Βοεβόδας

Ο όρος Βοεβόδας (ή Βοϊβόδας) αποτελεί τίτλο ο οποίος υποδηλώνει τον στρατιωτικό ηγέτη ή τον πολέμαρχο σε περιοχές της Κεντρικής, Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης, με τη χρήση του να τεκμηριώνεται ήδη από την περίοδο του Πρώιμου Μεσαίωνα. Κατά κύριο λόγο, ο τίτλος αναφερόταν στους μεσαιωνικούς ηγεμόνες των κρατών με ρουμανική εθνολογική σύσταση, καθώς και σε διοικητές και στρατιωτικούς αξιωματούχους των πολωνικών, ουγγρικών, λιθουανικών, βαλκανικών, ρωσικών και λοιπών σλαβόφωνων πληθυσμών.
Στο πλαίσιο της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας, το αξίωμα του βοεβόδα ταυτιζόταν συχνά με εκείνο του παλατίνου (comes palatinus). Αντιθέτως, στο Βασίλειο της Ρωσίας, ο βοεβόδας επιφορτιζόταν με τα καθήκοντα του στρατιωτικού διοικητή. Τέλος, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες καθώς και στη Βοημία, ο τίτλος περιεβλήθη με ιδιαίτερο κύρος, λογιζόμενος ως πριγκιπικό αξίωμα.[1]
Ετυμολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η ετυμολογία του όρου Βοεβόδας ανιχνεύεται σε δύο συνθετικά της Εκκλησιαστικής Σλαβονικής: το θέμα вой(-на), εκλατινισμένα: (voi-na), το οποίο υποδηλώνει τον πόλεμο ή τη μάχη, και το ρήμα водя, εκλατινισμένα: (vodya), που σημαίνει «άγω» ή «οδηγώ». Κατά συνέπεια, στην Παλαιά Σλαβονική, ο όρος αποδίδεται ως «πολεμάρχος» ή «στρατιωτικός ηγέτης».[2][3] Στη λατινική γραμματεία, ο τίτλος αποδίδεται ως comes palatinus (παλατινός κόμης), ορίζοντας τον ανώτατο διοικητή στρατιωτικών δυνάμεων που τελεί υπό την άμεση δικαιοδοσία του μονάρχη, επέχοντας θέση αναπληρωτή του. Στην πρώιμη σλαβική παράδοση, ο vojevoda ταυτιζόταν με τον λατινικό όρο bellidux (κατά λέξη: ο ηγέτης του πολέμου). Λόγω της εκτεταμένης σλαβικής πολιτισμικής επίδρασης, ο όρος εισήχθη και σε μη σλαβικά γλωσσικά ιδιώματα, όπως τα ουγγρικά (vajda), τα ρουμανικά, τα αλβανικά και τα ελληνικά.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά τη βυζαντινή περίοδο, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό στρατιωτικών διοικητών, κυρίως επί σλαβόφωνων πληθυσμών στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής, δεδομένου ότι η Βουλγαρική Αυτοκρατορία αποτέλεσε την πρώτη παγιωμένη σλαβική κρατική οντότητα στην περιοχή. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία του τίτλου στην ελληνική γραμματεία απαντάται κατά τον 10ο αιώνα στο εμβληματικό έργο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννη, Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, όπου χρησιμοποιείται προς περιγραφή των στρατιωτικών ηγετών των Μαγυάρων.
Η χρήση του τίτλου υπήρξε εκτεταμένη κατά τη μεσαιωνική περίοδο, καλύπτοντας ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα που περιλάμβανε τη Βοημία, τη Βοσνία, τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Ρωσική Αυτοκρατορία, καθώς και περιοχές του ελλαδικού και ευρύτερου βαλκανικού χώρου. Κατά την ύστερη μεσαιωνική περίοδο, ο βοεβόδας, ο οποίος στη λατινική ορολογία ταυτιζόταν με τον παλατινό κόμη ενεργώντας ως πληρεξούσιος του μονάρχη επί των στρατιωτικών δυνάμεων, μετεξελίχθηκε σταδιακά σε τίτλο εδαφικού ηγεμόνα ή περιφερειακού κυβερνήτη στην Πολωνία, την Ουγγαρία και τις τσεχικές χώρες.
Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, ο Βοεβόδας των Αθηνών αποτελούσε τον ανώτατο πολιτικό διοικητή της πόλης, έχοντας ως έδρα του την αρχαία Βιβλιοθήκη του Αδριανού. Επιπροσθέτως, βάσει των καταγραφών στο Χρονικό της Μονής Βοτσάς Ζαγορίου, ο τίτλος του Βοεβόδα, ο οποίος απαντάτο σε ορισμένες γεωγραφικές ενότητες της Ηπείρου και της Θεσσαλίας κατά την προ-οθωμανική περίοδο, προσδιόριζε τον ηγέτη ευρύτερης πατριάς ή κοινότητας με βλαχική εθνολογική σύσταση. Μετά την οθωμανική επικράτηση, ο εν λόγω τίτλος διατηρήθηκε στη διοικητική ορολογία, αποδιδόμενος στον εκάστοτε Οθωμανό αξιωματούχο στον οποίο είχε ανατεθεί η εποπτεία της Χώρας Μετζόβου. Η ιστορική καταγωγή της Αυτόνομης Επαρχίας της Βοϊβοντίνας στη σύγχρονη Σερβία ανάγεται στο Βοεβοδάτο της Σερβίας του 19ου αιώνα, η οποία ιδρύθηκε υπό την ηγεσία του Στέβαν Σούπλικατς (Stevan Šupljikac) με τον τίτλο του Βοεβόδα (ή Δούκα), εξελισσόμενη μεταγενέστερα στο Βοεβοδάτο της Σερβίας και του Βανάτου του Τέμεσβαρ.
| « | Ας με λένε Βοϊβοντίνα κι' ας ψοφάου από την πείνα! | » |
| — παροιμία από την Πελοπόννησο | ||
Επί μέρους θέματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σταδιακά, η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίζει τον κυβερνήτη μιας επαρχίας. Η περιοχή που διοικεί ο βοεβόδας είναι περισσότερο γνωστή ως Βοεβοντίνα, ή Βοΐβοντίνα. Σήμερα στην Πολωνία ο όρος wojewoda αναφέρεται στον διορισμένο από την κεντρική κυβέρνηση διοικητή μιας επαρχίας (województwo - βογιεβούτζτβο).
Ο τίτλος αυτός χρησιμοποιούνταν κατά τον Μεσαίωνα σε Βουλγαρία, Βοημία, Βοσνία, Κροατία, Τρανσυλβανία, Πολωνία, Σερβία, Μολδαβία, Λουσατία, Μοσχοβία, Βλαχία, Βολυνία, Νόβγκοροντ, Κράτος των Ρως. Αργότερα ο τίτλος αναφερόταν στον ανώτατο στρατιωτικό διοικητή σε Μαυροβούνιο και Σερβία, αλλά και στο Βασίλειο της Σερβίας. Στα μεσαιωνικά ρουμανικά πριγκηπάτα της Μολδαβίας και της Βλαχίας ο βοεβόδας αποτελούσε μέρος του επίσημου τίτλου του εκάστοτε πρίγκηπα ή ηγεμόνα, ως απόδειξη του δικαιώματος διοίκησης του στρατεύματος. Στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα βοεβόδας (voyvoda) καλούνταν μετά τον 17ο αιώνα ο μέχρι τότε αποκαλούμενος σούμπασης (subaşı), διοικητής περιφέρειας (σουμπασιλίκι). Οι δύο τίτλοι χρησιμοποιούνταν εναλλακτικά για την διοικητική οργάνωση του χώρου της Ευρυτανίας και της Πελοποννήσου. Η διοικούμενη περιφέρειεα ονομαζόταν βοϊβοντικό ή βοϊβονταλίκι, όπως στο Μεσολόγγι.[εκκρεμεί παραπομπή]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Εγκυκλοπαίδεια Δομή, όπ.π
- ↑ Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 5, σ. 423 ISBN 960-8177-55-3.
- ↑ Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, ΑΠΘ Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών «Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη» σ. 278 ISBN 960-231-085-5.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- F. Miklosich, Etymologisches Wörterbuchder Slavischen Sprachen, Wilheim Braümuller, Bonn 1886,σελ. 393.
- C. Jireček, Staat und Gesellschaft im Mittelalterlichen serbien, IV, Bonn 1919, σελ. 25, 26.
- F.Adanir, WOYWODA, The Encyclopaedia of Islam, (XI: 215 a).
- Μ. Κοκολάκης, «Μία αυτοκρατορία σε κρίση, Κρατική οργάνωση-Παλαιοί Θεσμοί–νέες προσαρμογές», στο Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμ. 1ος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σελ. 49.
- Ι. Λαμπρίδης, «Μαλακασιακά», Ηπειρωτικά Μελετήματα 5 (1888), εν Αθήναις και εκδ. ΕΗΜ, Ιωάννινα 1993,σελ. 8