Αυστροουγγαρία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Θυρεός της Αυστροουγγαρίας μέχρι το 1915
Η Αυστροουγγαρία περί το 1913

Η Αυστροουγγαρία (γερμ. Österreich-Ungarn, ουγγρ. Osztrák–Magyar Monarchia), γνωστή επίσης ως Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία ή Δυαδική Μοναρχία, ήταν ένα διττό συνταγματικό μοναρχικό κράτος η έκταση του οποίου κάλυπτε όλη την Κεντρική Ευρώπη που διατηρήθηκε από το 1867 ως το 1918, όταν με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τo μεν πολίτευμά του καταλύθηκε, η δε έκτασή του κατακερματίστηκε, κατόπιν συνθηκών που αποτέλεσαν ιδιαίτερο κεφάλαιο του Διεθνούς Δικαίου.
Την τύχη της Αυτοκρατορίας αυτής ακολούθησε η Γερμανική Αυτοκρατορία, καθώς και η Ρωσική Αυτοκρατορία και λίγα χρόνια αργότερα η Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά από επαναστάσεις.

Κύρια αίτια δημιουργίας ήταν ο ατυχής για την Αυστρία Αυστροπρωσικός πόλεμος.
Κύριος δημιουργός της, ήταν ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ Α΄ της Αυστρίας.
Συνολική έκταση: 676.616 τ.χλμ.
Συνολικός πληθυσμός (απογραφή 1910): 51.390.223 κάτοικοι, με τεράστια ανομοιομέρεια, εθνική και θρησκευτική, περιλαμβάνονταν έντεκα λαοί.
Πολιτειακή δομή: Ένας αυτοκράτορας, δύο κυβερνήσεις, δύο κοινοβούλια (με άνω και κάτω Βουλή) ανά κράτος με υποκείμενες δίαιτες, και ένα αυτοκρατορικό συμβούλιο με τρία κοινά υπουργεία που ελέγχονταν από επιτροπές των δύο κοινοβουλίων.
Πρωτεύουσα: του κράτους ήταν η Βιέννη. Η Αυστροουγγαρία ήταν γεωγραφικά η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της Ευρώπης (μετά τη Ρωσική Αυτοκρατορία) και η τρίτη σε πληθυσμό (μετά τη Ρωσία και τη Γερμανική Αυτοκρατορία) και για μισό αιώνα υπήρξε μία από τις τότε Μεγάλες Δυνάμεις.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυστροουγγαρία ήταν το διάδοχο κράτος της Αυστριακής Αυτοκρατορίας (1804-1867), όταν συνδέθηκε με το αναγεννημένο Βασίλειο της Ουγγαρίας, κάτω από ένα στέμμα, περιερχόμενο κληρονομικά στη δυναστεία των "Αψβούργων της Λωραίνης", ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού ανάμεσα στην Αψβουργική δυναστεία και της επανάστασης των Ούγγρων, (Μαγυάρων), που ακολούθησε αμέσως μετά τον ατυχή αυστροπρωσικό πόλεμο. Όντας μία πολυεθνική αυτοκρατορία σε μία εποχή εθνικιστικού αναβρασμού, η πολιτική της ζωή κυριαρχήθηκε από εθνικιστικές διαμάχες ανάμεσα στις έντεκα κύριες εθνικές ομάδες (λαούς) που κατοικούσαν στα εδάφη της. Η οικονομική και πολιτική της ζωή χαρακτηρίστηκε από τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη και πολλές φιλελεύθερες και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

H σημαία της Αυστρο-Ουγγαρίας, 1869-1918, φέρει τους θυρεούς και τα χρώματα και των δύο τμημάτων της Αυτοκρατορίας

Οι Αψβούργοι βασίλευαν ως αυτοκράτορες της Αυστρίας στο δυτικό και βόρειο τμήμα της χώρας και ως βασιλείς της Ουγγαρίας στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, που απολάμβανε ένα βαθμό αυτοκυβέρνησης και αντιπροσώπευσης στα κοινά ζητήματα (κυρίως εξωτερικές σχέσεις και άμυνα). Η ομοσπονδία είχε το πλήρες όνομα: «Τα Βασίλεια και οι Χώρες που Αντιπροσωπεύονται στο Αυτοκρατορικό Συμβούλιο και οι Χώρες του Ιερού Ουγγρικού Στέμματος του Αγίου Στεφάνου».

Η δημιουργία της Αυστροουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εθνόσημο της Αυστροουγγαρίας, που συμβόλιζε τη διπλή ένωση της Αυστρίας (αριστερά) και της Ουγγαρίας (δεξιά), υπό τη δυναστεία των Αψβούργων (κέντρο). Το λατινικό ρητό Indivisibiliter ac Inseparabiliter σημαίνει «αδιαίρετα και αχώριστα».

Αμέσως μετά τη λήξη του Αυστροπρωσικού πολέμου, ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος Ιωσήφ εξετάζοντας μαζί με το επιτελείο του λεπτομερειακά τις αιτίες, μία προς μία, που επέφεραν την ατυχή για τη χώρα του κατάληξη του πολέμου, διαπίστωσε τελικά ότι εκτός από τα λάθη στρατηγικής και τακτικής που είχε εφαρμόσει, ένα μεγάλο μέρος των αιτιών αφορούσαν εσωτερικά θέματα που επικεντρώνονταν στην παντελή έλλειψη συνοχής αλλά και ηθικών αξιών των διαφόρων εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας επί του κοινού προβλήματος που ήταν ο πόλεμος. Σε αυτά ήλθε και προστέθηκε τόσο η ουγγρική δυσαρέσκεια όσο και η αυξανόμενη διασπαστική τάση των πολλών εθνοτήτων της χώρας.
Σε μια προσπάθεια εξάλειψης αυτών των προβαλλομένων τάσεων ο Αυτοκράτορας αναζήτησε τη λύση της εξίσωσης των μεγαλυτέρων πληθυσμιακά λαών που ήταν οι Γερμανοί της Αυστρίας και οι Μαγυάροι της Ουγγαρίας.

Έτσι ξεκινώντας ο Αυτοκράτορας τις διαπραγματεύσεις με την ουγγρική αριστοκρατία που πίεζε για μία αποκλειστική συμφωνία με τις αυστριακές ελίτ και διασφαλίζοντας την υποστήριξή της, κατόπιν και των συμβουλών του αυστριακού πρωθυπουργού Δούκα Belcredi, για μια συνολική συνταγματική συμφωνία με όλες τις εθνικότητες και τη δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους προχώρησε στη δημιουργία της Αυστροουγγαρίας. Αν και ο Belcredi ανησυχούσε ότι μία συμφωνία που θα περιοριζόταν μόνο στους Μαγυάρους θα αποξένωνε τις υπόλοιπες εθνικότητες ο Φραγκίσκος Ιωσήφ περιορίστηκε μόνο σ΄ αυτούς γενόμενος στη συνέχεια ένας άριστος και κραταιός διαιτητής στην ιεραρχία των εθνοτήτων της επικράτειάς του.

Ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ Α΄ (1865)

Στη δημιουργία του ομόσπονδου κράτους οι Μαγυάροι ηγέτες απαίτησαν (και πέτυχαν) να στεφθεί ο αυτοκράτορας βασιλιάς της Ουγγαρίας ως αποδοχή των ιστορικών προνομίων της Ουγγαρίας, και την ίδρυση ενός ξεχωριστού κοινοβουλίου στη Βουδαπέστη με νομοθετική εξουσία για τις ιστορικές περιοχές του ουγγρικού στέμματος (τις Χώρες του Αγίου Στεφάνου), αλλά με τρόπο τέτοιο ώστε να διασφαλίζει την πολιτική κυριαρχία της μαγυάρικης πλειονότητας (πιο συγκεκριμένα της αριστοκρατίας και της μορφωμένης ελίτ) και τον αποκλεισμό από τα κέντρα εξουσίας των άλλων εθνοτήτων π.χ. ρουμανικών και σλαβικών πληθυσμών.

Κατόπιν των παραπάνω και μετά από διάφορες προεργασίες που προηγήθηκαν το 1866, ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ την 1 Φεβρουαρίου του 1867 λαμβάνει την οριστική απόφαση της δημιουργίας του διττού Βασιλείου.
Στις 17 Φεβρουαρίου στην Ουγγαρία εκλέχθηκε η πρώτη συνταγματική κυβέρνηση. Έτσι στις 15 Μαρτίου υπογράφεται ο λεγόμενος "Αυστροουγγρικός συμβιβασμός" με τον οποίο και προσδιορίζεται η έκταση του κάθε επιμέρους κράτους ο οποίος και ψηφίστηκε λίγες ημέρες μετά από τους Ούγγρους.

Στις 6 Οκτωβρίου ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ στέφθηκε Βασιλεύς της Ουγγαρίας.
Στις 21 Δεκεμβρίου (1867), η κυβέρνηση της Αυστρίας επικύρωσε τον ιδρυτικό νόμο και τέλος στις 27 Δεκεμβρίου του 1867 ο Αυτοκράτωρ Φραγκίσκος Ιωσήφ υπέγραψε με ειδική πράξη την επίσημη ονομασία του διττού Βασιλείου: Österreichisch-Ungarische Monarchie (= "Αυστροουγγρική Μοναρχία", ή γνωστότερη ως Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία").

Εθνοτικές σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θρησκείες στην Αυστροουγγαρία, από την έκοση του 1881 του άτλαντα Andrees Allgemeiner Handatlas.
"Κατανομή των φυλών στην Αυστρο-Ουγγαρία" από τον Ιστορικό Άτλαντα του William R. Shepherd, 1911

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του αυστροουγγρικού συντάγματος: «Όλες οι φυλές της αυτοκρατορίας έχουν ίσα δικαιώματα και κάθε φυλή έχει ένα απαραβίαστο δικαίωμα στη διατήρηση και χρήση της δικής της εθνικότητας και γλώσσας. Η ισότητα όλων των εθιμικών γλωσσών (landesübliche Sprache) στο σχολείο, το γραφείο και τη δημόσια ζωή, αναγνωρίζεται από το κράτος. Στα εδάφη όπου διάφορες φυλές είναι αναμεμειγμένες, οι δημόσιοι και μορφωτικοί θεσμοί θα κανονίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς να είναι απαραίτητη η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας της χώρας (Landessprache), κάθε μία από τις φυλές να απολαμβάνει των απαραίτητων μέσων για μόρφωση στη δική της γλώσσα.»

Η εφαρμογή αυτού του κανόνα οδήγησε σε αρκετές διαμάχες, καθώς όλα εξαρτώνταν από το ποια είναι η εθιμική ή landesüblich γλώσσα σε κάθε περιοχή. Οι Γερμανοί, η παραδοσιακή γραφειοκρατική, κεφαλαιοκρατική και πολιτισμική ελίτ, απαιτούσαν την αναγνώριση των γερμανικών ως εθιμικής γλώσσας σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Ενώ τα ιταλικά θεωρούνταν μια παλιά, πολιτισμική γλώσσα (Kultursprache) από τους γερμανόφωνους διανοούμενους και πάντα της αναγνωρίζονταν ίσα δικαιώματα ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, οι Γερμανοί δεν ήθελαν να αποδεχτούν τις σλαβικές γλώσσες ως ισότιμες των γερμανικών. Ο ίδιος ο Φραγκίσκος Ιωσήφ είχε πλήρη επίγνωση του ότι κυβερνούσε μία πολυεθνική αυτοκρατορία και μιλούσε γερμανικά, ουγγρικά, τσεχικά, πολωνικά και ιταλικά.

Παρόλα αυτά, τα επόμενα χρόνια πραγματοποιήθηκε η χειραφέτηση πολλών γλωσσών τουλάχιστον στο τμήμα της Αυτοκρατορίας που ήταν γνωστό ως Κισλεϊθανία (Cisleithania, οι «εντεύθεν του ποταμού Λάιτα χώρες», δηλαδή το «αυστριακό» τμήμα της Αυτοκρατορίας). Με μια σειρά νόμων από το 1867 και μετά, η κροατική γλώσσα αναγνωρίστηκε ως ισότιμη των ιταλικών στη Δαλματία. Από το 1882 οι Σλοβένοι είχαν την πλειοψηφία στη δίαιτα της Καρνιόλας και στην πρωτεύουσα Λάιμπαχ (Λιουμπλιάνα), και αντικατέστησαν τα γερμανικά με τα σλοβενικά ως επίσημη γλώσσα. Τα πολωνικά αντικατέστησαν τα γερμανικά το 1869 στη Γαλικία ως γλώσσα της κυβέρνησης. Οι ίδιοι οι Πολωνοί μεροληπτούσαν σε βάρος της ουκρανικής μειονότητας και τα ουκρανικά δεν έγιναν ποτέ επίσημη γλώσσα. Οι πιο έντονες γλωσσικές διαμάχες έλαβαν χώρα στη Βοημία και Μοραβία, όπου οι Τσέχοι ήθελαν να καθιερώσουν τη γλώσσα τους ακόμα και στις γερμανόφωνες περιοχές της «Σουδητίας» (γερμ. Sudetenland, η ονομασία είναι μεταγενέστερη). Οι γερμανόφωνοι έχασαν την πλειοψηφία στη βοημική δίαιτα το 1880 καθώς και στην Πράγα και το Πίλσεν (αν και κατάφεραν να διατηρήσουν την πλειοψηφία στο Μπρνο και βρέθηκαν στην πρωτοφανή για Γερμανούς θέση της μειονότητας. Έτσι, το Καρολιανό Πανεπιστήμιο της Πράγας χωρίστηκε το 1882 σε γερμανικό και τσεχικό τμήμα.

Συγχρόνως, οι Μαγυάροι αντιμετώπιζαν προκλήσεις από τους Ρουμάνους στην Τρανσυλβανία και στο ανατολικό Βανάτο, τους Σλοβάκους στη σημερινή Σλοβακία και τους Σέρβους και Κροάτες στη σημερινή Δαλματία και Κροατία, στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, καθώς και στη Βοϊβοντίνα. Οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι επίσης επιθυμούσαν την ένωση με τους ομοεθνείς τους. Παρότι οι ηγέτες της Ουγγαρίας ήταν πιο απρόθυμοι από τους Αυστριακούς στο να μοιραστούν την εξουσία με τις μειονότητες, παραχώρησαν σημαντικό βαθμό αυτονομίας στο βασίλειο της Κροατίας το 1868.

Τον Ιανουάριο του 1907, όλα τα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία στο σλοβακικό τμήμα της Ουγγαρίας αναγκάστηκαν να διδάσκουν στο εξής μόνο στα ουγγρικά, ενώ κάηκαν πολλά σλοβακικά βιβλία και εφημερίδες.

Η θέση των Εβραίων στο βασίλειο, που το 1914 ήταν περίπου δύο εκατομμύρια, ήταν ιδιόμορφη. Όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, υπήρχαν αντισημιτικά κόμματα και κινήματα, αλλά η Βιέννη δεν πραγματοποίησε πογκρόμ ούτε εφάρμοσε κάποια επίσημη αντισημιτική πολιτική. Η πλειοψηφία των Εβραίων ζούσε στις αγροτικές περιοχές της Ουγγαρίας, της Βοημίας και της σημερινής νότιας Πολωνίας, παρότι υπήρχαν σημαντικές κοινότητες στη Βιέννη, τη Βουδαπέστη, την Πράγα και άλλες μεγάλες πόλεις.

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αυτοκρατορική (αυστριακή) και βασιλική (ουγγρική) κυβέρνηση είχαν διαφορετικές θέσεις όσο αφορά την εξωτερική πολιτική. Οι ούγγροι πολιτικοί εναντιωνόντουσαν στις προσαρτήσεις νέων εδαφών, γιατί φοβόντουσαν ότι αναλογικά θα μείωναν ακόμα περισσότερο την πληθυσμιακή ισχύ των Ούγγρων. Αντίθετα, οι Γερμανοί έβλεπαν πιο θετικά την προσάρτηση νέων εδαφών. Έτσι, αυστροουγγρικές δυνάμεις κατέλαβαν τη οθωμανική επαρχία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης τον Αύγουστο του 1878, σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης του Βερολίνου. Η πλήρης προσάρτηση της επαρχίας το 1908 δημιούργησε προβλήματα, γιατί αύξησε σημαντικά την αριθμητική ισχύ του σλαβικού στοιχείου. Έτσι, διάφοροι πολιτικοί (ανάμεσα τους και ο αργότερα δολοφονηθείς Αρχιδούκας Φερδινάνδος) άρχισαν να σκέπτονται την προοπτική μιας Τριπλής Μοναρχίας, που θα ένωνε τους Νοτιοσλάβους υπό κροατική κυριαρχία.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Ιουνίου 1914, ο διάδοχος του θρόνου, Αρχιδούκας Φερδινάνδος, επισκέφτηκε το Σεράγεβο, πρωτεύουσα της Βοσνίας, όπου Σερβοβόσνιοι της εθνικιστικής ομάδας Mlada Bosna, σε συνεργασία με την εθνικιστική σερβική οργάνωση Μαύρη Χειρ, έστησαν ενέδρα και δολοφόνησαν το διάδοχο και τη γυναίκα του.

Πρέπει να τονισθεί ότι σε σύγκριση με τις άλλες δυνάμεις της εποχής (και ειδικά με τη Γερμανία), ο αυστροουγγρικός στρατιωτικός προϋπολογισμός ήταν αναλογικά μικρός. Επίσης, η αυτοκρατορία είχε υποστεί σημαντικές απώλειες εδαφών προς όφελος της Ιταλίας. Αυτό δημιούργησε ανασφάλεια σε πολλούς Γερμανούς πολιτικούς της αυτοκρατορίας που φοβόντουσαν την απώλεια εδαφών προς όφελος της Σερβίας. Η ηγεσία της Αυστροουγγαρίας (με την υποστήριξη της συμμάχου Γερμανίας) αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη δολοφονία ως πρόφαση για να κηρύξει πόλεμο στη Σερβία, με τη βεβαιότητα ότι θα τον κέρδιζε. Έτσι, επέδωσε μία λίστα με δέκα ιδιαίτερα σκληρές απαιτήσεις, που έμεινε γνωστή με το όνομα Τελεσίγραφο του Ιουλίου. Προς γενική έκπληξη, η Σερβία αποδέχτηκε πλήρως τις εννιά από τις δέκα απαιτήσεις, ενώ αποδέχτηκε μερικώς τη δέκατη. Παρόλα αυτά, η Αυστροουγγαρία πήρε τη μοιραία απόφαση να κηρύξει πόλεμο, γεγονός που πυροδότησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στην αρχή του πολέμου, ο στρατός χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το μικρότερο ανέλαβε την επίθεση κατά της Σερβίας, ενώ το μεγαλύτερο ανέλαβε να αντιμετωπίσει το ρωσικό στρατό. Η εισβολή στη Σερβία αποδείχτηκε καταστροφική: στο τέλος του 1914 η Αυστροουγγαρία δεν είχε κατακτήσει εδάφη, ενώ είχε χάσει 227.000 άνδρες.

Στο ανατολικό μέτωπο, η κατάσταση ήταν εξίσου άσχημη. Ο αυστροουγγρικός στρατός ηττήθηκε στη μάχη του Λέμπεργκ και η πόλη του Πσέμυσλ πολιορκούνταν από τους Ρώσους.

Το Μάιο του 1915, η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και επιτέθηκε στην Αυστροουγγαρία. Η σύγκρουση με τους Ιταλούς ήταν σκληρή αλλά αμφίρροπη. Μόνο σε αυτό το μέτωπο σημείωσαν οι Αυστροούγγροι σημαντικές επιτυχίες, καθώς κατόρθωσαν να συγκρατήσουν τους αριθμητικά ανώτερους Ιταλούς στις Άλπεις. Το καλοκαίρι του 1915, ο αυστριακός και ο γερμανικός στρατός πραγματοποίησαν την επιτυχημένη επιθετική εκστρατεία Gorlice–Tarnow, ενώ τον ίδιο χρόνο οι Αυστριακοί, με τη βοήθεια των Γερμανών και των Βούλγαρων κατέλαβαν τη Σερβία.

Οι επιτυχίες όμως, τερματίστηκαν το 1916 με την επίθεση Μπρουσίλωφ του ρωσικού στρατού. Ο αυστροουγγρικός στρατός υπέστη τρομακτικές απώλειες (περίπου ένα εκατομμύριο άνδρες) και δεν μπόρεσε ποτέ να ανακάμψει από αυτή την καταστροφή. Σιγά-σιγά, οι Αυστροούγγροι εξαρτώνταν από τους Γερμανούς για τη συνέχιση της πολεμικής προσπάθειας, γεγονός που προκαλούσε δυσαρέσκεια στη Γερμανία. Η έλλειψη πολεμοφοδίων, το χαμηλό ηθικό και οι μεγάλες απώλειες περιόρισαν κατά πολύ τις δυνατότητες του αυστροουγγρικού στρατού, ενώ ορισμένες εθνικότητες όπως οι Τσέχοι προτιμούσαν συχνά να αυτομολήσουν στον εχθρό παρά να συνεχίσουν τον πόλεμο.

Οι δύο τελευταίες επιτυχίες της Αυστροουγγαρίας, η κατάκτηση της Ρουμανίας και η επίθεση του Καπορέττο, ήταν επιχειρήσεις στις οποίες συνεισέφεραν καθοριστικά οι Γερμανοί. Η πλειοψηφία του λαού (με την εξαίρεση των Γερμανών και Ούγγρων) άρχισε πλέον να σκέφτεται την «επόμενη μέρα», μετά την αναμενόμενη αποσύνθεση της αυτοκρατορίας.

Τον Ιούνιο του 1918, ο αυστριακός αρχιστράτηγος Κόνραντ επιχείρησε μία ριψοκίνδυνη επίθεση εναντίον των Ιταλών. Το σχέδιο απέτυχε και τον Οκτώβριο του 1918 ο ιταλικός στρατός αντεπιτέθηκε, κέρδισε τη μάχη του Βιτόριο Βένετo, κατέστρεψε ότι απέμενε από τον αυστροουγγρικό στρατό και έθεσε τέλος στην αυστροουγγρική αυτοκρατορία.

Η διάλυση της αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυστροουγγαρία πριν από τον πόλεμο, και τα σύνορα των διαδόχων κρατών.

Καθώς γινόταν φανερό ότι η Αντάντ θα κέρδιζε τον πόλεμο, τα εθνικιστικά κινήματα που διεκδικούσαν αυτονομία, άρχισαν να πιέζουν για πλήρη ανεξαρτησία. Στις 28 Οκτωβρίου 1918 η Τσεχοσλοβακία διακήρυξε την ανεξαρτησία της, ενώ την επόμενη ημέρα οι νοτιοσλαβικές περιοχές ίδρυσαν το κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων. Στις 31 Οκτωβρίου, η ουγγρική κυβέρνηση έθεσε τέλος στην ένωση της με την Αυστρία, τερματίζοντας και επίσημα την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

Το Νοέμβριο, τόσο στην Αυστρία όσο και στην Ουγγαρία ανακηρύχθηκαν δημοκρατίες. Η Συνθήκη του Αγίου Γερμανού (ανάμεσα στους νικητές Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την Αυστρία) και η Συνθήκη του Τριανόν (ανάμεσα στους νικητές και την Ουγγαρία) ρύθμισε τη διάδοχη κατάσταση της Αυστροουγγαρίας. Ο τελευταίος Αψβούργος αυτοκράτορας (βασιλιάς για την Ουγγαρία), Κάρολος Α΄, δήλωσε ότι δε θα συμμετάσχει πια στην πολιτική (αλλά δεν αποκήρυξε τα δικαιώματά του στο θρόνο) και έφυγε για την Ελβετία.

Μία αναβίωση των φιλομοναρχικών αισθημάτων στην Ουγγαρία (ως αντίδραση στο κομμουνιστικό καθεστώς του Μπέλα Κουν), οδήγησε στην παλινόρθωση της μοναρχίας (Μάρτιος του 1920) με τον ναύαρχο Μίκλος Χόρτυ ως αντιβασιλιά. Ο Κάρολος προσπάθησε να επιστρέψει στον θρόνο της Βουδαπέστης το Μάρτιο του 1921 αλλά οι γειτονικές χώρες και οι νικήτριες δυνάμεις απείλησαν με στρατιωτική επέμβαση. Η τελευταία (και μοναδική) απόπειρα για την παλινόρθωση των Αψβούργων είχε αποτύχει και οι Βρετανοί οδήγησαν τον Κάρολο και την οικογένειά του στο πορτογαλικό νησί Μαδέιρα, όπου πέθανε το 1922.

Σημαίες και εραλδικά σύμβολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρ'όλο που η Αυστρο-Ουγγαρία δεν είχε κοινή εθνική σημαία, υπήρχε κοινός θυρεός για το πολεμικό ναυτικό και εμπορική σημαία (η οποία θεσπίστηκε το 1869).

Το μαύρο-κίτρινο χρώμα χρησιμοποιήθηκε στη σημαία του αυστριακού τμήματος. Το ουγγρικό τμήμα χρησιμοποίησε σημαία που έφερε τον ουγγρικό θυρεό πάνω σε κόκκινο, άσπρο και πράσινο χρώμα.

Θυρεοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δικέφαλος αετός της Αψβουργικής δυναστείας χρησιμοποιήθηκε ως θυρεός της Αυστρο-Ουγγαρίας από το 1867 έως το 1915. Το 1915 υιοθετήθηκε ένας νέος θυρεός που συνδύαζε το θυρεό των δύο τμημάτων της αυτοκρατορίας και το θυρεό της Αψβουργικής δυναστείας.

Επιπροσθέτως, κάθε ένα από τα δύο τμήματα της Αυστρο-Ουγγαρίας είχε το δικό του θυρεό.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Austria-Hungary της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).