Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός
大日本帝國陸軍
War flag of the Imperial Japanese Army.svg
Το έμβλημα του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού
Ενεργό 1868–1945
Χώρα Ιαπωνία Ιαπωνία
Πίστη Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας
Τύπος Στρατός ξηράς
Ρόλος Χερσαία στρατιωτική δύναμη
Δύναμη 6.095.000 στο αποκορύφωμα
Συμπλοκές
Διοίκηση
Αξιοσημείωτοι
διοικητές

Ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός (ιαπωνικά: 大日本帝國陸軍, Dai-Nippon Teikoku Rikugun, «Στρατός της Ευρύτερης Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας») ήταν ο επίσημος χερσαίος κλάδος των ενόπλων δυνάμεων της Αυτοκρατορίας της Ιαπωνίας από το 1868 έως το 1945. Ελεγχόταν από το Γενικό Επιτελείο του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού και το Υπουργείο Πολέμου, τα οποία αμφότερα ήταν υφιστάμενα στον Αυτοκράτορα της Ιαπωνίας ως ανώτατο διοικητή του στρατού και του ναυτικού. Αργότερα η Γενική Επιθεώρηση Αεροπορίας έγινε η τρίτη διεύθυνση επίβλεψης του στρατού. Κατά την διάρκεια πολέμων ή έκτακτης ανάγκης, οι κατ' όνομα διοικητικές λειτουργίες του αυτοκράτορα συγκεντρωνόταν στο Αυτοκρατορικό Γενικό Αρχηγείο, ένα ad-hoc σώμα που αποτελούνταν από τον επικεφαλής και τον αναπληρωτή του στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, τον Υπουργό Πολέμου, και τον επικεφαλής μαζί με τον αναπληρωτή του στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, τον Γενικό Επιθεωρητή Αεροπορίας και τον Γενικό Επιθεωρητή Στρατιωτικής Κατάρτισης.

Καταβολές (1868-1871)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Ιαπωνία δεν είχε ενιαίο εθνικό στρατό και η χώρα αποτελούταν από φεουδαρχικές περιοχές (han) με το σογκουνάτο Τοκουγκάβα (bakufu) να έχει τον πλήρη έλεγχο, κυβερνώντας την Ιαπωνία από το 1603. Ο στρατός του bakufu, αν και αποτελούσε μεγάλη δύναμη, ήταν μόνο ένας μεταξύ των άλλων, και οι προσπάθειες του bakufu για τον έλεγχο του έθνους εξαρτώταν από τη συνεργασία των στρατιωτών των υποτελών πληθυσμών.[1] Το άνοιγμα της χώρας μετά από δύο αιώνες απομόνωσης οδήγησε στη συνέχεια στην αποκατάσταση Μεϊτζί και τον πόλεμο Μπόσιν το 1868. Οι περιοχές Σατσούμα και Τσοσού κυριάρχησαν στο συνασπισμό κατά του σογκουνάτο.

Πόλεμος Μπόσιν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαία του στρατού της Σατσούμα (αριστερά) και της Τσόσου (δεξιά)

Το εκκολαπτόμενο κράτος του Μεϊτζί απαιτούσε μια νέα στρατιωτική διοίκηση για τις επιχειρήσεις του εναντίον του σογκουνάτο κατά τη διάρκεια του πολέμου Μπόσιν. Αν και το 1868 ο «αυτοκρατορικός στρατός» ήταν απλώς ένα χαλαρό αμάλγαμα των στρατών των φεουδαρχικών περιοχών, η κυβέρνηση δημιούργησε τέσσερα στρατιωτικά τμήματα: το Τοκάιντο, το Τοσάντο, το Σαν'ιντό και το Χοκουρικοντό, το καθένα από τα οποία έλαβε το όνομα του από μια κύρια οδό.[2] Η επίβλεψη αυτών των τεσσάρων στρατών αποτελούσε τμήμα μιας νέας ανώτατης διοίκησης, της Ανώτατης Ανατολικής Εκστρατευτικής Διοίκησης (Tōsei daisō tokufu). Ο κατ' όνομα επικεφαλής της ανώτερης διοίκησης ήταν ο πρίγκιπας Αρισουγκάβα-νο-μίγια και οι δύο ανώτεροι αξιωματικοί ήταν αυλικοί ευγενείς.[2] Αυτός συνέδεε το κυρίως τμήμα των δυνάμεων των τμημάτων με την αυτοκρατορική αυλή, η οποία ήταν ο μοναδικός εθνικός θεσμός στο ακόμη μη μορφοποιημένο έθνος-κράτος.[2] Ο στρατός υπογράμμιζε συνεχώς τη διασύνδεσή του με την αυτοκρατορική αυλή, αρχικά για να νομιμοποιήσει τον σκοπό του. Αφετέρου, να σηματοδοτήσει τους εχθρούς της αυτοκρατορικής κυβέρνησης ως εχθρούς της αυλής και των προδοτών και τέλος να κερδίσει τη λαϊκή υποστήριξη.[3]

Η συμπλοκή στο Τόμπα-Φουσίμι ανάμεσα στις δυνάμεις του αυτοκράτορα και του σογκουνάτο σηματοδότησε την έναρξη της σύγκρουσης. Αρχικά οι μονάδες του νέου στρατού πολέμησαν υπό αυτοσχέδιες διατάξεις με ασαφείς διαύλους χειρισμού και ελέγχου και χωρίς αξιόπιστη βάση στρατολόγησης.[3] Αν και μαχόταν υπέρ του αυτοκρατορικού σκοπού, πολλές από τις μονάδες ήταν πιστές στις φεουδαρχικές περιοχές τους και όχι στην αυτοκρατορική αυλή. Το Μάρτιο του 1869, η αυτοκρατορική κυβέρνηση δημιούργησε διάφορα διοικητικά γραφεία, συμπεριλαμβανομένου ενός στρατιωτικού κλάδου, και τον επόμενο μήνα οργάνωσε ένα αυτοκρατορικό σώμα σωματοφυλάκων 400 έως 500 ατόμων το οποίο απαρτιζόταν από στρατεύματα των περιοχών Σατσούμα και Τσόσου ενισχυμένο από βετεράνους της εμπλοκής στο Τόμπα-Φουσίμι, μικροκτηματίες και σαμουράι από διάφορες περιοχές.[3] Η αυτοκρατορική αυλή γνωστοποίησε επίσης στις περιοχές τον περιορισμό του μεγέθους των τοπικών στρατών τους, για την κάλυψη των δαπανών της εθνικής κατάρτισης των αξιωματικών στο Κιότο.[3] Ωστόσο, μέσα σε λίγους μήνες η κυβέρνηση διέλυσε τόσο τον στρατιωτικό κλάδο όσο και τους αυτοκρατορικούς σωματοφύλακες, μιας και ο πρώτος ήταν αναποτελεσματικός, ενώ ο δεύτεροι δεν διέθεταν σύγχρονα όπλα και εξοπλισμό. Για την αντικατάστασή τους δημιουργήθηκαν δύο νέες οργανώσεις: η Διεύθυνση Στρατιωτικών Υποθέσεων, η οποία απαρτιζόταν από δύο γραφεία, το ένα για το στρατό και το άλλο για το ναυτικό, ενώ η επιθεώρηση συνέταξε επίσης στράτευμα με στρατιώτες από κάθε περιοχή ανάλογα με την αντίστοιχη ετήσια ποσότητα παραγωγής ρυζιού (koku). Αυτός ο στρατός νεοσυλλέκτων (chōheigun) ενσωμάτωσε στις τάξεις του σαμουράι και κοινούς πολίτες από διάφορες περιοχέ.[3] Καθώς συνεχίστηκε ο πόλεμος, η Διεύθυνση στρατιωτικών υποθέσεων αναμενόταν να συγκεντρώσει στρατεύματα από τις πλουσιότερες περιοχές και τον Ιούνιο διοργανώθηκε ο οργανισμός του στρατού, όπου κάθε περιοχή έπρεπε να στείλει δέκα άνδρες για κάθε 10.000 koku ρυζιού που παρήγαγε. Ωστόσο, η πολιτική έθεσε την αυτοκρατορική κυβέρνηση σε άμεσο ανταγωνισμό με τις περιοχές σχετικά με τις στρατολογήσεις, κάτι που δεν διορθώθηκε μέχρι τον Απρίλιο του 1868 όταν η κυβέρνηση απαγόρευσε στις φεουδαρχικές περιοχές να στρατολογήσουν προσωπικό. Κατά συνέπεια, το σύστημα ποσοστώσεων δεν λειτούργησε πλήρως όπως είχε προβλεφθεί και καταργήθηκε το επόμενο έτος.[3]

Για τρόφιμα, όπλα και προμήθειες για την εκστρατεία, η αυτοκρατορική κυβέρνηση καθιέρωσε σταθμούς υλικοτεχνικής εφεδρείας κατά μήκος των τριών μεγάλων εθνικών οδών. Αυτές οι μικρές αποθήκες συγκέντρωναν υλικό από φιλοκυβερνητικές περιοχές ή από κατασχέσεις από τους bakufu ή εκείνους που αντιτίθενταν στην αυτοκρατορική κυβέρνηση. Οι χωρικοί της περιοχής στρατολογούνταν συνήθως ως αχθοφόροι για να μεταφέρουν και να παραδίδουν προμήθειες μεταξύ των αποθηκών και των μονάδων πρώτης γραμμής.[3]

Σύσταση εθνικού στρατού (1871-1873)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιαμαγκάτα Αριτόμο, αρχιστράτηγος του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού και δις πρωθυπουργός της Ιαπωνίας. Ήταν ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες των στρατιωτικών θεσμών της σύγχρονης Ιαπωνίας.

Μετά την ήττα του Σογκουνάτο Τοκουγκάβα και των επιχειρήσεων στη βορειοανατολική Χόνσου και Χοκάιντο δεν υπήρχε πραγματικός εθνικός στρατός. Πολλοί στο συνασπισμό της αποκατάστασης είχαν αναγνωρίσει την ανάγκη για κεντρική εξουσία και παρόλο που η αυτοκρατορική πλευρά ήταν νικηφόρα ενάντια στο bakufu, η αρχική κυβέρνηση του Μεϊτζί ήταν αδύναμη και οι ηγέτες έπρεπε να διατηρήσουν τη θέση τους με τις περιοχές των οποίων οι στρατιωτικές δυνάμεις ήταν απαραίτητες για ότι ήθελε να επιτύχει η κυβέρνηση.[4]

Οι στρατιωτικοί ηγέτες της αποκατάστασης διασπάστηκαν για τη μελλοντική οργάνωση του στρατού. Ο Ομούρα Μασουζίρο, ο οποίος είχε επιδιώξει μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση εις βάρος των επαρχιών, υποστήριξε τη δημιουργία ενός μόνιμου εθνικού στρατού παράλληλα με τις ευρωπαϊκές γραμμές υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης, την εισαγωγή στρατολόγησης για τους κοινούς πολίτες και την κατάργηση της τάξης των σαμουράι.[5] Ο Οκούμπο Τοσιμίτσι προτιμούσε μια μικρή εθελοντική δύναμη αποτελούμενη από πρώην σαμουράι.[5][6] Οι απόψεις του Ομούρα για τον εκσυγχρονισμό του στρατού της Ιαπωνίας οδήγησαν στη δολοφονία του το 1869 και οι ιδέες του υλοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό μετά τον θάνατό του από τους Γιαμαγκάτα Αριτόμο, Κίντο Τακαγιόσι και Γιαμάντα Ακιγιόσι.[7] Ο Γιαμάντα Ακιγιόσι ήταν ο ισχυρότερος ηγέτης από τους τέσσερις και ήταν κυρίως υπεύθυνος για την σύσταση του σύγχρονου στρατού της Ιαπωνίας χρησιμοποιώντας τις ιδέες του Ομούρα, όπως η ίδρυση στρατιωτικών ακαδημιών και στρατώνων. Ο Γιαμαγκάτα Αριτόμο και ο Σαϊγκό Τσουγκουμίτι είχαν επίσης κατά νου τις ιδέες του Ομούρα κατά τη θέσπιση νομοθεσίας που επέβαλε καθολική στρατολόγηση το 1873. Ο Γιαμαγκάτα Αριτόμο μελέτησε τις ευρωπαϊκές τεχνικές που θα μπορούσαν να προσαρμοστούν στην Ιαπωνία. Όπως είχε ελπίσει ο Ομούρα, η Γαλλική στρατιωτική αποστολή επέστρεψε το 1872 για να βοηθήσει στον εξοπλισμό και την εκπαίδευση του νέου στρατού. Αν και ο Ομούρα πέθανε πριν δει την πραγματοποίηση πολλών εκ των ριζοσπαστικών του ιδεών, η μόνιμη εντύπωση που άφησε στους οπαδούς του οδήγησε στις πολιτικές και τις ιδέες του που διαμόρφωσαν τον στρατό του Μεϊτζί χρόνια αργότερα.

Σύσταση της Αυτοκρατορικής Φρουράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νόζου Μισιτσούρα, αρχιστράτηγος του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού.

Τον Μάρτιο του 1871, το Υπουργείο Πολέμου ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας Αυτοκρατορικής Φρουράς (Goshinpei) έξι χιλιάδων ανδρών,[8] αποτελούμενη από εννέα τάγματα πεζικού, δύο ίλες πυροβολικού και δύο μοίρες ιππικού.[9] Αποτελούνταν από μέλη των περιοχών Σατσούμα, Τσόσου και Τόσα, οι οποίοι είχαν ηγηθεί της αποκατάστασης. Η Σατσούμα παρείχε τέσσερα τάγματα πεζικού και τέσσερις ίλες πυροβολικού, η Τσόσου τρία τάγματα πεζικού, η Τόσα δύο τάγματα πεζικού, δύο μοίρες ιππικού και δύο ίλες πυροβολικού.[8] Για πρώτη φορά, η κυβέρνηση του Μεϊτζί ήταν σε θέση να οργανώσει ένα μεγάλο σώμα στρατιωτών σύμφωνα με ένα συνεπές σύστημα κατάταξης και αμοιβής με στολές το οποίο ήταν πιστό στην κυβέρνηση και όχι στις φεουδαρχικές περιοχές.[8] Ο έλεγχος της στρατιωτικής δύναμης ήταν ένας παράγοντας που οδήγησε στην κατάργηση του συστήματος των Χαν από την κυβέρνηση.

Στρατολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νόμος περί στρατολόγησης που θεσπίστηκε το 1873, καθιστούσε την καθολική στρατιωτική υπηρεσία υποχρεωτική για όλους τους άνδρες στη χώρα. Ο νόμος όριζε συνολικά επτά χρόνια στρατιωτικής θητείας: τρία χρόνια στον κανονικό στρατό (jōbigun), δύο χρόνια στην εφεδρεία (dai'ichi kōbigun) και δύο επιπλέον χρόνια στη δεύτερη εφεδρεία (daini kōbigun).[10] Όλοι οι ικανοί άνδρες ηλικίας μεταξύ 17 και 40 ετών θεωρούνταν μέλη της εθνικής φρουράς (kokumingun), τα οποία θα χρησιμοποιούνταν σε υπηρεσία σε μια σοβαρή εθνική κρίση, όπως μια επίθεση ή εισβολή στην Ιαπωνία. Η εξέταση της στρατολόγησης αποφάσιζε ποιοι στρατιώτες θα εισέρχονταν στο στρατό. Όσοι απέτυχαν στην εξέταση εξαιρέθηκαν από όλες τις εξετάσεις εκτός από την εθνική φρουρά. Οι νεοσύλλεκτοι που πέρασαν εισήλθαν σε κλήρωση, όπου ορισμένοι επιλέχθηκαν για ενεργή υπηρεσία. Μία μικρότερη ομάδα επιλέχθηκε στους εφεδρικούς (hojū-eki), και οι υπόλοιποι απορρίφθηκαν.[10] Μία από τις κύριες διαφορές μεταξύ των σαμουράι και της τάξης των αγροτών ήταν το δικαίωμα να φέρουν όπλα. Αυτό το αρχαίο προνόμιο επεκτάθηκε απότομα σε κάθε άνδρα στο έθνος.[11]

Μέχρι το 1873, η κεντρική κυβέρνηση διέθετε 12.000 στρατιώτες, που προέρχονταν μόνο από τέσσερις επαρχίες. Δηλαδή, ο νεοσύστατος στρατός ήταν ουσιαστικά ένα αμάλγαμα πολεμιστών, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν πιστοί στους πρώην άρχοντες τους. Αυτό το πρόγραμμα στρατολόγησης ανέπτυξε αργά τους αριθμούς. Οι δημόσιες αναταραχές άρχισαν το 1874, φτάνοντας στο αποκορύφωμα τους στην εξέγερση Σατσούμα το 1877. Χρειάστηκε ένας χρόνος για τον νέο στρατό να συντρίψει την εξέγερση, αλλά οι νίκες αποδείχθηκαν κρίσιμες για τη δημιουργία και τη σταθεροποίηση της αυτοκρατορικής κυβέρνησης και για την πραγματοποίηση σαρωτικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων που επέτρεψαν στην Ιαπωνία να γίνει ένα σύγχρονο κράτος σε σύγκριση με τη Γαλλία, την Γερμανία και τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Από το 1878 έως το ξέσπασμα πολέμου με την Κίνα το 1894, η κεντρική αποστολή του Ομούρα και της ομάδας του ήταν να αποκτήσει επαγγελματική μορφή ο στρατός, ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά μοντέλα.[12]

Ιστορικά στοιχεία (1873-1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βοήθεια από το εξωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός αναπτύχθηκε με τη βοήθεια συμβούλων από τη Γαλλία,[13] μέσω της δεύτερης Γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στην Ιαπωνία (1872-80) και της τρίτης Γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στην Ιαπωνία (1884-89). Ωστόσο, μετά την ήττα της Γαλλίας το 1871, η ιαπωνική κυβέρνηση στράφηκε στους νικητές του Γαλλοπρωσσικού πολέμου, Γερμανούς. Από το 1886 έως τον Απρίλιο του 1890 προσέλαβε Γερμανούς στρατιωτικούς συμβούλους (στρατηγός Γιάκομπ Μέκελ, που αντικαταστάθηκε το 1888 από τους φον Βίλντενμπρουκ και τον λοχαγό φον Μπλάκενμπουργκ) για την επιμόρφωση του Ιαπωνικού Γενικού Επιτελείου. Το 1878, στηριζόμενο στο Γερμανικό Γενικό Επιτελείο, ιδρύθηκε το Γραφείο Γενικού Επιτελείου του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού, υπό τον Αυτοκράτορα στον οποίον δόθηκαν ευρείες εξουσίες για τον στρατιωτικό σχεδιασμό και τη στρατηγική.

Άλλοι γνωστοί ξένοι στρατιωτικοί σύμβουλοι ήταν ο στρατηγός Πομπέο Γκρίλο από το Βασίλειο της Ιταλίας, ο οποίος εργάστηκε στο χυτήριο της Οσάκα από το 1884 έως το 1888, ακολουθούμενος από τον στρατηγό Κουαρατέζι από το 1889 έως το 1890, και ο λοχαγός Σέρμπεκ από τις Κάτω Χώρες, ο οποίος εργάστηκε για τη βελτίωση των παράκτιων αμυντικών συστημάτων από το 1883 έως το 1886. Η Ιαπωνία δεν χρησιμοποίησε ξένους στρατιωτικούς συμβούλους μεταξύ 1890 και 1918, μέχρι να ζητηθεί από τη Γαλλική στρατιωτική αποστολή στην Ιαπωνία (1918-19), με επικεφαλής τον διοικητή Ζακ-Πωλ Φωρέ, βοήθεια για την ανάπτυξη των ιαπωνικών αεροπορικών δυνάμεων.[14]

Εκστρατεία της Ταϊβάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιαπωνική μονάδα πυροβολικού, στον στρατώνα Κοϊσικάβα στο Τόκιο, το 1882. Φωτογραφία του Χιούς Κραφτ.

Η ιαπωνική εισβολή στην Ταϊβάν των Τσινγκ το 1874 ήταν μια επιθετική αποστολή από τις ιαπωνικές στρατιωτικές δυνάμεις σε απάντηση του περιστατικού του Μουντάν το Δεκέμβριο του 1871. Μέλη της φυλής Παϊβάν, αυτόχθονες της Ταϊβάν, δολοφόνησαν 54 μέλη του πληρώματος ενός ναυαγίου εμπορικού πλοίου από το βασίλειο Ριούκιου στο νοτιοδυτικό άκρο της Ταϊβάν. 12 άνδρες διασώθηκαν από την τοπική κινεζική κοινότητα και μεταφέρθηκαν στο Μιγιάκο-ζίμα στα νησιά Ριούκιου. Η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας χρησιμοποίησε το συμβάν ως δικαιολογία για να διεκδικήσει τόσο την κυριαρχία επί του βασιλείου Ριούκιου, το οποίο ήταν τότε υποτελές κράτος τόσο της Ιαπωνίας όσο και της Κίνας των Τσινγκ, και να προσπαθήσει το ίδιο με την Ταϊβάν, μια περιοχή που ελεγχόταν από τους Τσινγκ. Σηματοδότησε την πρώτη υπερπόντια ανάπτυξη του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού και Ναυτικού.[15]

Ένα Αυτοκρατορικό Διάταγμα προς τους Στρατιώτες και τους Ναυτικούς το 1882 ζήτησε από τις νέες ένοπλες δυνάμεις την αδιαμφισβήτητη πίστη στον αυτοκράτορα και ισχυρίστηκε ότι οι εντολές των ανώτερων αξιωματικών ισοδυναμούσαν με εντολές του ίδιου του αυτοκράτορα. Από τότε, ο στρατός είχε μια οικεία και προνομιακή σχέση με τον αυτοκρατορικό θεσμό.

Οι κορυφαίοι στρατιωτικοί ηγέτες είχαν άμεση πρόσβαση στον αυτοκράτορα και την εξουσία να μεταφέρουν τις εντολές του άμεσα στα στρατεύματα. Η συμπονετική σχέση μεταξύ των στρατευμάτων και των αξιωματικών, ιδιαίτερα των κατώτερων αξιωματικών που προερχόταν κυρίως από την αγροτιά, έτεινε να προσελκύσει τον στρατό πιο κοντά στον λαό. Με την πάροδο του χρόνου, οι περισσότεροι αναζήτησαν περισσότερη καθοδήγηση σε εθνικά θέματα από τους στρατιωτικούς παρά τους πολιτικούς ηγέτες.

Μέχρι τη δεκαετία του 1890, ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός είχε αναπτυχθεί τόσο ώστε να γίνει ο πιο σύγχρονος στρατός στην Ασία: καλώς εκπαιδευμένος, καλώς εξοπλισμένος και με καλό ηθικό. Ωστόσο, αποτελούσε μια δύναμη πεζικού με ελλείψεις στο ιππικό και στο πυροβολικό σε σύγκριση με τους συγχρόνους στρατούς της Ευρώπης. Μερικά όπλα του πυροβολικού, τα οποία αγοράστηκαν από την Αμερική και από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, παρουσίασαν δύο προβλήματα: ήταν σπάνια και ο σχετικά μικρός αριθμός που ήταν διαθέσιμος ήταν διαφόρων διαμετρημάτων, προκαλώντας προβλήματα με την προμήθεια πυρομαχικών.

Πρώτος Σινοϊαπωνικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πρώτος Σινοϊαπωνικός Πόλεμος (1 Αυγούστου 1894 – 17 Απριλίου 1895) ήταν πόλεμος που διεξήχθη μεταξύ της Κίνας των Τσινγκ και της Ιαπωνίας τουο Μεϊτζί για τον έλεγχο του Βασιλείου της Κορέας, το οποίο είχε de facto ιαπωνικό έλεγχο από τη Συνθήκη Ιαπωνίας-Κορέας του 1876. Ο Σινο-Ιαπωνικός πόλεμος θα συμβόλιζε την αδυναμία του στρατού της δυναστείας των Τσινγκ, με την Ιαπωνία να εξασφαλίζει την επικράτηση μετά τη νίκη επί των δυνάμεων των Τσινγκ. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα των 120.000 στρατιωτών της Ιαπωνίας. Ήταν χωρισμένοι σε δύο στρατιές και πέντε μεραρχίες, ήταν καλώς εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι σε σύγκριση με τους Κινέζους στρατιώτες. Η συνθήκη του Σιμονοσέκι επισημοποίησε την ήττα των Τσινγκ, με αποτέλεσμα τη μετατόπιση της περιφερειακής κυριαρχίας στην Ασία από την Κίνα στην Ιαπωνία και έφερε ένα καίριο πλήγμα στην εξουσία και το κύρος της δυναστείας των Τσινγκ.

Εξέγερση των Μπόξερς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατιώτες του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού το 1900

Την περίοδο 1899–1900, οι επιθέσεις των Μπόξερς εναντίον αλλοδαπών στην Κίνα εντατικοποιήθηκαν με τελικό αποτέλεσμα την πολιορκία των διπλωματικών εδρών στο Πεκίνο. Μια διεθνής δύναμη αποτελούμενη από βρετανικά, γαλλικά, ρωσικά, γερμανικά, ιταλικά, αυστροουγγρικά, αμερικανικά και ιαπωνικά στρατεύματα συγκεντρώθηκε για να προστατεύσει τις διπλωματικές αποστολές. Οι Ιάπωνες διέθεσαν το μεγαλύτερο αριθμό στρατευμάτων, 20.840 στρατιώτες, καθώς και 18 πολεμικά πλοία. Από αυτό το σύνολο, οι 20.300 ήταν στρατιώτες της 5ης Μεραρχίας Πεζικού του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού υπό τον αντιστράτηγο Γιαμαγκούτσι Μοτούμι. Οι υπόλοιποι ήταν 540 ναύτες rikusentai του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού. Οι επαναστάτες χρησιμοποίησαν παραδοσιακές κινεζικές πολεμικές τέχνες, σε αντίθεση με τα σύγχρονα στρατιωτικά όπλα και τακτικές. Αυτό οδήγησε στο γεγονός να ονομαστούν «μπόξερ» από τους Δυτικούς, καθώς έτσι αντιλαμβανόταν αυτοί τις πολεμικές τέχνες εκείνη την εποχή. Ενώ επίσημα καταδίκαζε το κίνημα, οι Μπόξερ είχαν την ανεπίσημη υποστήριξη της Αυτοκράτειρας Τσίσι. Τελικά, οι ηγέτες των Μπόξερς αιχμαλωτίστηκαν και εκτελέστηκαν και η Αυτοκράτειρα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το παλάτι καθώς οι ξένοι στρατοί εισήλθαν στην Απαγορευμένη Πόλη.

Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιάπωνες στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου
Κοντάμα Γκεντάρο, στρατηγός του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού, και κυβερνητικός υπουργός στην Ιαπωνία της περιόδου Μεϊτζί. Είχε καθοριστικής σημασίας ρόλο για την ίδρυση του σύγχρονου αυτοκρατορικού ιαπωνικού στρατού.

Ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος (1904–1905) ήταν το αποτέλεσμα των εντάσεων μεταξύ Ρωσίας και Ιαπωνίας, που εντάθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις αντίπαλες ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες στη Μαντζουρία και την Κορέα. Ο ιαπωνικός στρατός προκάλεσε σοβαρές απώλειες στους Ρώσους. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να καταφέρουν αποφασιστικό πλήγμα στα ρωσικά στρατεύματα. Η υπερβολική εξάρτηση από το πεζικό οδήγησε σε μεγάλες απώλειες για τις ιαπωνικές δυνάμεις, ιδιαίτερα κατά την πολιορκία του Πορτ Άρθουρ.[16]

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας εισήλθε στον πόλεμο στην πλευρά της Αντάντ. Παρόλο που έγιναν δοκιμαστικά σχέδια για την αποστολή εκστρατευτικής δύναμης μεταξύ 100.000 και 500.000 ανδρών στη Γαλλία,[17] τελικά η μόνη ενέργεια στην οποία συμμετείχε ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός ήταν η προσεκτική και καλά εκτελεσμένη επίθεση κατά της γερμανικής κατοχής του Τσινγκτάο το 1914.[18]

Χρόνια του μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο 1917–18, η Ιαπωνία εξακολούθησε να επεκτείνει την επιρροή και τα προνόμια της στην Κίνα μέσω των δανείων Νισιχάρα. Κατά τη διάρκεια της Σιβηρικής Εκστρατείας, μετά την κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και την Επανάσταση των Μπολσεβίκων, ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός σχεδίαζε αρχικά να στείλει περισσότερα από 70.000 στρατεύματα για να καταλάβει τη Σιβηρία μέχρι τη λίμνη Βαϊκάλη. Το γενικό επιτελείο του στρατού θεωρούσε την τσαρική κατάρρευση ως ευκαιρία να απελευθερώσει την Ιαπωνία από οποιαδήποτε μελλοντική απειλή από τη Ρωσία αποσπώντας τη Σιβηρία και σχηματίζοντας ένα ανεξάρτητο ρυθμιστικό κράτος.[19] Το σχέδιο αποσύρθηκε λόγω της αντίδρασης των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τον Ιούλιο του 1918, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Γούντροου Ουίλσον, ζήτησε από την ιαπωνική κυβέρνηση να διαθέσει 7.000 στρατιώτες στο πλαίσιο διεθνούς συμμαχίας 24.000 στρατευμάτων για να στηρίξει την Αμερικανική Εκστρατευτική Δύναμη Σιβηρίας.[20] Μετά από έντονη συζήτηση στη Βουλή, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Τεραούσι Μαζατάκε συμφώνησε να στείλει 12.000 στρατιώτες, αλλά υπό την καθοδήγηση της Ιαπωνίας, και όχι ως μέρος ενός διεθνούς συνασπισμού. Η Ιαπωνία και οι Ηνωμένες Πολιτείες έστειλαν δυνάμεις στη Σιβηρία για να ενισχύσουν τα στρατεύματα του Λευκού κινήματος του Ναυάρχου Αλεξάντρ Κολτσάκ κατά του Κόκκινου Στρατού των Μπολσεβίκων.

Μόλις επιτεύχθηκε η πολιτική συμφωνία, ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο υπό τον Γενικό Επιτελάρχη Γιούι Μιτσούε. Μέχρι το Νοέμβριο του 1918, πάνω από 70.000[20] Ιάπωνες στρατιώτες είχαν καταλάβει όλα τα λιμάνια και τις μεγάλες πόλεις στις ρωσικές θαλάσσιες επαρχίες και στην ανατολική Σιβηρία.

Τον Ιούνιο του 1920, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοι του συνασπισμού αποσύρθηκαν από το Βλαδιβοστόκ, μετά τη σύλληψη και την εκτέλεση του ηγέτη του Λευκού Στρατού, ναυάρχου Κολτσάκ, από τον Κόκκινο Στρατό. Ωστόσο, οι Ιάπωνες αποφάσισαν να παραμείνουν, κυρίως λόγω των φόβων της εξάπλωσης του κομμουνισμού τόσο κοντά στην Ιαπωνία και τις ελεγχόμενες από τους Ιάπωνες Κορέα και Μαντζουρία. Ο Ιαπωνικός Στρατός παρέσχε στρατιωτική στήριξη στην υποστηριζόμενη από την Ιαπωνία, Προσωρινή Κυβέρνηση Πριαμούριε, που έδρευε στο Βλαδιβοστόκ, ενάντια της υποστηριζόμενης από τη Μόσχα, Δημοκρατίας της Άπω Ανατολής.

Η συνεχιζόμενη ιαπωνική παρουσία ανησύχησε τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υποψιάζονταν ότι η Ιαπωνία είχε εδαφικά σχέδια στη Σιβηρία και τη Ρωσική Άπω Ανατολή. Αντιμετωπίζοντας έντονες διπλωματικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μεγάλη Βρετανία και την αυξανόμενη εγχώρια αντίθεση λόγω του οικονομικού και ανθρώπινου κόστους, η διοίκηση του πρωθυπουργού Κάτο Τομοσαμπούρο απέσυρε τις ιαπωνικές δυνάμεις τον Οκτώβριο του 1922.[21]

Άνοδος του μιλιταρισμού στην περίοδο Σόβα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δεκαετία του 1920 ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός επεκτάθηκε ταχύτατα και το 1927 απέκτησε δύναμη 300.000 ανδρών. Σε αντίθεση με τις δυτικές χώρες, ο στρατός απολάμβανε μεγάλης ανεξαρτησίας από την κυβέρνηση. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, ο Υπουργός Πολέμου ήταν υπόλογος μόνο στον ίδιο τον αυτοκράτορα (Χιροχίτο) και όχι στην εκλεγμένη κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, οι ιαπωνικές πολιτικές διοικήσεις χρειαζόταν την υποστήριξη του στρατού για να επιβιώσουν. Ο Στρατός έλεγχε τον διορισμό του υπουργού πολέμου και το 1936 ψηφίστηκε νόμος σύμφωνα με τον οποίο οριζόταν πως μόνο ένας ενεργός στρατηγός ή υπολοχαγός θα μπορούσε να αποκτήσει το αξίωμα.[22] Ως αποτέλεσμα, οι στρατιωτικές δαπάνες στον εθνικό προϋπολογισμό αυξήθηκαν δυσανάλογα στη δεκαετία του 1920 και του 1930 και διάφορες ομάδες του στρατού άσκησαν δυσανάλογη επιρροή στην ιαπωνική εξωτερική πολιτική.

Ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός ήταν αρχικά γνωστός απλώς ως ο Στρατός (rikugun), αλλά μετά το 1928, στο πλαίσιο της στρατιωτικής στροφής προς τον ρομαντικό εθνικισμό και επίσης προς εξυπηρέτηση των πολιτικών του φιλοδοξιών, επανέφερε τον τίτλο Αυτοκρατορικός Στρατός (kōgun).

Σύγκρουση με την Κίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1931, ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός είχε συνολική δύναμη 198.880 αξιωματικών και στρατιωτών, που οργανώθηκε σε 17 μεραρχίες.[23] Το περιστατικό της Μαντζουρίας, όπως έγινε γνωστό στην Ιαπωνία, ήταν μια δήθεν δολιοφθορά ενός τοπικού ιαπωνικού σιδηροδρόμου, μια επίθεση που οργανώθηκε από την Ιαπωνία αλλά αποδόθηκε σε Κινέζους αντιφρονούντες. Η δράση του στρατού, σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από την πολιτική ηγεσία, οδήγησε στην εισβολή στη Μαντζουρία το 1931 και αργότερα στον Δεύτερο Σινοϊαπωνικό Πόλεμο το 1937. Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε, η επιρροή του Αυτοκράτορα στον Στρατό μειώθηκε, και η επιρροή στο Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό αυξήθηκε.[24] Παρ' όλα αυτά, μέχρι το 1938 ο στρατός είχε αυξηθεί σε 34 μεραρχίες.[25]

Σύγκρουση με τη Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο 1932–1945 η αυτοκρατορία της Ιαπωνίας και η Σοβιετική Ένωση είχαν σειρά συγκρούσεων. Η Ιαπωνία είχε θέσει τις στρατιωτικές της βλέψεις στη σοβιετική επικράτεια ως αποτέλεσμα του δόγματος Hokushin-ron και η ίδρυση ενός κράτους μαριονέτας στη Μαντζουρία από την Ιαπωνία έφερε τις δύο χώρες σε σύγκρουση. Ο πόλεμος κράτησε μέχρι τις τελευταίες μάχες τη δεκαετία του 1930 (η Μάχη της Λίμνης Κασάν και οι Μάχες του Χαλχίν Γκολ) και ολοκληρώθηκε με αποφασιστική νίκη των Σοβιετικών. Οι συγκρούσεις σταμάτησαν με την υπογραφή του Συμφώνου Σοβιετοϊαπωνικής Ουδετερότητας στις 13 Απριλίου 1941.[26] Ωστόσο, αργότερα, στη Διάσκεψη της Γιάλτας, ο Στάλιν συμφώνησε να διακηρύξει τον πόλεμο στην Ιαπωνία, και στις 5 Αυγούστου 1945, η Σοβιετική Ένωση ακύρωσε τη συμφωνία ουδετερότητας με την Ιαπωνία.[27]

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1941, ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός είχε 51 μεραρχίες[25] και διάφορα ειδικά τμήματα πυροβολικού, ιππικού, αντιαεροπορικής προστασίας και θωρακισμένων, έχοντας συνολικά 1.700.000 στρατιώτες. Στην αρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το μεγαλύτερο μέρος του Ιαπωνικού Στρατού (27 μεραρχίες) ήταν εγκατεστημένο στην Κίνα. Ακόμη 13 μεραρχίες υπερασπιζόταν τα σύνορα της Μογγολίας, λόγω ανησυχιών για πιθανή επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης.[25] Από το 1942 άρχισαν να στέλνονται στρατιώτες στο Χονγκ Κονγκ (23η Στρατιά), στις Φιλιππίνες (14η Στρατιά), στην Ταϊλάνδη (15η Στρατιά), στη Βιρμανία (15η Στρατιά), στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (16η Στρατιά) και τη Μαλάγια (25η Στρατιά).[28] Μέχρι το 1945 υπήρχαν 5,5 εκατομμύρια στρατιώτες στον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό.

Από το 1943, τα ιαπωνικά στρατεύματα υπέφεραν από έλλειψη προμηθειών, κυρίως τροφίμων, φαρμάκων, πυρομαχικών και όπλων, κυρίως λόγω της υποβρύχιας απαγόρευσης προμηθειών και των ζημιών στην ιαπωνική ναυτιλία, η οποία επιδεινώθηκε από μια μακροχρόνια αντιπαλότητα με το Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό. Η έλλειψη προμηθειών προκάλεσε μεγάλο αριθμό μαχητικών αεροσκαφών να καταστεί ανυπόφορος λόγω έλλειψης ανταλλακτικών,[29] και «τα δύο τρίτα των συνολικών θανάτων στρατιωτικών της Ιαπωνίας από ασθένεια ή πείνα».[30]

Φανατισμός και εγκλήματα πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Σινοϊαπωνικού Πολέμου και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός είχε αποκτήσει φήμη τόσο για τον φανατισμό του όσο και για τις κτηνωδίες του εναντίον αιχμαλώτων πολέμου και αμάχων – με τη σφαγή της Ναντσίνγκ να αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα.[31] Μετά την παράδοση της Ιαπωνίας το καλοκαίρι του 1945, πολλοί αξιωματικοί του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού και στρατιώτες δικάστηκαν και τιμωρήθηκαν για τη διεξαγωγή πολυάριθμων θηριωδιών και εγκλημάτων πολέμου. Το 1949, οι δίκες ολοκληρώθηκαν, ενώ έχουν γίνει γνωστές συνολικά 5.700 περιπτώσεις.[32]

Ο στρατηγός Τομιτάρο Χόριι εξέδωσε έναν «Οδηγό για στρατιώτες των νοτίων θαλασσών», στα τέλη του 1941, που διέταξε τα στρατεύματα να μην κλέβουν ή σκοτώνουν πολίτες. Αυτή η διαταγή αποσκοπούσε στην αποτροπή της επανάληψης των βίαιων πράξεων που διέπραξε ο στρατός στην Κίνα. Ωστόσο, η εντολή επηρέασε μόνο τους στρατιώτες που βρισκόταν υπό τις εντολές του.[33]

Αρκετοί λόγοι δίδονται για την ιδιαίτερα βάναυση και ανελέητη συμπεριφορά που εκδήλωσαν πολλά μέλη του Ιαπωνικού Στρατού απέναντι στους αντιπάλους τους ή τους μη Ιάπωνες πολίτες. Ένας από αυτούς είναι ίσως η βίαιη συμπεριφορά που βίωσαν οι ίδιοι. Ο Ιαπωνικός Στρατός ήταν γνωστός για την εξαιρετικά σκληρή μεταχείριση των στρατιωτών από την αρχή της εκπαίδευσης,[34] συμπεριλαμβανομένων ξυλοδαρμών, περιττών υπερβολικών καθηκόντων, έλλειψης επαρκούς τροφής και άλλων βίαιων ή σκληρών τακτικών πειθαρχίας. Αυτό ήταν αντίθετο με το Αυτοκρατορικό Διάταγμα προς στους Στρατιώτες και τους Ναύτες του 1882, το οποίο έδινε εντολές στους αξιωματικούς να μεταχειρίζονται τους υφισταμένους τους με σεβασμό.[35] Το 1943 η ανώτερη διοίκηση συνειδητοποίησε ότι αυτή η βιαιότητα επηρέασε το ηθικό και διέταξε το τέλος της, μια εντολή που κατά κανόνα παρακάμφθηκε ή αγνοήθηκε στο πεδίο της μάχης.[36]

Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ειρηνικού, η φήμη του Αυτοκρατορικού Στρατού για άρνηση παράδοσης καθορίστηκε από τους λίγους Ιάπωνες επιζώντες των πολυάριθμων μαχών σε όλη την εκστρατεία του Ειρηνικού: 921 αιχμαλωτίστηκαν σε στρατώνες, 31.000 στη μάχη του Σαϊπάν, 17 από τους 3000 στη μάχη του Ταράουα, 7.400–10.755 από τις 117.000 στη μάχη της Οκινάουα, έχοντας υψηλό αριθμό αυτοκτονιών στο πεδίο της μάχης. Το πνεύμα του gyokusai («ένδοξου θανάτου») οδήγησε τους διοικητές να διατάζουν επιθέσεις αυτοκτονίας με ξιφολόγχη, όταν πραγματοποιούνταν ακόμη προμήθειες χειροβομβίδων και πυρομαχικών.[37] Στην περιοχή του Νοτιοδυτικού Ειρηνικού, παραδόθηκαν λίγο πάνω από 1.000 στρατιώτες το 1942 και το 1943, περίπου 5.100 το 1944 και πάνω από 12.000 το 1945,[38][39] Η προπαγάνδα από τις ρίψεις φυλλαδίων από τους Αμερικανούς αντιπροσώπευε περίπου το 20% των παραδόσεων,[40] που αντιστοιχούσε σε περίπου ένα αιχμάλωτο πολέμου για κάθε 6.000 φυλλάδια που έπεσαν.[41] Ενώ οι Ιάπωνες που αντιτάχθηκαν στα «αδίστακτα» φυλλάδια,[42] τα οποία περιείχαν ορισμένες αλήθειες όσον αφορά την προθυμία των αμερικανικών δυνάμεων να αποδεχθούν τις παραδόσεις των Ιαπώνων.[43] Αυτό ήταν σε αντίθεση με την πρακτική του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού να απεικονίζει τα αμερικανικά στρατεύματα ως σκληρά και ανελέητα, αναφέροντάς τα ως 鬼畜米英 (Kichiku Beiei, «Δαιμονικό Τέρας Αμερικανικό και Αγγλικό») και πληροφορώντας τα στρατεύματά τους πως οι Αμερικανοί θα βίαζαν όλες τις αιχμαλωτισμένες γυναίκες και θα βασάνιζαν τους άνδρες, οδηγώντας σε βίαιη μεταχείριση των Ιαπώνων αιχμαλώτων πολέμου σε συμβάντα όπως η Εκατόμβη Νεκρών του Μπατάαν και η μαζική αυτοκτονία Ιαπώνων στρατιωτών και αμάχων κατά τη διάρκεια των μαχών του Σαϊπάν και της Οκινάουα.

Αυτοκρατορικά Γενικά Επιτελεία και ισχύς του Αυτοκράτορα στην περίοδο Σόβα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το πρώτο μέρος της περιόδου Σόβα, σύμφωνα με το Σύνταγμα του Μεϊτζί, ο αυτοκράτορας είχε την «ανώτατη διοίκηση του στρατού και του ναυτικού» (άρθρο 11). Έτσι, ο Χιροχίτο ήταν νομικά ανώτατος διοικητής του Αυτοκρατορικού Γενικού Αρχηγείου, που ιδρύθηκε το 1937 και όπου λήφθηκαν οι στρατιωτικές αποφάσεις.

Πρωτογενείς πηγές όπως τα «απομνημονεύματα του Σουγκιγιάμα» και τα ημερολόγια των Φουμινάρο Κονόε και Κόισι Κίντο περιγράφουν λεπτομερώς τις πολλές ανεπίσημες συναντήσεις που είχε ο αυτοκράτορας με τους αρχηγούς του επιτελείου και τους υπουργούς. Αυτά τα έγγραφα δείχνουν ότι ο αυτοκράτορας ενημερωνόταν για όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και συχνά αμφισβητούσε τους ανώτερους επιτελάρχες του, ζητώντας αλλαγές.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς Γιοσιάκι Γιοσίμι και Σεΐγια Ματσούνο, ο Χιροχίτο εξουσιοδότησε, με συγκεκριμένες εντολές που διαβιβάστηκαν μέσω του Επιτελάρχη του Στρατού, όπως ο πρίγκιπας Καν'ιν ή ο Χαζίμε Σουγκιγιάμα, τη χρήση χημικών όπλων εναντίον Κινέζων πολιτών και στρατιωτών. Για παράδειγμα, ο Χιροχίτο ενέκρινε τη χρήση τοξικού αερίου σε 375 διαφορετικές περιπτώσεις κατά την εισβολή του Γουχάν το 1938.[44] Τέτοια όπλα επιτράπηκαν επίσης κατά την εισβολή του Τσανγκντέ.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς Ακίρα Φουζιβάρα και Ακίρα Γιαμάντα, ο Χιροχίτο παρενέβη ακόμη και στο σχεδιασμό ορισμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, ο Χιροχίτο πίεσε τον αρχιστράτηγο Χαζίμε Σουγκιγιάμα, τέσσερις φορές τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1942, να αυξήσει τη δύναμη των στρατευμάτων και να πραγματοποιήσει επίθεση στο Μπαταάν.[45] Τον Αύγουστο του 1943, κατηγόρησε τον Σουγκιγιάμα ότι δεν μπόρεσε να σταματήσει την αμερικανική πρόοδο στα νησιά του Σολομώντα και ζήτησε από τον στρατηγό να εξετάσει άλλα σημεία επίθεσης.[46]

Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις ιδιαίτερης σημασίας λήφθηκαν αποφάσεις από το αυτοκρατορικό συμβούλιο. Η Αυτοκρατορική κυβέρνηση χρησιμοποίησε αυτόν τον ειδικό θεσμό για να επιβάλει κυρώσεις στην εισβολή της Κίνας, στον πόλεμο της Ευρύτερης Ανατολικής Ασίας και στην παράδοση της Ιαπωνίας. Το 1945, εκτελώντας απόφαση που εγκρίθηκε στο Αυτοκρατορικό συμβούλιο, ο αυτοκράτορας Σόβα, ως επιτελάρχης, διέταξε, για μοναδική φορά απευθείας μέσω καταγεγραμμένων ραδιοφωνικών εκπομπών σε όλη την Ιαπωνία, την παράδοση στις δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύναμη Χερσαίας Αυτοάμυνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άρθρο 9 του Ιαπωνικού Συντάγματος ακύρωνε το δικαίωμα χρήσης βίας ως μέσο επίλυσης των διαφορών.[47] Αυτό θεσπίστηκε από τους Ιάπωνες προκειμένου να αποφευχθεί ο μιλιταρισμός, ο οποίος είχε οδηγήσει σε συγκρούσεις. Ωστόσο, το 1947 δημιουργήθηκε η Δύναμη Δημόσιας Ασφάλειας. Αργότερα το 1954, στα πρώτα στάδια του Ψυχρού Πολέμου, η Δύναμη Δημόσιας Ασφάλειας αποτέλεσε τη βάση της νεοσύστατης Δύναμης Χερσαίας Αυτοάμυνας.[48] Αν και σημαντικά μικρότερη από τον πρώην Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό και αποκλειστικά για αμυντικούς σκοπούς, η δύναμη αυτή αποτελεί το σύγχρονο στρατό της Ιαπωνίας.

Συνεχιζόμενη αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένοι στρατιώτες του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού συνέχισαν να μάχονται σε απομονωμένα νησιά του Ειρηνικού έως τουλάχιστον τη δεκαετία του 1970, με τον τελευταίο γνωστό Ιάπωνα στρατιώτη να παραδίδεται το 1974. Ο αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών Χίρου Ονόντα, ο οποίος παραδόθηκε στο νησί Λουμπάγκ στις Φιλιππίνες τον Μάρτιο του 1974, και ο Τερούο Νακαμούρα, ο οποίος παραδόθηκε στο νησί Μοροτάι στην Ινδονησία τον Δεκέμβριο του 1974, φαίνεται ότι ήταν οι τελευταίοι.[49][50][51][52]

Απώλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της ύπαρξης του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού, εκατομμύρια στρατιώτες είτε σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν είτε καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Jansen 2002, σελ. 60.
  2. 2,0 2,1 2,2 Ravina 2004, σελ. 154.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 Drea 2009, σελ. 10.
  4. Jansen 2002, σελ. 343.
  5. 5,0 5,1 Drea 2009, σελ. 20.
  6. Jaundrill 2016, σελ. 96.
  7. E. Herbert Norman, "Soldier and Peasant in Japan: The Origins of Conscription." Pacific Affairs 16#1 (1943), σσ. 47–64.
  8. 8,0 8,1 8,2 Jaundrill 2016, σελ. 95.
  9. Drea 2003, σελ. 76.
  10. 10,0 10,1 Jaundrill 2016, σελ. 107.
  11. Harries & Harries 1994, σελίδες 22-29.
  12. Crowley, "Japan's Military Foreign Policies" σσ. 6–7.
  13. Harries & Harries 1994, σελίδες 20-24.
  14. Harries & Harries 1994, σελ. 363.
  15. Harries & Harries 1994, σελ. 28.
  16. Stone, David R. (2006). A Military History of Russia: From Ivan the Terrible to the War in Chechnya. Westport: Greenwood Publishing Group, σελ. 143. ISBN 9780275985028. https://books.google.gr/books?id=ok7iVsgiNmAC&pg=PA143. 
  17. Harries & Harries 1994, σελ. 109.
  18. Harries & Harries 1994, σελίδες 110–111.
  19. Humphreys 1996, σελ. 25.
  20. 20,0 20,1 Harries & Harries 1994, σελ. 123.
  21. Harries & Harries 1994, σελ. 124.
  22. Harries & Harries 1994, σελ. 193.
  23. Kelman, σελ. 41
  24. Harries & Harries 1994, σελ. 197.
  25. 25,0 25,1 25,2 Jowett 2002, σελ. 7.
  26. Soviet-Japanese Neutrality Pact April 13, 1941. (Avalon Project, Yale University)
  27. "Battlefield – Manchuria – The Forgotten Victory", Battlefield (documentary series), 2001, 98 minutes.
  28. Jowett 2002, σελίδες 15–16, 21.
  29. Bergerund, Eric. Fire in the Sky (Boulder, CO: Westview Press, 2000).
  30. Gilmore, σελ. 150.
  31. Harries & Harries 1994, σελίδες 475–476.
  32. Harries & Harries 1994, σελ. 463.
  33. Chen, World War II Database Archived 2009-04-16 at the Wayback Machine.
  34. Gilmore, σελ. 87.
  35. Gilmore, σελ. 45.
  36. Gilmore, σελ. 89.
  37. Gilmore, σσ. 97–8.
  38. Gilmore, σελ. 155.
  39. Dower, John W., Prof. War Without Mercy: Race and Power in the Pacific War (New York: Pantheon, 1986).
  40. Gilmore, σελ. 155.
  41. Gilmore, σελ. 154.
  42. Gilmore, σελ. 163.
  43. Gilmore, σσ. 63, 68. & 101.
  44. Yoshimi and Matsuno, Dokugasusen Kankei Shiryo II, Kaisetsu, 1997, σσ. 25–29.
  45. Fujiwara, Shōwa tenno no ju-go nen senso, 1991, σσ. 135–138; Yamada, Daigensui Shōwa tennō, 1994, σσ. 180, 181, και 185.
  46. Bix, Herbert. Hirohito and the Making of Modern Japan (New York: HarperCollinsPublishers, 2000), σελ. 466, παραπέμποντας στα απομνημονεύματα του Σουγκιγιάμα, σελ. 24.
  47. Harries & Harries 1994, σελ. 471.
  48. Harries & Harries 1994, σελ. 487.
  49. Kristof, Nicholas D. (26-09-1997). «Shoichi Yokoi, 82, Is Dead; Japan Soldier Hid 27 Years» (στα αγγλικά). The New York Times. ISSN 0362-4331. https://www.nytimes.com/1997/09/26/world/shoichi-yokoi-82-is-dead-japan-soldier-hid-27-years.html. Ανακτήθηκε στις 22-01-2018. 
  50. "The Last PCS for Lieutenant Onoda", Pacific Stars and Stripes, March 13, 1974, σελ. 6
  51. "Onoda Home; 'It Was 30 Years on Duty'", Pacific Stars and Stripes, March 14, 1974, σελ. 7
  52. «JAPAN: The Last Last Soldier?» (στα αγγλικά). Time. 13-01-1975. ISSN 0040-781X. http://www.time.com/time/magazine/article/0,9171,917064,00.html?iid=chix-sphere. Ανακτήθηκε στις 22-01-2018. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Drea, Edward J. (2009). Japan's Imperial Army: Its Rise and Fall, 1853–1945. Lawrence, Kansas: University Press of Kansas. ISBN 0-8032-1708-0. 
  • Drea, Edward J. (2003). «The Imperial Japanese Army (1868–1945): Origins, Evolution, Legacy». War in the Modern World Since 1815. Routledge. ISBN 0-41525-140-0. 
  • Harries, Meirion. Harries, Susie (1994). Soldiers of the Sun: The Rise and Fall of the Imperial Japanese Army. New York: Random House. ISBN 0-679-75303-6. 
  • Humphreys, Leonard A. (1996). The Way of the Heavenly Sword: The Japanese Army in the 1920s. Stanford University Press. ISBN 0-8047-2375-3. 
  • Jansen, Marius B. (2002). The Making of Modern Japan. Harvard University Press. ISBN 0-6740-0334-9. 
  • Jaundrill, Colin D. (2016). Benjamin A. Haynes, επιμ. Samurai to Soldier: Remaking Military Service in Nineteenth-Century Japan. Melissa Haynes. Cornell University Press. ISBN 1-50170-664-0. 
  • Jowett, Philip (2002). The Japanese Army 1931–45 (1). Botley, Oxford: Osprey Publishing. ISBN 1-84176-353-5. 
  • Ravina, Mark (2004). The Last Samurai : The Life and Battles of Saigō Takamori. John Wiley & Sons. ISBN 0-471-08970-2. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Barker, A.J. (1979) Japanese Army Handbook, 1939-1945 (London: Ian Allan, 1979)
  • Best, Antony. (2002) British intelligence and the Japanese challenge in Asia, 1914-1941 (Palgrave/Macmillan, 2002).
  • Chen, Peter. «Horii, Tomitaro». World War II Database. 
  • Bix, Herbert (2000). Hirohito and the Making of Modern Japan. New York: Harper Collins Publishers. 
  • Denfeld, D. Colt. (1997) Hold the Marianas: The Japanese Defense of the Mariana Islands (White Mane Publishing Company, 1997).
  • Coox, A.D. (1985) Nomonhan: Japan against Russia, 1939 (Stanford UP, 1985)
  • Coox, A.D. (1988) "The Effectiveness of the Japanese Military Establishment in the Second World War", in A.R. Millett and W. Murray, eds, Military Effectiveness, Volume III: the Second World War (Allen & Unwin, 1988), σσ. 1-44
  • Drea, Edward J. (1998). In the Service of the Emperor: Essays on the Imperial Japanese Army. University of Nebraska Press. ISBN 0-8032-1708-0. 
  • Ford, Douglas. (2008) "'The best equipped army in Asia'?: US military intelligence and the Imperial Japanese Army before the Pacific War, 1919–1941." International journal of intelligence and counterintelligence 21.1 (2008): 86-121.
  • Ford, Douglas. (2009) "Dismantling the ‘Lesser Men’and ‘Supermen’ myths: US intelligence on the imperial Japanese army after the fall of the Philippines, winter 1942 to spring 1943." Intelligence and National Security 24.4 (2009): 542-573. διαδικτυακά
  • Frühstück, Sabine. (2007) Uneasy warriors: Gender, memory, and popular culture in the Japanese army (Univ of California Press, 2007).
  • Gilmore, Allison B. (1998). You Can't Fight Tanks with Bayonets: Psychological Warfare against the Japanese Army in the South West Pacific. Lincoln, Nebraska: University of Nebraska Press. 
  • Gruhl, Werner. (2010) Imperial Japan's World War Two: 1931-1945 (Transaction Publishers).
  • Hayashi, Saburo. Alvin D. Coox (1959). Kogun: The Japanese Army in the Pacific War. Quantico, VA: The Marine Corps Association. 
  • Kelman, Richard. Leo J. Daugherty (2002). Fighting Techniques of a Japanese Infantryman in World War II: Training, Techniques and Weapons. Zenith Imprint. ISBN 0-7603-1145-5. 
  • Kublin, Hyman. "The 'Modern' Army of Early Meiji Japan". The Far Eastern Quarterly, 9#1 (1949), pp. 20–41.
  • Kuehn, John T. (2014) A Military History of Japan: From the Age of the Samurai to the 21st Century (ABC-CLIO, 2014).
  • Norman, E. Herbert. "Soldier and Peasant in Japan: The Origins of Conscription." Pacific Affairs 16#1 (1943), pp. 47–64.
  • Rottman, Gordon L. (2013) Japanese Army in World War II: Conquest of the Pacific 1941-42 (Bloomsbury Publishing, 2013).
  • Rottman, Gordon L. (2012) Japanese Infantryman 1937–45: Sword of the Empire (Bloomsbury Publishing, 2012).
  • Sisemore, Major James D. (2015) The Russo-Japanese War, Lessons Not Learned (Pickle Partners Publishing, 2015).
  • Wood, James B. (2007) Japanese Military Strategy in the Pacific War: Was Defeat Inevitable? (Rowman & Littlefield Publishers, 2007).
  • Yenne, Bill. (2014) The Imperial Japanese Army: The Invincible Years 1941–42 (Bloomsbury Publishing, 2014).

Πρωτογενείς πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • United States War Department. TM 30-480 Handbook On Japanese Military Forces, 1942 (1942) διαδικτυακά. 384 σελ. Εξαιρετικά λεπτομερής περιγραφή του Αυτοκρατορικού Στρατού της Ιαπωνίας την περίοδο του πολέμου από το Γραφείο Πληροφοριών του Στρατού των ΗΠΑ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]