Συνθήκη του Βερολίνου (1878)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Νοτιοανατολική Ευρώπη μετά το Συνέδριο του Βερολίνου
Το συνέδριο του Βερολίνου. Πίνακας του Άντον φον Βέρνερ (Anton von Wemer) (1884)
Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης ως υπουργ. εξωτερικών και η ελληνική αντιπροσωπεία· αριστ. ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής τότε πρεσβευτής στο Βερολίνο.[1]

Η Συνθήκη του Βερολίνου ήταν η τελευταία πράξη του Συνεδρίου του Βερολίνου (13 Ιουνίου - 13 Ιουλίου 1878) (ν. ημερολ), που συνήλθε υπό την προεδρία του Γερμανού καγκελάριου Βίσμαρκ με την οποία η Μεγάλη Βρετανία, η Αυστροουγγαρία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ρωσία (επί Τσάρου Αλέξανδρου Β΄) καθώς και η Οθωμανική Αυτοκρατορία (επί Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄), αναθεώρησαν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που είχε προ-συνομολογηθεί βεβιασμένα στις 3 Μαρτίου του ίδιου έτους μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βασικό δημιούργημα της οποίας ήταν η "Μεγάλη Βουλγαρία". Το σημαντικότερο καθήκον του Συνεδρίου ήταν να αποφασίσει για την τύχη του Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, που είχε ιδρυθεί με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, ακόμη και αν η ίδια η Βουλγαρία είχε αποκλειστεί από τη συμμετοχή στις συνομιλίες παρά τη ρωσική επιμονή.[2] Εκείνη την εποχή, ανύπαρκτη στον παγκόσμιο χάρτη, η Βουλγαρία δεν ήταν υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, ούτε και οι Βούλγαροι. Ο αποκλεισμός αυτός ήταν ήδη καθιερωμένο γεγονός στη Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης των Μεγάλων Δυνάμεων, που πραγματοποιήθηκε ένα χρόνο νωρίτερα, χωρίς καμία συμμετοχή της Βουλγαρίας. Το πιο αξιοσημείωτο αποτέλεσμα της συνθήκης ήταν η de jure αναγνώριση των de facto ανεξάρτητων κρατών Ρουμανίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου.

Πληρεξούσιοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πληρεξούσιοι στο Συνέδριο ήταν :

Αποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συνθήκη αναγνώρισε επίσημα την ανεξαρτησία των de facto κυρίαρχων πριγκιπάτα της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, μαζί με την αυτονομία της Βουλγαρίας - αν και η τελευταία στην πράξη λειτούργησε ανεξάρτητα και χωρίστηκε σε τρία μέρη: το Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας, την αυτόνομη επαρχία της Ανατολικής Ρωμυλίας και τη Μακεδονίας, που επεστράφη στους Οθωμανούς, ανατρέποντας έτσι τα ρωσικά σχέδια για μια ανεξάρτητη - και ρωσόφιλη - "Μεγάλη Βουλγαρία". Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου είχε δημιουργήσει ένα Βουλγαρικό κράτος, που ήταν ότι ακριβώς φοβόντουσαν περισσότερο η Μεγάλη Βρετανία και η Αυστροουγγαρία.[3]

Το Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας είχε βόρεια όρια τον Δούναβη και νότια τον Αίμο. Η Ανατολική Ρωμυλία (νοτίως του Αίμου) αποτελούσε ξεχωριστή επαρχία με χριστιανό διοικητή διοριζόμενο από τον Σουλτάνο. Στην επαρχία αυτή αποκλειόταν η διατήρηση τουρκικών στρατιωτικών μονάδων. Οι δε ελληνική, βουλγαρική και τουρκική γλώσσες θεωρούνταν ισότιμες. Σε όποιες άλλες επαρχίες της Ευρωπαϊκής Τουρκίας υφίσταται ισχυρό χριστιανικό στοιχείο υποχρεώνεται ο Σουλτάνος να εισαγάγει "διοικητικές μεταρρυθμίσεις".

Η Συνθήκη του Βερολίνου επικύρωσε το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών κερδών σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ορίζονταν στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, αν και η κοιλάδα του Aλασκέρτ και η πόλη Ντογκουμπαγιαζίντ επεστράφησαν στους Οθωμανούς.

Παρά τις εκκλήσεις των Ρουμάνων συνέδρων, η Ρουμανία αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη νότια Βεσσαραβία στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Ως αποζημίωση, η Ρουμανία έλαβε τη Δοβρουτσά, συμπεριλαμβανομένου του Δέλτα του Δούναβη. Η Συνθήκη περιόριζε επίσης τη ρωσική κατοχή της Βουλγαρίας σε 9 μήνες, χρόνος μέσα στον οποίο τα ρωσικά στρατεύματα και εφόδια μπορούσαν να αποχωρήσουν μέσω του ρουμανικού εδάφους.

Τα τρία νέα ανεξάρτητα κράτη, στη συνέχεια αυτοανακηρύχθηκαν βασίλεια: η Ρουμανία το 1881, η Σερβία το 1882 και το Μαυροβούνιο το 1910, ενώ η Βουλγαρία κήρυξε την πλήρη ανεξαρτησία της το 1908 μετά από τη συνένωση με την Ανατολική Ρωμυλία το 1885. Η Αυστροουγγαρία προσάρτησε τη Βοσνία το 1908, πυροδοτώντας μια μεγάλη ευρωπαϊκή κρίση .

Η Συνθήκη του Βερολίνου αναγνώριζε ειδικό νομικό καθεστώς για ορισμένες θρησκευτικές ομάδες. Χρησίμευσε επίσης ως πρότυπο για το Σύστημα των Μειονοτήτων, που στη συνέχεια καθιερώθηκε στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Εθνών. Όριζε ότι η Ρουμανία αναγνωρίζει τους μη Χριστιανούς (Εβραίους και Μουσουλμάνους) ως πολίτες με πλήρη δικαιώματα.

Σε ό,τι αφορά το ελληνικό ενδιαφέρον, η συνθήκη μιλούσε αόριστα για συνοριακή διόρθωση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που υλοποιήθηκε μετά από μακρές διαπραγματεύσεις το 1881 με την παραχώρηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα. Επίσης αποδόθηκε η Κύπρος στη Μεγάλη Βρετανία και αποφασίστηκε η παραχώρηση αυτοδιοίκησης, με σύνταγμα και αυτονομία, στην Κρήτη, τελούμενη υπό την Υψηλή Πύλη, για την οποία και ακολούθησε η Συμφωνία της Χαλέπας τρεις μήνες αργότερα.

Στο "Εγκύκλιο του Σώλσμπερι", της 1ης Απριλίου 1878, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, Μαρκήσιος του Σώλσμπερι, κατέστησε σαφείς τις αντιρρήσεις του ίδιου και της κυβέρνησής του για τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και την ευνοϊκή θέση που χάριζε στη Ρωσία. Ο ιστορικός A. Τ. Π. Tέιλορ έγραψε: ". Αν η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου είχε διατηρηθεί, τόσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και η Αυστροουγγαρία μπορεί να είχαν επιζήσει μέχρι σήμερα. Οι Βρετανοί, εκτός από το Ντισραέλι στις χειρότερες στιγμές του, ανέμεναν λιγότερα και επομένως απογοητεύτηκαν και λιγότερο . Ο Σώλσμπερι έγραψε στα τέλη του 1878: "θα συστήσουμε ένα ετοιμόρροπ είδος Τουρκοκρατίας και πάλι στα νότια Βαλκάνια. Αλλά είναι μια απλή ανάπαυλα. Δεν τους έχει πια απομείνει ζωτικότητα.

Το Βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου παρέμεινε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην Αυστροουυγγαρία επετράπη να σταθμεύει στρατιωτικές φρουρές στο Οθωμανικό Βιλαέτι της Βοσνίας και στο Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ. Το Βιλαέτι της Βοσνίας τέθηκε υπό Αυστροουγγρική κατοχή, αν και επισήμως παρέμενε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι που προσαρτήθηκε από την Αυστροουγγαρία το 1908. Οι Αυστροουγγρικής φρουρές στο Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ αποσύρθηκαν το 1908, μετά την προσάρτηση του Βιλαετιού της Βοσνίας και τη Βοσνιακή κρίση που ακολούθησε, προκειμένου να επιτευχθεί ένας συμβιβασμός με την Οθωμανική Αυτοκρατορία (η Οθωμανική κυβέρνηση είχε εμπλακεί σε εσωτερικές διαμάχες λόγω της Επανάστασης των Νεοτούρκων το 1908, που άνοιξε το δρόμο για την απώλεια της Βοσνίας και της Βουλγαρίας τον ίδιο χρόνο.)

Η Συνθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 που συνομολογήθηκε και υπεγράφη την τελευταία ημέρα του εν λόγω συνεδρίου στις 1 Ιουλίου (π.ημερολ.) / 13 Ιουλίου του 1878 (ν. ημερολ.) περιλαμβάνει τελικά 62 άρθρα. Εξ αυτών τα 1 – 12 και 22 αφορούν την Βουλγαρία. Τα άρθρα 13 – 21 αναφέρονται στην Ανατολική Ρωμυλία. Το άρθρο 23 αναφέρεται στην Κρήτη, ενώ το άρθρο 24 στη νέα χάραξη ελληνοτουρκικών συνόρων. Το άρθρο 25 αναφέρεται στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, ενώ τα επόμενα 26 – 33 στο Μαυροβούνιο. Τα άρθρα 34 – 42 στη Σερβία ενώ τα 43 – 51 στη Ρουμανία. Τα άρθρα 52 – 57 αφορούν την ελευθεροπλοΐα του Δούναβη καθώς και θέματα αλιείας. Με τα άρθρα 58 – 60 καθορίσθηκαν τα σύνορα μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας με παράλληλη παραχώρηση εδάφους της Τουρκίας στην Περσία. Το 61ο άρθρο αναφέρεται στην Αρμενία, ενώ το ακροτελεύτιο 62ο άρθρο καθιερώνει γενικές αρχές επί των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων, την προστασία του Αγίου Όρους και των προνομίων του.


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΙΕΕ, τόμ. ΙΓ΄σ. 347-348 Το Θεόδωρο Δηλιγιάννη συνόδευαν ο Άγγελος Βλάχος, Παναγιώτης Πανάς, ο επιτετραμμένος στο Λονδίνο Ιωάννης Γεννάδιος και ο γραμματέας στην πρεσβεία Βιέννης Αλέξανδρος Σκουζές
  2. Barbara Jelavich, Ρωσία και διαμόρφωση του Ρουμανικού κράτους 18921-1878, σ.286 University Cambridge Press, 2004
  3. Krasner Stefen, Sovereighty: Organized Hypocricy, Princeton University Press, σ. 165 (1999)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Georges Castellan, Ιστορία των Βαλκανίων: XIV-XX αι.Παρίσι (1999)
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τομ.7ος, σελ.415.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]