Δυνάμεις του Άξονα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σημαίες της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και της Ιταλίας στην πρόσοψη της Πρεσβείας της Ιαπωνίας στην Tιργκάρτενστράσε στο Βερολίνο (Σεπτέμβριος 1940)
Ο Φύρερ της Γερμανίας Αδόλφος Χίτλερ (δεξιά) δίπλα στο Ντούτσε της Ιταλίας Μπενίτο Μουσολίνι (αριστερά)
Ο Πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Τότζο Χιντέκι (κέντρο) με συναδέλφους κυβερνητικούς εκπροσώπους της Σφαίρας Συν-Ευημερίας της Ευρύτερης Ανατολικής Ασίας. Στα αριστερά του Τότζο, από αριστερά προς τα δεξιά: Μπα Μάου από τη Βιρμανία, Zάγκ Ζιγκούι, Ουάγκ Ζιγκβέι από την Κίνα. Στα δεξιά του Τότζο, από αριστερά προς τα δεξιά, ο Βαν Βαϊταγιακόν από την Ταϊλάνδη, ο Χοσέ Π. Λαουρέλ από τις Φιλιππίνες και ο Σούμπχας Τσάντρα Μπόσε από την Ινδία
Ιαπωνική ταχυδρομική κάρτα που κυκλοφόρησε το 1938

Οι δυνάμεις του Άξονα (γερμανικά: Achsenmächte, ιταλικά: Potenze dell'Asse, ιαπωνικά: 枢軸国), επίσης γνωστές ως Άξονας ή Άξονας Ρώμης-Βερολίνου-Τόκιο,[1] ήταν τα έθνη που πολέμησαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενάντια στις Συμμαχικές δυνάμεις. Οι δυνάμεις του Άξονα συμφωνούσαν ως προς την αντίθεσή τους στους συμμάχους, αλλά δεν συντόντιζαν πλήρως τη δραστηριότητά τους.

Ο Άξονας εξελίχθηκε από τις διπλωματικές προσπάθειες της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας με σκοπό να εξασφαλίσει τα δικά τους επεκτατικά συμφέροντα στα μέσα της δεκαετίας του '30. Το πρώτο βήμα ήταν η συνθήκη που υπογράφηκε από τη Γερμανία και την Ιταλία τον Οκτώβριο του 1936. Ο Μπενίτο Μουσολίνι δήλωσε την 1η Νοεμβρίου ότι όλες οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα περιστρέφονταν γύρω από τον άξονα Ρώμης-Βερολίνου, δημιουργώντας έτσι τον όρο «Άξονας».[2] Το σχεδόν ταυτόχρονα δεύτερο βήμα ήταν η υπογραφή, το Νοέμβριο του 1936, του Συμφώνου κατά της Κομιντέρν, μιας αντικομμουνιστικής συνθήκης μεταξύ Γερμανίας και Ιαπωνίας. Η Ιταλία εντάχθηκε στο Σύμφωνο το 1937. Ο «Άξονας Ρώμης-Βερολίνου» έγινε στρατιωτική συμμαχία το 1939 στο πλαίσιο του αποκαλούμενου «Χαλύβδινου Σύμφωνου», με το Τριμερές Σύμφωνο του 1940 να οδηγεί στην ενσωμάτωση των στρατιωτικών στόχων της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας.

Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Άξονας προήδρευε εδάφη που κατείχαν μεγάλα τμήματα της Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής και της Ανατολικής Ασίας. Δεν υπήρξαν τριμερείς συναντήσεις κορυφής και η συνεργασία και ο συντονισμός ήταν ελάχιστες, με λίγο περισσότερο μεταξύ της Γερμανίας και της Ιταλίας. Ο πόλεμος τελείωσε το 1945 με την ήττα των δυνάμεων του Άξονα και τη διάλυση της συμμαχίας τους. Όπως και στην περίπτωση των Συμμάχων, η ένταξη στον Άξονα ήταν ρευστή, με κάποια έθνη να αλλάζουν πλευρά ή να αλλάζουν το βαθμό στρατιωτικής τους εμπλοκής κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Προέλευση και δημιουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Τριμερές Σύμφωνο

Ο όρος «άξονας» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Ιταλογερμανική σχέση από τον Ιταλό πρωθυπουργό Μπενίτο Μουσολίνι το Σεπτέμβριο του 1923, όταν έγραψε στον πρόλογο του Γερμανική Δημοκρατία του Ρομπέρτο Σούστερ ότι "δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή τη στιγμή ο άξονας της ευρωπαϊκής η ιστορία περνάει από το Βερολίνο" (non v'ha dubbio che in questo momento l'asse della storia europea passa per Berlino)[3]. Την εποχή εκείνη επιδίωκε μια συμμαχία με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Γαλλίας στη διαμάχη για το Ελεύθερο Κράτος του Φιούμε[4].

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Γκιούλα Γκέμπες, όταν υποστήριζε μια συμμαχία της Ουγγαρίας με τη Γερμανία και την Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Οι προσπάθειες του Γκέμπες επηρέασαν πράγματι τα Ιταλοουγγρικά Πρωτόκολλα της Ρώμης, αλλά ο αιφνίδιος θάνατός του το 1936, ενώ διαπραγματευόταν με τη Γερμανία στο Μόναχο, και η έλευση του διαδόχου του Kάλμαν Ντάρανι έδωσε τέλος στην εμπλοκή της Ουγγαρίας στην επιδίωξη τριμερούς άξονα. Οι επίμαχες διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ιταλού υπουργού Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο και του Γερμανού πρέσβη Ούλριχ φον Χάσελ οδήγησαν σε ένα Πρωτόκολλο Δεκαεννέα Σημείων, που υπογράφηκε από τον Τσιάνο και το Γερμανό ομόλογό του Κόνσταντιν φον Νόιρατ το 1936. Όταν ο Μουσολίνι ανακοίνωσε δημοσίως την υπογραφή του την 1η Νοεμβρίου, διακήρυξε τη δημιουργία άξονα Ρώμης-Βερολίνου [4].

Αρχικές προτάσεις Γερμανοϊταλικής συμμαχίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιταλία υπό το Ντούτσε Μπενίτο Μουσολίνι είχε επιδιώξει μια στρατηγική συμμαχία της Ιταλίας με τη Γερμανία εναντίον της Γαλλίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1920.[5] Πριν γίνει επικεφαλής της κυβέρνησης στην Ιταλία, ως ηγέτης του Ιταλικού Φασιστικού κινήματος, ο Μουσολίνι είχε υποστηρίξει μια συμμαχία με την πρόσφατα ηττημένη Γερμανία μετά τη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού του 1919 και τις συνθήκες μετά τον Α 'Παγκόσμιο Πόλεμο.[5] Πίστευε ότι η Ιταλία θα μπορούσε να επεκτείνει την επιρροή της στην Ευρώπη με τη συμμαχία της με τη Γερμανία εναντίον της Γαλλίας [5]. Στις αρχές του 1923, ως χειρονομία καλής θέλησης προς τη Γερμανία, η Ιταλία παρέδωσε μυστικά όπλα στο Γερμανικό Στρατό, που τελούσε υπό αφοπλισμό σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών[5].

Ο Γκούσταβ Στρέζεμαν, Καγκελάριος, 1923, και υπουργός εξωτερικών της Γερεμανίας, 1923–1929

Το Σεπτέμβριο του 1923 ο Μουσολίνι πρότεινε στο Γερμανό Καγκελάριο Γκούσταβ Στρέζεμαν μια «κοινή πολιτική»: ζήτησε τη γερμανική στρατιωτική υποστήριξη ενάντια στην πιθανή γαλλική στρατιωτική επέμβαση στη διπλωματική διαμάχη της Ιταλίας με τη Γιουγκοσλαβία για το Φιούμε, σε περίπτωση που τυχόν κατάληψη του Φιούμε από την Ιταλία οδηγούσε σε πόλεμο με τη Γιουγκοσλαβίς. Ο Γερμανός πρεσβευτής στην Ιταλία το 1924 ανέφερε ότι ο Μουσολίνι έβλεπε μια εθνικιστική Γερμανία ως βασικό σύμμαχο της Ιταλίας ενάντια στη Γαλλία και έλπιζε να αξιοποιήσει την επιθυμία του Γερμανικού Στρατού και της Γερμανικής δεξιάς για έναν πόλεμο εκδίκησης εναντίον της Γαλλίας.

Επί της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η γερμανική κυβέρνηση δεν σεβόταν τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, που είχε πιεστεί να υπογράψει, και διάφοροι τότε κυβερνητικοί παράγοντες απέρριπταν τα γερμανικά σύνορα, που είχαν καθοριστεί με αυτή. Ο Στρατηγός Χανς φον Ζέεκτ (επικεφαλής της διοίκησης του Reichswehr από το 1920 έως το 1926) υποστήριζε μια συμμαχία μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης για να εισβάλουν και να διαμοιράσουν την Πολωνία μεταξύ τους και να αποκαταστήσουν τα Γερμανορωσικά σύνορα του 1914.[6] Ο Γκούσταβ Στρέζεμαν, ως Γερμανός υπουργός Εξωτερικών το 1925 δήλωσε ότι η επανενσωμάτωση των εδαφών που είχαν χαθεί υπέρ της Πολωνίας και του Ντάντσιχ με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών ήταν βασικός στόχος της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής[6]. Το μνημόνιο του Υπουργείου του Reichswehr του 1926 δήλωσε την πρόθεσή του να επιδιώξει την επανενσωμάτωση των γερμανικών εδαφών που είχαν χαθεί υπέρ της Πολωνίας ως την πρώτη του προτεραιότητα, που θα ακολουθείτο από την επιστροφή του εδάφους του Σάαρ, την προσάρτηση της Αυστρίας και την επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας [6].

Από τη δεκαετία του 1920 η Ιταλία είχε προσδιορίσει το έτος 1935 ως το κρίσιμο για την προετοιμασία ενός πολέμου κατά της Γαλλίας, καθώς ήταν το έτος κατά το οποίο οι υποχρεώσεις της Γερμανίας βάσει της συνθήκης των Βερσαλλιών είχαν προγραμματιστεί να λήξουν [7].

Το 1924 πραγματοποιήθηκαν στο Βερολίνο συναντήσεις μεταξύ του Ιταλού Στρατηγού Λουίτζι Καπέλο και επιφανών παραγόντων του Γερμανικού στρατού, όπως ο φον Ζέεκτ και ο Έριχ Λούντεντορφ, για τη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας. Οι συζητήσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί εξακολουθούσαν να επιθυμούν έναν πόλεμο εκδίκησης εναντίον της Γαλλίας, αλλά υστερούσαν σε εξοπλισμό και έλπιζαν ότι η Ιταλία θα μπορούσε να βοηθήσει τη Γερμανία[8] .

Ωστόσο τότε ο Μουσολίνι τόνισε μια σημαντική προϋπόθεση που η Ιταλία έπρεπε να επιδιώξει σε μια συμμαχία με τη Γερμανία: ότι η Ιταλία "πρέπει ... να τους ρυμουλκεί, να μην ρυμουλκείται από αυτούς" [5]. Ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Ντίνο Γκράντι στις αρχές της δεκαετίας του 1930 υπογράμμισε τη σημασία του «αποφασιστικού βάρους», που αφορούσε τις σχέσεις της Ιταλίας μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, αναγνωρίζοντας ότι η Ιταλία δεν ήταν ακόμη μεγάλη δύναμη, αλλά διέβλεπε ότι η Ιταλία είχε αρκετά ισχυρή επιρροή για να αλλάξει την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη, προσφέροντας το βάρος της υποστήριξής της στη μία ή την άλλη πλευρά[9]. Ωστόσο ο Γκράντι τόνισε ότι η Ιταλία πρέπει να προσπαθήσει να αποφύγει να γίνει «σκλάβος της κυριαρχίας των τριών» προκειμένου να επιδιώξει τα συμφέροντά της, ισχυριζόμενος ότι, αν και υπήρχαν σημαντικές ιταλογαλλικές εντάσεις, η Ιταλία δεν θα δεσμευόταν άνευ όρων σε μια συμμαχία με τη Γερμανία, όπως ποτέ δεν θα δεσμευόταν άνευ όρων σε μια συμμαχία με τη Γαλλία λόγω ενδεχομένων ιταλογερμανικών εντάσεων[10]. Οι προσπάθειες του Γκράντι να διατηρήσει μια διπλωματική ισορροπία μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας τέθηκαν σε δοκιμασία το 1932 από την πίεση των Γάλλων, που είχαν αρχίσει να προετοιμάζουν μια συμμαχία με τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες ενάντια στην απειλή μιας ρεβανσιστικής Γερμανίας [11]. Η Γαλλική κυβέρνηση προειδοποίησε την Ιταλία ότι έπρεπε να επιλέξει αν θα βρεθεί στο πλευρό των υπέρ των Βερσαλλιών δυνάμεων ή των εναντίων των Βερσαλλιών ρεβανσιστών[11]. Ο Γκράντι απάντησε ότι η Ιταλία θα ήταν διατεθειμένη να προσφέρει στη Γαλλία υποστήριξη κατά της Γερμανίας αν η Γαλλία έδινε στην Ιταλία την εντολή της για το Καμερούν και επέτρεπε στην Ιταλία ελευθερία δράσης στην Αιθιοπία [11]. Η Γαλλία αρνήθηκε την ανταλλαγή υποστήριξης που πρότεινε η Ιταλία, καθώς πίστευε ότι τα αιτήματα της Ιταλίας ήταν απαράδεκτα και ότι η απειλή από τη Γερμανία δεν ήταν ακόμη άμεση[11].

Στις 23 Οκτωβρίου 1932 ο Μουσολίνι δήλωσε την υποστήριξή του για ένα Διευθυντήριο Τεσσάρων Δυνάμεων, που θα περιλάμβανε τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία, για να επιφέρει μια μεθοδική αναθεώρηση των συνθηκών, πέραν της θεωρούμενης από αυτόν ξεπερασμένης Κοινωνίας των Εθνών [11][12]. Το προτεινόμενο Διευθυντήριο είχε σχεδιαστεί στην ουσία για να μειώσει τη γαλλική ηγεμονία στην ηπειρωτική Ευρώπη, προκειμένου να μειώσει τις εντάσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και βραχυπρόθεσμα για να εξαγοράσει την ανακούφιση της Ιταλίας από την πίεση μιας συγκεκριμένης πολεμικής συμμαχίας, ενώ παράλληλα θα της επέτρεπε να επωφεληθεί από τις διπλωματικές συμφωνίες αναθεώρησης των συνθηκών.

Η συμμαχία του Δούναβη και η διένεξη για την Αυστρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γκιούλα Γκέμπες, Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, 1932–1936

Το 1932 ο Γκιούλα Γκέμπες και το Κόμμα Εθνικής Ενότητας ανέβηκαν στην εξουσία στην Ουγγαρία και αμέσως επιδίωξαν συμμαχία με την Ιταλία. Ο Γκέμπες προσπάθησε να αλλάξει τα σύνορα της Ουγγαρίας μετά τη Συνθήκη του Τριανόν, αλλά γνώριζε ότι μόνη της η Ουγγαρία δεν ήταν ικανή να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις της Μικρής Αντάντ (Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία), παρά μόνο σχηματίζοντας μια συμμαχία με την Αυστρία και την Ιταλία. Ο Μουσολίνι ενθουσιάστηκε με την προσφορά του Γκέμπες για συμμαχία με την Ιταλία και συνεργάστηκαν προσπαθώντας να πείσουν τον Αυστριακό Καγκελάριο Ένγκελμπερτ Ντόλφους να συμμετάσχει σε τριμερή οικονομική συμφωνία με την Ιταλία και την Ουγγαρία. Κατά τη συνάντηση του Γκέμπες με το Μουσολίνι στη Ρώμη στις 10 Νοεμβρίου 1932, προέκυψε το ζήτημα της κυριαρχίας της Αυστρίας σε σχέση με την προβλεπόμενη άνοδο στην εξουσία στη Γερμανία του Ναζιστικού Κόμματος. Ο Μουσολίνι ανησυχούσε για τις φιλοδοξίες των Ναζί για την Αυστρία και τόνισε ότι τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα δεσμευόταν να διατηρήσει την Αυστρία ως κυρίαρχο κράτος. Η Ιταλία εξέφρασε ανησυχίες για μια Γερμανία, που θα συμπεριλάμβανε την Αυστρία, που ήγειρε εδαφικές αξιώσεις για την κατοικούμενη από Γερμανούς περιοχή του Νότιου Τυρόλου (γνωστό και ως Άλτο Άντιτζε) εντός της Ιταλίας, που συνόρευε με την Αυστρία με το πέρασμα του Μπρέννερο. Ο Γκέμπες απάντησε στο Μουσολίνι ότι, καθώς οι Αυστριακοί προσδιορίζονταν πρωτίστως ως Γερμανοί, το Ανσλους της Αυστρίας στη Γερμανία ήταν αναπόφευκτο και τον συμβούλεψε ότι θα ήταν καλύτερο για την Ιταλία να έχει μια φιλική Γερμανία πέρα ​​από το πέρασμα του Μπρέννερο παρά μια εχθρική Γερμανία με την τάση να βγει στην Αδριατική. Ο Μουσολίνι δήλωσε ότι έλπιζε ότι το Ανσλους θα μπορούσε να αναβληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο μέχρι την έκρηξη ενός Ευρωπαϊκού πολέμου που εκτιμούσε ότι θα ξεκινούσε το 1938.

Αδόλφος Χίτλερ, Φύρερ και Καγκελάριος του Ράιχ του Γερμανικού Λαού, 1933–1945

Το 1933 ο Αδόλφος Χίτλερ και το Ναζιστικό Κόμμα ήρθαν στην εξουσία στη Γερμανία. Ο πρώτος διπλωματικός του επισκέπτης ήταν ο Γκέμπες. Σε μια επιστολή προς το Χίτλερ την επομένη του διορισμού του ως Καγκελαρίου, ο Γκέμπες έλεγε στον Ούγγρο πρεσβευτή στη Γερμανία να υπενθυμίσει στο Χίτλερ «ότι πριν από δέκα χρόνια, με βάση τις κοινές μας αρχές και ιδεολογία, ήμασταν σε επαφή μέσω του Δρ. Σόιμπνερ-Ρίχτερ "[12] Ο Γκέμπες είπε στον Ούγγρο πρεσβευτή να ενημερώσει το Χίτλερ για τις προθέσεις της Ουγγαρίας «να συνεργαστούν οι δύο χώρες στην εξωτερική και οικονομική πολιτική».

Ο Χίτλερ είχε υποστηρίξει μια συμμαχία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας από τη δεκαετία του 1920.[13] Λίγο μετά το διορισμό του ως Καγκελάριου ο Χίτλερ έστειλε προσωπικό μήνυμα στο Μουσολίνι, δηλώνοντας «θαυμασμό και σεβασμός» και την προσδοκία του για τις προοπτικές της γερμανοϊταλικής φιλίας και ακόμη και συμμαχίας [14]. Ο Χίτλερ γνώριζε ότι η Ιταλία είχε ανησυχίες σχετικά με πιθανές γερμανικές εδαφικές αξιώσεις στο Νότιο Τιρόλο και διαβεβαίωσε το Μουσολίνι ότι η Γερμανία δεν ενδιαφερόταν για το Νότιο Τιρόλο. Ο Χίτλερ στο Mein Kampf του είχε αναφέρει ότι το Νότιο Τιρόλο ήταν μη-ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη τα πλεονεκτήματα που θα αποκόμιζε από μια γερμανοϊταλική συμμαχία. Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η πρόταση της Ιταλίας για Διευθυντήριο των Τεσσάρων Δυνάμεων εξετάστηκε με ενδιαφέρον από τη Βρετανία, αλλά ο Χίτλερ δεν είχε δεσμευτεί γι 'αυτό, με αποτέλεσμα ο Μουσολίνι να παροτρύνει το Χίτλερ να εξετάσει τα διπλωματικά πλεονεκτήματα που θα αποκτούσε η Γερμανία σπάζοντας την απομόνωσή της μπαίνοντας στο Διευθυντήριο και αποφεύγοντας την άμεση ένοπλη σύγκρουση[15] [16]. Η πρόταση για Διευθυντήριο των Τεσσάρων Δυνάμεων περιείχε τον όρο ότι η Γερμανία δεν θα ήταν πλέον υποχρεωμένη να διαθέτει περιορισμένα όπλα και ότι θα αποκτούσε το δικαίωμα επανεξοπλισμού υπό ξένη εποπτεία σταδιακά .[16]. Ο Χίτλερ απέρριψε εντελώς την ιδέα του ελεγχόμενου επανεξοπλισμού υπό ξένη εποπτεία.

Ο Μουσολίνι δεν εμπιστευόταν τις προθέσεις του Χίτλερ σχετικά με το Ανσλους ούτε την υπόσχεση του ότι δεν υπάρχουν εδαφικές αξιώσεις στο Νότιο Τιρόλο. Πληροφόρησε το Χίτλερ ότι ήταν ικανοποιημένος από την παρουσία της αντιμαρξιστικής κυβέρνησης του Ντόλφους στην Αυστρία και τον προειδοποίησε ότι ήταν κατηγορηματικά αντίθετος στο Ανσλους. Ο Χίτλερ απάντησε με περιφρόνηση στο Μουσολίνι ότι σκόπευε "να πετάξει το Ντόλφους στη θάλασσα". Με αυτή τη διαφωνία σχετικά με την Αυστρία οι σχέσεις μεταξύ του Χίτλερ και του Μουσολίνι γίνονταν σταθερά πιο απόμακρες.[17]

Ο Χίτλερ προσπάθησε να άρει το αδιέξοδο με την Ιταλία για την Αυστρία, στέλνοντας το Χέρμαν Γκαίρινγκ να διαπραγματευτεί με το Μουσολίνι το 1933 για να τον πείσει να πιέσει την Αυστριακή κυβέρνηση να διορίσει μέλη των Ναζί Αυστρίας στην κυβέρνηση. Ο Γκαίρινγκ ισχυρίστηκε ότι η ναζιστική κυριαρχία στην Αυστρία ήταν αναπόφευκτη και ότι η Ιταλία έπρεπε να το δεχτεί, αλλά και επανέλαβε στο Μουσολίνι την υπόσχεση του Χίτλερ να «θεωρήσει το ζήτημα των συνόρων του Νότιου Τιρόλου οριστικά λυμένο από τις ειρηνευτικές συνθήκες». Αντιδρώντας στην επίσκεψη του Γκαίρινγκ στο Μουσολίνι ο Ντόλφους πήγε αμέσως στην Ιταλία για να αντικρούσει κάθε γερμανική διπλωματική πρωτοβουλία. Ο Ντόλφους ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνησή του αντιμετώπισε δραστικά τους μαρξιστές στην Αυστρία και ότι μετά την ήττα των μαρξιστών στην Αυστρία, αυτή η υποστήριξη προς τους Ναζί της Αυστρίας θα μειωνόταν.

Το 1934 ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι συναντήθηκαν για πρώτη φορά στη Βενετία. Η συνάντηση δεν εξελίχθηκε φιλικά. Ο Χίτλερ ζήτησε από το Μουσολίνι να συμβιβαστεί για την Αυστρία, πιέζοντας το Ντόλφους να διορίσει Αυστριακούς Ναζί στην κυβέρνησή του, αίτημα που ο Μουσολίνι απέρριψε ρητά. Απαντώντας ο Χίτλερ υποσχέθηκε ότι θα αποδεχόταν την ανεξαρτησία της Αυστρίας προς το παρόν, λέγοντας ότι λόγω των εσωτερικών εντάσεων στη Γερμανία (αναφερόμενος σε τμήματα των Ναζιστικών SA που ο Χίτλερ θα δολοφονούσε σύντομα στη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών) δεν μπορούσε να προκαλέσει την Ιταλία..[18] Ο Γκαλεάτσο Τσιάνο δήλωσε στον Τύπο ότι οι δύο ηγέτες είχαν κάνει μια «συμφωνία κυρίων» να αποφευχθεί η παρέμβαση στην Αυστρία.[19]

Ένγκελμπερτ Ντόλφους, Kαγκελάριος της Αυστρίας, 1932–1934

Λίγες εβδομάδες μετά τη συνάντηση της Βενετίας, στις 25 Ιουλίου 1934, οι Αυστριακοί Ναζί δολοφόνησαν το Ντόλφους.[20]Ο Μουσολίνι εξοργίστηκε επειδή θεώρησε το Χίτλερ άμεσα υπεύθυνο για τη δολοφονία που παραβίασε την υπόσχεσή του, πριν από λίγες εβδομάδες, να σεβαστεί την Αυστριακή ανεξαρτησία.[21] Ο Μουσολίνι ανέπτυξε γρήγορα αρκετά στρατιωτικά τμήματα και αεροπορικές μοίρες στο Πέρασμα του Μπρέννερο και προειδοποίησε ότι μια γερμανική κίνηση εναντίον της Αυστρίας θα οδηγούσε σε πόλεμο μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας.[22] Ο Χίτλερ απάντησε τόσο αρνούμενος την ευθύνη των ναζιστών για τη δολοφονία όσο και εκδίδοντας εντολές να διαλυθούν όλοι οι δεσμοί μεταξύ του γερμανικού ναζιστικού κόμματος και του αυστριακού παρσρτήματός του, που η Γερμανία υποστήριξε ότι ήταν υπεύθυνο για την πολιτική κρίση.[23]

Η Ιταλία διέκοψε τις διπλωματικές τις σχέσεις με τη Γερμανία, ενώ στράφηκε στη Γαλλία για να αντιμετωπίσει την αδιαλλαξία της Γερμανίας υπογράφοντας μια γαλλοϊταλική συμφωνία για την προστασία της Αυστριακής ανεξαρτησίας.[24] Το γαλλικό και το ιταλικό στρατιωτικό επιτελείο συζήτησαν πιθανή στρατιωτική συνεργασία που περιλάμβνε πόλεμο με τη Γερμανία, αν ο Χίτλερ τολμούσε να επιτεθεί στην Αυστρία. Μέχρι το Μάιο του 1935 ο Μουσολίνι μιλούσε για την επιθυμία του να καταστρέψει το Χίτλερ.

Οι σχέσεις μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας ανέκαμψαν λόγω της υποστήριξης του Χίτλερ της εισβολής της Ιταλίας στην Αιθιοπία το 1935, ενώ άλλες χώρες καταδίκασαν την εισβολή και υποστήριξαν κυρώσεις κατά της Ιταλίας.

Οι ρίζες της δημιουργίας του Άξονα εντοπίζονται στην οργή του Μουσολίνι από την αγγλική και γαλλική αντίδραση στην εισβολή που επιχείρησε στην Αιθιοπία. Το ξέσπασμα αυτής της οργής δεν άφηνε πλέον περιθώρια διατήρησης της συμμαχίας του με τις άλλες δύο χώρες, αλλά και αντίστροφα είχε μειωθεί η εμπιστοσύνη εκείνων απέναντί του ως συμμάχου. Ουσιώδες γεγονός που συνέβαλε στη δημιουργία του Άξονα υπήρξε αναμφίβολα ο Ισπανικός εμφύλιος πόλεμος, που ξέσπασε στις 18 Ιουλίου του 1936, δύο μήνες πριν τη συνομολόγηση της συμμαχίας αυτής. Στη σύναψη της συμμαχίας συνέβαλαν και πολιτικοί καθώς και κοινωνικοί παράγοντες (δεδομένου ότι ο Ισπανικός εμφύλιος πόλεμος συνεχίστηκε μέχρι και το 1939). Η παρουσία του Μουσολίνι στη Συμφωνία του Μονάχου, με τα επακόλουθα αυτής, κραταίωσε ακόμα περισσότερο αυτόν τούτο τον "Άξονα" όπου και ακολούθησε, εύλογα πλέον και χωρίς απορίες, το λεγόμενο Χαλύβδινο Σύμφωνο.

Σχέσεις Βερολίνου - Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ουσία οι σχέσεις μεταξύ Βερολίνου - Ρώμης ήταν αυτές μεταξύ Χίτλερ και Μουσολίνι. Ο Χίτλερ φαινόταν πάντα να θαυμάζει τον Μουσολίνι, περισσότερο για τον πολιτικό του προσανατολισμό, (φασισμό) και να τον θεωρεί ακόμα και ισότιμο με αυτόν ηγέτη τρέφοντας αισθήματα αφοσίωσης. Ειδικότερα το 1937 το Γ΄ Ράιχ επεφύλαξε στον Ντούτσε μια ιδιαίτερα μεγαλοπρεπή υποδοχή που ασφαλώς και κολάκευσε σε μεγάλο βαθμό τη ματαιοδοξία του. Κατά την επίσκεψη αυτή ο Χίτλερ κατάφερε να δημιουργήσει μαζί του μια ιδιαίτερη προσωπική σχέση που με το χρόνο γινόταν ακόμα βαθύτερη. Γενικά όμως ο Μουσολίνι είχε περιοριστεί στο ρόλο του ακροατή, ίσως επειδή διαπίστωνε ότι στερούσε κατά πολύ και οικονομικά και σε εξοπλισμούς. Μάλιστα μετά από κάποιες συναντήσεις του με τον Χίτλερ είχε αποφανθεί ότι " οι Γερμανοί είναι ανυπόφοροι".

Καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, κάθε φορά που οι σχέσεις των δύο ηγετών για διάφορους λόγους δοκιμάζονταν, ο Χίτλερ πρώτος κατάφερνε την αποκατάστασή τους με προσωπικές συναντήσεις, ξανακερδίζοντας έτσι ασφαλώς την υπεροχή του. Αντίθετα όμως, το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο δεν έδειχνε ιδιαίτερη εκτίμηση στις ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν επί κατοχής της Ελλάδας, όπου οι Ιταλοί στρατιώτες ασκούσαν περισσότερο αστυνομικά χρέη. Τούτο το γνώριζε βέβαια ο Χίτλερ, ο οποίος όμως ήθελε να διατηρεί τον Μουσολίνι ως μεγάλο σύμμαχο προσφέροντάς του συνεχείς υποσχέσεις για οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, ιδιαίτερα χαρακτηριστικό σημείο για το πόσο υστερούσε τότε η Ιταλία έναντι του Γ΄ Ράιχ.

Άξονας Βερολίνου - Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άξονας Βερολίνου - Ρώμης είναι η επίσημη ονομασία της αρχικά μυστικής συμμαχίας που συνάφθηκε, με διμερές μυστικό σύμφωνο, μεταξύ της Ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας στις 25 Σεπτεμβρίου του 1936. Η πρώτη δημόσια αναφορά περί της ύπαρξής της έγινε μόλις λίγες ημέρες μετά, την 1 Νοεμβρίου από τον Μουσολίνι σε διακήρυξή του στο Μιλάνο όπου αναφέρθηκε σε "κάθετο άξονα της Ευρώπης"[25] που διερχόταν από το Βερολίνο και την Ρώμη. Η συμμαχία αυτή αποτέλεσε τον έναν από τους δύο μεγάλους συνασπισμούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (τον άλλο αποτελούσαν οι Σύμμαχοι). Αν και οι δυνάμεις που τον αποτελούσαν είχαν αναλάβει συντονισμένη πολεμική δράση από το 1939, με το Χαλύβδινο Σύμφωνο, στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 συνομολογήθηκε η «Τριμερής Συνθήκη του Βερολίνου» με την είσοδο και της ιμπεριαλιστικής Ιαπωνίας.

Δημιουργία της Γερμανο-Ιταλο-Ιαπωνικής συμμαχίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φουμιμάρε Κονόε, πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, 1937–1940

Το ενδιαφέρον για τη δημιουργία συμμαχίας στη Γερμανία και την Ιαπωνία ξεκίνησε όταν ο Ιάπωνας διπλωμάτης Οσίμα Χιρόσι επισκέφθηκε το Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ στο Βερολίνο το 1935.Ο Οσίμα ενημέρωσε το φον Ρίμπεντροπ για το ενδιαφέρον της Ιαπωνίας για τη σύσταση γερμανοϊαπωνικής συμμαχίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Ο φον Ρίμπεντροπ επέκτεινε την πρόταση του Οσίμα υποστηρίζοντας ότι η συμμαχία έπρεπε να βασίζεται σε ένα πολιτικό πλαίσιο ενός συμφώνου για να αντιταχθεί στην Κομιντέρν.[26]Το προτεινόμενο σύμφωνο έγινε δεκτό με μικτά αισθήματα στην Ιαπωνία, με μια ομάδα υπερεθνικιστών στην κυβέρνηση να το υποστηρίζει, ενώ το Ιαπωνικό Ναυτικό και το Ιαπωνικό Υπουργείο Εξωτερικών ήταν σταθερά αντίθετοι.[27]Υπήρξε μεγάλη ανησυχία στην ιαπωνική κυβέρνηση ότι ένα τέτοιο σύμφωνο με τη Γερμανία θα μπορούσε να διαταράξει τις σχέσεις της Ιαπωνίας με τη Βρετανία, θέτοντας σε κίνδυνο χρόνια επωφελούς αγγλοϊαπωνικής συμφωνίας, που είχε επιτρέψει στην Ιαπωνία να ανέβει ψηλά στη διεθνή κοινότητα.[28] Το σύμφωνο έγινε δεκτό με εξ ίσου μικτά αισθήματα στη Γερμανία: ενώ το προτεινόμενο σύμφωνο ήταν δημοφιλές μεταξύ των ανώτερων στελεχών του Ναζιστικού Κόμματος, αντίθετοι ήταν πολλοί στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο Στρατό, και στην επιχειρηματική κοινότητα που είχε οικονομικά συμφέροντα στην Κίνα, προς την οποία η Ιαπωνία ήταν εχθρική.

Ο Καρλ Χάουσχόφερ και ο Ρούντολφ Ες, π.1920. Οι ιδέες του Χάουσχόφερ επηρέασαν την ανάπτυξη των επεκτατικών στρατηγικών του Aδόλφου Χίτλερ. Είχε καθοριστικό ρόλο στη σύνδεση της Ιαπωνίας με τις δυνάμεις του Άξονα.

Μαθαίνοντας για τις γερμανοϊαπωνικές διαπραγματεύσεις η Ιταλία άρχισε επίσης να ενδιαφέρεται για τη σύναψη συμμαχίας με την Ιαπωνία. Η Ιταλία έλπιζε ότι λόγω των μακροχρόνιων στενών σχέσεων της Ιαπωνίας με τη Βρετανία μια ιταλοϊαπωνική συμμαχία θα μπορούσε να πιέσει τη Βρετανία να υιοθετήσει μια πιο συμβιβαστική στάση απέναντι στην Ιταλία στη Μεσόγειο. Το καλοκαίρι του 1936 ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο δήλωσε στον Ιάπωνα Πρέσβυ στην Ιταλία, Σουγκιμούρα Γιοτάρο, «Έχω ακούσει ότι έχει επιτευχθεί ιαπωνογερμανική συμφωνία σχετικά με τη Σοβιετική Ένωση και νομίζω ότι θα ήταν φυσικό να υπάρξει παρόμοια συμφωνία μεταξύ Ιταλίας και Ιαπωνία ». Αρχικά η στάση της Ιαπωνίας απέναντι στην πρόταση της Ιταλίας ήταν γενικά απορριπτική και θεωρούσε επιτακτική τη σύναψη μιας γερμανοϊαπωνικής συμμαχίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ η ιταλοϊαπωνική συμμαχία ήταν δευτερεύουσα, καθώς η Ιαπωνία προέβλεπε ότι μια ιταλοϊαπωνική συμμαχία θα ανταγωνιζόταν τη Βρετανία που είχε καταδικάσει την εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία. Αυτή η στάση της Ιαπωνίας έναντι της Ιταλίας μεταβλήθηκε το 1937, όταν η Κοινωνία των Εθνών καταδίκασε την Ιαπωνία για επιθετικότητα στην Κίνα και αντιμετώπισε διεθνή απομόνωση, ενώ η Ιταλία παρέμεινε ευνοϊκή προς την Ιαπωνία.[26] Αποτέλεσμα της υποστήριξης της Ιταλίας προς την Ιαπωνία ενάντια στη διεθνή καταδίκη ήταν η Ιαπωνία να λάβει θετικότερη στάση απέναντι στην Ιταλία και να της κάνει προτάσεις για σύμφωνο μη επιθετικότητας ή ουδετερότητας.[29]

Οι "δυνάμεις του Αξονα" πήραν επίσημα το όνομα αυτό μετά την υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου από τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 στο Βερολίνο. Στο σύμφωνο προσχώρησαν στη συνέχεια η Ουγγαρία (20 Νοεμβρίου 1940), η Ρουμανία (23 Νοεμβρίου 1940), η Σλοβακία (24 Νοεμβρίου 1940) και η Βουλγαρία (1η Μαρτίου 1941).

Ιδεολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρωταρχικός στόχος των δυνάμεων του Άξονα ήταν η εδαφική επέκταση εις βάρος των γειτόνων τους.[30]. Σε ιδεολογικούς όρου, ο Άξονας περιέγραφε τους στόχους τους ως τη ρήξη της ηγεμονίας των πλουτοκρατικών Δυτικών δυνάμεων και την υπεράσπιση του πολιτισμού από τον κομμουνισμό. Ο Αξονας υποστήριξε διάφορες παραλλαγές φασισμού, μιλιταρισμού και αυταρχισμού.

Οικονομικοί πόροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός των χωρών του Άξονα το 1938 ήταν 258,9 εκατομμύρια, ενώ ο πληθυσμός των Συμμαχικών χωρών (εξαιρουμένης της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, που εντάχθηκαν στους Συμμάχους αργότερα) ήταν 689,7 εκατομμύρια [31]. Έτσι οι Συμμαχικές δυνάμεις υπερτερούσαν εκείνων του Άξονα κατά 2,7 προς 1.[32] Οι κυριότερες χώρες του Άξονα είχαν τους ακόλουθους πληθυσμούς: η Γερμανία 75,5 εκατομμύρια (από τα οποία 6,8 εκατομμύρια από την πρόσφατα προσαρτηθείσα Αυστρία), η Ιαπωνία 71,9 εκατομμύρια (εκτός από τις αποικίες) και η Ιταλία 43,4 εκατομμύρια (εξαιρουμένων των αποικιών της). Το Ηνωμένο Βασίλειο (με εξαίρεση τις αποικίες του) είχε πληθυσμό 47,5 εκατομμυρίων και η Γαλλία (εξαιρουμένων των αποικιών της) 42 εκατομμύρια.[31]

Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) των χωρών του Άξονα κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν 911 δισεκατομμύρια δολάρια στο μέγιστό του το 1941 σε αγοραστική δύναμη σε τιμές του 1990. [33] Το ΑΕΠ των Συμμαχικών χωρών ήταν 1.798 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν 1.094 δισεκατομμύρια δολάρια, περισσότερο από το σύνολο του Άξονα. [34]

Το βάρος του πολέμου στις χώρες που συμμετείχαν σ' αυτόν μετρήθηκε μέσω του ποσοστού του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) που αναλώθηκε στις στρατιωτικές δαπάνες[35]. Σχεδόν το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της Γερμανίας δεσμεύτηκε στην πολεμική προσπάθεια το 1939 και αυτό αυξήθηκε στα τρία τέταρτα του ΑΕΠ το 1944, πριν από την κατάρρευση της οικονομίας[35]. Το 1939 η Ιαπωνία διέθεσε το 22% του ΑΕΠ της στην πολεμική της προσπάθεια στην Κίνα, ποσοστό που αυξήθηκε στα τρία τέταρτα του ΑΕΠ το 1944.[35] Η Ιταλία δεν επιστράτευσε την οικονομία της. Το τμήμα του ΑΕΠ της, που δεσμεύτηκε για την πολεμική προσπάθεια, παρέμεινε στα προπολεμικά επίπεδα [35].

Η Ιταλία και η Ιαπωνία δεν είχαν βιομηχανική ισχύ. Οι οικονομίες τους ήταν μικρές, εξαρτιώνταν από το διεθνές εμπόριο κσι τις εισαγωγές καυσίμων και άλλων βιομηχανικών πόρων[35]. Ετσι η κινητοποίηση της Ιταλίας και της Ιαπωνίας παρέμεινε χαμηλή, ακόμη και το 1943.[35]

Μεταξύ των τριών μεγάλων δυνάμεων του Άξονα, η Ιαπωνία είχε το χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, ενώ η Γερμανία και η Ιταλία είχαν επίπεδο εισοδήματος συγκρίσιμο με το Ηνωμένο Βασίλειο[36].

Ιδρυτικά μέλη του Αξονα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γερμανός Φύρερ Αδόλφος Χίτλερ με το Στρατηγό Βάλτερ φον Μπράουχιτς, κατά τη νικητήρια παρέλαση μετά την ήττα της Πολωνίας το Σεπτέμβριο του 1939
Γερμανικό βομβαρδιστικό αεροπλάνο Heinkel He 111 κατά τη Μάχη της Αγγλίας
Γερμανικά οχήματα προελαύνοντα κατά τη Δεύτερη Μάχη του Ελ Αλαμέιν στο Μέτωπο της Βόρειας Αφρικής
Γερμανοί στρατιώτες κατά τη Μάχη του Στάλινγκραντ στο Ανατολικό Μέτωπο
Γερμανικό υποβρύχιο U-118 υφιστάμενο αεροπορική επίθεση τον Ιούνιο του 1943

Δικαιολόγηση του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χίτλερ το 1941 περιέγραψε το ξέσπασμα του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου ως σφάλμα της παρέμβασης των Δυτικών δυνάμεων κατά της Γερμανίας κατά τον πόλεμό της με την Πολωνία, χαρακτηρίζοντάς το ως αποτέλεσμα "των Ευρωπαίων και των Αμερικανών πολεμοκάπηλων" [40]. Ο Χίτλερ αρνήθηκε τις κατηγορίες των Συμμάχων ότι ήθελε έναν Παγκόσμιο Πόλεμο και επικαλέστηκε αντισημιτικούς ισχυρισμούς ότι τον πόλεμο ήθελαν και προκάλεσαν πολιτικοί εβραϊκής καταγωγής ή συνδεόμενοι με εβραϊκά συμφέροντα[37]. Ωστόσο ο Χίτλερ είχε σαφώς σχέδια για να γίνει η Γερμανία το κυρίαρχο και ηγετικό κράτος στον κόσμο, όπως η πρόθεσή του για το Βερολίνο, την πρωτεύουσα της Γερμανίας, να γίνει η Welthauptstadt ("Παγκόσμια Πρωτεύουσα"), μετονομαζόμενη Γκερμάνια[38]. Η Γερμανική κυβέρνηση δικαιολόγησε επίσης τις ενέργειές της υποστηρίζοντας ότι η Γερμανία χρειαζόταν αναπόφευκτα να επεκταθεί εδαφικά επειδή αντιμετώπιζε μια κρίση υπερπληθυσμού, που ο Χίτλερ περιέγραψε: «Είμαστε πάρα πολλοί και δεν μπορούμε να τραφούμε με τους δικούς μας πόρους». Έτσι η επέκταση δικαιολογήθηκε ως αναπόφευκτη αναγκαιότητα για να εξασφαλισθεί lebensraum ("ζωτικός χώρος") για το γερμανικό έθνος και για να τερματιστούν οι συνθήκες υπερπληθυσμού της χώρας εντός των υφιστάμενων περιορισμένων εδαφών και να βρεθούν οι πόροι που ήταν αναγκαίοι για την ευημερία του λαού [39]. Από τη δεκαετία του 1920 το Ναζιστικό Κόμμα υποστήριζε δημοσίως την επέκταση της Γερμανίας σε εδάφη της Σοβιετικής Ένωσης [40]. Ωστόσο από το 1939 ως το 1941 το Ναζιστικό καθεστώς ισχυριζόταν ότι είχε απορρίψει τα σχέδια αυτά υπό το πρίσμα των βελτιωμένων σχέσεων με τη Σοβιετική Ένωση με το Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ και υποστήριζε ότι η Κεντρική Αφρική ήταν εκεί όπου η Γερμανία επεδίωκε να εξασφαλίσει το lebensraum.[41] Ο Χίτλερ υποστήριζε δημοσίως ότι η Γερμανία ήθελε να επιλύσει ειρηνικά το ζήτημα του lebensraum μέσω διπλωματικών διαπραγματεύσεων που θα απαιτούσαν από άλλες δυνάμεις να κάνουν παραχωρήσεις προς τη Γερμανία[42]. Την ίδια στιγμή όμως η Γερμανία προετοίμαζε στην πράξη πόλεμο για το ζήτημα του lebensraum και στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο Χίτλερ τόνισε την ανάγκη στρατιωτικής ενίσχυσης για να προετοιμαστεί για ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ των λαών της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης[43].

Η Γερμανία δικαιολόγησε τον πόλεμό της εναντίον της Πολωνίας με τα θέματα της Γερμανικής μειονότητας μέσα στην Πολωνία και την εναντίωση της Πολωνίας στην ενσωμάτωση της εθνοτικά Γερμανικής πλειοψηφίας Ελεύθερης Πόλης του Ντάντσιχ στη Γερμανία. Ενώ ο Χίτλερ και το Ναζιστικό κόμμα πριν πάρουν την εξουσία μιλούσαν ανοιχτά για τη διάλυση της Πολωνίας και ήταν εχθρικοί προς τους Πολωνούς, μετά την ανάληψη της εξουσίας και μέχρι το Φεβρουάριο του 1939 ο Χίτλερ προσπάθησε να αποκρύψει τις αληθινές του προθέσεις για την Πολωνία και υπέγραψε ένα 10ετές Σύμφωνο Μη Επίθεσης το 1934, αποκαλύπτοντας τα σχέδιά του μόνο στους στενότερους συνεργάτες του.[44] Οι σχέσεις μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας άλλαξαν από τις αρχές μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, καθώς η Γερμανία επεδίωκε την προσέγγιση με την Πολωνία για να αποφύγει τον κίνδυνο εισόδου της Πολωνίας στη σοβιετική σφαίρα επιρροής και έκανε έκκληση στα αντισοβιετικά αισθήματα στην Πολωνία[45]. Η Σοβιετική Ένωση με τη σειρά της τότε ανταγωνιζόταν με τη Γερμανία για επιρροή στην Πολωνία[45]. Ταυτόχρονα η Γερμανία προετοιμαζόταν για πόλεμο με την Πολωνία και προετοίμαζε κρυφά τη γερμανική μειονότητα στην Πολωνία για έναν πόλεμο..[46] Και από το 1935 όπλα διακινούνταν λαθραία και συγκεντρώνονταν στις μεθοριακές περιοχές της Πολωνίας από τη Γερμανική υπηρεσία πληροφοριών. Το Νοέμβριο του 1938 η Γερμανία οργάνωσε Γερμανικές παραστρατιωτικές μονάδες στην Πολωνική περιφέρεια της Πομερανίας, που εκπαιδεύονταν να συμμετέχουν σε εκτροπή, δολιοφθορά, καθώς και δολοφονίες και εθνοκάθαρση μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Στα τέλη του 1938 τυπώθηκε από τους Ναζί μια από τις πρώτες εκδόσεις του Sonderfahndungsbuch Polen, που περιείχε αρκετές χιλιάδες ονόματα Πολωνών, που στοχοποιούντο για εκτέλεση και φυλάκιση μετά από την εισβολή στην Πολωνία. Από τα τέλη του 1938 ως τις αρχές του 1939 η Γερμανία σε συνομιλίες με την Πολωνία πρότεινε ως αντάλλαγμα για την απόδοση από την Πολωνία εδαφών της Πομερανίας στη Γερμανία, η Πολωνία να προσαρτήσει Ουκρανικά εδάφη από τη Σοβιετική Ένωση μετά από ένα πόλεμο εναντίον της. Τον Ιανουάριο του 1939 ο Ρίμπεντροπ διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με τον Πολωνό υπουργό Εξωτερικών Γιόζεφ Μπεκ και τον αρχηγό του Πολωνικού Στρατού Εντβαρντ Ριτζ-Σμίγκλι, στις οποίες ο Ρίμπεντροπ τους προέτρεψε να συμμετέχει η Πολωνία στο Σύμφωνο κατά της Κομιντέρν και να συνεργαστεί με τη Γερμανία για από κοινού πόλεμο στην Ανατολή, όπου η Πολωνία θα έπαιρνε τη Σλοβακία και την Ουκρανία. Ο Ρίμπεντροπ σε ιδιωτικές συζητήσεις με Γερμανούς αξιωματούχους δήλωσε ότι έλπιζε ότι προσφέροντας στην Πολωνία πολλά νέα εδάφη στη Σοβιετική Ένωση, η Γερμανία δε θα κέρδιζε μόνο από την πολωνική συνεργασία στον πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση αλλά και από το ότι η Πολωνία θα συνεργαζόταν, αποδίδοντας τον Πολωνικό Διάδρομο στη Γερμανία σε αντάλλαγμα για τα κέρδη αυτά, διότι, αν και θα έχανε την πρόσβαση στη Βαλτική Θάλασσα, θα αποκτούσε πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα μέσω της Ουκρανίας. Ωστόσο ο Μπεκ αρνήθηκε να συζητήσει τα γερμανικά αιτήματα για το Διάδρομο και δεν συμφωνούσε με την ιδέα ενός πολέμου με τη Σοβιετική Ένωση[47]. Η Πολωνική κυβέρνηση δεν εμπιστευόταν το Χίτλερ και είδε το σχέδιο ως απειλή για την κυριαρχία της Πολωνίας, ουσιαστικά υποτάσσοντας την Πολωνία στον Άξονα και στο Σύμφωνο κατά της Κομιντέρν, ενώ ταυτόχρονα υποβάθμιζε τη χώρα σε καθεστώς σχεδόν υποτέλειας, καθώς ολόκληρο το εμπόριο με τη Δυτική Ευρώπη μέσω της Βαλτικής Θάλασσας θα εξαρτιόταν από τη Γερμανία.[48]

Μετά την απαίτηση του Χίτλερ να προσαρτηθεί η Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ στη Γερμανία ξέσπασε διπλωματική κρίση , καθώς η εκεί Ναζιστική κυβέρνηση επιδίωκε ακριβώς αυτό. Η Γερμανία χρησιμοποίησε νομικά προηγούμενο για να δικαιολογήσει την παρέμβασή της κατά της Πολωνίας και την προσάρτηση της Ελεύθερης Πόλης του Ντάντσιχ. Η Γερμανία σημείωσε ότι μία τέτοια παραβίαση έγινε το 1933, όταν η Πολωνία έστειλε επιπλέον στρατεύματα στην πόλη, παραβιάζοντας το όριο των Πολωνικών στρατευμάτων που ήταν αποδεκτό στο Ντάντσιχ, σύμφωνα με τη συνθήκη. Ο Χίτλερ πίστευε ότι η Πολωνία θα μπορούσε να πιεστεί να παραχωρήσει τα διεκδικούμενα εδάφη με διπλωματικά μέσα σε συνδυασμό με την απειλή στρατιωτικής δύναμης και πίστευε ότι η Γερμανία θα μπορούσε να κερδίσει τέτοιες παραχωρήσεις από την Πολωνία χωρίς να προκαλέσει πόλεμο με τη Βρετανία ή τη Γαλλία. Ο Χίτλερ πίστευε ότι η εγγύηση της Βρετανίας για στρατιωτική υποστήριξη στην Πολωνία ήταν μια μπλόφα, ιδίως με μια Γερμανοσοβιετική συμφωνία που αναγνώριζε και στις δύο χώρες τα αμοιβαία συμφέροντά τους σχετικά την Πολωνία. Η Σοβιετική Ένωση είχε διπλωματικά παράπονα από την Πολωνία από τον Πολωνο-Σοβιετικό Πόλεμο του 1919-1921, κατά τον οποίο οι Σοβιετικοί είχαν συμφωνήσει η Βορειοανατολική Πολωνία, η Δυτική Λευκορωσία και η Δυτική Ουκρανία να αποτελέσουν τμήμα του επανιδρυθέντος Πολωνικού κράτους μετά από έντονες συγκρούσεις εκείνα τα χρόνια για τα εδάφη αυτά, και επεδίωκε να τα ανακτήσει.[49]

Η Πολωνία απέρριψε τα αιτήματα της Γερμανίας, που απάντησε με γενική επιστράτευση το πρωί της 30ης Αυγούστου 1939.[50] Ο Χίτλερ πίστευε ότι θα συνέβαινε ένα από τα δύο. Το πρώτο ήταν οι Βρετανοί να δέχονταν τις απαιτήσεις της Γερμανίας και να πίεζαν την Πολωνία να δεχθεί. Το δεύτερο ήταν η σύγκρουση με την Πολωνία να είναι κατι μεμονωμένο, καθώς η Βρετανία δεν θα συμμετείχε σε πόλεμο τόσο με τη Γερμανία όσο και με τη Σοβιετική Ένωση. Τα μεσάνυχτα της 30 Αυγούστου 1939 ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιοάχιμ Ρίμπεντροπ περίμενε την άφιξη του Βρετανού πρεσβευτή Nέβιλ Χέντερσον καθώς και ενός Πολωνού πληρεξούσιου για να διαπραγματευτεί τους όρους με τη Γερμανία. Ο Χέντερσον έφτασε μόνος και ενημέρωσε το Ρίμπεντροπ ότι δεν επρόκειτο να έρθει Πολωνός πληρεξούσιος. Ο Ρίμπεντροπ αναστατώθηκε και απαίτησε την άμεση άφιξη κάποιου Πολωνού διπλωμάτη, ενημερώνοντας το Χέντερσον ότι η κατάσταση ήταν «τρομερά σοβαρή!» και του διάβασε τα αιτήματα της Γερμανίας να δεχθεί η Πολωνία την προσάρτηση του Ντάντσιχ στη Γερμανία καθώς και να επιτρέψει στη Γερμανία το δικαίωμα να αναβαθμίσει τη σύνδεση των υποδομών της Ανατολικής Πρωσίας με την κυρίως Γερμανία με την κατασκευή υπό ετεροδικία αυτοκινητόδρομου και σιδηροδρομικής γραμμής που θα περνούσε από την Πολωνική Πομερανία του Γκντανσκ και δημοψήφισμα για να καθοριστεί αν ο Πολωνικός Διάδρομος, που είχε μικτή εθνοτική σύνθεση Πολωνών και Γερμανών, θα παρέμενε στην Πολωνία ή θα αποδιδόταν στη Γερμανία[50].

Η Γερμανία δικαιολόγησε την εισβολή της στις Κάτω Χώρες του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και της Ολλανδίας το Μάιο του 1940 ισχυριζόμενη ότι υποπτευόταν ότι η Βρετανία και η Γαλλία προετοιμάζονταν να τις χρησιμοποιήσουν για να ξεκινήσουν εισβολή στη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ της Γερμανίας. Όταν ο πόλεμος μεταξύ Γερμανίας και της Βρετανίας και Γαλλίας ήταν πιθανός το Μάιο του 1939 ο Χίτλερ είχε δηλώσει ότι η Ολλανδία και το Βέλγιο έπρεπε να καταληφθούν, λέγοντας ότι «οι αεροπορικές βάσεις της Ολλανδίας και του Βελγίου πρέπει να καταληφθούν ... Οι δηλώσεις ουδετερότητας πρέπει να αγνοηθούν». Σε μια διάσκεψη με τους στρατιωτικούς ηγέτες της Γερμανίας στις 23 Νοεμβρίου 1939 ο Χίτλερ τους δήλωσε ότι «έχουμε μια Αχίλλειο πτέρνα, το Ρουρ» και ότι «Αν η Αγγλία και η Γαλλία περάσουν μέσω του Βέλγιου και της Ολλανδίας στο Ρουρ, θα βρεθούμε στο μέγιστο κίνδυνο" και έτσι το Βέλγιο και η Ολλανδία έπρεπε να καταληφθούν από τη Γερμανία για να προστατευθεί από μια Βρετανογαλλική επίθεση κατά του Ρουρ, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς τους περί ουδετερότητας

Τον Απρίλιο του 1941, λίγο μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων Γερμανίας και Γιουγκοσλαβίας για την ένταξη της δεύτερης στον Άξονα, έγινε πραξικόπημα στη Γιουγκοσλαβία που οδήγησε στην εισβολή στη χώρα του Άξονα. Η Γερμανία χρειαζόταν πρόσβαση στην επικράτεια της Γιουγκοσλαβίας για να επιτρέψει στις Γερμανικές δυνάμεις να προσεγγίσουν και να σώσουν τις Ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις που παρέπαιαν στην εκστρατεία τους στην Ελλάδα. Υπήρχε μεγάλη εχθρότητα προς αυτή τη συμμαχία μεταξύ των Σέρβων, της μεγαλύτερης εθνοτικής ομάδας της Γιουγκοσλαβίας, που είχαν πολεμήσει κατά των Γερμανών Αυστριακών και της Γερμανίας στο πλευρό των Συμμάχων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τρεις Σέρβοι υπουργοί παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας μετά την υπογραφή της συμμαχίας. Ο Χίτλερ προσπάθησε αρχικά να είναι διαλλακτικός με τους Σέρβους που αντέδρασαν στη συμφωνία, λέγοντας ότι "καταλάβαινε τα αισθήματα» εκείνων των Σέρβων που αντιτάσσονταν στη συμμαχία". Εν μέσω των διαπραγματεύσεων ο Χίτλερ εξέφρασε την ανησυχία του στον Ιταλό υπουργό Εξωτερικών Τσιάνο ότι αισθανόταν να έρχεται αναταραχή στο Βελιγράδι. Στη Γιουγκοσλαβία έγινε πραξικόπημα, μετά το οποίο ανέβηκε στην εξουσία μια κυβέρνηση που εγκατέλειψε τον Άξονα. Ο Χίτλερ κατηγόρησε τους Βρετανούς ότι οργάνωσαν το πραξικόπημα. Το πραξικόπημα υποστηρίχθηκε τουλάχιστον εν μέρει από τους Βρετανούς αν και υπήρξε μεγάλος πατριωτικός ενθουσιασμός εναντίον του Συμφώνου με συλλαλητήρια στο Βελιγράδι, όπου ακούστηκε το σύνθημα "Καλύτερα πόλεμος παρά Σύμφωνο!" και κυμάτιζαν βρετανικές, αμερικανικές και γαλλικές σημαίες. Λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα ο Χίτλερ διέταξε το γερμανικό Γενικό Επιτελείο να σχεδιάσει εισβολή στη Γιουγκοσλαβία [51].

Η εισβολή της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση το 1941 εμπλεκόταν με ζητήματα lebensraum, αντικομμουνισμού και σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Χίτλερ στα πρώτα του χρόνια ως ναζιστής ηγέτης υποστήριζε ότι θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία με την τακτική προϋπόθεση ότι θα συμφωνούσε να επιστρέψει στα σύνορα που θεσπίστηκαν με τη γερμανορωσική ειρηνευτική συμφωνία της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, που είχε υπογραφεί από το Βλαντίμιρ Λένιν της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας το 1918 και είχε δώσει μεγάλες περιοχές που κατείχε η Ρωσία στον έλεγχο της Γερμανίας με αντάλλαγμα την ειρήνη. Ο Χίτλερ το 1921 είχε επιδοκιμάσει τη Συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ ως παρέχουσα τη δυνατότητα αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, λέγοντας:

Μέσω της ειρήνης με τη Ρωσία η επιβίωση της Γερμανίας καθώς και η παροχή εργασίας θα εξασφαλίζονταν με την απόκτηση γης και εδάφους, με πρόσβαση σε πρώτες ύλες και φιλικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

— Αδόλφος Χίτλερ, 1921[40]

Από το 1921 ως το 1922 ο Χίτλερ επέμενε στη ρητορική τόσο ότι η επίτευξη του lebensraum συνεπαγόταν την αποδοχή μιας εδαφικά μειωμένης Ρωσίας όσο και της υποστήριξης των Ρώσων εθνικιστών για την ανατροπή της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων και την εγκαθίδρυση μιας νέας Ρωσικής κυβέρνησης. Ωστόσο η στάση του Χίτλερ άλλαξε στα τέλη του 1922, οπότε υποστήριζε μια συμμαχία της Γερμανίας με τη Βρετανία για να καταστρέψει τη Ρωσία[40]. Αργότερα ο Χίτλερ δήλωσε πόσο μακριά μέσα στη Ρωσία σκόπευε να επεκτείνει τη Γερμανία ως εξής:

Ασία, τι απειλητική δεξαμενή ανδρών! Η ασφάλεια της Ευρώπης δεν θα είναι εξασφαλισμένη μέχρι να εκδιώξουμε την Ασία πίσω από τα Ουράλια. Κανένα οργανωμένο Ρωσικό κράτος δεν πρέπει να επιτρέπεται να υπάρχει δυτικά από αυτή τη γραμμή

— Αδόλφος Χίτλερ[52]

Η πολιτική για το lebensraum σχεδίαζε μαζική επέκταση των γερμανικών συνόρων προς ανατολάς στα Ουράλια Όρη.[52][53] Ο Χίτλερ σχεδίαζε το "πλεόνασμα" του ρωσικού πληθυσμού που ζούσε δυτικά των Ουραλίων να εκτοπιστεί στα ανατολικά αυτών..[54] Μετά την εισβολή της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση το 1941 η στάση του Ναζιστικού καθεστώτος έναντι μιας ανεξάρτητης, εδαφικά μειωμένης Ρωσίας επηρεάστηκε από την πίεση που ξεκίνησε το 1942 από το Γερμανικό Στρατό επί του Χίτλερ να υποστηρίξει έναν Ρωσικό στρατό εθνικής απελευθέρωσης υπό τον Αντρέι Βλάσοφ, που επισήμως επιδίωκε την ανατροπή του Ιωσήφ Στάλιν και του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη δημιουργία ενός νέου Ρωσικού κράτους.[55]. Αρχικά η πρόταση υποστήριξης ενός αντικομμουνιστικού Ρωσικού στρατού συνάντησε την απόλυτη απόρριψη από το Χίτλερ, ωστόσο το 1944, καθώς η Γερμανία αντιμετώπιζε αυξανόμενες απώλειες στο ανατολικό μέτωπο, οι δυνάμεις του Βλάσοφ αναγνωρίστηκαν από τη Γερμανία ως σύμμαχος, ιδιαίτερα από τον Αρχηγό των SS Χάινριχ Χίμλερ.[56]

Μετά την υπογραφή του Συμφώνου Μολότωφ - Ρίμπεντροπ, όταν ο Μολότωφ έφθασε το 1940 στο Βερολίνο σε διπλωματική επίσκεψη, ο Ρίμπεντροπ δήλωσε ότι η Γερμανία κατεύθυνε το lebensraum της προς νότον[57]. Ο Ρίμπεντροπ ανέλυσε στο Μολότωφ ότι η περαιτέρω επέκταση του γερμανικού lebensraum επρόκειτο τώρα να στραφεί προς την Κεντρική Αφρική και ότι η Γερμανία θα αποδεχόταν η Σοβιετική Ένωση να συμμετάσχει στο διαμελισμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μετά την ήττα της Βρετανίας στον πόλεμο.[41]

Η Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση το 1940 ήταν σε διένεξη για τις αντίστοιχες επιρροές τους στα Βαλκάνια, τη Βουλγαρία, το Δούναβη και τα Τουρκικά Στενά. Η κατάληψη της Βεσσαραβίας της Ρουμανίας τον Ιούνιο του 1940 από τη Σοβιετική Ενωση έφερε τα σύνορα της τελευταίας επικίνδυνα κοντά στα πετρελαϊκά πεδία της Ρουμανίας στο Πλοέστι, των οποίων η Γερμανία χρειαζόταν το πετρέλαιο για να στηρίξει την πολεμική της προσπάθεια.[58] Όταν οι διαπραγματεύσεις με το Μολότωφ δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα, ο Χίτλερ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Βρετανία συνέχιζε να αγωνίζεται μόνο με την ελπίδα της Σοβιετικής παρέμβασης και επομένως για να ηττηθεί η Βρετανία έπρεπε προηγουμένως να ηττηθεί η Σοβιετική Ένωση και τον Ιούλιο του 1940 άρχισε να σχεδιάζει ενδεχόμενη εισβολή στη Σοβιετική Ένωση[58].

Μετά την Ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και την εκδήλωση του πολέμου μεταξύ Ιαπωνίας και Ηνωμένων Πολιτειών η Γερμανία υποστήριξε την Ιαπωνία κηρύσσοντας τον πόλεμο στις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Γερμανία κατήγγειλε το Χάρτη του Ατλαντικού και το Νόμο Εκμισθώσεως και Δανεισμού που οι ΗΠΑ είχαν υιοθετήσει για να στηρίξουν τις Συμμαχικές δυνάμεις πριν από την είσοδό τους στη συμμαχία, καθώς ο ιμπεριαλισμός στόχευε στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση χωρών εκτός της Αμερικανικής ηπείρου..[59] Ο Χίτλερ κατήγγειλε την επίκληση από τον Αμερικανό Πρόεδρο Ρούσβελτ του όρου «ελευθερία» για να χαρακτηρίσει τις αμερικανικές ενέργειες στον πόλεμο και κατηγόρησε την αμερικανική έννοια της «ελευθερίας» ότι είναι η ελευθερία της δημοκρατίας να εκμεταλλεύεται τον κόσμο και η ελευθερία των πλουτοκρατών μέσα σε μια τέτοια δημοκρατία να εκμεταλλεύονται τις μάζες.[59]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος του Α 'Παγκοσμίου Πολέμου οι Γερμανοί πολίτες αισθάνθηκαν ότι η χώρα τους είχε ταπεινωθεί λόγω της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που περιελάμβανε μια ρήτρα ενοχής πολέμου και ανάγκασε τη Γερμανία να καταβάλει τεράστιες πληρωμές αποζημιώσεων και να χάσει εδάφη που ελέγχονταν προηγουμένως από τη Γερμανική Αυτοκρατορία και όλα τις αποικίες της. Το βάρος των αποζημιώσεων στη γερμανική οικονομία οδήγησε σε υπερπληθωρισμό κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1920. Το 1923 οι Γάλλοι κατέλαβαν την περιοχή του Ρουρ, όταν η Γερμανία αθέτησε τις πληρωμές αποζημιώσεων. Αν και η Γερμανία άρχισε να βελτιώνεται οικονομικά στα μέσα της δεκαετίας του 1920, η Μεγάλη Ύφεση δημιούργησε περισσότερες οικονομικές δυσκολίες και άνοδο των πολιτικών δυνάμεων που υποστήριζαν ριζικές λύσεις για τα δεινά της Γερμανίας. Οι Ναζί, υπό τον Χίτλερ, προωθούσαν τον εθνικιστικό μύθο της πισώπλατης μαχαιριάς ότι η Γερμανία είχε προδοθεί από Εβραίους και Κομμουνιστές. Το κόμμα υποσχόταν να ανοικοδομήσει τη Γερμανία ως μεγάλη δύναμη και να δημιουργήσει μια Μεγάλη Γερμανία που θα περιλάμβανε την Αλσατία-Λωρραίνη, την Αυστρία, τη Σουδητία και άλλες περιοχές στην Ευρώπη κατοικούμενες από Γερμανούς. Οι Ναζί επιδίωξαν επίσης να καταλάβουν και να αποικίσουν μη γερμανικά εδάφη στην Πολωνία, τις Βαλτικές χώρες και τη Σοβιετική Ένωση, στο πλαίσιο της ναζιστικής πολιτικής αναζήτησης Lebensraum («ζωτικού χώρου») στην Ανατολική Ευρώπη.

Η Γερμανία κατήγγειλε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και επαναστρατικοποίησε τη Ρηνανία το Μάρτιο του 1936. Η Γερμανία είχε ήδη ξαναρχίσει τη στρατολόγηση και ανακοίνωσε την ύπαρξη Γερμανικής αεροπορίας, της Luftwaffe και πολεμικού ναυτικού, του Kriegsmarine το 1935. Η Γερμανία προσάρτησε την Αυστρία το 1938, τη Σουδητία από την Τσεχοσλοβακία και την περιοχή Μέμελ από τη Λιθουανία το 1939. Στη συνέχεια η Γερμανία εισέβαλε στην υπόλοιπη Τσεχοσλοβακία το 1939, δημιουργώντας το Προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας και το κράτος της Σλοβακίας.

Στις 23 Αυγούστου 1939 η Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση υπέγραψαν το Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ, που περιείχε ένα μυστικό πρωτόκολλο που διαιρούσε την Ανατολική Ευρώπη σε σφαίρες επιρροής [69]. Η εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία στο πλαίσιο του Συμφώνου οκτώ ημέρες αργότερα [70] προκάλεσε την έναρξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Στο τέλος του 1941 η Γερμανία κατείχε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και οι στρατιωτικές δυνάμεις της πολεμούσαν τη Σοβιετική Ένωση, έτοιμες να καταλάβουν τη Μόσχα. Εντούτοις οι συντριπτικές ήττες της στη Μάχη του Στάλινγκραντ και στη Μάχη του Κουρσκ κατέστρεψαν τις Γερμανικές ένοπλες δυνάμεις. Αυτό, σε συνδυασμό με τις αποβάσεις των Δυτικών Συμμάχων στη Γαλλία και στην Ιταλία, οδήγησε σε τριμέτωπο πόλεμο, που εξάντλησε τις ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας και κατέληξε στην ήττα της το 1945.

Μέσα στο Γερμανικό στρατό υπήρξε ουσιαστική εσωτερική αντίδραση στην επιθετική στρατηγική του επανεξοπλισμού και την εξωτερική πολιτική του Ναζιστικού καθεστώτος τη δεκαετία του 1930.[60] Από το 1936 ως το 1938 οι τέσσερις κορυφαίοι στρατιωτικοί ηγέτες της Γερμανίας, Λούντβιχ Μπεκ, Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, Βέρνερ φον Φριτς και Βάλτερ φον Ράιχεναου, ήταν όλοι αντίθετοι στη στρατηγική του επανεξοπλισμού και την εξωτερική πολιτική.[61] Επικρίθηκαν τη βεβιασμένη φύση του επανεξοπλισμού, την έλλειψη σχεδιασμού, τους ανεπαρκείς πόρους της Γερμανίας για τη διεξαγωγή ενός πολέμου, τις επικίνδυνες συνέπειες της εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ και την αυξανόμενη υποταγή του στρατού στο Ναζιστικό Κόμμα[61]. Αυτοί οι τέσσερις στρατιωτικοί ηγέτες εξέφραζαν με ευθύτητα και δημόσια την αντίθεσή τους αυτές τις τάσεις.[61] Το Ναζιστικό καθεστώς αντέδρασε με περιφρόνηση στην αντίδραση των τεσσάρων στρατιωτικών ηγετών και τα μέλη των Ναζί δημιούργησαν ένα ψεύτικο ηχηρό σκάνδαλο ότι υποτίθεται οι δύο κορυφαίοι ηγέτες του στρατού φον Μπλόμπεργκ και φον Φριτς ήταν ομοφυλόφιλοι εραστές, για να τους πιέσουν να παραιτηθούν.[61] Αν και ξεκίνησε από χαμηλόβαθμα μέλη των Ναζί, ο Χίτλερ επωφελήθηκε από το σκάνδαλο αναγκάζοντάς τους να παραιτηθούν και τους αντικατέστησε με οπορτουνιστές, υποτακτικούς στον ίδιο.[61] Λίγο αργότερα ο Χίτλερ ανακοίνωσε στις 4 Φεβρουαρίου 1938 ότι αναλαμβάνει προσωπικά τη διοίκηση του Γερμανικού στρατού ως Φύρερ[61].

Η αντίδραση στην επιθετική εξωτερική πολιτική του Ναζιστικού καθεστώτος στο στρατό έγινε τόσο ισχυρή από το 1936 ως το 1938, ώστε προβληματισμοί περί ανατροπής του Ναζιστικού καθεστώτος συζητιόνταν από τα ανώτερα κλιμάκια των στρατιωτικών και τα υπόλοιπα μη Ναζιστικά μέλη της γερμανικής κυβέρνησης. Ο υπουργός οικονομικών Χιάλμαρ Σαχτ συναντήθηκε με το Μπεκ το 1936 και του δήλωσε ότι σκέπτεται την ανατροπή του Ναζιστικού καθεστώτος και τον ρώτησε ποια στάση θα τηρούσε σχετικά ο Γερμανικός στρατός. Ο Μπέκ δεν ενθουσιάστηκε με την ιδέα και απάντησε ότι αν ένα πραξικόπημα εναντίον του Ναζιστικού καθεστώτος άρχιζε με υποστήριξη σε πολιτικό επίπεδο, ο στρατός δεν θα αντιτασσόταν σε αυτό[62]. Ο Σαχτ θεώρησε ότι η υπόσχεση του Μπεκ ήταν ανεπαρκής, γιατί γνώριζε ότι χωρίς την υποστήριξη του στρατού οποιαδήποτε απόπειρα πραξικοπήματος θα συντριβόταν από τη Γκεστάπο και τα SS[63]. Ωστόσο το 1938, ο Μπεκ έγινε σκληρός αντίπαλος του Ναζιστικού καθεστώτος λόγω της αντίθεσής του στα στρατιωτικά σχέδια του Χίτλερ το 1937-38, που καλούσαν το στρατό να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο ενός παγκόσμιου πολέμου, ως αποτέλεσμα των γερμανικών σχεδίων προσάρτησης της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας.[63]


Αποικίες και εξαρτήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας δημιουργήθηκε από το διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας. Αμέσως μετά την εισβολή η Γερμανία προσάρτησε την περιοχή της Σουδητίας της Τσεχοσλοβακίας και η Σλοβακία κήρυξε την ανεξαρτησία της. Το νέο Σλοβακικό Κράτος συμμάχησε με τη Γερμανία. Το υπόλοιπο της χώρας καταλήφθηκε από τις Γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις και οργανώθηκε στο Προτεκτοράτο. Τα Τσέχικα πολιτιστικά ιδρύματα διατηρήθηκαν, αλλά το Προτεκτοράτο θεωρείτο

Γενικό Κυβερνείο ήταν το όνομα που δόθηκε στα εδάφη της κατεχόμενης Πολωνίας που δεν προσαρτήθηκαν άμεσα σε γΓρμανικές επαρχίες, αλλά, όπως και η Βοημία και η Μοραβία, θεωρούντο τμήμα της επικράτειας της Γερμανίας.

Το Βέλγιο παραδόθηκε γρήγορα στη Γερμανία και ο Βέλγος Βασιλιάς παρέμεινε στη χώρα κατά τη Γερμανική στρατιωτική κατοχή από το 1940 ως το 1944. Ο Βέλγος Βασιλιάς συνεργάστηκε στενά με τη Γερμανία και επανειλημμένα ζήτησε διαβεβαιώσεις ότι τα Βελγικά δικαιώματα θα διατηρηθούν μόλις η Γερμανία πετύχει τη συνολική νίκη. Ωστόσο ο Χίτλερ σκόπευε να προσαρτήσει το Βέλγιο και το γερμανικό του πληθυσμό στο Μεγάλο Γερμανικό Ράιχ, πράγμα που ξεκίνησε με τη δημιουργία του Reichskommissariat Belgien, μιας αρχής που διοικείτο άμεσα από τη Γερμανική κυβέρνηση, που επιδίωκε την ενσωμάτωση της χώρας στο σχεδιαζόμενο Γερμανικό Ράιχ. Ωστόσο το Βέλγιο καταλήφθηκε σύντομα από συμμαχικές δυνάμεις το 1944.

Το Reichskommissariat Niederlande ήταν μια κατοχική αρχή και επικράτεια, που ιδρύθηκε στην Ολλανδία το 1940 και ορίστηκε ως αποικία που θα ενσωματωνόταν στο σχεδιαζόμενο Μεγάλο Γερμανικό Ράιχ.

Το Reichskommissariat Norwegen ιδρύθηκε στη Νορβηγία το 1940. Όπως και των Reichkommissariat του Βελγίου και της Ολλανδίας, οι Γερμανοί κάτοικοί του θα ενσωματώνονταν στο Μεγάλο Γερμανικό Ράιχ. Στη Νορβηγία το καθεστώς του Κουίσλιγκ εγκαταστάθηκε από τους Γερμανούς ως εξαρτημένο κράτος κατά τη διάρκεια της κατοχής, ενώ ο βασιλιάς Χάακον Ζ΄ και η νόμιμη κυβέρνηση ήταν στην εξορία. Ο Κουίσλιγκ ενθάρρυνε τους Νορβηγούς να υπηρετούν ως εθελοντές στα Waffen-SS, συνεργαζόμενοι στην εκτόπιση των Εβραίων και ήταν υπεύθυνος για τις εκτελέσεις μελών του Νορβηγικού αντιστασιακού κινήματος.

Περίπου 45.000 Νορβηγοί δοσίλογοι προσχώρησαν στο φιλοναζιστικό κόμμα Nasjonal Samling (Εθνική Ένωση), ενώ αρκετές αστυνομικές μονάδες βοήθησαν στη σύλληψη πολλών Εβραίων. Ωστόσο η Νορβηγία ήταν μια από τις πρώτες χώρες, όπου η αντίσταση κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ευρέως διαδεδομένη πριν από την κρίσιμη καμπή του πολέμου το 1943. Μετά τον πόλεμο ο Κουίσλιγκ και άλλοι δοσίλογοι εκτελέστηκαν. Το όνομα του Κουίσλιγκ έχει γίνει διεθνώς συνώνυμο του προδότη.

Το Reichskommissariat Ostland ιδρύθηκε στην περιοχή της Βαλτικής το 1941. Σε αντίθεση με τα Δυτικά Reichkommissariat, των οποίων επιδιώκετο η ενσωμάτωση της πλειοψηφίας των Γερμανικών πληθυσμών, το Ostland σχεδιαζόταν να εποικισθεί από Γερμανούς, που θα εκτόπιζαν τη μη Γερμανική πλειοψηφία που ζούσε εκεί, στο πλαίσιο του lebensraum.

Το Reichskommissariat Ukraine ιδρύθηκε στην Ουκρανία το 1941. Όπως και το Όστλαντ σχεδιαζόταν να εποικισθεί από Γερμανούς.

Η Στρατιωτική Διοίκηση της Σερβίας ιδρύθηκε σε κατεχόμενα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας τον Απρίλιο του 1941, μετά την εισβολή στη χώρα. Στις 30 Απριλίου σχηματίσθηκε μια γερμανόφιλη Σερβική διοίκηση υπό το Μίλαν Ατσίμοβιτς για να λειτουργήσει ως πολιτική διοίκηση στη ζώνη στρατιωτικής κατοχής. Μια κοινή εξέγερση Παρτιζάνων και Τσέτνικ στα τέλη του 1941 προκάλεσε σοβαρή ανησυχία στους Γερμανούς, καθώς οι περισσότερες δυνάμεις τους είχαν αναπτυχθεί στη Ρωσία και μόνο τρεις μεραρχίες ήταν στη χώρα. Στις 13 Αυγούστου 546 Σέρβοι, συμπεριλαμβανομένων μερικών από τους εξέχοντες ηγέτες της χώρας, εξέδωσαν έκκληση προς το Σερβικό έθνος που καταδίκαζε την αντίσταση των Παρτιζάνων και και των βασιλικών ως μη πατριωτική. Δύο εβδομάδες μετά την έκκληση, με την εξέγερση των Παρτιζάνων και των βασιλικών να αρχίζει να κερδίζει δυναμική, 75 εξέχοντες Σέρβοι συγκάλεσαν μια συνάντηση στο Βελιγράδι και σχημάτισαν μια Κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας υπό το Σέρβο Στρατηγό Μίλαν Νέντιτς για να αντικαταστήσει την υπάρχουσα Σερβική διοίκηση. Οι Γερμανοί δεν διέθεταν αστυνομικές και τις στρατιωτικές δυνάμεις στη Σερβία και βασίζονταν σε ανεπαρκώς εξοπλισμένους Σερβικούς σχηματισμούς, τη Σερβική Κρατική Φρουρά και τα Σερβικά Εθελοντικά Σώματα, για τη διατήρηση της τάξης. Αυτές οι δυνάμεις, ωστόσο, δεν μπορούσαν να αναχαιτίσουν την αντίσταση και κατά το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου μεγάλα τμήματα της Σερβίας ήταν υπό τον έλεγχο των Παρτιζάνων ή των Τσέτνικ (τα δυο κινήματα αντίστασης που σύντομα έγιναν εχθρικά μεταξύ τους). Η κυβέρνηση της Εθνικής Σωτηρίας, διαθέτοντας λίγες δυνάμεις από το σχηματισμό της, είδε τις δραστηριότητες της να μειώνονται περαιτέρω και να αναλαμβάνονται από τις αρχές κατοχής της Βέρμαχτ καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν. Μετά τις αρχικές μαζικές εξεγέρσεις οι Γερμανικές αρχές θέσπισαν ένα ακραίο καθεστώς αντίποινων, προκηρύσσοντας ότι θα εκτελούντο 100 πολίτες για κάθε νεκρό Γερμανό στρατιώτη και 50 για κάθε τραυματία. Αυτά τα μέτρα εφσρμόστηκαν πολλές φορές, με μεγάλης κλίμακας εκτελέσεις στις Σερβικές πόλεις Κράλιεβο και Κραγκούγιεβατς τον Οκτώβριο του 1941.

Iταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Iταλοί στρατιώτες στην Εκστρατεία της Βόρειας Αφρικής το 1941
Iταλικά άρματα μάχης στην Εκστρατεία της Βόρειας Αφρικής
Iταλοί Βερσαλιέροι στη Βαλκανική Εκστρατεία
Ιταλικό μαχητικό αεροσκάφος Macchi C.200 κατά τον πόλεμο

Δικαιολόγηση του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντούτσε Μπενίτο Μουσολίνι χαρακτήρισε την ιταλική διακήρυξη του πολέμου κατά των Δυτικών Συμμάχων Βρετανίας και Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940 ως εξής: «Πάμε στον πόλεμο ενάντια στις πλουτοκρατικές και αντιδραστικές δημοκρατίες της Δύσης που έχουν ανέκαθεν εμποδίσει την πρόοδο και συχνά απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του Ιταλικού λαού."[64] Η Ιταλία κατηγόρησε τις Δυτικές δυνάμεις για την επιβολή κυρώσεων στην Ιταλία το 1935 για τις ενέργειές της στο Β΄ Ιταλο-Αιθιοπικό Πόλεμο που ισχυρίστηκε ότι ήταν απάντηση σε επιθετική ενέργεια της Αιθιοπίας εναντίον ιθαγενών στην Ιταλική Ερυθραία κατά το Eπεισόδιο του Ουόλγουολ του 1934.[65] Η Ιταλία, όπως και η Γερμανία, δικαιολόγησε επίσης τις ενέργειές της υποστηρίζοντας ότι χρειαζόταν να επεκταθεί εδαφικά για να εξασφαλίσει spazio vitale ("ζωτικό χώρο") για το Ιταλικό έθνος[66].

Τον Οκτώβριο του 1938, μετά τη Συμφωνία του Μονάχου, η Ιταλία ζήτησε παραχωρήσεις από τη Γαλλία: ελεύθερο λιμάνι στο Τζιμπουτί, έλεγχο του σιδηροδρόμου Αντίς Αμπέμπα-Τζιμπουτί, Ιταλική συμμετοχή στη διοίκηση της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ, κάποια μορφή γαλλοϊταλικής συγκυριαρχίας στην Τυνησία και διατήρηση του Ιταλικού πολιτισμού στη (Γαλλική) Κορσική χωρίς καμία (γαλλική) αφομοίωση του λαού[67]. Η Ιταλία αντιτάχθηκε στο γαλλικό μονοπώλιο της Διώρυγας του Σουέζ, επειδή, υπό την ελεγχόμενη από τη Γαλλία Εταιρεία της Διώρυγας του Σουέζ, όλα τα Ιταλικά εμπορικά πλοία προς και από την αποικία της της Ιταλικής Ανατολικής Αφρικής αναγκάζονταν να πληρώσουν διόδια κατά την είσοδό τους στη διώρυγα[67][68] Ο Μουσολίνι έλπιζε ότι, υπό το πρίσμα του ρόλου που διαδραμάτισε η Ιταλία στη διευθέτηση της Συμφωνίας του Μονάχου που εμπόδισε την εκδήλωση του πολέμου, η Βρετανία θα αντιδρούσε, πιέζοντας τη Γαλλία να ανταποκριθεί στα αιτήματα της Ιταλίας για τη διατήρηση της ειρήνης. Η Γαλλία αρνήθηκε να δεχθεί τα αιτήματα της Ιταλίας, καθώς υπήρχε ευρεία υποψία ότι οι πραγματικές προθέσεις της Ιταλίας ήταν η απόκτηση της Νίκαιας, της Κορσικής, της Τυνησίας και του Τζιμπουτί και όχι οι ηπιότερες επίσημες απαιτήσεις που τέθηκαν. Οι σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και Γαλλίας επιδεινώθηκαν με την άρνηση της Γαλλίας να δεχθεί τα αιτήματα της πρώτης. Η Γαλλία αντέδρασε στα αιτήματα της Ιταλίας με απειλητικά ναυτικά γυμνάσια ως προειδοποίηση προς την Ιταλία.[67] Καθώς οι εντάσεις μεταξύ Ιταλίας και Γαλλίας αυξάνονταν, ο Χίτλερ έκανε μια σημαντική ομιλία στις 30 Ιανουαρίου 1939, στην οποία υποσχέθηκε γερμανική στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση απρόκλητου πολέμου κατά της Ιταλίας[69].

Η Ιταλία δικαιολόγησε την επέμβασή της κατά της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1940 με τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα χρησιμοποιείτο από τη Βρετανία κατά της Ιταλίας. Ο Μουσολίνι πληροφόρησε για αυτό το Χίτλερ λέγοντας: «Η Ελλάδα είναι ένα από τα κύρια σημεία της αγγλικής θαλάσσιας στρατηγικής στη Μεσόγειο» [70].

Η Ιταλία δικαιολόγησε την επέμβασή της κατά της Γιουγκοσλαβίας τον Απρίλιο του 1941 τόσο με τους ιταλικούς αλυτρωτικούς ισχυρισμούς όσο και με το γεγονός ότι οι Αλβανοί, Κροάτες και Βούλγαροι Μακεδόνες αυτονομιστές δεν επιθυμούν να ανήκουν στη Γιουγκοσλαβία[71]. Η τάση για απόσχιση της Κροατίας εντάθηκε μετά τη δολοφονία πολιτικών ηγετών της Κροατίας στο Γιουγκοσλαβικό κοινοβούλιο το 1928, συμπεριλαμβανομένου του Στιέπαν Ράντιτς, ενώ η Ιταλία επιδοκίμασε τον Κροάτη αυτονομιστή Άντε Πάβελιτς και το φασιστικό του κίνημα των Ουστάσι, που είχε τη βάση του και εκπαιδευόταν στην Ιταλία με την υποστήριξη του Φασιστικού καθεστώτος πριν από την επέμβαση κατά της Γιουγκοσλαβίας.[71]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά την Ιταλική ενοποίηση, είχε αναπτυχθεί ένα εθνικιστικό κίνημα γύρω από την έννοια της Italia irredenta (αλύτρωτης Ιταλίας), που υποστήριζε την ενσωμάτωση στην Ιταλία των κατοικούμενων από Ιταλούς περιοχών, που εξακολουθούσαν να υπόκεινται σε ξένη κυριαρχία. Υπήρχε η επιθυμία να προσαρτηθούν εδάφη της Δαλματίας, που παλαιότερα κυβερνούσε η Βενετία και, λόγω αυτού, είχαν ιταλόφωνες ελίτ. Η πρόθεση του Φασιστικού καθεστώτος ήταν να δημιουργήσει μια «Νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» με την οποία η Ιταλία θα κυριαρχούσε στη Μεσόγειο. Το 1935-1936 η Ιταλία εισέβαλε και προσάρτησε την Αιθιοπία και η Φασιστική κυβέρνηση ανακήρυξε την ίδρυση της «Ιταλικής Αυτοκρατορίας»[72]. Οι διαμαρτυρίες της Κοινωνίας των Εθνών, ιδίως των Βρετανών, που είχαν συμφέροντα σε αυτή την τομέα, δεν οδήγησαν παρ' όλ' αυτά, σε καμία σοβαρή ενέργεια, αν και η Κοινωνία προσπάθησε να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στην Ιταλία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το περιστατικό υπογράμμισε τη γαλλική και τη βρετανική αδυναμία, που αποδεικνυόταν από την απροθυμία τους να τα χαλάσουν με την Ιταλία και να την χάσουν από σύμμαχό τους. Πάντως οι περιορισμένες ενέργειες των Δυτικών δυνάμεων ώθησαν την Ιταλία του Μουσολίνι στη συμμαχία με τη Γερμανία του Χίτλερ. Το 1937 η Ιταλία αποσύρθηκε από την Κοινωνία των Εθνών και εντάχθηκε στο Σύμφωνο κατά της Κομιντέρν, που είχε υπογραφεί από τη Γερμανία και την Ιαπωνία το προηγούμενο έτος. Το Μάρτιο / Απρίλιο του 1939 τα Ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν και προσάρτησαν την Αλβανία. Η Γερμανία και η Ιταλία υπέγραψαν το Χαλύβδινο Σύμφωνο στις 22 Μαΐου.

Η Ιταλία εισήλθε στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στις 10 Ιουνίου 1940. Το Σεπτέμβριο του 1940 η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία υπέγραψαν το Τριμερές Σύμφωνο.

Η Ιταλία δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για πόλεμο, παρά το γεγονός ότι είχε εμπλακεί συνεχώς σε συγκρούσεις από το 1935, πρώτα με την Αιθιοπία το 1935-1936 και στη συνέχεια στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο στο πλευρό των Εθνικιστών του Φρανθίσκο Φράνκο[73]. Ο Μουσολίνι αρνήθηκε να λάβει υπόψη του τις προειδοποιήσεις του υπουργού οικονομικών Φελίτσε Γκουαρνέρι, που δήλωσε ότι οι ενέργειες της Ιταλίας στην Αιθιοπία και την Ισπανία οδηγούσαν την Ιταλία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Το 1939 οι στρατιωτικές δαπάνες της Βρετανίας και της Γαλλίας υπερέβαιναν κατά πολύ αυτές που η Ιταλία μπορούσε να αντέξει.[74] Λόγω των οικονομικών δυσκολιών της Ιταλίας οι στρατιώτες της πληρώνονταν ανεπαρκώς, συχνά δεν ήταν επαρκώς εξοπλισμένοι και με ανεπαρκή εφοδιασμό και δημιουργήθηκε εχθρότητα μεταξύ των στρατιωτών και των ανώτερων αξιωματικών. Ολα αυτά συντέλεσαν στο χαμηλό ηθικό των Ιταλών στρατιωτών..[75] Ο στρατιωτικός σχεδιασμός ήταν ανεπαρκής, καθώς η Ιταλική κυβέρνηση δεν είχε αποφασίσει ποιο μέτωπο θα ήταν το πιο σημαντικό. Η εξουσία επί του στρατού ήταν υπερσυγκεντρωμένη στον άμεσο έλεγχο του Μουσολίνι. Είχε αναλάβει προσωπικά να διευθύνει το υπουργείο πολέμου, το ναυτικό και την αεροπορία. Το ναυτικό δεν διέθετε αεροσκάφη που να παρέχουν από αέρος κάλυψη για αμφίβιες επιχειρήσεις στη Μεσόγειο, καθώς το Φασιστικό καθεστώς πίστευε ότι οι αεροπορικές βάσεις στην Ιταλική Χερσόνησο θα μπορούσαν να επιτελέσουν αυτό το έργο.[76]. Ο στρατός της Ιταλίας είχε παλαιού τύπου πυροβολικό και οι θωρακισμένες μονάδες χρησιμοποιούσαν παρωχημένους σχηματισμούς που δεν ήταν κατάλληλοι για το σύγχρονο πόλεμο.[77] Η διάθεση χρημάτων στην αεροπορία και το ναυτικό για να προετοιμαστούν για τις υπερπόντιες επιχειρήσεις σήμαινε λιγότερα χρήματα για το στρατό. Το τυπικό ντουφέκι χρονολογείτο από το 1891. Η Φασιστική κυβέρνηση δεν διδάχθηκε από τα λάθη που έγιναν στην Αιθιοπία και την Ισπανία. αγνόησε τα συμπεράσματα από την κατατρόπωση των Ιταλών Φασιστών εθελοντών στη Μάχη της Γκουανταλαχάρα στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο[74]. Οι στρατιωτικές ασκήσεις στην Κοιλάδα του Πάδου τον Αύγουστο του 1939 απογοήτευσαν θεατές, συμπεριλαμβανομένου του Βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄.[77] Ο Μουσολίνι, που εκνευρίστηκε από το ανέτοιμο του Ιταλικού στρατού, απέλυσε τον Aλμπέρτο Παριάνι από αρχηγό του Ιταλικού στρατού το 1939. [78]

Ο μοναδικός στρατηγικός φυσικός πόρος της Ιταλίας ήταν η αφθονία αλουμινίου.[77] Το πετρέλαιο, ο σίδηρος, ο χαλκός, το νικέλιο, το χρώμιο και το καουτσούκ έπρεπε όλα να εισαχθούν. Η οικονομική πολιτική αυτάρκειας της Φασιστικής κυβέρνησης και η προσφυγή σε συνθετικά υλικά δεν μπορούσε να καλύψει τη ζήτηση.[73] Πριν από την έναρξη του πολέμου η Φασιστική κυβέρνηση προσπάθησε να αποκτήσει τον έλεγχο των πόρων στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα του πετρελαίου της Ρουμανίας[79]. Η συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης να εισβάλουν και να διαμελίσουν την Πολωνία μεταξύ τους είχε ως αποτέλεσμα η Ουγγαρία να συνορεύει με τη Σοβιετική Ένωση μετά το διαμελισμό της Πολωνίας και η Ρουμανία να θεωρεί την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης ως μια άμεση απειλή, με αποτέλεσμα οι δύο χώρες να απευθυνθούν στην Ιταλία για υποστήριξη το Σεπτέμβριο του 1939. Η Ιταλία -τότε ακόμη επίσημα ουδέτερη- ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις της Ουγγρικής και της Ρουμανικής κυβέρνησης για προστασία από τη Σοβιετική Ένωση, προτείνοντας ένα ουδέτερο μπλοκ Δούναβη-Βαλκανίων. Το προτεινόμενο μπλοκ σχεδιαζόταν να αυξήσει την ιταλική επιρροή στα Βαλκάνια και συνάντησε την αντίδραση της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, που δεν ήθελαν να χάσουν τη δική τους επιρροή εκεί. Ωστόσο η Βρετανία, που πίστευε ότι η Ιταλία δεν θα έμπαινε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, το υποστήριξε. Οι προσπάθειες σχηματισμού του μπλοκ απέτυχαν το Νοέμβριο του 1939, όταν η Τουρκία έκανε συμφωνία προστασίας των Συμμαχικών Μεσογειακών περιοχών,με την Ελλάδα και τη Ρουμανία[78].

Αρχικά, μετά το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ της Γερμανίας και των Συμμάχων, ο Μουσολίνι ακολούθησε μια τακτική μη εμπόλεμου για την Ιταλία, ανησυχώντας ότι η Γερμανία μπορεί να μην κέρδιζε τον πόλεμό της με τους Συμμάχους. Ωστόσο ο Μουσολίνι κατά βάθος ανησυχούσε ότι η αν Ιταλία δεν παρενέβαινε σε υποστήριξη της Γερμανίας το Σεπτέμβριο του 1939 κατά της Βρετανία και της Γαλλίας, αν διεξήγαγαν πόλεμο κατά της Γερμανίας, αυτό τελικά θα είχε ως αποτέλεσμα την τιμωρία της από τη Γερμανία.[80]

Στις αρχές του 1940 η Ιταλία εξακολουθούσε να μην είναι σε εμπόλεμη κατάσταση και ο Μουσολίνι ανακοίνωσε στον Χίτλερ ότι η Ιταλία δεν ήταν προετοιμασμένη να παρέμβει σύντομα. Το Μάρτιο του 1940 ο Μουσολίνι αποφάσισε ότι η Ιταλία θα επενέβαινε, αλλά η ημερομηνία δεν είχε ακόμη επιλεγεί. Η ανώτατη στρατιωτική του ηγεσία αντιτάχθηκε ομόφωνα επειδή η Ιταλία ήταν απροετοίμαστη. Πρώτες ύλες δεν είχαν αποθεματοποιηθεί και τα αποθέματα που διέθετε σύντομα θα εξαντλούντο, η βιομηχανική της ήταν μόνο το ένα δέκατο της Γερμανίας και ακόμη και με τις εφεδρείες ο Ιταλικός στρατός δεν ήταν οργανωμένος για να παράσχει τον εξοπλισμό που απαιτείτο για τη διεξαγωγή ενός σύγχρονου πολέμου μακράς διάρκειας. Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επανεξοπλισμού ήταν αδύνατο λόγω των περιορισμένων αποθεμάτων της Ιταλίας σε χρυσό και ξένο νόμισμα και της έλλειψης πρώτων υλών. Ο Μουσολίνι αγνόησε τις αρνητικές εισηγήσεις.[81]

Μια έκθεση της Γερμανικής Ανώτερης Ναυτικής Διοίκησης του Απριλίου του 1938 προειδοποιούσε ότι η Ιταλία ως εμπόλεμος σύμμαχος θα αποτελούσε σοβαρό "βάρος" για τη Γερμανία, αν συνέβαινε πόλεμος μεταξύ Γερμανίας και Βρετανίας, και συνιστούσε ότι θα ήταν προτιμότερο η Γερμανία να ζητήσει από την Ιταλία να είναι ένας "καλοπροαίρετος ουδέτερος" κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στις 18 Μαρτίου 1940 ο Χίτλερ δήλωσε στο Μουσολίνι αυτοπροσώπως ότι ο πόλεμος θα τελείωνε το καλοκαίρι και ότι η στρατιωτική εμπλοκή της Ιταλίας δεν ήταν απαραίτητη.[82]

Ο Μουσολίνι στις 29 Μαΐου 1940 συζήτησε την κατάσταση του Ιταλικού Στρατού και αναγνώρισε ότι δεν ήταν ιδανική, αλλά πίστευε ότι ήταν ικανοποιητική και συζήτησε το χρονοδιάγραμμα για την κήρυξη πολέμου στη Βρετανία και τη Γαλλία. Είπε: «μια καθυστέρηση δύο εβδομάδων ή ενός μηνός δεν θα ήταν καλή και η Γερμανία θα μπορούσε να σκεφτεί ότι μπήκαμε στον πόλεμο όταν ο κίνδυνος ήταν πολύ μικρός ... Και αυτό θα μπορούσε να είναι ένα βάρος για εμάς όταν έρθει η ειρήνη».[83]

Μετά την είσοδο στον πόλεμο το 1940 δόθηκαν στην Ιταλία υποσχέσεις για σειρά εδαφικών παραχωρήσεων από τη Γαλλία, που ο Χίτλερ είχε συμφωνήσει με τον Ιταλό υπουργό Εξωτερικών Τσιάνο, που περιελάμβανε την προσάρτηση διεκδικούμενων περιοχών στη νοτιοανατολική Γαλλία, στρατιωτική κατοχή της νοτιοανατολικής Γαλλίας μέχρι τον ποταμό Ροδανό και τις Γαλλικές αποικίες Τυνησία και Τζιμπουτί. Ωστόσο στις 22 Ιουνίου 1940 ο Μουσολίνι ενημέρωσε ξαφνικά το Χίτλερ ότι η Ιταλία εγκατέλειψε τις αξιώσεις της «στο Ροδανό, την Κορσική, την Τυνησία και το Τζιμπουτί», ζητώντας αντ 'αυτού αποστρατικοποιημένη ζώνη κατά μήκος των γαλλικών συνόρων και στις 24 Ιουνίου η Ιταλία συμφώνησε σε μια ανακωχή με το καθεστώς του Βισύ για το σκοπό αυτό . Αργότερα, στις 7 Ιουλίου 1940, η Ιταλική κυβέρνηση άλλαξε την απόφασή της και ο Τσιάνο επιχείρησε να συνάψει συμφωνία με το Χίτλερ να αποδοθούν στην Ιταλία η Νίκαια, η Κορσική, η Τυνησία και το Τζιμπουτί. Ο Χίτλερ απέρριψε απερίφραστα κάθε νέο διακανονισμό ή χωριστή γαλλοϊταλική ειρηνευτική συμφωνία προς το παρόν πριν την ήττα της Βρετανίας στον πόλεμο. Ωστόσο η Ιταλία συνέχισε να πιέζει τη Γερμανία για την ενσωμάτωση της Νίκαιας, της Κορσικής και της Τυνησίας στην Ιταλία, με τον Μουσολίνι να στέλνει επιστολή στον Χίτλερ τον Οκτώβριο του 1940, ενημερώνοντάς τον ότι οι 850.000 Ιταλοί που ζούσαν μέσα στα σύνορα της Γαλλίας αποτελούσαν τη μεγαλύτερη μειονοτική κοινότητα και ότι η παραχώρηση αυτών των εδαφών στην Ιταλία θα ήταν επωφελής τόσο για τη Γερμανία όσο και για την Ιταλία, καθώς θα μείωνε τον πληθυσμό της Γαλλίας από 35 εκατομμύρια σε 34 και θα απέτρεπε κάθε πιθανότητα επαναλαμβανόμενων γαλλικών φιλοδοξιών για επέκταση ή ηγεμονία στην Ευρώπη.[84] Η Γερμανία είχε εξετάσει τη δυνατότητα εισβολής και κατοχής των μη κατεχόμενων εδαφών της Γαλλίας του Βισύ, συμπεριλαμβανομένης της κατοχής της Κορσικής, και της σύλληψης του στόλου της για να τον χρησιμοποιήσει η ίδια το Δεκέμβριο του 1940 με τη σχεδιασθείσα Επιχείρηση Aττίλας.[85] Τελικά εισβολή στη Γαλλία του Βισύ από τη Γερμανία και την Ιταλία πραγματοποιήθηκε με την Επιχείρηση Αντον το Νοέμβριο του 1942.

Στα μέσα του 1940, αντιδρώντας σε μια συμφωνία του Ρουμάνου Conducător Ιόν Αντονέσκου να δεχτεί Γερμανικά "εκπαιδευτικά στρατεύματα" να σταλούν στη Ρουμανία, τόσο ο Μουσολίνι όσο και ο Στάλιν στη Σοβιετική Ένωση εκνευρίστηκαν από την επέκταση της σφαίρας επιρροής της Γερμανίας στη Ρουμανία, ιδιαίτερα γιατί κανείς τους δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για αυτό, παρά τις γερμανικές συμφωνίες με την Ιταλία και τη Σοβιετική Ένωση την εποχή εκείνη. Ο Μουσολίνι, σε μια συνομιλία με τον Τσιάνο, αντέδρασε στην ανάπτυξη στρατευμάτων του Χίτλερ στη Ρουμανία, λέγοντας: "Ο Χίτλερ με φέρνει πάντα προ τετελεσμένων. Τώρα θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμά του και θα μάθει από τις εφημερίδες ότι κατέλαβα την Ελλάδα. Έτσι θα αποκατασταθεί η ισορροπία." Ωστόσο ο Μουσολίνι αποφάσισε αργότερα να ενημερώσει το Χίτλερ εκ των προτέρων για τα σχέδια της Ιταλίας στην Ελλάδα. Ακούγοντας για την επέμβαση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας ο Χίτλερ ανησύχησε πολύ και είπε ότι οι Έλληνες δεν ήταν κακοί στρατιώτες και η Ιταλία μπορεί να μην κέρδιζε τον πόλεμο της με την Ελλάδα, καθώς δεν ήθελε να εμπλακεί η Γερμανία σε μια βαλκανική σύγκρουση[70].

Μέχρι το 1941 οι προσπάθειες της Ιταλίας να διεξαγάγει μια εκστρατεία ανεξάρτητη από τη Γερμανία κατέρρευσαν με τις στρατιωτικές αποτυχίες της στην Ελλάδα, τη Βόρεια και την Ανατολική Αφρική. και η χώρα έγινε εξαρτημένη και ουσιαστικά υποτακτική της Γερμανίας. Μετά την εισβολή και κατοχή της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας από τη Γερμανία, που ήταν και οι δύο στόχοι των πολεμικών επιδιώξεων της Ιταλίας, αναγκάστηκε να δεχθεί τη γερμανική υπεροχή και στις δύο κατεχόμενες χώρες.[86] Επιπλέον το 1941 οι Γερμανικές δυνάμεις στη Βόρεια Αφρική υπό τον Έρβιν Ρόμελ ανέλαβαν ουσιαστικά τη στρατιωτική προσπάθεια να εκδιώξουν τις Συμμαχικές δυνάμεις από την Ιταλική αποικία της Λιβύης και εγκαταστάθηκαν στη Σικελία εκείνη την χρονιά [87]. Η δυσαρέσκεια της Γερμανίας έναντι της Ιταλίας ως συμμάχου αποδείχθηκε εκείνη τη χρονιά, όταν η Ιταλία πιέστηκε να στείλει 350.000 "επισκέπτες εργαζόμενους" στη Γερμανία που χρησιμοποιήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία[88] Ενώ ο Χίτλερ ήταν απογοητευμένος με τις επιδόσεις του Ιταλικού στρατού, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με την Ιταλία λόγω της προσωπικής του φιλίας με το Μουσολίνι[89]

Ο Μουσολίνι στα μέσα του 1941 είχε αναγνωρίσει ότι οι πολεμικοί στόχοι της Ιταλίας απέτυχαν. Ετσι πίστευε ότι εφεξής η Ιταλία σε ένα τέτοιο καθεστώς εξάρτησης δεν είχε παρά να ακολουθεί τη Γερμανία στο δικό της πόλεμο και να ελπίζει για μια γερμανική νίκη.[90]. Ωστόσο η Γερμανία υποστήριξε την ιταλική προπαγάνδα για τη δημιουργία ενός «Λατινικού Μπλοκ» της Ιταλίας, της Γαλλίας του Βισύ, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας για να συμμαχήσει με τη Γερμανία ενάντια στην απειλή του κομμουνισμού, πράγμα που φαινόταν εύλογο μετά και τη Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[91] Από το 1940 ως το 1941 ο Φρανθίσκο Φράνκο της Ισπανίας επιδοκίμαζε το Λατινικό Μπλοκ, προκειμένου να εξισορροπήσει τη δύναμη των χωρών του με εκείνη της Γερμανίας, αλλά οι συζητήσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία.[92]

Μετά την εισβολή και κατοχή της Γιουγκοσλαβίας η Ιταλία προσάρτησε αρκετά νησιά της Αδριατικής και τμήμα της Δαλματίας, που αποτέλεσαν το Ιταλικό Κυβερνείο της Δαλματίας, που περιλάμβανε εδάφη από τις επαρχίες του Σπαλάτο, της Ζάρα και του Κάτσρο. Αν και η Ιταλία είχε αρχικά μεγαλύτερους εδαφικούς στόχους που εκτείνονταν από τα όρη Βέλεμπιτ μέχρι τις Αλβανικές Άλπεις, ο Μουσολίνι αποφάσισε να μην προσαρτήσει άλλα εδάφη για πολλούς λόγους, μεταξύ αυτών ότι η Ιταλία κρατούσε το οικονομικά πολύτιμο τμήμα αυτών των εδαφών, ενώ οι βόρειες ακτές της Αδριατικής δεν είχαν σημαντικούς σιδηρόδρομους ή δρόμους, και ότι μια μεγαλύτερη προσάρτηση θα περιλάμβανε εκατοντάδες χιλιάδες Σλάβους, που ήταν εχθρικοί προς την Ιταλία, εντός των εθνικών συνόρων της[93]Ο Μουσολίνι και ο υπουργός εξωτερικών Τσιάνο ζήτησαν να προσαρτηθεί άμεσα η Γιουγκοσλαβική περιοχή της Σλοβενίας στην Ιταλία, ωστόσο στις διαπραγματεύσεις με το Γερμανό υπουργό εξωτερικών Ρίμπεντροπ τον Απρίλιο του 1941 ο τελευταίος επέμεινε στην απαίτηση του Χίτλερ να αποδοθεί στη Γερμανία η ανατολική Σλοβενία ​​και στην Ιταλία η δυτική Σλοβενία. Η Ιταλία αποδέχθηκε αυτή τη γερμανική απαίτηση και η Σλοβενία διαμελίσθηκε μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας [94]

Με την έναρξη της Επιχείρησης Πυρσός των Συμμάχων εναντίον των, κατεχόμενων από τη Γαλλία του Βισύ, Μαρόκου και Αλγερίας η Γερμανία και η Ιταλία επενέβησαν στη Γαλλία του Βισύ και στην κατεχόμενη από αυτή Τυνησία. Η Ιταλία απέκτησε το στρατιωτικό έλεγχο σημαντικού τμήματος της νότιας Γαλλίας και της Κορσικής, ενώ μια κοινή Γερμανοϊιταλική δύναμη τον έλεγχο του μεγαλύτερου τμήματος της Τυνησίας. Όταν προέκυψε το ζήτημα του ελέγχου της κυριαρχίας της Τυνησίας μετά την κατάληψή της από τη Γερμανοϊιταλική δύναμη, ο Ρίμπεντροπ διακήρυξε την Ιταλική κυριαρχία στην Τυνησία. Ωστόσο, παρά τον ισχυρισμό της Γερμανίας ότι θα σεβαστεί την ιταλική κυριαρχία, οι Γερμανοί επόπτευαν τις δημόσιες υπηρεσίες και την τοπική αυτοδιοίκηση στην Τυνησία και η γερμανική παρουσία ήταν εκεί πιο δημοφιλής τόσο μεταξύ του τοπικού Αραβικού πληθυσμού όσο και μεταξύ των δοσιλόγων της Γαλλίας του Βισύ, δεδομένου ότι η Γερμανία δεν είχε ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες στην Τυνησία όπως η Ιταλία [95]

Η εσωτερική αντιπολίτευση των Ιταλών στον πόλεμο και το φασιστικό καθεστώς διευρύνθηκε το 1942, αν και υπήρξε σημαντική αντίθεση στον πόλεμο από την αρχή το 1940, όπως ανέφεραν αστυνομικές αναφορές ότι πολλοί Ιταλοί άκουγαν μυστικά το BBC παρά τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης το 1940, ενώ παράνομες καθολικές, κομμουνιστικές και σοσιαλιστικές εφημερίδες άρχισαν να εμφανίζονται το 1942.[96]

Οταν την άνοιξη του 1941 ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ επισκέφθηκε Ιταλούς στρατιώτες στο μέτωπο της Γιουγκοσλαβίας και της Αλβανίας, απογοητεύθηκε από το βάρβαρο ιμπεριαλισμό του Φασιστικού καθεστώτος στη Δαλματία, τη Σλοβενία ​​και το Μαυροβούνιο, επειδή φοβήθηκε ότι θα επέβαλε αφόρητα βάρη στην Ιταλία δημιουργώντας νέους εχθρούς μεταξύ των κατεχόμενων λαών, που η Ιταλία θα αναγκαζόταν να πολεμήσει. Ο Βίκτορ Εμμανουήλ ήταν απογοητευμένος με τις επιδόσεις του Ιταλικού στρατού στον πόλεμο, καθώς διαπίστωνε ότι ο στρατός, το ναυτικό και η αεροπορία δεν μπορούσαν να αποβάλουν τη μεταξύ τους ζήλια και τον ανταγωνισμό για να συνεργαστούν. Επιπλέον φοβόταν ότι υπερβολικά φιλόδοξοι στρατηγοί, που προσπαθούσαν να προαχθούν, προσπαθούσαν να πείσουν τον Μουσολίνι να εκτρέψει τους στρατιωτικούς πόρους σε ένα όλο και ευρύτερο πεδίο δράσης. Τον Ιούνιο του 1941 η απόφαση του Μουσολίνι να ακολουθήσει τη Γερμανία διεξάγοντας πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση, για την οποία ο Βίκτωρ Εμμανουήλ ενημερώθηκε την τελευταία στιγμή, προλαβαίνοντας μόνο να συμβουλέψει το Μουσολίνι να μη στείλει τίποτα περισσότερο από μια συμβολική δύναμη για να πολεμήσει κατά της Σοβιετικής Ένωσης, οι συμβουλές του αγνοήθηκαν. Λίγες εβδομάδες μετά την κήρυξη του πολέμου της Ιταλίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης ένας ανώτερος στρατηγός των Καραμπινιέρων ενημέρωσε τα βασιλικά ανάκτορα ότι η στρατιωτική αστυνομία περίμενε μια βασιλική διαταγή για να ενεργήσει κατά του Φασιστικού καθεστώτος. Το Σεπτέμβριο του 1941 ο Βίκτωρ Εμμανουήλ πραγματοποίησε ιδιωτική συζήτηση με τον Τσιάνο, που είπε στο βασιλιά ότι ο φασισμός ήταν καταδικασμένος [97]. Το 1942 η αντιπολίτευση στη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο επεκτάθηκε στους ανώτερους αξιωματούχους του Φασιστικού καθεστώτος, ενώ ο Τζουζέπε Μποτάι δήλωσε ότι ο ίδιος και άλλοι Φασίστες αξιωματούχοι θα έπρεπε να είχαν παραιτηθεί από τις θέσεις τους, όταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στη Βρετανία και τη Γαλλία τον Ιούνιο του 1940, ενώ ο Ντίνο Γκράντι (πρόεδρος του Ιταλικού κοινοβουλίου) προσέγγισε το βασιλιά και τον προέτρεψε να καταργήσει τη δικτατορία του Μουσολίνι προκειμένου να αποσύρει την Ιταλία από τον πόλεμο καθώς έβλεπε την Ιταλία να οδεύει στην καταστροφή[98]. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1943 ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ πείστηκε από τον Υπουργό της Βασιλικής Αυλής, Δούκα του Ακουαρόνε, ότι ο Μουσολίνι έπρεπε να απομακρυνθεί.[99]

Το Μάρτιο του 1943 το πρώτο σημάδι σοβαρής εξέγερσης των Ιταλών εναντίον του Φασιστικού καθεστώτος και του πολέμου ξεκίνησε με μια απεργία εργατών εργοστασίων, με τους οποίους ενώθηκαν στρατιώτες που τραγουδούσαν κομμουνιστικά τραγούδια, ακόμη και μέλη του Φασιστικού κόμματος. Το Φασιστικό καθεστώς αντιμετώπισε επίσης παθητική αντίσταση από δημόσιους υπαλλήλους, που είχαν αρχίσει να αρνούνται να υπακούν σε εντολές ή να προσποιούνται ότι το έκαναν[100].

Στις 25 Ιουλίου 1943, μετά την Εισβολή των Συμμάχων στη Σικελία, ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ απέλυσε το Μουσολίνι, τον έθεσε υπό κράτηση και άρχισε μυστικές διαπραγματεύσεις με τους Δυτικούς Συμμάχους. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 υπογράφηκε ανακωχή και η Ιταλία προσχώρησε στους Συμμάχους ως (άτυπος) σύμμαχος. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1943 ο Μουσολίνι διασώθηκε από τους Γερμανούς με την Επιχείρηση Δρυς και τέθηκε επιικεφαλής ενός κράτους-μαριονέτας που ονομάστηκε Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία (Repubblica Sociale Italiana / RSI ή Repubblica di Salò) στη βόρεια Ιταλία. Ο πόλεμος συνεχίστηκε για μήνες, καθώς οι Σύμμαχοι, ο Ιταλικός Συμμαχικός Στρατός και οι παρτιζάνοι πολεμούσαν τις δυνάμεις της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και τους Γερμανούς συμμάχους της. Ορισμένες περιοχές στη Βόρεια Ιταλία απελευθερώθηκαν από τους Γερμανούς μόνο το Μάιο του 1945. Ο Μουσολίνι σκοτώθηκε από Κομμουνιστές συμπατριώτες στις 28 Απριλίου 1945 ενώ προσπάθησε να διαφύγει στην Ελβετία[101].

Αποικίες και εξαρτήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oι περιοχές που ελέγχονταν από την Ιταλική Αυτοκρατορία κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Στην Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Δωδεκάνησα ήταν Ιταλική εξάρτηση από το 1912 ως το 1943.

Το Μαυροβούνιο ήταν Ιταλική εξάρτηση από το 1941 ως το 1943, γνωστό ως Κυβερνείο του Μαυροβουνίου, που ήταν υπό τον έλεγχο Ιταλού στρατιωτικού διοικητή. Αρχικά οι Ιταλοί είχαν την πρόθεση να γίνει το Μαυροβούνιο ένα "ανεξάρτητο" κράτος στενά συνδεδεμένο με την Ιταλία, ενισχυμένο μέσω των ισχυρών δυναστικών δεσμών μεταξύ Ιταλίας και Μαυροβουνίου, καθώς η Βασίλισσα Έλενα της Ιταλίας ήταν κόρη του τελευταίου βασιλιά του Μαυροβουνίου Νικολάου Α΄. Ο υποστηριζόμενος από τους Ιταλούς Μαυροβούνιος εθνικιστής Σέκουλα Ντρλιέβιτς και οι οπαδοί του προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα κράτος του Μαυροβουνίου. Στις 12 Ιουλίου 1941 ανακήρυξαν το «Βασίλειο του Μαυροβουνίου» υπό την προστασία της Ιταλίας. Σε λιγότερο από 24 ώρες, αυτό προκάλεσε γενική εξέγερση εναντίον των Ιταλών. Μέσα σε τρεις εβδομάδες οι εξεγερμένοι κατάφεραν να καταλάβουν σχεδόν ολόκληρη την επικράτεια του Μαυροβουνίου. Πάνω από 70.000 Ιταλικά στρατεύματα και 20.000 Αλβανικές και Μουσουλμανικές αταξίες αναπτύχθηκαν για να καταστείλουν την εξέγερση. Ο Ντρλιέβιτς εκδιώχθηκε από το Μαυροβούνιο τον Οκτώβριο του 1941. Στη συνέχεια το Μαυροβούνιο πέρασε υπό πλήρη ιταλικό έλεγχο. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 το Μαυροβούνιο πέρασε υπό τον άμεσο έλεγχο της Γερμανίας.

Η Αλβανία ήταν Ιταλικό προτεκτοράτο και εξάρτηση από το 1939 ως το 1943. Παρά τη μακρόχρονη προστασία και συμμαχία της Αλβανίας με την Ιταλία, στις 7 Απριλίου 1939 εισέβαλαν στην Αλβανία Ιταλικά στρατεύματα, πέντε μήνες πριν από την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την εισβολή η Αλβανία έγινε προτεκτοράτο της Ιταλίας, με την απονομή στο βασιλιά Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ της Ιταλίας του στέμματος της. Την Αλβανία κυβερνούσε ένας Ιταλός κυβερνήτης. Αλβανικά στρατεύματα υπό ιταλικό έλεγχο εστάλησαν να συμμετάσχουν στην Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα και στην κατοχή του Άξονα στη Γιουγκοσλαβία. Μετά την ήττα της Γιουγκοσλαβίας το Κοσσυφοπέδιο προσαρτήθηκε στην Αλβανία από τους Ιταλούς[102]

Πολιτικά και οικονομικά κυριαρχούμενη από την Ιταλία από τη δημιουργία της το 1913, η Αλβανία καταλήφθηκε από τις Ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις το 1939, όταν ο Αλβανός βασιλιάς Ζογ Α΄ διέφυγε από την χώρα με την οικογένειά του. Το Αλβανικό κοινοβούλιο ψήφισε την προσφορά του αλβανικού θρόνου στο Βασιλιά της Ιταλίας, με αποτέλεσμα την προσωπική ένωση μεταξύ των δύο χωρών.[103][104]

Ο Αλβανικός στρατός, έχοντας εκπαιδευτεί από Ιταλούς συμβούλους, ενισχύθηκε από 100.000 Ιταλικά στρατεύματα. Δημιουργήθηκε μια Φασιστική πολιτοφυλακή, κυρίως από Αλβανούς Ιταλικής καταγωγής.

Η Αλβανία χρησίμευσε ως βάση για την Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία. Η Αλβανία προσάρτησε το Κοσσυφοπέδιο το 1941 όταν διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία, δημιουργώντας τη [[Μεγάλη Αλβανία][105].

Αλβανικά στρατεύματα εστάλησαν στο Ανατολικό Μέτωπο για να πολεμήσουν τους Σοβιετικούς, ενταγμένα στην Ιταλική Ογδοη Στρατιά.

Η Αλβανία κήρυξε τον πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1941. [106]

Όταν κατέρρευσε το Φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, το Σεπτέμβριο του 1943, η Αλβανία πέρασε υπό Γερμανική κατοχή.

Στην Αφρική και την Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιταλική Ανατολική Αφρική ήταν μια Ιταλική αποικία από το 1936 ως το 1943. Πριν από την εισβολή και την προσάρτηση της Αιθιοπίας σε αυτή την ενιαία αποικία το 1936, η Ιταλία είχε δύο αποικίες, την Ερυθραία και τη Σομαλία από τη δεκαετία του 1880.

Η Λιβύη ήταν Ιταλική αποικία από το 1912 ως το 1943. Το βόρειο τμήμα της ενσωματώθηκε απευθείας στην Ιταλία το 1939, ωστόσο η περιοχή παρέμεινε ενιαία ως αποικία υπό αποικιακό κυβερνήτη.

Υπήρχε επίσης μια μικρή Ιταλική παραχωρημένη περιοχή στο Τιεντσίν της Δημοκρατίας της Κίνας.

Ιαπωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιαπωνικά πολεμικά αεροσκάφη, που προετοιμάζονται για απογείωση στο αεροπλανοφόρο Σοκάκου στις 7 Δεκεμβρίου 1941, για την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ
Ιάπωνες στρατιώτες που διασχίζουν τα σύνορα από την Κίνα στη Βρετανική αποικία του Χονγκ Κονγκ κατά την ομώνυμη Μάχη το 1941
Ιάπωνες στρατιώτες βαδίζουν το Σεπτέμβριο του 1942 κατά μήκος του Γκουανταλκανάλ, κατά την ομώνυμη Εκστρατεία
Το ιαπωνικό θωρηκτό Γιαμάτο δεχόμενο επίθεση από αμερικανικά αεροσκάφη κατά τη Ναυμαχία του Κόλπου του Λέιτε

Δικαιολόγηση του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιαπωνική κυβέρνηση δικαιολόγησε τις ενέργειές της υποστηρίζοντας ότι επιδίωκε να ενώσει την Ανατολική Ασία κάτω από την ηγεσία της Ιαπωνίας σε μια Μείζονα Σφαίρα Συνευημερίας της Ανατολικής Ασίας, που θα ελευθέρωνε τους Ανατολικοασιάτες από την κυριαρχία και τη διοίκηση των πελατών των Δυτικών δυνάμεων και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών.[107] Η Ιαπωνία επικαλείτο θέματα Πανασιανισμού και έλεγε ότι οι Ασιατικοί λαοί έπρεπε να είναι ελεύθεροι από τη Δυτική επιρροή.[108]

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιτάχθηκαν στον Ιαπωνικό πόλεμο στην Κίνα και αναγνώρισαν την Εθνικιστική Κυβέρνηση του Τσιανγκ Κάι Σεκ ως νόμιμη κυβέρνηση της Κίνας. Στη συνέχεια οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωξαν να σταματήσουν την πολεμική προσπάθεια της Ιαπωνίας με την επιβολή απαγόρευσης σε όλο το εμπόριο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας. Η Ιαπωνία εξαρτιόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες για το 80 τοις εκατό του πετρελαίου της και ως εκ τούτου η απαγόρευση οδήγησε σε οικονομική και στρατιωτική κρίση την Ιαπωνία, καθώς δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τις πολεμικές της προσπάθειες ενάντια στην Κίνα χωρίς πρόσβαση στο πετρέλαιο.[109]

Για να διατηρήσει τη στρατιωτική της εκστρατεία στην Κίνα με τη μεγάλη απώλεια του πετρελαϊκού εμπορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία είδε ως καλύτερο μέσο για να εξασφαλίσει μια εναλλακτική πηγή πετρελαίου την πλούσια σε πετρέλαιο και φυσικούς πόρους[110] Αυτή η απειλή ανταπόδοσης από την Ιαπωνία στην πλήρη απαγόρευση του εμπορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν γνωστή στην αμερικανική κυβέρνηση, περιλαμβανομένου του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Κόρντελ Χολ, που διαπραγματευόταν με τους Ιάπωνες την αποφυγή πολέμου, φοβούμενος ότι καθολική απαγόρευση θα προκαλούσε Ιαπωνική επίθεση στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες[111]

Η Ιαπωνία αναγνώριζε ως την κύρια απειλή για τα σχέδιά της να εισβάλει και να καταλάβει τη Νοτιοανατολική Ασία τον Αμερικανικό Στόλο του Ειρηνικού που είχε τη βάση του στο Περλ Χάρμπορ.[112] Έτσι η Ιαπωνία ξεκίνησε την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου 1941 ως μέσο για να εμποδίσει μια αμερικανική απάντηση στην εισβολή στη Νοτιοανατολική Ασία και να αγοράσει χρόνο που θα της επέτρεπε να εδραιωθεί με τους πόρους της για να διεξάγει έναν πλήρη πόλεμο εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και να τις αναγκάσει να αποδεχθούν την επέκτασή της[113]. Στις 7 Δεκεμβρίου 1941 η Ιαπωνία κήρυξε τον πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Βρετανική Αυτοκρατορία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας, συνταγματική μοναρχία υπό το Χιροχίτο, ήταν η κύρια δύναμη του Άξονα στην Ασία και τον Ειρηνικό. Υπό τον αυτοκράτορα υπήρχε ένα υπουργικό συμβούλιο και το Αυτοκρατορικό Γενικό Αρχηγείο, με δύο επιτελάρχες. Μέχρι το 1945 ο Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας δεν ήταν μόνο συμβολικός ηγέτης και έπαιζε σημαντικό ρόλο στην εκπόνηση της στρατηγικής για να παραμένει στο θρόνο.[114]

Στο αποκορύφωμά της η Μείζονα Σφαίρα Συνευημερίας της Ανατολικής Ασίας της Ιαπωνίας περιλάμβανε τη Μαντζουρία, την Εσωτερική Μογγολία, μεγάλα τμήματα της Κίνας, τη Μαλαισία, τη Γαλλική Ινδοκίνα, τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, τις Φιλιππίνες, τη Βιρμανία, μικρό τμήμα της Ινδίας και μερικά νησιά στον κεντρικό Ειρηνικό.

Λόγω των εσωτερικών διενέξεων και της οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1920 τα στρατιωτικά στοιχεία έθεσαν την Ιαπωνία σε μια πορεία επέκτασης. Δεδομένου ότι τα νησιά της δεν διέθεταν φυσικούς πόρους που απαιτούντο για την ανάπτυξη, η Ιαπωνία σχεδίαζε να δημιουργήσει μια ηγεμονία στην Ασία και να καταστεί αυτάρκης αποκτώντας εδάφη με άφθονους φυσικούς πόρους. Η επεκτατική πολιτική της Ιαπωνίας την απομάκρυναν από άλλες χώρες της Κοινωνίας των Εθνών και από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 την έφεραν πιο κοντά στη Γερμανία και την Ιταλία, που ακολουθούσαν και οι δύο παρόμοιες επεκτατικές πολιτικές. Η συνεργασία μεταξύ Ιαπωνίας και Γερμανίας ξεκίνησε με το Σύμφωνο κατά της Κομιντέρν, με το οποίο οι δύο χώρες συμφώνησαν να συμμαχήσουν για να αντιμετωπίσουν τυχόν επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Ιαπωνία στράφηκε σε σύγκρουση με τους Κινέζους το 1937. Η ιαπωνική εισβολή και κατοχή τμημάτων της Κίνας οδήγησε σε πολλές θηριωδίες εναντίον αμάχων, όπως η Σφαγή της Ναντσίνγκ και η Πολιτική των Τριών Ολων (όλοι να σκοτωθούν, όλα να καούν, όλα να λεηλατηθούν). Οι Ιάπωνες διεξήγαν επίσης μάχες και αψιμαχίες με Σοβιετικές-Μογγολικές δυνάμεις στο Μαντσουκούο το 1938 και το 1939. Η Ιαπωνία προσπάθησε να αποφύγει τον πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση υπογράφοντας σύμφωνο μη επίθεσης με αυτή το 1941.

Η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας (σκούρο κόκκινο) και οι ελεγχόμενες από Ιαπωνικά κράτη-μαριονέτες περιοχές κατά τη διάρκεια του πολέμου (ανοικτό κόκκινο). Η Ταϊλάνδη (πολύ σκούρο κόκκινο) συνεργαζόταν με την Ιαπωνία. Όλα ήταν μέλη της Μείζονας Σφαίρας Συνευημερίας της Ανατολικής Ασίας.

Οι στρατιωτικοί ηγέτες της Ιαπωνίας ήταν διχασμένοι για τις διπλωματικές σχέσεις με τη Γερμανία και την Ιταλία και τη στάση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός τάχθηκε υπέρ του πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά το Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό ήταν έντονα αντίθετο. Όταν ο Πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Στρατηγός Τότζο Χιντέκι αρνήθηκε την αμερικανική απαίτηση να αποσύρει η Ιαπωνία τις στρατιωτικές της δυνάμεις από την Κίνα, μια αντιπαράθεση έγινε πιο πιθανή. [115] Ο πόλεμος με τις Ηνωμένες Πολιτείες συζητείτο μέσα στην Ιαπωνική κυβέρνηση το 1940. [116] Ο Διοικητής του Στόλου Ναύαρχος Ισορόκου Γιαμαμότο ήταν σαφής στην αντίθεσή του, ειδικά μετά την υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου, λέγοντας στις 14 Οκτωβρίου 1940: «Ο πόλεμος κατά των Ηνωμένων Πολιτειών είναι σαν να πολεμάμε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά έχει αποφασιστεί. Ετσι θα πολεμήσω όσο καλύτερα μπορώ. θα πεθάνω πάνω στο Ναγκάτο [τη ναυαρχίδα του], ενώ το Τόκιο θα τριπλοκαεί και θα ισοπεδωθεί. Ο Κονόε [Πρωθυπουργός] και οι άλλοι θα γίνουν κομμάτια από τον εκδικητή λαό, δεν αμφιβάλλω για αυτό.[117] Τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 1940 ο Γιαμαμότο επικοινώνησε με τον Υπουργό Ναυτικών Oϊκάβα και δήλωσε: "Σε αντίθεση με τις ημέρες πριν το Τριμερές απαιτείται μεγάλη αποφασιστικότητα για να αποφύγουμε τον κίνδυνο να πάμε σε πόλεμο."[118]

Με τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις επικεντρωμένες στον πόλεμο στην Ευρώπη η Ιαπωνία προσπάθησε να καταλάβει τις αποικίες τους. Το 1940 η Ιαπωνία αντέδρασε στη Γερμανική Εισβολή στη Γαλλία καταλαμβάνοντας τη Γαλλική Ινδοκίνα. Το καθεστώς της Γαλλία του Βισύ, de facto σύμμαχος της Γερμανίας, το αποδέχτηκε. Οι Συμμαχικές δυνάμεις δεν απάντησαν με πόλεμο. Ωστόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν εμπάργκο κατά της Ιαπωνίας το 1941 λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στην Κίνα. Αυτό απέκοψε τον εφοδιασμό της Ιαπωνίας με σκραπ και πετρέλαιο που απαιτούντο για τη βιομηχανία και την πολεμική προσπάθεια.

Για να απομονώσει τις δυνάμεις των ΗΠΑ που στάθμευαν στις Φιλιππίνες και να μειώσει την ναυτική δύναμη των ΗΠΑ, το Αυτοκρατορικό Γενικό Αρχηγείο διέταξε επίθεση στη ναυτική βάση τους στο Περλ Χάρμπορ της Χαβάης στις 7 Δεκεμβρίου 1941. Επίσης εισέβαλαν στη Μαλαισία και το Χονγκ Κονγκ. Επιτυγχάνοντας αρχικά μια σειρά νίκες, το 1943 οι Ιαπωνικές δυνάμεις απωθήθηκαν προς τα νησιά τους. Ο Πόλεμος του Ειρηνικού διάρκεσε μέχρι τη ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945. Οι Σοβιετικοί κήρυξαν επισήμως τον πόλεμο τον Αύγουστο του 1945 και συγκρούστηκαν με τις Ιαπωνικές δυνάμεις στη Μαντζουρία και τη βορειοανατολική Κίνα.

Ιάπωνες αξιωματικοί που εκπαιδεύουν Ινδονήσιους νεοσύλλεκτους

Αποικίες και εξαρτήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ταϊβάν, τότε γνωστή ως Φορμόζα, ήταν ιαπωνική εξάρτηση από το 1895.

Η Κορέα ήταν Ιαπωνικό προτεκτοράτο και εξάρτηση που ιδρύθηκε επίσημα με τη Συνθήκη Ιαπωνίας-Κορέας του 1910.

Η Εντολή του Νοτίου Ειρηνικού ήταν εδάφη που χορηγήθηκαν στην Ιαπωνία το 1919 με τις ειρηνευτικές συμφωνίες του Α 'Παγκοσμίου Πολέμου, που όρισαν για την Ιαπωνία τα Γερμανικά Νησιά του Νότιου Ειρηνικού. Η Ιαπωνία έλαβε αυτά ως ανταμοιβή από τους Συμμάχους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίο η Ιαπωνία ήταν τότε σύμμαχός τους κατά της Γερμανίας.

Η Ιαπωνία κατέλαβε τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες κατά τη διάρκεια του πολέμου και σχεδίαζε να μετατρέψει αυτά τα εδάφη σε κράτος-εξάρτημα της Ινδονησίας και να επιδιώξει συμμαχία με τους Ινδονήσιους εθνικιστές, συμπεριλαμβανομένου του μελλοντικού Ινδονήσιου προέδρου Σουκάρνο, ωστόσο αυτές οι προσπάθειες δεν επέφεραν τη δημιουργία ενός Ινδονησιακού κράτους παρά μόνο μετά την παράδοση της Ιαπωνίας.[119]

Μεταγενέστεροι υπογράψαντες το Τριμερές Σύμφωνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τις 3 μεγάλες δυνάμεις του Άξονα, άλλες 4 χώρες και 2 καθεστώτα-μαριονέτες υπέγραψαν το Τριμερές Σύμφωνο ως κράτη μέλη του. Από τις 4 χώρες, η Ρουμανία, η Ουγγαρία και η Βουλγαρία συμμετείχαν σε διάφορες στρατιωτικές επιχειρήσεις του Άξονα με τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις τους, ενώ της 4ης, της Γιουγκοσλαβίας, η φιλοναζιστική κυβέρνηση ανετράπη με πραξικόπημα δύο μόλις ημέρες μετά την υπογραφή του Συμφώνου και η χώρα άλλαξε στρατόπεδο.

Τα 2 καθεστώτα-μαριονέτες που υπέγραψαν το Τριμερές Σύμφωνο, η υπό τον Τίσο Σλοβακία και το Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας, κατατάσσονται μεταξύ των εξαρτημένων κρατών παρακάτω.

Η δύναμη των δύο συνασπισμών κατά την εξέλιξη του πολέμου.
   Δυνάμεις του Άξονα

Βουλγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βούλγαροι στρατιώτες στη Μακεδονία του Βαρδάρη κατά την εκστρατεία των Βαλκανίων

Το Βασίλειο της Βουλγαρίας κυβερνούσε ο Τσάρος Μπορίς Γ΄ όταν υπέγραψε το Τριμερές Σύμφωνο την 1η Μαρτίου 1941. Η Βουλγαρία ήταν στην πλευρά των χαμένων του Β΄ Βαλκανικού και του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και επιζητούσε την επιστροφή των εδαφών που είχε χάσει μετά από αυτούς, ειδικά στη Μακεδονία και τη Θράκη (στο Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας, στο Βασίλειο της Ελλάδας και στην Τουρκία). Κατά τη δεκαετία του 1930, λόγω των παραδοσιακών δεξιών στοιχείων, η Βουλγαρία προσέγγισε τη Ναζιστική Γερμανία. Το 1940 η Γερμανία πίεσε τη Ρουμανία να υπογράψει τη Συνθήκη της Κραϊόβα, επιστρέφοντας στη Βουλγαρία την περιοχή της Νότιας Δοβρουτσάς, που είχε χάσει το 1913. Οι Γερμανοί υποσχέθηκαν επίσης στη Βουλγαρία - αν εντασσόταν στον Άξονα - τη διεύρυνση της επικράτειάς της στα σύνορα που είχαν καθοριστεί με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.

Η Βουλγαρία συμμετείχε στην εισβολή του Άξονα στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα επιτρέποντας στα Γερμανικά στρατεύματα να επιτεθούν από το έδαφός της και έστειλε στρατεύματα στην Ελλάδα στις 20 Απριλίου. Ως ανταμοιβή οι δυνάμεις του Άξονα επέτρεψαν στη Βουλγαρία να καταλάβει τμήματα και των δύο χωρών - τη νότια και νοτιοανατολική Γιουγκοσλαβία (Μπανόβινα του Βαρδάρη) και τη βορειοανατολική Ελλάδα (τμήματα της Ελληνικής Μακεδονίας και της Ελληνικής Θράκης). Οι Βουλγαρικές δυνάμεις σε αυτές τις περιοχές πολέμησαν τα επόμενα χρόνια εναντίον διαφόρων εθνικιστικών ομάδων και αντιστασιακών κινημάτων. Παρά τη γερμανική πίεση η Βουλγαρία δεν συμμετείχε στην εισβολή του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση και ποτέ δεν κήρυξε ποτέ τον πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση. Το Βουλγαρικό Ναυτικό ωστόσο συμμετείχε σε σειρά αψιμαχιών με το Σοβιετικό Στόλο της Μαύρης Θάλασσας, που επετίθετο σε βουλγαρικά πλοία.

Μετά την Ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ το Δεκέμβριο του 1941 η Βουλγαρική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στους Δυτικούς Συμμάχους. Αυτή η δράση παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό συμβολική (τουλάχιστον από τη μεριά της Βουλγαρίας) μέχρι τον Αύγουστο του 1943, όταν η Βουλγαρική αεράμυνα και η αεροπορία επιτέθηκαν σε συμμαχικά βομβαρδιστικά, όταν επέστρεφαν (με βαριές απώλειες) από αποστολή πάνω από τα διυλιστήρια πετρελαίου της Ρουμανίας. Αυτό μετεστράφη σε καταστροφή για τους πολίτες της Σόφιας και άλλων μεγάλων βουλγαρικών πόλεων, οι οποίοι βομβαρδίστηκαν βαριά από τους Συμμάχους το χειμώνα του 1943-1944.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1944, καθώς ο Κόκκινος Στρατός πλησίαζε στα βουλγαρικά σύνορα, ήρθε στην εξουσία μια νέα Βουλγαρική κυβέρνηση, που ζήτησε ειρήνη με τους Συμμάχους, έδιωξε τα λίγα εναπομείναντα γερμανικά στρατεύματα και κήρυξε ουδετερότητα. Ωστόσο τα μέτρα αυτά δεν εμπόδισαν τη Σοβιετική Ένωση να κηρύξει τον πόλεμο στη Βουλγαρία στις 5 Σεπτεμβρίου και στις 8 Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισέβαλε στη χώρα χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Ακολούθησε το πραξικόπημα της 9ης Σεπτεμβρίου 1944, που έφερε στην εξουσία μια φιλοσοβιετική κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου. Μετά από αυτό ο Βουλγαρικός στρατός (ενταγμένος στην 3η Ουκρανική Στρατιά του Κόκκινου Στρατού) πολέμησε τους Γερμανούς στη Γιουγκοσλαβία και την Ουγγαρία, υφιστάμενος πολλές απώλειες. Παρόλα αυτά η Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού αντιμετώπισε τη Βουλγαρία ως μία από τις ηττημένες χώρες. Η Βουλγαρία μπόρεσε να διατηρήσει τη Νότια Δοβρουτσά, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί από όλες τις αξιώσεις στα εδάφη της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας.

Ουγγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ουγγρικό τανκ Toldi I που χρησιμοποιήθηκε κατά την εισβολή του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση το 1941

Η Ουγγαρία, που την κυβερνούσε ο Αντιβασιλέας Ναύαρχος Μίκλος Χόρτι, ήταν η πρώτη χώρα μετά τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία, που προσχώρησε στο Τριμερές Σύμφωνο, υπογράφοντας τη σχετική συμφωνία στις 20 Νοεμβρίου 1940.[120]

Η πολιτική αστάθεια μάστιζε τη χώρα μέχρι που ο Μίκλος Χόρτι, ένας Ουγγρικός ευγενής και αξιωματικός του Ναυτικού της Αυστροουγγαρίας, έγινε αντιβασιλιάς το 1920. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ούγγρων επιθυμούσε να ανακτήσει τα εδάφη που χάθηκαν με τη Συνθήκη του Τριανόν. Η χώρα προσέγγισε τη Γερμανία και την Ιταλία κυρίως λόγω της κοινής τους επιθυμίας να αναθεωρήσουν τους ειρηνευτικούς διακανονισμούς που έγιναν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλοί στην Ουγγαρία συμφωνούσαν με την αντισημιτική πολιτική του Ναζιστικού καθεστώτος. Λόγω της υποστηρικτικής της στάσης προς τη Γερμανία και τις νέες πρωτοβουλίες της στη διεθνή πολιτική η Ουγγαρία κέρδισε ευνοϊκές εδαφικές διευθετήσεις με την Πρώτη Συμφωνία της Βιέννης. Μετά τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας κατέλαβαν και προσάρτησαν την υπόλοιπη Ρουθηνία των Καρπαθίων και το 1940 τη Βόρεια Τρανσυλβανία από τη Ρουμανία με τη Δεύτερη Συμφωνία της Βιέννης. Οι Ούγγροι επέτρεψαν στα Γερμανικά στρατεύματα να διέλθουν από το έδαφός τους κατά την εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και οι Ουγγρικές δυνάμεις συμμετείχαν στην εισβολή. Τμήματα της Γιουγκοσλαβίας προσαρτήθηκαν στην Ουγγαρία και το Ηνωμένο Βασίλειο διέκοψε αμέσως τις διπλωματικές σχέσεις με τη χώρα.

Αν και η Ουγγαρία δεν συμμετείχε αρχικά στη Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, αυτό έγινε στις 27 Ιουνίου 1941. Πάνω από 500.000 στρατιώτες υπηρέτησαν στο Ανατολικό Μέτωπο. Τελικά και οι πέντε στρατιές της Ουγγαρίας συμμετείχαν στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, με σημαντική συνεισφορά κυρίως της Ουγγρικής Δεύτερης Στρατιάς.

Ούγγροι στρατιώτες στα Καρπάθια Όρη το 1944

Στις 25 Νοεμβρίου 1941 η Ουγγαρία ήταν μία από τις δεκατρείς χώρες που υπέγραψαν το ανανεωμένο Σύμφωνο κατά της Κομιντέρν. Τα Ουγγρικά στρατεύματα, όπως και τα ομολόγά τους του Άξονα, συμμετείχαν σε πολλές ενέργειες εναντίον των Σοβιετικών. Στο τέλος του 1943 οι Σοβιετικοί είχαν πια το πάνω χέρι και οι Γερμανοί υποχωρούσαν. Η Ουγγρική Δεύτερη Στρατιά εξολοθρεύτηκε πολεμώντας στο Μέτωπο του Βορόνεζ, στις όχθες του Ποταμού Ντον. Το 1944, με τα Σοβιετικά στρατεύματα να προελαύνουν προς την Ουγγαρία, ο Χόρτι προσπάθησε να επιτύχει ανακωχή με τους Συμμάχους. Ωστόσο, οι Γερμανοί αντικατέστησαν το υπάρχον καθεστώς με ένα νέο. Μετά από σκληρές μάχες η Βουδαπέστη καταλήφθηκε από τους Σοβιετικούς. Ένας αριθμός γερμανόφιλων Ούγγρων υποχώρησαν στην Ιταλία και τη Γερμανία, όπου πολέμησαν μέχρι το τέλος του πολέμου.

Μαχητικό αεροσκάφος MÁVAG Héja, προερχόμενο από το Reggiane Re.2000, ιταλικού σχεδιασμού

Οι σχέσεις μεταξύ της Γερμανίας και της αντιβασιλείας του Μίκλος Χόρτι κατέρρευσαν το 1944 όταν εκείνος προσπάθησε να διαπραγματευτεί μια ειρηνευτική συμφωνία με τους Σοβιετικούς και να αποσυρθεί από τον πόλεμο χωρίς τη γερμανική έγκριση. Ο Χόρτι αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν Γερμανοί κομάντος, υπό το Συνταγματάρχη Ότο Σκορτσένυ, συνέλαβαν όμηρο το γιο του στο πλαίσιο της Επιχείρησης Πάντσερφαουστ.

Η Ουγγαρία αναδιοργανώθηκε ύστερα από την παραίτηση του Χόρτι το Δεκέμβριο του 1944 σε ένα ολοκληρωτικό φασιστικό καθεστώς με το όνομα Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υπό το Φέρεντς Σάλασι. Αυτός ήταν Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας από τον Οκτώβριο του 1944 και ηγέτης του αντισημιτικού φασιστικού Κόμματος του Σιδηρού Βέλους. Η κυβέρνησή του ήταν ένα καθεστώς-μαριονέτα με ελάχιστη εξουσία και η χώρα ήταν υπό γερμανικό έλεγχο. Λίγες μέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Σάλασι, η πρωτεύουσα Βουδαπέστη περικυκλώθηκε από το Σοβιετικό Κόκκινο Στρατό. Οι Γερμανικές και Ουγγρικές φασιστικές δυνάμεις προσπάθησαν να σταματήσουν τη σοβιετική προέλαση, αλλά απέτυχαν. Το Μάρτιο του 1945 ο Σάλασι κατέφυγε στη Γερμανία ως ηγέτης μιας εξόριστης κυβέρνησης, μέχρι την παράδοση της Γερμανίας το Μάιο του 1945.

Ρουμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιόν Αντονέσκου και ο Αδόλφος Χίτλερ στο Führerbau (Κτίριο του Φύρερ) στο Μόναχο (Ιούνιος 1941)
Ρουμάνοι στρατιώτες στα περίχωρα του Στάλινγκραντ κατά τη διάρκεια της ομώνυμης μάχης το 1942
Σχηματισμός ρουμανικών μαχητικών αεροσκαφών IAR80

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη το 1939 το Βασίλειο της Ρουμανίας ήταν αγγλόφιλο και σύμμαχος με την Πολωνία. Μετά την εισβολή στην Πολωνία της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης και την κατάληψη της Γαλλίας και των Κάτω Χωρών η Ρουμανία βρέθηκε απομονωμένη. Εν τω μεταξύ τα γερμανόφιλα και φιλοφασιστικά στοιχεία άρχισαν να αυξάνονται.

Το Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ του Αυγούστου του 1939 μεταξύ της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης περιείχε ένα μυστικό πρωτόκολλο που μεταβίβαζε τη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Μπουκοβίνα στη Σοβιετική Ένωση.[121] Στις 28 Ιουνίου 1940 η Σοβιετική Ένωση κατέλαβε και προσάρτησε τη Βεσσαραβία, καθώς και τμήμα της βόρειας Ρουμανίας και της περιοχής Χέρτζα.[122] Στις 30 Αυγούστου 1940, σύμφωνα με τη Γερμανοϊταλική διαιτησία της Δεύτερης Συμφωνίας της Βιέννης, η Ρουμανία έπρεπε να παραχωρήσει τη Βόρεια Τρανσυλβανία στην Ουγγαρία. Η Νότια Δοβρουτσά παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία το Σεπτέμβριο του 1940. Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τα φασιστικά στοιχεία μέσα στη χώρα και να αποκτήσει τη γερμανική προστασία, ο Βασιλιάς Κάρολος Β΄ διόρισε Πρωθυπουργό τον Ιόν Αντονέσκου στις 6 Σεπτεμβρίου 1940.

Δύο μέρες αργότερα ο Αντονέσκου υποχρέωσε το βασιλιά να παραιτηθεί, εγκατέστησε στο θρόνο το νεαρό γιο του Κάρολου Μιχαήλ, και στη συνέχεια ανακήρυξε τον εαυτό του Conducător ("Ηγέτη") με δικτατορικές εξουσίες. Στις 14 Σεπτεμβρίου ανακηρύχτηκε το Κράτος της Εθνικής Λεγεώνας, με τη Σιδηρά Φρουρά να κυβερνά μαζί με τον Αντονέσκου ως το μοναδικό νόμιμο πολιτικό κίνημα στη Ρουμανία. Υπό το Βασιλιά Μιχαήλ Α΄ και τη στρατιωτική κυβέρνηση του Αντονέσκο, η Ρουμανία υπέγραψε το Τριμερές Σύμφωνο στις 23 Νοεμβρίου 1940. Τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στη χώρα στις 10 Οκτωβρίου 1941, τυπικά για να εκπαιδεύσουν το Ρουμανικό Στρατό. Η οδηγία του Χίτλερ στα στρατεύματα στις 10 Οκτωβρίου ανέφερε ότι «είναι απαραίτητο να αποφευχθεί ακόμη και η ελάχιστη εικόνα στρατιωτικής κατοχής της Ρουμανίας».[123] Η είσοδος των Γερμανικών στρατευμάτων στη Ρουμανία έκανε τον Ιταλό δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι να εξαπολύσει εισβολή στην Ελλάδα, ξεκινώντας τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο.[124] εξασφάλισε την έγκριση του Χίτλερ τον Ιανουάριο του 1941, ο Αντονέσκου απομάκρυνε τη Σιδηρά Φρουρά από την εξουσία.

Στη συνέχεια η Ρουμανία χρησιμοποιήθηκε ως βάση για εισβολές στη Γιουγκοσλαβία και στη Σοβιετική Ένωση. Παρά το γεγονός ότι δεν συμμετείχε στρατιωτικά στην εισβολή στη Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία ζήτησε τα Ουγγρικά στρατεύματα να μην επιχειρήσουν στο Βανάτο. Ετσι ο Πάουλους τροποποίησε τα ουγγρικά σχέδια και κράτησε τα στρατεύματά τους δυτικά του Τίσα.[125]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ηλίας Θερμός Η γερμανική ηγεμονία: Ψευδαισθήσεις και πραγματικότητα
  2. Cornelia Schmitz-Berning (2007). Vokabular des Nationalsozialismus. Berlin: De Gruyter, σελ. 745. ISBN 978-3-11-019549-1. 
  3. Martin-Dietrich Glessgen and Günter Holtus, eds., Genesi e dimensioni di un vocabolario etimologico, Lessico Etimologico Italiano: Etymologie und Wortgeschichte des Italienischen (Ludwig Reichert, 1992), p. 63.
  4. D. C. Watt, "The Rome–Berlin Axis, 1936–1940: Myth and Reality", The Review of Politics, 22: 4 (1960), pp. 530–31.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 MacGregor Knox. Common Destiny: Dictatorship, Foreign Policy, and War in Fascist Italy and Nazi Germany. Cambridge University Press, 2000. Pp. 124.
  6. 6,0 6,1 6,2 Christian Leitz. Nazi Foreign Policy, 1933–1941: The Road to Global War. p10.
  7. MacGregor Knox. Common Destiny: Dictatorship, Foreign Policy, and War in Fascist Italy and Nazi Germany. Cambridge University Press, 2000. Pp. 125.
  8. John Gooch. Mussolini and His Generals: The Armed Forces and Fascist Foreign Policy, 1922–1940. Cambridge University Press, 2007. P11.
  9. Gerhard Schreiber, Bern Stegemann, Detlef Vogel. Germany and the Second World War. Oxford University Press, 1995. Pp. 113.
  10. Gerhard Schreiber, Bern Stegemann, Detlef Vogel. Germany and the Second World War. Oxford University Press, 1995. P. 113.
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 H. James Burgwyn. Italian foreign policy in the interwar period, 1918–1940. Wesport, Connecticut, USA: Greenwood Publishing Group, 1997. P. 68.
  12. Iván T. Berend, Tibor Iván Berend. Decades of Crisis: Central and Eastern Europe Before World War 2. First paperback edition. Berkeley and Los Angeles, California, USA: University of California Press, 2001. P. 310.
  13. Christian Leitz. Nazi Foreign Policy, 1933–1941: The Road to Global War. Pp. 10.
  14. H. James Burgwyn. Italian foreign policy in the interwar period, 1918–1940. Wesport, Connecticut, USA: Greenwood Publishing Group, 1997. P. 75.
  15. H. James Burgwyn. Italian foreign policy in the interwar period, 1918–1940. Wesport, Connecticut, USA: Greenwood Publishing Group, 1997. P. 81.
  16. H. James Burgwyn. Italian foreign policy in the interwar period, 1918–1940. Wesport, Connecticut, USA: Greenwood Publishing Group, 1997. P. 82.
  17. H. James Burgwyn. Italian foreign policy in the interwar period, 1918–1940. Wesport, Connecticut, USA: Greenwood Publishing Group, 1997. P. 76.
  18. Peter Neville. Mussolini. London, England: Routledge, 2004. P. 123.
  19. Knickerbocker, H.R. (1941). Is Tomorrow Hitler's? 200 Questions On the Battle of Mankind. Reynal & Hitchcock, σελ. 7–8. ISBN 9781417992775. https://books.google.com/books?id=RwGwpIBHhgcC&lpg=PR2&pg=PA7#v=onepage&f=false. 
  20. Peter Neville. Mussolini. London, England: Routledge, 2004. Pp. 123.
  21. Peter Neville. Mussolini. London, England: Routledge, 2004. Pp. 123–125.
  22. Gordon Martel. Origins of Second World War Reconsidered: A. J. P. Taylor and Historians. Digital Printing edition. Routledge, 2003. Pp. 179.
  23. Gordon Martel. Austrian Foreign Policy in Historical Context. New Brunswick, New Jersey, USA: Transaction Publishers, 2006. Pp. 179.
  24. Peter Neville. Mussolini. London, England: Routledge, 2004. Pp. 125.
  25. http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL106/282/2019,6882/
  26. 26,0 26,1 Adriana Boscaro, Franco Gatti, Massimo Raveri, (eds). Rethinking Japan. 1. Literature, visual arts & linguistics. pp. 32–39
  27. Adriana Boscaro, Franco Gatti, Massimo Raveri, (eds). Rethinking Japan. 1. Literature, visual arts & linguistics. P. 33.
  28. Adriana Boscaro, Franco Gatti, Massimo Raveri, (eds). Rethinking Japan. 1. Literature, visual arts & linguistics. P. 38.
  29. Adriana Boscaro, Franco Gatti, Massimo Raveri, (eds). Rethinking Japan. 1. Literature, visual arts & linguistics. Pp. 39–40.
  30. Shelley Baranowski. Axis Imperialism in the Second World War. Oxford University Press, 2014.
  31. 31,0 31,1 Harrison 2000, σελ. 3.
  32. Harrison 2000, σελ. 4.
  33. Harrison 2000, σελ. 10.
  34. Harrison 2000, σελ. 10, 25.
  35. 35,0 35,1 35,2 35,3 35,4 35,5 Harrison 2000, σελ. 20.
  36. Harrison 2000, σελ. 19.
  37. Dr Richard L Rubenstein, John King Roth. Approaches to Auschwitz: The Holocaust And Its Legacy. Louisville, Kentucky, USA: Westminster John Knox Press, 2003. P. 212.
  38. Hitler's Germany: Origins, Interpretations, Legacies. London, England: Routledge, 1939. P. 134.
  39. Stephen J. Lee. Europe, 1890–1945. P. 237.
  40. 40,0 40,1 40,2 Peter D. Stachura. The Shaping of the Nazi State. P. 31.
  41. 41,0 41,1 John Stoessinger. Why Nations Go to War. Cengage Learning, 2010. P38.
  42. Richard Weikart. Hitler's Ethic: The Nazi Pursuit of Evolutionary Progress. Palgrave Macmillan, 2009. P167.
  43. Richard Weikart. Hitler's Ethic: The Nazi Pursuit of Evolutionary Progress. Palgrave Macmillan, 2009. P168.
  44. Stutthof. Zeszyty Muzeum, 3. PL ISSN 0137-5377. Mirosław Gliński Geneza obozu koncentracyjnego Stutthof na tle hitlerowskich przygotowan w Gdansku do wojny z Polska
  45. 45,0 45,1 Jan Karski. The Great Powers and Poland: From Versailles to Yalta. Rowman & Littlefield, 2014. P197.
  46. Maria Wardzyńska, "Był rok 1939. Operacja niemieckiej policji bezpieczeństwa w Polsce Intelligenzaktion Instytut Pamięci Narodowej, IPN 2009
  47. Oscar Pinkus. The War Aims and Strategies of Adolf Hitler. McFarland, 2005. P44.
  48. «Avalon Project - The French Yellow Book». avalon.law.yale.edu. 
  49. Eastern Europe, Russia and Central Asia 2004, Volume 4. London, England: Europa Publications, 2003. Pp. 138–139.
  50. 50,0 50,1 William Young. German Diplomatic Relations 1871–1945: The Wilhelmstrasse and the Formulation of Foreign Policy. iUniverse, 2006. P. 271.
  51. John Lukacs. The Last European War: September 1939 - December 1941. Yale University Press, 2001. pp. 126–127.
  52. 52,0 52,1 André Mineau. Operation Barbarossa: Ideology and Ethics Against Human Dignity. Rodopi, 2004. P. 36
  53. Rolf Dieter Müller, Gerd R. Ueberschär. Hitler's War in the East, 1941–1945: A Critical Assessment. Berghahn Books, 2009. P. 89.
  54. Bradl Lightbody. The Second World War: Ambitions to Nemesis. London, England; New York, New York, USA: Routledge, 2004. P. 97.
  55. Geoffrey A. Hosking. Rulers And Victims: The Russians in the Soviet Union. Harvard University Press, 2006 P. 213.
  56. Catherine Andreyev. Vlasov and the Russian Liberation Movement: Soviet Reality and Emigré Theories. First paperback edition. Cambridge, England: Cambridge University Press, 1989. Pp. 53, 61.
  57. Robyn Lim. The Geopolitics of East Asia. Routledge, 2003. Pp. 73.
  58. 58,0 58,1 David R. Stone. A Military History of Russia: From Ivan the Terrible to the War in Chechnya. P195.
  59. 59,0 59,1 Randall Bennett Woods. A Changing of the Guard: Anglo-American Relations, 1941–1946. University of North Carolina Press, 1990. P. 200.
  60. Command Magagzine. Hitler's Army: The Evolution and Structure of German Forces 1933–1945. P. 175.
  61. 61,0 61,1 61,2 61,3 61,4 61,5 Command Magagzine. Hitler's Army: The Evolution and Structure of German Forces 1933–1945. Da Capo Press, 1996. P. 175.
  62. Michael C. Thomsett. The German Opposition to Hitler: The Resistance, The Underground, And Assassination Plots, 1938–1945. McFarland, 2007. P. 40.
  63. 63,0 63,1 Michael C. Thomsett. The German Opposition to Hitler: The Resistance, The Underground, And Assassination Plots, 1938–1945. McFarland, 2007. P. 41.
  64. John Whittam. Fascist Italy. Manchester, England; New York, New York, USA: Manchester University Press. P. 165.
  65. Michael Brecher, Jonathan Wilkenfeld. Study of Crisis. University of Michigan Press, 1997. P. 109.
  66. *Rodogno, Davide (2006). Fascism's European Empire: Italian Occupation During the Second World War. Cambridge, UK: Cambridge University Press, σελ. 46–48. ISBN 978-0-521-84515-1. 
  67. 67,0 67,1 67,2 H. James Burgwyn. Italian Foreign Policy in the Interwar Period, 1918-1940. Westport, Connecticut, USA: Praeger Publishers, 1997. p182-183.
  68. "French Army breaks a one-day strike and stands on guard against a land-hungry Italy", LIFE, 19 Dec 1938. pp. 23.
  69. H. James Burgwyn. Italian Foreign Policy in the Interwar Period, 1918-1940. Westport, Connecticut, USA: Praeger Publishers, 1997. p185.
  70. 70,0 70,1 John Lukacs. The Last European War: September 1939-December 1941. P. 116.
  71. 71,0 71,1 Jozo Tomasevich. War and Revolution in Yugoslavia, 1941–1945: Occupation and Collaboration. P. 30–31.
  72. Lowe & Marzari 2002, σελ. 289.
  73. 73,0 73,1 McKercher & Legault 2001, σελ. 40–41.
  74. 74,0 74,1 McKercher & Legault 2001, σελ. 41.
  75. Samuel W. Mitcham, Jr.. Rommel's Desert War: The Life and Death of the Afrika Korps. Stackpole Books, 2007. P16.
  76. McKercher & Legault 2001, σελίδες 38–40.
  77. 77,0 77,1 77,2 McKercher & Legault 2001, σελ. 40.
  78. 78,0 78,1 Neville Wylie. European Neutrals and Non-Belligerents during the Second World War. Cambridge, England: Cambridge University Press, 2002. Pp. 143.
  79. Neville Wylie. European Neutrals and Non-Belligerents during the Second World War. Cambridge, England: Cambridge University Press, 2002. Pp. 142=143.
  80. Robert Mallett, Gert Sorensen. International Fascism, 1919-45. Routledge, 2002, 2011. P48.
  81. Stephen L. W. Kavanaugh. Hitler's Malta Option: A Comparison of the Invasion of Crete (Operation Merkur) and the Proposed Invasion of Malta (Nimble Books LLC, 2010). p20.
  82. Kavanaugh, Hitler's Malta Option p 21-22.
  83. Robert Mallett, Gert Sorensen. International Fascism, 1919-45. Routledge, 2002, 2011. P49.
  84. Aristotle A. Kallis. Fascist Ideology: Territory and Expansionism in Italy and Germany, 1922–1945 p. 175.
  85. Deist, Wilhelm; Klaus A. Maier et al. (1990). Germany and the Second World War. Oxford University Press. p. 78.
  86. Mussolini Unleashed, 1939–1941: Politics and Strategy in Fascist Italy's Last War. Pp. 284–285.
  87. Patricia Knight. Mussolini and Fascism. Pp. 103.
  88. Patricia Knight. Mussolini and Fascism. Routledge, 2003. P. 103.
  89. Davide Rodogno. Fascism's European Empire: Italian Occupation during the Second World War. Cambridge, England: Cambridge University Press, 2006. P. 30.
  90. Mussolini Unleashed, 1939–1941: Politics and Strategy in Fascist Italy's Last War. Pp. 284–285.
  91. Patrick Allitt. Catholic Converts: British and American Intellectuals Turn to Rome. Ithaca, New York, USA: Cornell University, 1997. P. 228.
  92. John Lukacs. The Last European War: September 1939-December 1941. Yale University Press, 2001. P. 364.
  93. Davide Rodogno. Fascism's European empire: Italian occupation during the Second World War. Cambridge, England: Cambridge University Press, 2006. Pp. 80–81.
  94. Davide Rodogno. Fascism's European Empire: Italian Occupation during the Second World War. Cambridge, England: Cambridge University Press, 2006. P. 31.
  95. Mussolini Warlord: Failed Dreams of Empire, 1940-1943.
  96. Peter Neville. Mussolini. Pp. 171.
  97. Denis Mack Smith. Italy and Its Monarchy. P295
  98. Denis Mack Smith. Italy and Its Monarchy. P296
  99. Peter Neville. Mussolini. P. 172.
  100. Denis Mack Smith. Italy and Its Monarchy. P296
  101. Shirer 1960, p. 113
  102. Albania: A Country Study: Italian Occupation, Library of Congress. Last accessed 14 Februari 2015.
  103. Albania: A Country Study: Italian Occupation, Library of Congress. Last accessed 14 Februari 2015.
  104. "Albania - Italian Penetration". countrystudies.us.
  105. Albania: A Country Study: Italian Occupation, Library of Congress. Last accessed 14 Februari 2015.
  106. Timeline Data; World at War online; retrieved 14 February 2015
  107. Barak Kushner. The Thought War: Japanese Imperial Propaganda. University of Hawaii Press, P. 119.
  108. Hilary Conroy, Harry Wray. Pearl Harbor Reexamined: Prologue to the Pacific War. University of Hawaii Press, 1990. p. 21.
  109. Euan Graham. Japan's sea lane security, 1940–2004: a matter of life and death? Oxon, England; New York, New York, USA: Routledge, 2006. Pp. 77.
  110. Νοτιοανατολική Ασία.Daniel Marston. The Pacific War: From Pearl Harbor to Hiroshima. Osprey Publishing, 2011.
  111. Hilary Conroy, Harry Wray. Pearl Harbor Reexamined: Prologue to the Pacific War. University of Hawaii Press, 1990. P. 60.
  112. Νοτιοανατολική Ασία.Daniel Marston. The Pacific War: From Pearl Harbor to Hiroshima. Osprey Publishing, 2011.
  113. Νοτιοανατολική Ασία.Daniel Marston. The Pacific War: From Pearl Harbor to Hiroshima. Osprey Publishing, 2011.
  114. Herbert P. Bix, Hirohito and the Making of Modern Japan (2001) ch 13
  115. Dull 2007, p. 5.
  116. Asada 2006, pp. 275–276.
  117. Asada 2006, pp. 275–276.
  118. Asada 2006, pp. 275–276.
  119. Li Narangoa, R. B. Cribb. Imperial Japan and National Identities in Asia, 1895-1945. Psychology Press, 2003. P15-16.
  120. Seamus Dunn, T.G. Fraser. Europe and Ethnicity: The First World War and Contemporary Ethnic Conflict. Routledge, 1996. P97.
  121. Molotov–Ribbentrop Pact 1939
  122. Senn 2007, p
  123. Dinu C. Giurescu, Romania in the Second World War (1939–1945), p.
  124. Craig Stockings, Eleanor Hancock, Swastika over the Acropolis: Re-interpreting the Nazi Invasion of Greece in World War II, p.
  125. Carlile Aylmer Macartney, October Fifteenth: A History of Modern Hungary, 1929–1945, Volume 1, p. 481

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica τομ.10ος, σελ.107.
  • "Ιστορία του 20ού αιώνος" Εκδ. Πάρνελ - Χρυσός Τύπος Αθήναι 1975, τομ. 4ος, σελ. 1611.
  • "Ιστορία εικονογραφημένη" Εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, τεύχος 310, (Απρίλιος 1994), σελ. 12.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]