Ιερουσαλήμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 31°46′45″N 35°13′25″E / 31.7792°N 35.2236°E / 31.7792; 35.2236

Ιερουσαλήμ
Πόλη
Jerusalem infobox image.JPG
Flag of Jerusalem.svg Emblem of Jerusalem.svg
Lua error in Module:Location_map/multi at line 13: Unable to find the specified location map definition. Neither "Module:Location map/data/invalid IDen" nor "Template:Location map invalid IDen" exists.
Χώρα διαφιλονοκούμενη
Ισραήλ Ισραήλ /Flag of Palestine.svg Παλαιστινιακή Αρχή
Περιφέρεια Ιερουσαλήμ
Διοικητική διαίρεση Jerusalem District και Κυβερνείο Ιερουσαλήμ
Διοίκηση
 • Δήμαρχος Nir Barkat
Έκταση 125,2 χλμ²
Υψόμετρο 754 μ
Πληθυσμός 933,200 (2012)
Ιστοσελίδα www.jerusalem.muni.il/

Η Ιερουσαλήμ (εβραϊκά: יְרוּשָׁלַיִם, αραβικά: القُدس, αναφέρεται και ως Ιεροσόλυμα) είναι πόλη η οποία βρίσκεται σε ένα υψίπεδο στα όρη της Ιουδαίας, ανάμεσα στη Μεσόγειο και τη Νεκρά Θάλασσα. Το καθεστώς της πόλης είναι αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα σε Ισραήλ και Παλαιστίνη. Το Ισραήλ την έχει ανακηρύξει πρωτεύουσά του από το 1949, και παράλληλα αποτελεί την μεγαλύτερη πόλη του Ισραήλ[1], αλλά το ανατολικό τμήμα της πόλης θεωρείται από την διεθνή κοινότητα ως κατεχόμενο τμήμα της Παλαιστίνης[2][3][4], μετά τον πόλεμο των έξι ημερών, το 1967, όταν οι Ισραηλινές δυνάμεις το κατέλαβαν από την Ιορδανία. Στην Ιερουσαλήμ βρίσκονται η Κνεσέτ (το κοινοβούλιο του Ισραήλ), η προεδρική και η πρωθυπουργική κατοικία και το Ανώτατο δικαστήριο του Ισραήλ.

Είναι αρχαία πόλη, η οποία αποτελεί ιουδαϊκό, χριστιανικό και ισλαμικό κέντρο θρησκευτικής και ιστορικής σημασίας. Πιθανώς πρόκειται για την αρχαία πόλη Σαλήμ, της οποίας βασιλιάς υπήρξε ο Μελχισεδέκ. Την πόλη αυτή, η οποία μεταγενέστερα ονομαζόταν Ιεβούς, κατέλαβε ο βασιλιάς Δαβίδ από τους Ιεβουσαίους. Μετά τη διαίρεση του έθνους του Ισραήλ η Ιερουσαλήμ κατέστη πρωτεύουσα και άγια πόλη των Ισραηλιτών και του νοτίου βασιλείου του Ιούδα. Επίσης στην πόλη αυτή ο βασιλιάς Σολομώντας έχτισε τον μεγαλοπρεπή ιουδαϊκό Ναό ο οποίος καταστράφηκε λίγους αιώνες αργότερα από τους Βαβυλώνιους. Σήμερα σώζεται μόνο ένα τμήμα του τείχους από την περίοδο του Δεύτερου Ναού, το γνωστό «τείχος των δακρύων» ή ορθότερα «Δυτικό Τείχος».

Η παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, περιβαλλόμενη από έναν οχυρωμένο τοίχο και διαιρεμένη σε τέσσερις συνοικίες: την αρμένικη, την χριστιανική, τη μουσουλμανική και την εβραϊκή. Λόγω των Αγίων Τόπων παρουσιάζει σημαντική τουριστική κίνηση. Αξιοθέατα της αποτελούν το Κάστρο (24 π.Χ.), ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Ιακώβου του 12ου αιώνα, το Όρος του Ναού (Χαράμ αλ-Σαρίφ), το τέμενος Αλ-Ακσά (705–715), ο Τρούλος (ή Θόλος) του Βράχου, το Δυτικό τείχος, το Φρούριο Αντωνία, ο Ναός του Πανάγιου Τάφου, ο κήπος της Γεσθημανής, οι Τάφοι των Βασιλέων και το Όρος των Ελαιών.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια πόλη που αποκαλείται Ρουσαλίμ σε έγγραφα του Μέσου Βασιλείου της Αιγύπτου (περίπου 19ος αιώνα ΠΚΕ) ταυτίζεται, αν και όχι από όλους, με την Ιερουσαλήμ.[5][6] Η Ιερουσαλήμ αποκαλείται Ουρουσαλίμ στις επιστολές της Αμάρνα (1330 ΠΚΕ).[7]

Το όνομα Ιερουσαλήμ ετυμολογείται συχνά ως «θεμέλιο (σουμεριακά γιερού, να θεμελιώσει) του θεού Σαλίμ»[8][9], και έτσι ο θεός Σαλίμ θεωρείται ως πρώτος «πολιούχος» του πόλη της εποχής του ορείχαλκου.[10] Η μορφή Ιερουσαλήμ ή Ιερουσαλαγίμ πρωτοεμφανίζεται στη Βίβλο, στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή. Σύμφωνα με ένα Μιδράς, το όνομα είναι συνδυασμός του Yhwh Yir'eh («ο Θεός θα το είδε», το όνομα που ο Αβραάμ έδωσε στο μέρος όπου ξεκίνησε να θυσιάζει το γιο του) και της πόλης Σαλήμ.[11]

Η πρώτη αναφορά πέρα των βιβλικών Εβραίων της λέξης Ιερουσαλήμ χρονολογείται από τον 6ο ή 7ο αιώνα ΠΚΕ[12][13] και ανακαλύφθηκε στο Χιρμπέτ Μπέιτ Λέι το 1961. Η επιγραφή αναφέρει «Είμαι ο Γιαχβέ ο Θεός, θα αποδεχθώ τις πόλεις της Ιουδαίας και θα λυτρώσω την Ιερουσαλήμ»,[14][15][16] ενώ άλλοι μελετητές την αποδίδουν ως «Ο Γιαχβέ είναι ο Θεός όλης της γης. Τα βουνά της Ιουδαίας του ανήκουν, στον Θεό της Ιερουσαλήμ».[17][18]

Σαλίμ ή Σαλήμ ήταν το όνομα του θεού του λυκόφωτος στη θρησκεία των Χαναανιτών, του οποίου το όνομα βασίζεται στην ίδια ρίζα Σ-Λ-Μ από την οποία προέρχεται η εβραϊκή λέξη για την «ειρήνη» (Σαλάμ ή Σαλόμ στα σύγχρονα αραβικά και εβραϊκά).[19][20] Οπότε, το όνομα μπορούσε να ετυμολογηθεί ως «Πόλη της Ειρήνης»[9][21] ή «Καταφυγίο της Ειρήνης»,[22][23] εναλλακτικά «Όραμα της Ειρήνης» για κάποιους Χριστιανούς συγγραφείς.[24] Η κατάληξη -αγίμ δηλώνει το διττό, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι το όνομα Ιερουσαλαγίμ αναφέρεται στο γεγονός ότι η πόλη είναι κτισμένη πάνω σε δύο λόφους.[25][26]

Ο πιο αρχαίος οικισμός της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ιδρύθηκε την εποχή του χαλκού στο λόφο πάνω από την πηγή Γκιχόν, σύμφωνα με τη Βίβλο ονομαζόταν Ιεβούς.[27] Αρχικά ονομαζόταν οχυρό Σιών, αλλά ο Δαυίδ την ονόμασε Πόλη του Δαβίδ,[28] και έτσι ήταν γνωστή στην αρχαιότητα.[29][30] Το όνομα Σιών αρχικά χρησιμοποιούταν μόνο για ένα τμήμα της πόλης, αλλά στη συνεχεία έφτασε να σημαίνει όλη τη πόλη και τη βιβλική Γη του Ισραήλ. Στα ελληνικά και στα λατινικά, το όνομα της πόλης είναι Ιεροσόλυμα ή Ιερουσαλήμ, συσχετίζοντας το όνομα ετυμολογικά με τη λέξη «ιερός».[31][32]

Ιστορία της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερουσαλήμ είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της παγκόσμιας ιστορίας. Την ίδρυσαν οι Καναανίτες το 2000 π.Χ. Το 1400 π.Χ. ήταν υποτελής στον Φαραώ της Αιγύπτου. Το 1000 π.Χ. ο Δαβίδ την έκανε πρωτεύουσα του Ισραηλιτικού έθνους κι αργότερα ο Σολομώντας έχτισε εκεί τον περίφημο ναό του για τη λατρεία του Θεού των Εβραίων, καθιστώντας την και θρησκευτικό κέντρο. Όταν ο Σολομώντας πέθανε και το κράτος του Ισραήλ χωρίστηκε στα δύο, η Ιερουσαλήμ ήταν πρωτεύουσα του βασιλείου του Ιούδα. Η πόλη πέρασε στα χέρια των Βαβυλωνίων το 586 π.Χ. οπότε και καταστράφηκε μαζί με τον ναό του Σολωμόντα. Στη συνέχεια πέρασε στην κατοχή των Περσών, των Ελλήνων, των Σελευκιδών, των Πτολεμαίων και των Ρωμαίων γνωρίζοντας και άλλες καταστροφές, αλλά πάντοτε αναστηλωνόταν. Στα χρόνια μάλιστα του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς (175 -164 π.Χ.), η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία Αντιόχεια. Η πιο μεγάλη καταστροφή έγινε το 70 μ.Χ. από τους Ρωμαίους με αφορμή την επανάσταση των Εβραίων. Η πόλη ξαναχτίστηκε το 134 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Αδριανό ως νέα πόλη με το όνομα Αιλία Καπιτωλίνα. Στην καταστροφή του 70 μ.Χ. καταστράφηκε και ο δεύτερος ναός της Ιερουσαλήμ, ο οποίος είχε οικοδομηθεί πάνω στα ερείπεια του πρώτου το 516 π.Χ. Μετά τους Ρωμαίους, η πόλη περιήλθε στην Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος της απόδωσε το παλιό της όνομα, έχτισε με τη μητέρα του την Αγία Ελένη το ναό της Ανάστασης στο λόφο του Γολγοθά και τη στόλισε με πολλά μνημεία. Το 637 μ.Χ. κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ οι Άραβες οι οποίοι την έλεγαν Κουντούς Σερίφ, που σημαίνει ιερή πόλη. Οι Άραβες έχτισαν το 691 μ.Χ. πάνω στα ερείπια του δευτέρου ναού της Ιερουσαλήμ ένα περίλαμπρο τζαμί, το Τέμενος του Ομάρ. Το 1099 την πήραν οι Σταυροφόροι, οι οποίοι την έκαναν έδρα βασιλείου. Το 1187 την ανακατέλαβαν οι Άραβες, ενώ αργότερα την κατέλαβαν εκ νέου οι Σταυροφόροι.[εκκρεμεί παραπομπή] Το 1517 την πήραν οι Τούρκοι και το 1917 οι Βρετανοί, οι οποίοι αποχώρησαν από εκεί όταν άρχισε να γίνεται αντικείμενο σφοδρής διαμάχης μεταξύ των Αράβων και των Εβραίων. Τελικά, το 1947 ένα τμήμα της έγινε εβραϊκό και το άλλο αραβικό, ενώ από το 1967 βρίσκεται υπό πλήρη Ισραηλινή κατοχή, παραβιάζοντας το σχέδιο του ΟΗΕ για το διαχωρισμό της Παλαιστίνης και τις ομόφωνες αποφάσεις του συμβουλίου ασφαλείας του ΟΗΕ για μονομερή αποχώρηση.

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πανοραμική θέα της πόλης από το Όρος των Ελαιών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μεγαλύτερη πόλη:
    • "... modern Jerusalem, Israel's largest city ..." (Erlanger, Steven. Jerusalem, Now, The New York Times, April 16, 2006.)
    • "Jerusalem is Israel's largest city." ("Israel (country)[νεκρός σύνδεσμος]", Microsoft Encarta, 2006, p. 3. Retrieved October 18, 2006. Archived 2009-10-31.)
    • "Since 1975 unified Jerusalem has been the largest city in Israel." ("Jerusalem", Encyclopædia Britannica Online, 2006. Retrieved October 18, 2006. Archived 2008-06-21)
    • "Jerusalem is the largest city in the State of Israel. It has the largest population, the most Jews and the most non-Jews of all Israeli cities." (Klein, Menachem. Jerusalem: The Future of a Contested City, New York University Press, March 1, 2001, p. 18. ISBN 0-8147-4754-X)
    • "In 1967, Tel Aviv was the largest city in Israel. By 1987, more Jews lived in Jerusalem than the total population of Tel Aviv. Jerusalem had become Israel's premier city." (Friedland, Roger and Hecht, Richard. To Rule Jerusalem, University of California Press, September 19, 2000, p. 192. ISBN 0-520-22092-7).
  2. «Israel plans 1,300 East Jerusalem Jewish settler homes». BBC News. 9 November 2010. http://www.bbc.co.uk/news/world-middle-east-11709617. «East Jerusalem is regarded as occupied Palestinian territory by the international community, but Israel says it is part of its territory.» 
  3. «The status of Jerusalem». The Question of Palestine & the United Nations. United Nations Department of Public Information. http://www.un.org/Depts/dpi/palestine/ch12.pdf. «East Jerusalem has been considered, by both the General Assembly and the Security Council, as part of the occupied Palestinian territory.» 
  4. Resolution 298 September 25, 1971: "Recalling its resolutions... concerning measures and actions by Israel designed to change the status of the Israeli-occupied section of Jerusalem,..."
  5. David Noel Freedman. Allen C. Myers. Astrid B. Beck (2000). Eerdmans dictionary of the Bible. Wm. B. Eerdmans Publishing, σελ. 694–695. ISBN 978-0-8028-2400-4. //books.google.com/books?id=P9sYIRXZZ2MC. Ανακτήθηκε στις 19 August 2010.  Nadav Na'aman, Canaan in the 2nd Millennium B.C.E., Eisenbrauns, 2005 pp.177ff. offers a dissenting opinion, arguing for the transcription Rôsh-ramen, etymologized to r'š (head) and rmm (be exalted), to mean 'the exalted Head', and not referring to Jerusalem.
  6. G. Johannes Botterweck, Helmer Ringgren (eds.) Theological Dictionary of the Old Testament, (tr. David E. Green) William B. Eerdmann, Grand Rapids Michigan, Cambridge, UK 1990, Vol. VI, p. 348
  7. «The El Amarna Letters from Canaan». Tau.ac.il. http://www.tau.ac.il/humanities/semitic/EA263-end.html. Ανακτήθηκε στις 11 September 2010. 
  8. Meir Ben-Dov, Historical Atlas of Jerusalem, Continuum International Publishing Group, 2002, p. 23.
  9. 9,0 9,1 Binz, Stephen J. (2005). Jerusalem, the Holy City. Connecticut, USA.: Twenty-Third Publications, σελ. 2. ISBN 9781585953653. //books.google.com/books?id=7zLuDlzdTFYC&pg=PA1. Ανακτήθηκε στις 17 December 2011. 
  10. G. Johannes Bottereck, Helmer Ringgren, Heinz-Josef Fabry, (eds.) Theological Dictionary of the Old Testament, tr. David E. Green, vol. XV, pp. 48–49 William B. Eeerdmanns Co. Grand Rapids, Michigan/Cambridge UK 2006, pp. 45–6
  11. Louis Ginzberg (October 1998). «The Legends of the Jews Volume 1». http://www.gutenberg.org/dirs/etext98/1lotj10.txt. 
  12. Writing, Literacy, and Textual Transmission: The Production of Literary by Jessica N. Whisenant p. 323
  13. King Manasseh and Child Sacrifice: Biblical Distortions of Historical Realities by Francesca Stavrakopoulou p. 98
  14. Oral World and Written Word: Ancient Israelite Literature by Susan Niditch p. 48
  15. The Mountain of the Lord by Benyamin Mazar p. 60
  16. Blessing and Curse in Syro-Palestinian Inscriptions by T. G Crawford p. 137
  17. Joseph Naveh (2001). «Hebrew Graffiti from the First Temple Period». Israel Exploration Journal 51 (2): 194–207. 
  18. Discovering the World of the Bible by LaMar C. Berrett p. 178
  19. Elon, Amos. Jerusalem. HarperCollins Publishers Ltd. ISBN 0-00-637531-6. http://www.usna.edu/Users/history/tucker/hh362/telavivandjerusalem.htm. Ανακτήθηκε στις 26 April 2007. «The epithet may have originated in the ancient name of Jerusalem—Salem (after the pagan deity of the city), which is etymologically connected in the Semitic languages with the words for peace (shalom in Hebrew, salam in Arabic).» 
  20. Ringgren, H., Die Religionen des Alten Orients (Göttingen, 1979), 212.
  21. Hastings, James (2004). A Dictionary of the Bible: Volume II: (Part II: I – Kinsman), Volume 2. Honolulu, Hawaii: Reprinted from 1898 edition by University Press of the Pacific, σελ. 584. ISBN 1-4102-1725-6. //books.google.com/books?id=0wvtFPz03GsC&pg=PA584. Ανακτήθηκε στις 17 December 2011. 
  22. Bosworth, Clifford Edmund (2007). Historic cities of the Islamic world. The Netherlands: Koninklijke Brill NV, σελ. 225–226. ISBN 90-04-15388-8. //books.google.com/books?id=UB4uSVt3ulUC&pg=PA226. Ανακτήθηκε στις 17 December 2011. 
  23. Denise DeGarmo (9 September 2011). «Abode of Peace?». Wandering Thoughts. Center for Conflict Studies. http://centre4conflictstudies.org/wanderingthoughts/category/denise-degarmo/. Ανακτήθηκε στις 17 December 2011. 
  24. Bosworth, Francis Edward (1968). Millennium: a Latin reader, A. Oxford, United Kingdom: Oxford University Press, σελ. 183. //books.google.com/books?id=5sC2pJYlzbsC&pg=PA183. Ανακτήθηκε στις 17 December 2011. 
  25. Wallace, Edwin Sherman (August 1977). Jerusalem the Holy. New York: Arno Press, σελ. 16. ISBN 0-405-10298-4. «A similar view was held by those who give the Hebrew dual to the word» 
  26. Smith, George Adam (1907). Jerusalem: The Topography, Economics and History from the Earliest Times to A.D. 70. Hodder and Stoughton, σελ. 251. ISBN 0-7905-2935-1. «The termination -aim or -ayim used to be taken as the ordinary termination of the dual of nouns, and was explained as signifying the upper and lower cities»  (see here [1], σ. 251, στα Google Books)
  27. The Oxford encyclopedia of ancient Greece and Rome, Volume 1, p. 113
  28. 2 Samuel 5:7,9. cited Israel Finkelstein, Amihay Mazar, Brian B. Schmidt, (eds) The Quest for the Historical Israel, Society of Biblical Literature, 2007 p.127.
  29. Bar-Kochva, Bezalel (2002). Judas Maccabeus: The Jewish Struggle Against the Seleucids. Cambridge, United Kingdom: Cambridge University Press, σελ. 447. ISBN 0-521-01683-5. //books.google.com/books?id=SIKuW_bl6LAC&pg=PA447. 
  30. Mazar, Eilat (2002). The Complete Guide to the Temple Mount Excavations. Jerusalem: Shoham Academic Research and Publication, σελ. 1. ISBN 965-90299-1-8. 
  31. Alexander Hopkins McDannald (editor), The Encyclopedia Americana, Volume 16, Americana Corporation, 1947, entry Jerusalem
  32. Gerhard Kittel (editor), Gerhard Friedrich (editor), Geoffrey W. Bromiley (editor),Theological Dictionary of the New Testament: Abridged in One Volume, Eerdmans, 1985, entry Sion [Zion], Ierousalem [Jerusalem], Hierosolyma [Jerusalem], Hierosolymites [inhabitants of Jerusalem]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα