδάφη τόσο προς τα ανατολικά όσο και προς τα δυτικά, καθώς η Βόρεια Τρανσυλβανία έγινε τμήμα της Ουγγαρίας με τη Δεύτερη Επιδίκαση της Βιέννης, ενώ η Βεσσαραβία και η Βόρεια Βουκοβίνα καταλήφθηκαν από τους Σοβιετικούς και συμπεριλήφθηκαν στη ΣΣΔ της Μολδαβίας και στη ΣΣΔ της Ουκρανίας. Οι εδαφικές απώλειες προς τα ανατολικά διευκολύνθηκαν από το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης Μολότωφ - Ρίμπεντροπ.

Μετά το τέλος του πολέμου το Ρουμανικό Βασίλειο κατόρθωσε να ανακτήσει τα εδάφη που χάθηκαν προς τα δυτικά, αλλά δεν της δόθηκε η Βεσσαραβία και η Βόρεια Βουκοβίνα, καθώς οι προαναφερθείσες περιοχές ενσωματώθηκαν πλήρως στη Σοβιετική Ένωση. Στη συνέχεια η Σοβιετική Ένωση επέβαλε μια κομμουνιστική κυβέρνηση και ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να εξορισθεί. Ο Νικολάε Τσαουσέσκου τέθηκε επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρουμανίας το 1965 και η απολυταρχική κυριαρχία του της δεκαετίας του 1980 έληξε με τη Ρουμανική Επανάσταση του 1989.

Η επανάσταση του 1989 έφερε στην εξουσία τον διαφωνούντα κομμουνιστή Ιόν Ιλιέσκου. Έμεινε στην εξουσία ως αρχηγός του κράτους μέχρι το 1996, όταν ηττήθηκε από τον Εμίλ Κονσταντινέσκου στις γενικές εκλογές του 1996, τις πρώτες στη μετακομμουνιστική Ρουμανία που επέτρεψαν μια ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας. Μετά τη μοναδική θητεία του Κονσταντινέσκου ως πρόεδρου από το 1996 ως το 2000, ο Ιλιέσκου επανεξελέγη στα τέλη του 2000 για άλλη μία θητεία τεσσάρων ετών. Το 2004 εξελέγη πρόεδρος ο Τραϊάν Μπασέσκου.

Πέντε χρόνια αργότερα ο Μπασέσκου επανεκλέχθηκε οριακά για δεύτερη θητεία στις προεδρικές εκλογές του 2009. Το 2014 ο Κλάους Γιοχάνις πέτυχε μια νίκη-έκπληξη επί του πρώην πρωθυπουργού Βίκτορ Πόντα στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2014. Έτσι ο Γιοχάνις έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Ρουμανίας προερχόμενος από μια εθνική μειονότητα (καθώς ανήκει στη κοινότητα Γερμανών της Ρουμανίας, όντας Σάξονας της Τρανσυλβανίας).

Εν τω μεταξύ, τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Ρουμανίας στην εξωτερική πολιτική ήταν η ευθυγράμμιση με τη Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες με την ένταξη στο ΝΑΤΟ το 2004 και την Ευρωπαϊκή Ένωση τρία χρόνια αργότερα, το 2007.

Γενετική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συχνότητες Απλοομάδων Υ στην Ευρώπη

Το επικρατούν στοιχείο στη Βλαχία, τη (Ρουμανική) Μολδαβία, τη Δοβρουτσά και τη Βόρεια Μολδαβία καταγράφεται ως Απλοομάδα I, ενώ η γενετική δεξαμενή της Τρανσυλβανίας είναι συχνά μη τυπική και ποικίλη.

Σύμφωνα με δημοσιευμένα δεδομένα, οι συχνότητες απλοομάδας Y-DNA 962 Ρουμάνων (και άγνωστου μέρους Μολδαβών) είναι οι εξής: 28% I2, 18% Rla, 15% R1b, 14% E1b1b, 14% J2, , 3% G2a, 2% N1c, 1% J1, 1% Τ και Q. Με βάση 361 δείγματα, η Απλοομάδα I εμφανίζεται σε 22% στους Ρουμάνους. Η υψηλότερη συχνότητα του I2a1 (I-P37) στα Βαλκάνια ήταν παρούσα πριν από την Πρωτοσλαβική επέκταση και οφείλεται στις αυτόχθονες φυλές και θεωρείται ιδιαίτερα ότι ήταν σύνηθες μεταξύ των αρχαίων Θρακών της Ρουμανίας.

Σύμφωνα με 335 Ρουμάνους που συμμετείχαν στο δείγμα, το 15% αυτών ανήκαν στο R1a. Η Απλοομάδα R1a μεταξύ των Ρουμάνων είναι εξ ολοκλήρου από την ποικιλία Z282 της Ανατολικής Ευρώπης και μπορεί να είναι αποτέλεσμα Βαλτικής, Θρακικής ή Σλαβικής καταγωγής. Το R1a-Z280 ξεπερνά σε αριθμό το R1a-M458 μεταξύ των Ρουμάνων, ενώ το αντίθετο φαινόμενο είναι χαρακτηριστικό για τους Πολωνούς, τους Τσέχους και τους Βούλγαρους. Το 12% των Ρουμάνων ανήκει στο R1b, ο Αλποϊταλικός κλάδος R1b-U152 είναι στο 2% σε 330 δείγματα,ενώ χαμηλότερη συχνότητα καταγράφεται από τους άλλους Βαλκανικούς λαούς.

Κατανομή της Απλοομάδας R1b

Οι κλάδοι R1b-U106, R1b-DF27 και R1b-L21 αποτελούν το 1% καθένας. Οι ανατολικοί κλάδοι R1b-M269 * και L23 * (Z2103) αποτελούν το 7% και ξεπερνούν σε αριθμό τους Ατλαντικούς κλάδους, επικρατώντας σε τμήματα της ανατολικής Κεντρικής Ευρώπης και ως αποτέλεσμα του Ελληνικού αποικισμού σε μέρη της Σικελίας. Το 8% των Ρουμάνων ανήκει στο E1b1b1a1 (E-M78) σε 265 δείγματα.

Από μια ομάδα 178 ανδρών από 9 Ρουμανικές επαρχίες, κυρίως από την Τρανσυλβανία, οι περισσότεροι ανήκουν στην Παλαιολιθική Ευρωπαϊκή γενεολογική γραμμή I2a (17% I2a1b, 2% I2a2, 3% I2 *), στην R1a (20%) και στην E1b1b1a1b (19%). Η Απλοομάδα J2 εκπροσωπείται με 16% μεταξύ αυτών, σε αντίθεση με τη δομή στην Ιταλική Χερσόνησο μεταξύ των Ρουμάνων κυριαρχεί ο κλάδος J2b. Περίπου το 10% αυτών ανήκουν στην Απλοομάδα R1b σε όλες τις επαρχίες. Το R1b-U152, ο συγκεκριμένος Αλποϊταλικός κλάδος αντιπροσωπεύεται με 3% μεταξύ αυτών, οι κυριότεροι κλάδοι είναι ανατολικοί, εκτός από το Μπρασόβ, όπου πιο συχνό είναι ο Γερμανικός U106. Ο U106 είναι επίσης κλάδος επικρατέστερος του R1b στο Μπουχούσι και στην Πιάτρα Νέαμτς. Στις επαρχίες του Μπρασόβ και του Ντολζ επικρατεί ο I2, στο Κλουζ ο R1a. Ένα άλλο 6% αυτών ανήκει στον I1 και 2% στον G2a. Οι T, N, Q αντιπροσωπεύονται επίσης από συχνότητες μικρότερες του ένα τοις εκατό.

Παρά τα αμελητέα Ρωμαϊκά γενετικά χαρακτηριστικά γενικά, μια μελέτη 219 Ρουμάνων βρήκε ισχυρές ενδείξεις σε άλλα μέρη της Τρανσυλβανίας, στην περιοχή που αντιστοιχεί στη Ρωμαϊκή Δακία. Η δεύτερη υψηλότερη συχνότητα του R1b (31-32%) στην Ανατολική Ευρώπη, μετά το Τρέβιτς της Τσεχίας (32,7%), βρέθηκε στις Ρουμανικές επαρχίες του Αράντ και Άλμπα, που γνώρισαν Κελτικό εποικισμό, το σοβαρότερο και μοναδικό ρωμαϊκό εποικισμό με σημαντικό αριθμό αποίκων από το Nόρικουμ (σημερινή Αυστρία) και τη Δυτική Παννονία και αργότερα Γερμανικό εποικισμό.

Ο υποκλάδος του R1b δεν αποκαλύφθηκε στην περίπτωση αυτή, αλλά δεν βρέθηκε ποτέ στην Ευρώπη καμία παρόμοια υψηλή ή επικρατούσα συχνότητα των Ανατολικών υποκλάδων του R1b. Τρεις από τις δέκα πόλεις που κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Ρωμαίους πολίτες (Απουλουμ, Aμπελουμ και Ποτάισα) ήταν στη σημερινή επαρχία της Άλμπα Ιούλια, κοντά στη Ρωμαϊκή πρωτεύουσα Ζαρμιζεγεθούσα. Η γενετική απομόνωση λόγω μετανάστευσης από τη Μέση Ανατολή δεν φαίνεται εύλογο ιστορικόγεωγραφικό γεγονός, καθώς ακόμη και ο ανατολικός κλάδος της R1b στην Ευρώπη είναι διαφορετικός από εκείνους στη Μέση Ανατολή. Οι μόνες εθνικές ομάδες με υψηλότερες συχνότητες του R1b στην Ανατολή είναι οι Αρμάνοι λόγω της κύριας καταγωγής τους από τη Ρωμαϊκή Δύση. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο κλάδος U106, που είναι ελάχιστος μεταξύ των Ρουμάνων, αυξάνεται σε επικρατούντα σε μερικές πόλεις, αλλά ακόμη σε χαμηλή συχνότητα. Η υψηλή συχνότητα του R1b βρέθηκε σε άλλα μέρη της Τρανσυλβανίας - 25% στο Μαραμούρες και τη Χαργκίτα, 20% στο Mεχεντίντσι, 14% στο Μπιχόρ, 11% στη Βράντσεα (νομός). Εξαιρουμένων των Αράντ και Άλμπα Ιούλια, η Απλοομάδα I + G βρέθηκε ως η πιο συχνή παντού, εκτός από το Μαραμούρες, όπου βρέθηκε επικρατούσα η Απλοομάδα J.

Σύμφωνα με μια χρωμοσωματική ανάλυση των Ανατολικοευρωπαλιων και των παρακείμενων λαών, η ομάδα των Βουλγάρων και των Σλαβομακεδόνων κατατάσσεται μαζί με τους Ρουμάνους. Οι περισσότεροι Δυτικοί Σλάβοι, οι Ούγγροι και οι Αυστριακοί τείνουν να μοιράζονται με τους Νότιους Σλάβους, τόσα ταυτόσημα σημεία καταγωγής, όσα και με τους Ρουμάνους, τους Μουσουλμάνους Σλαβομακεδόνες και τους Γκαγκαούζους.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ρουμανική γλώσσα
Η επιστολή του Νεάκσου προς το Γιοχάνες Μπένκνερ(πρώην δήμαρχο του Κρόνσταντ/Μπρασόβ) είναι το παλαιότερο χρονολογημένο έγγραφο, γραμμένο στη Ρουμανική

Οι ρίζες της Ρουμανικής γλώσσας, μιας Λατινογενούς γλώσσας, μπορούν να αναχθούν στο Ρωμαϊκό εποικισμό της περιοχής. Το βασικό λεξιλόγιο είναι Λατινικής προέλευσης, αν και υπάρχουν μερικές λέξεις για στοιχειώδεις έννοιες, που μερικές φορές θεωρείται ότι προέρχονται από τη Δακική γλώσσα. Η ρουμανική γλώσσα έχει διατηρήσει τη δομή με κλκίσεις της Λατινικής γραμματικής.

Κατά το Μεσαίωνα η Ρουμανία απομονώθηκε από τις άλλες Λατινογενείς γλώσσες και δανείστηκε λέξεις από τις γειτονικές Σλαβικές γλώσσες. Αργότερα δανείστηκε μια σειρά από λέξεις από τη Γερμανική, την Ουγγρική και την Τουρκική. Κατά τη νεώτερη εποχή τους περισσότερους νεολογισμούς δανείστηκε από τα Γαλλικά και τα Ιταλικά, αν και η γλώσσα έχει αρχίσει όλο και περισσότερο να υιοθετεί αγγλικά δάνεια.

Η Μολδαβική γλώσσα, στην επίσημη της μορφή, είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη Ρουμανική, αν και υπάρχουν κάποιες διαφορές στην καθημερινή γλώσσα. Στην ντε φάκτο ανεξάρτητη (αλλά διεθνώς μη αναγνωρισμένη) περιοχή της Υπερδνειστερίας, η επίσημη γραφή που χρησιμοποιείται για τη γραφή της Μολδαβικής είναι η Κυριλλικη.

Το 2017 μια εκτίμηση του Ethnologue υπολογίζει (παγκοσμίως) τον αριθμό των Ρουμανόφωνων σε περίπου 24,15 εκατομμύρια. Ωστόσο τα 24,15 εκατομμύρια αντιπροσωπεύουν μόνο Ρουμανόφων, που δεν είναι όλοι κατ 'ανάγκη εθνοτικά Ρουμάνοι. Επίσης ο αριθμός αυτός δεν περιλαμβάνει τους Ρουμάνους που δεν μιλούν πλέον τη Ρουμανική γλώσσα.

Επώνυμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλά ρουμανικά επώνυμα έχουν την κατάληξη -escu ή (σπανιότερα) -aşcu ή -ăscu, που αντιστοιχεί στη λατινική κατάληξη -iscus και σημαίνει "ανήκων σε κάποιον". Για παράδειγμα ο Πετρέσκου ήταν γιος του Πέτρου. Παρόμοιες καταλήξεις, όπως -asco, -asgo, -sque, -ez, κ.λπ. υπάρχουν σε άλλες Λατινογενείς γλώσσες. Πολλοί Ρουμάνοι στη Γαλλία άλλαξαν την κατάληξη των επωνύμων τους σε -esco, επειδή η προφορά του στα Γαλλικά προσεγγίζει καλύτερα τη ρουμανική προφορά του -escu.

Μια άλλη διαδεδομένη κατάληξη των ρουμανικών επωνύμων είναι το -eanu-an, -anu), που υποδεικνύει τη γεωγραφική προέλευση. Εδώ είναι μερικά παραδείγματα: Moldoveanu / Moldovan / Moldovanu, από την περιοχή της Μολδαβίας ή από τον ποταμό Μόλδοβα, Munteanu "από τα βουνά", Jianu "από την περιοχή του ποταμού Jiu", Pruteanu που σημαίνει από τον ποταμό Προύθο (Prut), Mureşanu, που σημαίνει από τον ποταμό Mureș, Petreanu (δηλαδή ο γιος του Petre) κλπ.

Άλλες καταλήξεις είναι -aru-oru, -ar, -or), που δείχνει επάγγελμα (όπως Feraru "σιδεράς", Milar "μυλωνάς"), και -ei, συνήθως με A- στην αρχή, μπροστά από θηλυκό όνομα, που είναι γενική θηλυκού κληρονομημένη από τα Λατινικά, όπως Amariei "της Μαρίας", Aelenei "της Ελενας"". Αυτά τα επώνυμα με μητρωνυμικές ρίζες είναι κοινά στην ιστορική περιοχή της Μολδαβίας.

Τα πιο συνηθισμένα επώνυμα είναι Pop / Popa (παππάς) (σχεδόν 200.000 Ρουμάνοι έχουν το επώνυμο αυτό) [71] -Popescu (γιος του παππά) - περίπου 150.000 έχουν αυτό το όνομα - και Ionescu (γιός του Ιωάννη (Ιοn)).

Eτυμολογία του ονόματος Ρουμάνος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρουμάνοι επαναστάτες του 1848 κυματίζοντας την τρίχρωμη σημαία

Το όνομα "Ρουμάνος" προέρχεται από το Λατινικό "Romanus". Υπό κανονικές φωνητικές αλλαγές που είναι χαρακτηριστικές στις λατινογενείς γλώσσες, το όνομα romanus κατά τη διάρκεια των αιώνων μετατράπηκε σε "rumân". Μια παλαιότερη μορφή "român" εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιοχές. Οι κοινωνικογλωσσικές εξελίξεις στα τέλη του 18ου αιώνα οδήγησαν σε σταδιακή υπεροχή της ορθογραφικής μορφής "român", που στη συνέχεια γενικεύτηκε κατά την Εθνική αφύπνιση της Ρουμανίας στις αρχές του 19ου αιώνα.

Μέχρι το 19ο αιώνα ο όρος Ρουμάνος χαρακτήριζε τους ομιλητές της Δακορουμανικής διαλέκτου της Ρουμανικής γλώσσας, δηλαδή μια πολύ πιο ξεχωριστή έννοια από αυτή της Ρουμανίας, της χώρας των Ρουμάνων. Πριν από το 1867 οι (Δακο-)Ρουμάνοι αποτελούσαν τμήμα διαφορετικών κρατικών οντοτήτων: με τους Μολδαβούς και τους Βλάχους να είναι χωρισμένοι και να διαμορφώνουν ξεχωριστές πολιτικές ταυτότητες, έχοντας δικά τους κράτη και με τους υπόλοιπους Ρουμάνους να ανήκουν σε άλλα κράτη. Ωστόσο διατηρούσαν τη ρουμανική πολιτιστική και εθνοτική τους ταυτότητα.

Δακορουμάνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να διακρίνονται οι Ρουμάνοι από τους άλλους Λατινογενείς λαούς των Βαλκανίων (Αρμάνοι, Μεγλενορουμάνοι και Ίστρορουμάνοι) ο όρος Δακορουμάνοι χρησιμοποιείται μερικές φορές για να αναφέρεται σε όσους μιλούν την τυποποιημένη Ρουμανική γλώσσα και ζουν στην επικράτεια της αρχαίας Δακίας (σήμερα αποτελούμενη κυρίως από τη Ρουμανία και τη Μολδαβία), αν και κάποιοι Δακορουμάνοι βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα της Κεντρικής Σερβίας (που ήταν μέρος της αρχαίας Μοισίας).

Ετυμολογία του όρου Βλάχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα των "Βλάχων" είναι ένα εξώνυμο που χρησιμοποιήθηκε από τους Σλάβους για να αναφέρονται σε όλους τους εκρωμαϊσμένους γηγενείς των Βαλκανίων. Έχει την προέλευσή της από το αρχαίο Γερμανικό - συγγενές με το "Ουαλική" και το "Βαλλονία" - και ίσως ακόμα αρχαιότερα, από τη Ρωμαϊκή ονομασία Volcae, που ήταν αρχικά Κελτική φυλή. Από τους Σλάβους πέρασε σε άλλους λαούς, όπως οι Ούγγροι (Ολάχ) και οι Έλληνες (Βλάχοι). Η Βλαχία, η νότια περιοχή της Ρουμανίας, παίρνει το όνομά της από την ίδια πηγή.

Σήμερα, ο όρος Βλάχοι χρησιμοποιείται συχνότερα ως αναφορά στους εκρωμαϊσμένους πληθυσμούς των Βαλκανίων που μιλάνε τη Δακορουμάνικη, τη Βλάχικη (Αρμανική), την Ιστρορουμανική και τη Βλάχικη (Μογλενίτικη) γλώσσα.

Ανθρωπώνυμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτά είναι οικογενειακά ονόματα που προέρχονται από Βλάχους ή Ρουμάνους. Τα περισσότερα από αυτά τα ονόματα δίνονταν όταν κάποιος Ρουμάνος εγκαθίστατο σε μη Ρουμανική περιοχή. Παραδείγματα: Oláh (37.147 Ούγγροι έχουν αυτό το όνομα), Vlach, Vlahuta, Vlasa, Vlasi, Vlašic, Vlasceanu, Voloh, Volyh, Vlack, Flack, Vlax, Βλάχος, Βλαχόπουλος, Βλάσης.

Ρουμάνοι εκτός Ρουμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι Ρουμάνοι ζουν στη Ρουμανία, όπου αποτελούν πλειοψηφία. Οι Ρουμάνοι αποτελούν επίσης μειονότητα στις χώρες που συνορεύουν με τη Ρουμανία. Ρουμάνοι βρίσκονται επίσης σε πολλές χώρες, κυρίως στην Ιταλία, την Ισπανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τον Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία, την Αυστρία, την Ελβετία, τη Σουηδία και την Πορτογαλία. Η Ιταλία και η Ισπανία είναι δημοφιλείς προορισμοί μετανάστευσης, λόγω του σχετικά χαμηλού γλωσσικού φραγμού, και οι δυο τους σήμερα φιλοξενούν περίπου ένα εκατομμύριο Ρουμάνους. Όσον αφορά τη γεωπολιτική ταυτότητα, πολλά άτομα Ρουμανικής εθνικότητας στη Μολδαβία προτιμούν να αυτοπροσδιορίζονται ως Μολδαβοί.

Ο σημερινός συνολικός πληθυσμός των εθνοτικά Ρουμάνων δεν μπορεί να αναφερθεί με κανένα βαθμό βεβαιότητας. Παρατηρείται διαφοροποίηση μεταξύ των επίσημων πηγών (όπως τα αποτελέσματα των απογραφων) όπου υπάρχουν και των εκτιμήσεων που προέρχονται από μη επίσημες πηγές και από ενδιαφερόμενες ομάδες. Αρκετοί ανασταλτικοί παράγοντες παρεμπόδισης (όχι μοναδικοί για τη συγκεκριμένη περίπτωση) συμβάλλουν στην αβεβαιότητα αυτή, που μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Κάποιος βαθνός επικάλυψης μπορεί να υπάρχει ή να μοιράζεται μεταξύ της Ρουμανικής και άλλων εθνοτικών ταυτοτήτων σε ορισμένες καταστάσεις και οι απογραφείς ή οι αποκρινόμενοι στις έρευνες μπορεί να επιλέξουν την ταύτιση με μια συγκεκριμένη καταγωγή αλλά όχι κάποια άλλη ή αντίθετα να ταυτιστούν με πολλαπλές καταγωγές.
  • Οι απογραφές και οι εκτιμήσεις μπορεί να διακρίνουν διαφορετικά τη ρουμανική ιθαγένεια από τη ρουμανική εθνικότητα.
  • Οι μετρήσεις και οι μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις για να απαριθμήσουν και να περιγράψουν την εθνικότητα και την καταγωγή των πολιτών τους διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Έτσι ο κατά την απογραφή ορισμός του "Ρουμάνου" μπορεί να σημαίνει γεννημένος στη Ρουμανία, ή Ρουμανικής καταγωγής, ή να περιλαμβάνει ως Ρουμάνους και άλλες εθνικές ταυτότητες, που σε άλλα πλαίσια προσδιορίζονται ξεχωριστά.

Για παράδειγμα η απογραφή των ΗΠΑ του 2000 υπολόγισε (βάσει στατιστικής δειγματοληψίας των δεδομένων των νοικοκυριών) ότι 367.310 ερωτηθέντες δήλωσαν ρουμανική καταγωγή (περίπου το 0,1% του συνολικού πληθυσμού).

Ο πραγματικός συνολικός καταγεγραμμένος αριθμός Ρουμάνων που γεννήθηκαν στις ΗΠΑ ήταν μόνο 136.000. Ωστόσο ορισμένες μη ειδικές οργανώσεις έχουν κάνει εκτιμήσεις που είναι σημαντικά υψηλότερες: μια μελέτη του 2002 του Ρουμανοαμερικανικού Δικτύου Α.Ε. αναφέρει μια εκτίμηση 1.200.000 για τον αριθμό των Ρουμανοαμερικανών.

Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, επισημαίνει ότι "... έχουν συμπεριληφθεί και άλλοι μετανάστες εθνικών μειονοτικών ομάδων από τη Ρουμανία όπως: Αρμένιοι, Γερμανοί, Τσιγγάνοι, Ούγγροι, Εβραίοι και Ουκρανοί". Περιλαμβάνει επίσης ένα απροσδιόριστο αριθμό Ρουμάνων δεύτερης και τρίτης γενιάς και έναν απροσδιόριστο αριθμό που ζει στον Καναδά. Δεν παρέχεται εύρος σφάλματος για την εκτίμηση. Οσον αφορά τα στοιχεία της Απογραφής των Ηνωμένων Πολιτειών του 2000, σχεδόν το 20% του συνολικού πληθυσμού δεν ταξινομήθηκε ή ανέφερε καταγωγή και η απογραφή υπόκειται επίσης σε υποεκτίμηση, μη πλήρες ποσοστό ανταπόκρισης (67%) και σφάλματα δειγματοληψίας γενικά.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνεισφορά στην ανθρωπότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρουμάνοι έχουν παίξει και συνεισφέρει σημαντικό ρόλο στην προαγωγή των τεχνών, του πολιτισμού, των επιστημών, της τεχνολογίας και της μηχανικής.

Στην ιστορία της αεροπορίας, ο Tραγιάν Βούγια και ο Aουρέλ Βλάικου κατασκεύασαν και δοκίμασαν μερικά από τα πρώτα σχέδια αεροσκαφών, ενώ ο Ανρί Κόαντε ανακάλυψε το ομώνυμο φαινόμενο ρευστοποίησης. Ο Βίκτορ Μπάμπες ανακάλυψε περισσότερα από 50 μικρόβια και μια θεραπεία για μια ασθένεια που ονομάστηκε από αυτόν "μπαμπεσίωση". ο βιολόγος Nικολάε Παουλέσκου ανακάλυψε την ινσουλίνη. Ένας άλλος βιολόγος, ο Eμίλ Παλάντε, έλαβε το βραβείο Νόμπελ για τη συνεισφορά του στην κυτταρική βιολογία. Ο Τζεόρτζε Κονσταντινέσκου διατύπωσε την ηχητική θεωρία, ενώ ο μαθηματικός Στεφάν Οντομπλέζα θεωρείται ο ιδεολογικός πατέρας της κυβερνητικής. Το έργο του Η Συμφωνητική Ψυχολογία (Παρίσι, 1938) ήταν η κύρια πηγή έμπνευσης για την Κυβερνητική του Ν. Βίνερ (Παρίσι, 1948). Ο Λάζαρ Εντελέανου ήταν ο πρώτος χημικός που συνέθεσε αμφεταμίνη και εφεύρε επίσης τη σύγχρονη μέθοδο διύλισης του αργού πετρελαίου.

Στις τέχνες και τον πολιτισμό ξεχώρισαν οι Τζεόρτζε Ενέσκου (μουσικοσυνθέτης, βιολιστής, καθηγητής του Γεχούντι Μενουχίν), Κονσταντίν Μπρανκούζι (γλύπτης), Ευγένιος Ιονέσκο (θεατρικός συγγραφέας), Μίρτσεα Ελιάντε (ιστορικός της θρησκείας και μυθιστοριογράφος), Eμίλ Τσοράν (δοκιμιογράφος, Βραβείο του Γαλλικού Ινστιτούτου για το στυλισμό) και η Aντζελα Γκεοργκίου (σοπράνο). Πιο πρόσφατα κινηματογραφιστές όπως ο Κρίστι Πούγιου και ο Κριστιάν Μουντζίου έχουν αποκτήσει διεθνή αναγνώριση, όπως και η σχεδιάστρια μόδας Ioάνα Τσολάκου.

Στον αθλητισμό οι Ρουμάνοι έχουν διακριθεί σε διάφορους τομείς όπως το ποδόσφαιρο (Γκεόργκι Χάτζι), η γυμναστική (Νάντια Κομανέτσι, Λαβίνια Μιλοσοβίτσι κλπ.), το τένις (Iλίε Νεστάσε, Ioν Τσιριάκ, Σιμόνα Χαλέπ), το κανό (Iβάν Πατσαϊκίν), το χάντμπολ (τέσσερις φορές νικητές του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ανδρών). Ο Κόμης Δράκουλας είναι μια παγκόσμια εικόνα της Ρουμανίας. Αυτός ο χαρακτήρας δημιουργήθηκε από τον Ιρλανδό μυθιστοριογράφο Μπραμ Στόκερ, βασισμένος σε μερικές ιστορίες που διαδόθηκαν στα τέλη του Μεσαίωνα από τους φοβισμένους Γερμανούς εμπόρους του Κρόνσταντ (Μπρασόβ) και σε μερικές Βαλκανικές λαϊκές παραδόσεις σχετικά με την ιστορική Ρουμανική μορφή του Πρίγκιπα Βλαντ του Ανασκολοπιστή.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδόν το 90% των Ρουμάνων θεωρούν εαυτούς θρησκευόμενους. Η συντριπτική πλειονότητα είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και ανήκουν στη Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία (κλάδο της Ορθοδοξίας ή Ορθόδοξης Εκκλησίας, μαζί με τις Ορθόδοξες Εκκλησίαες της Ελλάδας, της Γεωργίας και της Ρωσίας, μεταξύ άλλων).

Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 το 93,6% των εθνοτικά Ρουμάνων της Ρουμανίας αυτοπροσδιορίστηκαν ως Ρουμάνοι Ορθόδοξοι (σε σύγκριση με το 86,8% του συνολικού πληθυσμού της Ρουμανίας, συμπεριλαμβανομένων και άλλων εθνοτικών ομάδων). Ωστόσο το πραγματικό ποσοστό συμμετοχής στην εκκλησία είναι σημαντικά χαμηλότερο και πολλοί Ρουμάνοι είναι μόνο κατ' όνομα πιστοί. Για παράδειγμα, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ευρωβαρομέτρου του 2006, μόνο το 23% των Ρουμάνων πηγαίνει στη εκκλησία μία φορά την εβδομάδα ή περισσότερο. Μια δημοσκόπηση του 2006 που διεξήχθη από το Ίδρυμα «Ανοικτή Κοινωνία» διαπίστωσε ότι μόνο το 33% των Ρουμάνων πήγαιναν στην εκκλησία μία φορά το μήνα ή περισσότερο.

Ρουμάνοι Καθολικοί υπάρχουν στην Τρανσυλβανία, το Βανάτο, τη Βουκοβίνα, το Βουκουρέστι και τμήματα της Μολδαβίας, που ανήκουν τόσο στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (297.246 μέλη) όσο και στην Ανατολική Καθολική Εκκλησία της Ρουμανίας (124.563 μέλη). Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 το 2,5% των Ρουμάνων της Ρουμανίας αυτοπροσδιορίστηκαν ως Καθολικοί (σε σύγκριση με το 4,3% του συνολικού πληθυσμού της Ρουμανίας, συμπεριλαμβανομένων άλλων εθνικών ομάδων). Περίπου το 1,6% των εθνοτικά Ρουμάνων στη Ρουμανία αυτοπροσδιορίζονται ως Πεντηκοστιανοί, με 276.678 μέλη. Μικρότερα είναι τα ποσοστά Προτεσταντών, Εβραίων, Μουσουλμάνων, αγνωστικιστών, αθεϊστών ή ακολουθούν παραδοσιακές θρησκείες.

Δεν υπάρχουν επίσημες χρονολογίες της υιοθέτησης θρησκειών από τους Ρουμάνους. Με βάση τα γλωσσικά και αρχαιολογικά ευρήματα οι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι πρόγονοι των Ρουμάνων απέκτησαν πολυθεϊστικές θρησκείες κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, υιοθετώντας αργότερα τον Χριστιανισμό, οπωσδήποτε ήδη τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν θεσπίστηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ως επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όπως και σε όλες τις άλλες Λατινογενείς γλώσσες, οι βασικές ρουμανικές λέξεις που σχετίζονται με το Χριστιανισμό έχουν κληρονομηθείαπό τα Λατινικά, όπως Θεός (("Dumnezeu" < Domine Deus), εκκλησία ("biserică" < basilica), σταυρός ("cruce" < crux, -cis), άγγελος ("înger" < angelus)), άγιος ("sfân(t)" < sanctus)), Χριστούγεννα ("Crăciun" < creatio, -onis), Χριστιανός ("creştin" < christianus), Πάσχα ("paşte" < paschae)", αμαρτία ("păcat" < peccatum), βαπτίζω ("a boteza" < batizare), ιερέας ("preot" < presbiterum), προσεύχομαι ("a ruga" < rogare), πίστη ( "credinţă" < credentia ), και ούτω καθεξής.

Μετά το Μεγάλο Σχίσμα δημιουργήθηκε μια Καθολική Επισκοπή της Κουμανίας (αργότερα, ξεχωριστές επισκοπές τόσο στη Βλαχία όσο και στη Μολδαβία). Ωστόσο αυτό φαίνεται να ήταν μάλλον η εξαίρεση, παρά ο κανόνας, καθώς και στη Βλαχία και στη Μολδαβία η κρατική θρησκεία ήταν η Ορθόδοξη. Μέχρι το 17ο αιώνα η επίσημη γλώσσα της λειτουργίας ήταν η Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική. Στη συνέχεια σταδιακά άλλαξε στη Ρουμανική.

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2011 παρόλο που το 94% των ερωτηθέντων απάντησε θετικά για πίστη στο Θεό, το 42% υποστηρίζει το χριστιανικό δόγμα της ενσάρκωσης του Θεού σε ένα ανθρώπινο ον. Ενώ το 34% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι υπάρχει μόνο μία αληθινή θρησκεία, το 38% πιστεύει ότι υπάρχει μια αληθινή θρησκεία και ότι άλλες θρησκείες περιέχουν κάποιες βασικές αλήθειες, σύμφωνα με το 18% υπάρχει μια πραγματική θρησκεία και όλες οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου περιέχουν κάποιες θεμελιώδεις αλήθειες. Το 88% των Ρουμάνων πιστεύει στην ύπαρξη ψυχής, το 87% πιστεύει στην αμαρτία και την ύπαρξη του παραδείσου, το 60% πιστεύει στο μάτιασμα, το 25% πιστεύει στα ωροσκόπια και το 23% στους εξωγήινους. Σύμφωνα με έρευνα του 2004 το 80% θεωρεί ότι δεν είναι προληπτικό και το ίδιο ποσοστό πιστεύει στους αγγέλους, περίπου το 40% πιστεύει ότι έχουν δει όνειρα που μετά συνέβησαν και το 19% πιστεύουν στα φαντάσματα.

Σύμβολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνικά σύμβολα της Ρουμανίας: η σημαία (αριστερά) και το εθνόσημο (δεξιά).

Εκτός από τα χρώματα της Ρουμανικής σημαίας, κάθε ιστορική επαρχία της Ρουμανίας έχει το δικό της χαρακτηριστικό σύμβολο:

Το Εθνόσημο της Ρουμανίας συνδυάζει όλα αυτά μαζί.

Σχέση με άλλες εθνικές ομάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πλησιέστερες προς τους Ρουμάνους εθνοτικές ομάδες είναι άλλοι Ρουμανικοί λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης: οι Αρμάνοι (Μακεδονορουμάνοι), οι Μογλενορουμάνοι και οι Ιστρορουμάνοι. Οι Ιστρορουμάνοι είναι η πλησιέστερη προς τους Ρουμάνους εθνοτική ομάδα και πιστεύεται ότι εγκατέλειψαν το Μαραμούρες της Τρανσυλβανίας πριν από περίπου χίλια χρόνια και εγκαταστάθηκαν στην Ίστρια της Κροατίας. Ενώ η πλειοψηφία τους έφυγε σε άλλες χώρες μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (κυρίως στην Ιταλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Σουηδία, την Ελβετία και την Αυστραλία), περίπου 500 άτομα που εξακολουθούν να ζουν στα αρχικά χωριά τους της Ίστριας μιλάνε την Ιστρορουμανική γλώσσα, τη στενότερη επιβιώνουσα συγγενή της Ρουμανικής.

Οι Αρμάνοι και οι Μογλενορουμάνοι είναι Ρουμανικοί λαοί που ζουν νότια του Δούναβη, κυρίως στην Ελλάδα, την Αλβανία και την π.Γ.Δ.Μ., αν και μερικοί από αυτούς μετανάστευσαν στη Ρουμανία τον 20ό αιώνα. Πιστεύεται ότι ξεχώρισαν από τους Ρουμάνους τον 7ο ως τον 9ο αιώνα και σήμερα μιλάνε τη Βλάχικη και τη Μογλενίτικη γλώσσα, που και οι δύο είναι Ανατολικές Ρομανικές γλώσσες, όπως η Ρουμανική, και μερικές φορές θεωρούνται από τους παραδοσιακούς Ρουμάνους γλωσσολόγους ως διαλέκτοι της Ρουμανικής.

Gallery[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]