Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας

 

1918 – 1943
Σημαία Έμβλημα
Σύνθημα
Jedan narod, jedan kralj, jedna država
Један народ, један краљ, једна држава
Ένας λαός, ένας βασιλιάς, μία χώρα
Ύμνος
Ύμνος του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας
Τοποθεσία
Πρωτεύουσα Βελιγράδι
Γλώσσες Σερβο-κροατο-σλοβενικά[1]
Θρησκεία Ορθόδοξος Χριστιανισμός
Πολίτευμα Συνταγματική Μοναρχία
Νομοθετικό Σώμα Βουλή της Γιουγκοσλαβίας
Ιστορική εποχή Μεσοπόλεμος
 -  Ίδρυση 1 Δεκεμβρίου 1918
 -  Κατάλυση 2 Νοεμβρίου 1943
Νόμισμα Γιουγκοσλαβική κορώνα (1918–1920)
Γιουγκοσλαβικό δηνάριο (1920–1944)
Σήμερα Σερβία
Μαυροβούνιο
Βόρεια Μακεδονία
Βοσνία-Ερζεγοβίνη
Σλοβενία
Κροατία
Κόσοβο
Οι περιοχές που δημιουργησαν το βασίλειο το 1918
Η πρώτη σελίδα της Διακήρυξης της Κέρκυρας

Το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας (Kraljevina Jugoslavija, Краљевина Југославија) ήταν κράτος στη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη την περίοδο του Mεσοπολέμου (1918-1939) και το πρώτο μισό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1939–1943). Δημιουργήθηκε, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1918 από τη συνένωση του προσωρινού Κράτους των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων (που το ίδιο σχηματίσθηκε από εδάφη της πρώην Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας με το πρώην ανεξάρτητο Βασίλειο της Σερβίας. Το Βασίλειο του Μαυροβουνίου είχε ενωθεί με τη Σερβία πέντε μέρες νωρίτερα και η έως τότε αυστροουγγρική Βοϊβοντίνα είχε ενωθεί με τη Σερβία τέσσερις ημέρες νωρίτερα, ενώ το Κοσσυφοπέδιο και η περιοχή του Βαρδάρη με τα Σκόπια ήταν τμήματα της Σερβίας, που είχε αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήδη από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Τα πρώτα έντεκα χρόνια της ύπαρξής του το Βασίλειο ονομαζόταν επίσημα Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων[2] (Kraljevina Srba Hrvata i Slovenaca, Краљевина Срба Хрвата и Словенаца) αλλά ο όρος "Γιουγκοσλαβία" ήταν η κοινή του ονομασία από την αρχή. Το επίσημο όνομα του κράτους έγινε "Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας" από τον βασιλιά Αλέξανδρο Α΄ στις 3 Οκτωβρίου 1929.

Το κράτος κυβερνήθηκε από τη Σερβική δυναστεία των Καραεώργεβιτς, που στο παρελθόν κυβέρνησε το Βασίλειο της Σερβίας υπό τον Πέτρο Α΄ από το 1903 (μετά το Πραξικόπημα του Μαΐου) και μετά. Ο Πέτρος Α΄ έγινε ο πρώτος βασιλιάς της Γιουγκοσλαβίας μέχρι τον θάνατό του το 1921. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Αλέξανδρος Α΄, που ήταν αντιβασιλέας του πατέρα του. Ήταν γνωστός ως «Αλέξανδρος ο Ενοποιητής» και μετονόμασε το βασίλειο "Γιουγκοσλαβία" το 1929. Δολοφονήθηκε στη Μασσαλία από τον Βούλγαρο επαναστάτη Βλάντο Τσερνοζέμσκι, μέλος της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Γαλλία το 1934. Το στέμμα περιήλθε στον τότε ακόμα ανήλικο γιο του Πέτρο. Ο ξάδελφός του Παύλος κυβέρνησε ως αντιβασιλέας μέχρι το 1941, οπότε ο Πέτρος Β΄ ενηλικιώθηκε. Η βασιλική οικογένεια κατέφυγε στο Λονδίνο την ίδια χρονιά, πριν εισβάλουν οι δυνάμεις του Άξονα στη χώρα.

Τον Απρίλιο του 1941 η χώρα καταλήφθηκε και διαμοιράστηκε από τις δυνάμεις του Άξονα. Στο Λονδίνο ιδρύθηκε μια βασιλική εξόριστη κυβέρνηση, που αναγνωρίστηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο και, αργότερα, από όλες τις Συμμαχικές δυνάμεις. Το 1944, μετά από πιέσεις του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο βασιλιάς αναγνώρισε ως νόμιμη την κυβέρνηση της Λαϊκής Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας, που ιδρύθηκε στις 2 Νοεμβρίου, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βις των Ιβάν Σουμπάσιτς (για λογαριασμό του Βασιλείου) και Γιόσιπ Μπροζ Τίτο (για λογαριασμό των Γιουγκοσλάβων Παρτιζάνων).

Μονάδες του Σερβικού στρατού μπαίνουν στην Πλατεία Μπαν Γέλατσιτς στο Ζάγκρεμπ το 1918.
Μιχαήλο Πούπιν, φυσικός και φυσικοχημικός. Επηρέασε τις τελικές αποφάσεις της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, όταν καθορίστηκαν τα σύνορα του Βασιλείου

Μετά τη δολοφονία του Αυστριακού αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου από τον Σερβοβόσνιο Γκαβρίλο Πρίντσιπ, την επακόλουθη εισβολή στη Σερβία και το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο νοτιοσλαβικός εθνικισμός κλιμακώθηκε και οι Σλάβοι εθνικιστές ζητούσαν την ανεξαρτησία και την ενοποίηση των νοτιοσλαβικών εθνικοτήτων της Αυστρουγγαρίας με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο σε ένα ενιαίο Κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων.

Στο Παρίσι, στις 30 Απριλίου 1914 σχηματίζεται η Γιουγκοσλαβική Επιτροπή, μια πολιτική ομάδα Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων[3] της Αυστροουγγαρίας, με σκοπό τη δημιουργία ενός ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους για όλους τους Νότιους Σλάβους. Ο Κροάτης πολιτικός από τη Δαλματία Άντε Τρούμπιτς έγινε εξέχων Νοτιοσλάβος ηγέτης κατά τη διάρκεια του πολέμου και ηγήθηκε της Γιουγκοσλαβικής Επιτροπής που πίεζε τους Συμμάχους να υποστηρίξουν τη δημιουργία ανεξάρτητης Γιουγκοσλαβίας. Το 1916 το εξόριστο Κοινοβούλιο της Σερβίας αποφάσισε τη δημιουργία του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας σε συνεδρίασή του στο Δημοτικό Θέατρο της Κέρκυρας. Ο Τρούμπιτς αντιμετώπισε αρχικά την εχθρότητα του Πρωθυπουργού της Σερβίας Νικόλα Πάσιτς, που προτιμούσε μια διευρυμένη Σερβία από ένα ενοποιημένο γιουγκοσλαβικό κράτος. Ωστόσο ο Πάσιτς και ο Τρούμπιτς συμφώνησαν σε μια συμβιβαστική λύση με τη Διακήρυξη της Κέρκυρας, στις 20 Ιουλίου 1917, που υποστήριζε τη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων υπό την ηγεσία του σερβικού Οίκου των Καραγεώργεβιτς.

Η διαδικασία της εδαφικής ενοποίησης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918 το Βασίλειο της Σερβίας βγαίνει ενισχυμένο εδαφικά και πληθυσμιακά. Περιλαμβάνει πλέον και τα ιστορικά εδάφη του Κοσσυφοπεδίου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την περιοχή του Βαρδάρη από τη Βουλγαρία.

Με τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας στα εδάφη όπου κατοικούν Νότιοι Σλάβοι, Κροατία, Βοσνία – Ερζεγοβίνη και Σλοβενία σχηματίζεται στις 29 Οκτωβρίου 1918 ένα εφήμερο κράτος με την ονομασία Κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων.

Στην περιοχή του Βανάτο, Μπάτσκα και Μπαράνια (Βοϊβοντίνα) μετά τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας η Μεγάλη λαϊκή συνέλευση των Σέρβων και λοιπών Σλάβων του Βανάτο, Μπάτσκα και Μπαράνια σε συνεδρίασή της στις 25 Νοεμβρίου 1918 [4] στο Νόβι Σαντ αποφασίζει και ανακοινώνει την ένωση της περιοχής με το Βασίλειο της Σερβίας.

Στο Βασίλειο του Μαυροβουνίου η Μεγάλη λαϊκή συνέλευση του Σερβικού Λαού στο Μαυροβούνιο αποφασίζει στις 26 Νοεμβρίου 1918[5] στην Ποντγκόριτσα την ένωση του Βασιλείου με το Βασίλειο της Σερβίας υπό τη δυναστεία των Καραγιώργη της Σερβίας.

Την 1η Δεκεμβρίου του 1918 ανακηρύχθηκε το νέο βασίλειο από τον Αλέξανδρο Καραγεώργεβιτς, αντιβασιλέα του πατέρα του, Πέτρου Α΄ της Σερβίας, με το όνομα "Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων" (Σερβικά: Краљевина Срба, Хрвата и Словенаца Kraljevina Srba, Hrvata i Slovenaca, Κροατικά: Kraljevina Srba, Hrvata i Slovenaca, Σλοβενικά: Kraljevina Srbov, Hrvatov σε Slovencev) ή τη συντετμημένη μορφή του "Βασίλειο των SHS" (Краљевина СХС Kraljevina SHS). Το νέο βασίλειο αποτελείτο από τα πρώην ανεξάρτητα βασίλεια της Σερβίας και του Μαυροβουνίου (το Μαυροβούνιο είχε απορροφηθεί από τη Σερβία τον προηγούμενο μήνα), καθώς και ένα σημαντικό τμήμα των εδαφών που στο παρελθόν ανήκαν στην Αυστροουγγαρία, το Κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων. Τα πρώην εδάφη της Αυστρουυγγαρίας, που περιλαμβάνονταν στο νέο κράτος είναι:

Η δημιουργία του κράτους υποστηρίχθηκε από τους Πανσλαβιστές και τους Σέρβους εθνικιστές. Για το Πανσλαβικό κίνημα όλοι οι Νότιοι Σλάβοι (Γιουγκοσλάβοι) είχαν ενωθεί σε ένα ενιαίο κράτος. Για τους Σέρβους εθνικιστές είχε επίσης επιτευχθεί ο επιθυμητός στόχος της ένωσης της πλειονότητας του σερβικού πληθυσμού όλης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης σε ένα κράτος. Επιπλέον, καθώς η Σερβία είχε ήδη κυβέρνηση, στρατιωτική και αστυνομική δύναμη, ήταν λογική επιλογή να αποτελέσει τον πυρήνα του γιουγκοσλαβικού κράτους.

Το νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων συμμετείχε στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων με εκπρόσωπος της χώρας τον Τρούμπιτς. Δεδομένου ότι οι Σύμμαχοι είχαν παρασύρει τους Ιταλούς στον πόλεμο με την υπόσχεση ως ανταλλάγματος ουσιαστικών εδαφικών κερδών, που απέκοπτε το ένα τέταρτο της Σλοβενίας από τα υπόλοιπα τρία τέταρτα των Σλοβένων που ζούσαν στο Βασίλειο των SHS, ο Τρούμπιτς αξίωσε με επιτυχία την ένταξη των περισσότερων Σλάβων, που ζούσαν στην πρώην Αυστροουγγαρία, εντός των συνόρων του νέου Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, ωστόσο με τη Συνθήκη του Ράπαλο (1920) ένας πληθυσμός μισού εκατομμυρίου Σλάβων, ως επί το πλείστον Σλοβένων, ήταν υπέστησαν βίαιο εξιταλισμό μέχρι την πτώση του φασισμού στην Ιταλία. Οταν ο Μπενίτο Μουσολίνι ήθελε να τροποποιήσει τα σύνορα του Ράπαλο, προκειμένου να προσαρτήσει το ανεξάρτητο κράτος της Ριέκα στην Ιταλία, οι προσπάθειες του Πάσιτς να διορθώσει τα σύνορα στην Ποστόινα και την Ίντριγια ουσιαστικά υπονομεύτηκε από τον αντιβασιλέα Αλέξανδρο, που προτιμούσε "καλές σχέσεις" με την Ιταλία.

Το γιουγκοσλαβικό βασίλειο συνόρευε με την Ιταλία και την Αυστρία στα βορειοδυτικά στα σύνορα του Ράπαλο, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία στα βόρεια, τη Βουλγαρία στα ανατολικά, την Ελλάδα και την Αλβανία προς νότο και την Αδριατική Θάλασσα στα δυτικά. Σχεδόν αμέσως ήρθε σε διένεξη με τους περισσότερους από τους γείτονές του. Η Σλοβενία ήταν δύσκολο να προσδιοριστεί, δεδομένου ότι ήταν αναπόσπαστο τμήμα της Αυστρίας για 400 χρόνια. Η περιοχή της Βοϊβοντίνας ήταν αντικείμενο αμφισβήτησης με την Ουγγαρία, η περιοχή του Βαρδάρη με τη Βουλγαρία, και το Φιούμε με την Ιταλία.

Δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε επίσης στην Επαρχία της Καρινθίας, που επέλεξε να παραμείνει στην Αυστρία. Οι Αυστριακοί αποτελούσαν πλειοψηφία στην περιοχή αυτή, αν και οι αριθμοί έδειξαν ότι μερικοί Σλοβένοι ψήφισαν η Καρινθία να γίνει τμήμα της Αυστρίας. Η δαλματική πόλη-λιμάνι Ζαντάρ (ιταλικά: Zara) και μερικά από τα δαλματικά νησιά δόθηκαν στην Ιταλία. Η πόλη της Ριέκα (ιταλικά: Fiume) ανακηρύχθηκε Ελεύθερο Κράτος του Φιούμε, αλλά σύντομα καταλήφθηκε και το 1924 προσαρτήθηκε από την Ιταλία, στην οποία είχε επίσης δοθεί υπόσχεση για τις δαλματικές ακτές κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η Γιουγκοσλαβία διεκδικούσε την Ίστρια, τμήμα της πρώην Παραλιακής Αυστρίας, που είχε προσαρτηθεί στην Ιταλία, αλλά περιείχε σημαντικό πληθυσμό Κροατών και Σλοβένων.

Το σύνταγμα του 1921 πυροδότησε εντάσεις μεταξύ των διαφόρων γιουγκοσλαβικών εθνοτήτων. Ο Τρούμπιτς διαφώνησε με το σύνταγμα του 1921 και με την πάροδο του χρόνου έγινε όλο και πιο εχθρικός προς τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση που την έβλεπε να γίνεται όλο και πιο συγκεντρωτική προς όφελος της σερβικής ηγεμονίας επί της Γιουγκοσλαβίας.

Σλοβένοι αγρότες τη δεκετία του 1930

Τα τρία τέταρτα του γιουγκοσλαβικού εργατικού δυναμικού απασχολούνταν στη γεωργία. Υπήρχαν λίγες εμπορικές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, οι περισσότερες ήταν για ιδιοκατανάλωση. Οι αγρότες στον νότο ήταν ιδιαίτερα φτωχοί, ζώντας σε λοφώδεις, άγονες περιοχές. Μεγάλα κτήματα υπήρχαν μόνο στα βόρεια και όλα ανήκαν σε αλλοδαπούς. Μια από τις πρώτες ενέργειες του νέου γιουγκοσλαβικού κράτους το 1919 ήταν να κατατμήσει τα κτήματα και να αποβάλει τους ξένους, και ιδίως τους Ούγγρους γαιοκτήμονες. Σχεδόν το 40% του αγροτικού πληθυσμού πλεόναζε (δηλαδή δεν απαιτείτο για τη διατήρηση των τρεχόντων επιπέδων παραγωγής) και, παρά το όχι πολύ θερμό κλίμα, η Γιουγκοσλαβία ήταν επίσης σχετικά ξηρή. Οι εσωτερικές επικοινωνίες ήταν ανεπαρκείς, οι ζημιές από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν εκτεταμένες και με λίγες εξαιρέσεις η γεωργία ήταν χωρίς μηχανήματα ή άλλες σύγχρονες τεχνολογίες καλλιέργειας.

Η βιομηχανία ήταν περιορισμένη στο Βελιγράδι και τα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα και αποτελούνταν κυρίως από μικρές, συγκριτικά πρωτόγονες εγκαταστάσεις, που παρήγαν αποκλειστικά για την εγχώρια αγορά. Το εμπορικό δυναμικό των γιουγκοσλαβικών λιμανιών της Αδριατικής έμενε ανεκμετάλλευτο επειδή το έθνος δεν είχε τα κεφάλαια ή την τεχνογνωσία για να λειτουργήσει μια ναυτιλιακή βιομηχανία. Από την άλλη πλευρά η εξορυκτική βιομηχανία ήταν αρκετά αναπτυγμένη λόγω της αφθονίας ορυκτών πόρων της χώρας, αλλά δεδομένου ότι κατά κύριο λόγο την κατείχαν και τη διεύθυναν αλλοδαποί, η περισσότερη παραγωγή εξαγόταν. Η Γιουγκοσλαβία, στο σύνολό της, ήταν η τρίτο λιγότερη εκβιομηχανισμένη χώρα στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη Βουλγαρία και την Αλβανία.

Η Γιουγκοσλαβία, όπως γενικά οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, δανείστηκε μεγάλα ποσά χρημάτων από τη Δύση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920. Όταν άρχισε η Μεγάλη Ύφεση το 1930, οι Δυτικές δανειστές απαιτούσαν τα οφειλόμενα, που ήταν αδύνατο να αποπληρωθούν. Μερικά από τα χρήματα χάθηκαν σε δωροδοκίες, αν και τα περισσότερα χρησιμοποιήθηκαν από τους αγρότες για τη βελτίωση της παραγωγής και των εξαγωγών. Οι εξαγωγές γεωργικών προϊόντων ήταν πάντα μια ασταθής προοπτική, και η Ύφεση έκανε την αγορά τους να καταρρεύσει, καθώς τα κράτη ύψωναν παντού εμπορικούς φραγμούς. Η Ιταλία ήταν σημαντικός εμπορικός εταίρος της Γιουγκοσλαβίας τα πρώτα χρόνια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά οι σχέσεις μειώθηκαν μετά την άνοδο στην εξουσία του Μπενίτο Μουσολίνι. Στη ζοφερή οικονομική κατάσταση της δεκαετίας του 1930, η Γιουγκοσλαβία ακολούθησε το παράδειγμα των γειτόνων της και αφέθηκε να γίνει εξαρτώμενη από τη ναζιστική Γερμανία.

Παρά το γεγονός ότι η Γιουγκοσλαβία είχε υποχρεωτική δημόσια εκπαίδευση, αυτή ήταν απρόσιτη για τους περισσότερους αγρότες. Το επίσημο ποσοστό αλφαβητισμού του πληθυσμού ανερχόταν στο 50%, αλλά αυτό ποίκιλλε ευρέως σε όλη τη χώρα. Λιγότερο από το 10% των Σλοβένων ήταν αναλφάβητοι, αλλά ένα εντυπωσιακό 80% των Σλαβομακεδόνων και των Βόσνιων δεν μπορούσε να διαβάσει ή να γράψει. Μόνο 10% των μαθητών του δημοτικού σχολείου πήγαινε στο γυμνάσιο και είχε πρόσβαση σε τρία πανεπιστήμια στο Βελιγράδι, τη Λιουμπλιάνα και το Ζάγκρεμπ.

Η μικρή μεσαία τάξη κατέλαμβανε τα μεγάλα αστικά κέντρα και σχεδόν όλοι οι άλλοι ήταν αγρότες που ασχολούντο με τη γεωργία επιβίωσης. Η μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα ήταν οι Σέρβοι, ακολουθούμενοι από τους Κροάτες, τους Σλοβένους, τους Βόσνιους μουσουλμάνους, τους Σλαβομακεδόνες και τους Αλβανούς. Αντίστοιχα ήταν η θρησκεία με το μισό του πληθυσμού ορθόδοξους χριστιανούς, 40 περίπου τοις εκατό καθολικούς και τους υπόλοιπους μουσουλμάνους. Σε ένα τόσο πολύγλωσσο έθνος, οι εντάσεις ήταν συχνές, αλλά κυρίως μεταξύ των Σέρβων και των Κροατών. Άλλες διενέξεις ήταν εκείνες μεταξύ Σέρβων και Σλαβομακεδόνων, καθώς η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση είχε ως επίσημη θέση της ότι οι τελευταίοι ήταν Σέρβοι. Στις αρχές του 20ού αιώνα η διεθνής κοινότητα θεωρούσε τους Σλαβομακεδόνες κατά κύριο λόγο ως περιφερειακό είδος Βουλγάρων, αλλά κατά τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων του 1919 οι Σύμμαχοι ενέκριναν τον έλεγχο Σέρβων στη Μακεδονία του Βαρδάρη και την άποψή τους, ότι οι Σλαβομακεδόνες ήταν στην πραγματικότητα Νότιοι Σέρβοι.

Οι Σλοβένοι ήταν πιο κοντά στο Κροάτες από θρησκευτική και πολιτιστική άποψη. Ειδικότερα, ήξεραν ότι ήταν πολύ λίγοι για να σχηματίσουν ένα έθνος από μόνοι τους και δεν υπήρχε λόγος να υποθέσουν ότι μια Γιουγκοσλαβία κυριαρχούμενη από τους Κροάτες θα ήταν καλύτερη ή χειρότερη από μία κυριαρχούμενη από τους Σέρβους. Κατά το πλείστον ακολουθούσαν το γενικό πολιτικό ρεύμα και δεν αποτελούσαν σημαντική πηγή προβλημάτων.

Οι κατά κύριο λόγο μουσουλμάνοι Βόσνιοι κερδίσαν κάποιες παραχωρήσεις από το Βελιγράδι, αλλά πάντα αντιμετώπιζαν έντονη αντιπάθεια από τους γείτονές τους, κυρίως τους Σέρβους, και ήταν γνωστοί ως "Τούρκοι", παρά τη Σλαβική τους εθνικότητα. Οι Αλβανοί περνούσαν χειρότερα, δεδομένου ότι δεν μιλούν Σερβοκροατικά, αλλά όλοι οι Μουσουλμάνοι ήταν αντικείμενο ευρείας προκατάληψης στη Γιουγκοσλαβία. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας επετράπη να υφίστανται ως θύλακες του Ισλαμικού Νόμου ως προς την προσωπική κατάσταση, ως παραχώρηση προς τον μουσουλμανικό πληθυσμό της Γιουγκοσλαβίας.

Άλλες μικρότερες μειονότητες ήταν Ιταλοί, Ρουμάνοι, Γερμανοί, Ούγγροι και Έλληνες. Εκτός από τους Ρουμάνους η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση δεν παρείχε καμία ειδική μεταχείριση όσον αφορά τον σεβασμό για τη γλώσσα, τον πολιτισμό ή την πολιτική τους αυτονομία, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη δεδομένου ότι όλων οι πατρίδες είχαν εδαφικές διαφορές με τη Γιουγκοσλαβία. Λίγοι Εβραίοι ζούσαν στις μεγάλες πόλεις, ήταν αρκετά αφομοιωμένοι και δεν υπήρχαν σημαντικά προβλήματα αντισημιτισμού.

Μεταξύ 1918 και 1926 ο Νικόλα Πάσιτς έγινε πρωθυπουργός της Γιουγκοσλαβίας τρεις φορές.

Αμέσως μετά τη διακήρυξη της 1ης Δεκεμβρίου διαπραγματεύσεις μεταξύ του Εθνικού Συμβουλίου των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων και της σερβικής κυβέρνησης κατέληξαν σε συμφωνία για τη νέα κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Νικόλα Πάσιτς. Ωστόσο, όταν η συμφωνία αυτή υποβλήθηκε προς έγκριση στον αντιβασιλέα, Αλέξανδρο Καραγεώργεβιτς, απορρίφθηκε, παράγοντας την πρώτη κυβερνητική κρίση του νέου κράτους. Πολλοί θεώρησαν αυτή την απόρριψη ως παραβίαση των κοινοβουλευτικών αρχών, αλλά το θέμα λύθηκε όταν ο αντιβασιλέας πρότεινε την αντικατάσταση του Πάσιτς με τον Στόγιαν Πρότιτς, ηγετικό στέλεχος του Ριζοσπαστικού Κόμματος του Πάσιτς. Το Εθνικό Συμβούλιο και η σερβική κυβέρνηση συμφώνησαν και η νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1918.

Σε αυτή την περίοδο πριν από την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, ως κοινοβούλιο λειτούργησε μια Προσωρινή Αντιπροσωπεία, που σχηματίστηκε από εκπροσώπους των διαφόρων εκλεγμένων οργάνων που υπήρχαν πριν από τη δημιουργία του κράτους. Μια συμπόρευση κομμάτων που συνένωσε πολλά μέλη της σερβικής αντιπολίτευσης με πολιτικά κόμματα από την πρώην Αυστροουγγαρία οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου κόμματος, του Δημοκρατικού Κόμματος, που κυριάρχησε στην Προσωρινή Αντιπροσωπεία και την κυβέρνηση.

Επειδή το Δημοκρατικό Κόμμα με επικεφαλής τον Λιούμπομιρ Νταβίντοβιτς προώθησε ένα πολύ συγκεντρωτικό πρόγραμμα μια σειρά από Κροάτες αντιπροσώπους μεταπήδησαν στην αντιπολίτευση. Ωστόσο και οι ριζοσπάστες δεν ήταν ευχαριστημένοι που είχαν μόνο τρεις υπουργούς έναντι 11 του Δημοκρατικού Κόμματος και στις 16 Αυγούστου 1919, ο Πρότιτς υπέβαλε την παραίτησή του. Ο Νταβίντοβιτς στη συνέχεια σχημάτισε συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες. Αυτή η κυβέρνηση είχε την πλειοψηφία, αλλά η απαρτία της Προσωρινής Αντιπροσωπείας ήταν το μισό των ψήφων συν μία. Η αντιπολίτευση στη συνέχεια άρχισε να μποϊκοτάρει το κοινοβούλιο. Δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την παρουσία όλων των υποστηρικτών της, κατέστη αδύνατο να υπάρξει μια συνεδρίαση σε απαρτία του κοινοβουλίου. Ο Νταβίντοβιτς σύντομα παραιτήθηκε, αλλά καθώς κανένας άλλος δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση έγινε και πάλι πρωθυπουργός. Καθώς η αντιπολίτευση συνέχισε το μποϊκοτάζ της, η κυβέρνηση αποφάσισε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να κυβερνά με διατάγματα. Αυτό καταγγέλθηκε από την αντιπολίτευση ο οποίος άρχισε να αυτοαποκαλείται Κοινοβουλευτική Κοινότητα. Ο Νταβίντοβιτς συνειδητοποίησε ότι η κατάσταση ήταν αδιέξοδη και ζήτησε από τον βασιλιά να προχωρήσει αμέσως σε εκλογές για Συντακτική Συνέλευση. Όταν ο βασιλιάς αρνήθηκε θεώρησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να παραιτηθεί.

Η Κοινοβουλευτική Κοινότητα σχημάτισε τώρα μια κυβέρνηση με επικεφαλής τον Στόγιαν Πρότιτς, που δεσμεύτηκε για την αποκατάσταση των κοινοβουλευτικών κανόνων και την άμβλυνση του συγκεντρωτισμού της προηγούμενης κυβέρνησης. Τους ένωσε επίσης η αντίθεσή τους στο πρόγραμμα ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης της προηγούμενης κυβέρνησης. Καθώς πολλές μικρές ομάδες και μεμονωμένοι άλλαξαν στρατόπεδο ο Πρότιτς τώρα είχε ακόμη μια μικρή πλειοψηφία. Ωστόσο το Δημοκρατικό Κόμμα και οι Σοσιαλδημοκράτες μποϊκόταραν τώρα αυτοί το κοινοβούλιο και ο Πρότιτς δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσει απαρτία. Εξού και η Κοινοβουλευτική Κοινότητα, τώρα στην κυβέρνηση, αναγκάστηκε να κυβερνά με διατάγματα.

Για την Κοινοβουλευτική Κοινότητα το να παραβιάζει έτσι τη βασική αρχή γύρω από την οποία είχε σχηματιστεί την έφερνε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Τον Απρίλιο του 1920 ξέσπασαν εκτεταμένες εργατικές ταραχές και μια απεργία των σιδηροδρομικών. Σύμφωνα με τον Γκλιγκορίγεβιτς αυτό άσκησε πίεση στα δύο μεγάλα κόμματα να λύσουν τις διαφορές τους. Μετά την επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων ο Πρότιτς παραιτήθηκε για να ανοίξει ο δρόμος για μια νέα κυβέρνηση με επικεφαλής τον ουδέτερο σχήμα του Μιλένκο Βέσνιτς. Οι Σοσιαλδημοκράτες δεν ακολούθησαν το Δημοκρατικό Κόμμα, πρώην συμμάχους τους, στην κυβέρνηση επειδή ήταν αντίθετοι με τα αντικομμουνιστικά μέτρα που έλαβε η νέα κυβέρνηση.

Οι αντιπαραθέσεις που είχαν διαιρέσει τα κόμματα πρωτύτερα ήταν ακόμα πολύ ζωντανές. Το Δημοκρατικό Κόμμα συνέχισε να προωθεί το συγκεντρωτικό του πρόγραμμα και ακόμα επέμενε στην ανάγκη για ριζική αγροτική μεταρρύθμιση. Μια διαφωνία σχετικά με τον εκλογικό νόμο οδήγησε τελικά το Δημοκρατικό Κόμμα να ψηφίσει εναντίον της κυβέρνησης στη Βουλή και η κυβέρνηση ηττήθηκε. Αν και αυτή η συνεδρίαση δεν είχε απαρτία, ο Βέσνιτς τη χρησιμοποίησε ως πρόσχημα για να παραιτηθεί. Η παραίτησή του είχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: το Ριζοσπαστικό Κόμμα συμφώνησε να αποδεχθεί την ανάγκη για συγκεντρωτισμό και το Δημοκρατικό Κόμμα συμφώνησε να αποσύρει την εμμονή του για την αγροτική μεταρρύθμιση. Ο Βέσνιτς τέθηκε και πάλι επικεφαλής της νέας κυβέρνησης. Η Κροατική Κοινότητα και το Σλοβενικό Λαϊκό Κόμμα, ωστόσο, δεν ήταν ευχαριστημένοι με την αποδοχή του συγκεντρωτισμού των Ριζοσπαστών. Ούτε και ο Στόγιαν Πρότιτς, που αποσύρθηκε από την κυβέρνηση για το ίδιο θέμα.

Τον Σεπτέμβριο του 1920 ξέσπασε στην Κροατία μια αγροτική εξέγερση, άμεση αιτία της οποίας ήταν η σήμανση των βοοειδών των αγροτών. Η Κροατική Κοινότητα κατηγόρησε ειδικότερα τη συγκεντρωτική πολιτική της κυβέρνησης και του υπουργού Σβέτοζαρ Πριμπίτσεβιτς.

Από τη συντακτική συνέλευση στη δικτατορία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Επαρχίες του Βασιλείου το 1920-1922.
Ομπλαστ του Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων

Ένας από τους λίγους νόμους που πέρασαν επιτυχώς από την Προσωρινή Αντιπροσωπεία ήταν ο εκλογικός νόμος για τη συντακτική συνέλευση. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της ίδρυσης του νέου κράτους είχε συμφωνηθεί ότι η ψηφοφορία θα είναι μυστική και καθολική. Δεν είχαν σκεφτεί ότι η καθολικότητα μπορεί να περιλάμβανε και τις γυναίκες μέχρι το ξεκίνημα ενός κινήματος για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών που εμφανίστηκε με τη δημιουργία του νέου κράτους. Οι Σοσιαλδημοκράτες και το Λαϊκό Σλοβενικό Κόμμα υποστήριξαν την ψήφο των γυναικών, αλλά οι Ριζοσπάστες αντιτάχθηκαν. Το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν ανοικτό στην ιδέα, αλλά δεν την υποστήριξε αρκετά, έτσι η πρόταση απορρίφθηκε. Η αναλογική εκπροσώπηση έγινε δεκτή καταρχήν, αλλά επέλεξε ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής (d'Hondt με πολύ μικρές εκλογικές περιφέρειες) που ευνοούσε τα μεγάλα κόμματα και τα κόμματα με ισχυρή τοπική υποστήριξη.

Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν στις 28 Νοεμβρίου 1920. Όταν οι ψήφοι καταμετρήθηκαν το Δημοκρατικό Κόμμα είχε κερδίσει τις περισσότερες έδρες, περισσότερες από τους Ριζοσπάστες - αλλά ελάχιστα. Για ένα κόμμα που ήταν τόσο κυρίαρχο στην Προσωρινή Αντιπροσωπεία αυτό θεωρήθηκε ήττα. Περαιτέρω τα είχε πάει μάλλον άσχημα σε όλες τις περιοχές της πρώην Αυστροουγγαρίας. Αυτό υπονόμευε την πεποίθηση του κόμματος ότι η συγκεντρωτική του πολιτική αντιπροσώπευε τη βούληση του γιουγκοσλαβικού λαού στο σύνολό του. Οι Ριζοσπάστες δεν τα είχαν πάει καλύτερα σε αυτές τις περιοχές, αλλά αυτό ήταν πολύ λιγότερο πρόβλημα για αυτούς, επειδή είχαν αγωνιστεί ανοιχτά ως Σερβικό Κόμμα. Τα πιο θεαματικά κέρδη είχαν πετύχει δύο αντισυστημικά κόμματα. Η ηγεσία του Κροατικού Ρεπουμπλικανικού Αγροτικού Κόμματος είχε απελευθερωθεί από τη φυλακή μόλις όταν ξεκίνησε η προεκλογική εκστρατεία. Σύμφωνα με τον Γκλιγκορίγεβιτς αυτό τους βοήθησε περισσότερο από πραγματική προεκλογική εκστρατεία. Η Κροατική Κοινότητα (που είχε με άτολμο τρόπο προσπαθήσει να εκφράσει τη δυσαρέσκεια που κινητοποίησε το Κροατικό Ρεπουμπλικανικό Αγροτικό Κόμμα) είχε επίσης στιγματιστεί από τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση και σχεδόν εξαλείφθηκε. Αλλοι κερδισμένοι ήταν οι κομμουνιστές που τα είχαν πάει ιδιαίτερα καλά στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Τις υπόλοιπες έδρες πήραν μικρότερα κόμματα που έδειχναν τουλάχιστον σκεπτικισμό για τη συγκεντρωτική πλατφόρμα του Δημοκρατικού Κόμματος.

Τα αποτελέσματα ισχυροποίησαν πολύ τον Νικόλα Πάσιτς και οι Δημοκρατικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να συμμαχήσουν με τους Ριζοσπάστες, αν ήθελαν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους για μια συγκεντρωτική Γιουγκοσλαβία. Ο Πάσιτς ήταν πάντα προσεκτικός για να κρατά ανοικτή την επιλογή μιας συμφωνίας με την Κροατική αντιπολίτευση. Οι Δημοκρατικοί και οι Ριζοσπάστες δεν ήταν αρκετά ισχυροί για να ψηφίσουν το σύνταγμα μόνοι τους και έκαναν μια συμμαχία με τη Γιουγκοσλαβική Μουσουλμανική Οργάνωση (JΜΟ). Το Μουσουλμανικό Κόμμα ζήτησε και πήρε παραχωρήσεις για τη διατήρηση της Βοσνίας στα σύνορά της και για να μην επηρεάσει η αγροτική μεταρρύθμιση τους μουσουλμάνους γαιοκτήμονες στη Βοσνία.

Το Κροατικό Ρεπουμπλικανικό Αγροτικό Κόμμα αρνήθηκε να ορκιστεί πίστη στον βασιλιά με το αιτιολογικό ότι αυτό σήμαινε ότι η Γιουγκοσλαβία είναι μια μοναρχία, κάτι που υποστήριξε ότι μόνο η Συντακτική Συνέλευση θα μπορούσε να αποφασίσει. Το κόμμα αρνήθηκε να καταλάβει τις έδρες του. Οι περισσότεροι από την αντιπολίτευση, αν και αρχικά κατέλαβαν τις έδρες τους, κήρυξαν μποϊκοτάζ με την πάροδο του χρόνου, έτσι ώστε υπήρχαν λίγες ψήφοι κατά. Ωστόσο η συντακτική αποφάσισε εναντίον της συμφωνίας του 1918 μεταξύ του Κράτους των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων και του Βασιλείου της Σερβίας, που ανέφερε ότι για να περάσει απαιτείτο πλειοψηφία 66% από 50% συν μία ψήφο, ανεξάρτητα από το πόσοι ψήφισαν κατά. Μόνο παραχωρήσεις της τελευταίας προς το Τζεμιγιέτ - μια ομάδα Μουσουλμάνων από τη σημερινή Βόρεια Μακεδονία και το Κοσσυφοπέδιο - έσωσε την κατάσταση.

Tο Σύνταγμα Βίντοβνταν].

Στις 28 Ιουνίου 1921 ψηφίστηκε το Σύνταγμα Βίντοβνταν (Ημέρας του Αγίου Βίτου), που θέσπισε μοναρχία ενιαίου κράτους. Οι προ του Παγκοσμίου Πολέμου παραδοσιακές περιοχές καταργήθηκαν και ιδρύθηκαν 33 νέες διοικητικές όμπλαστ (επαρχίες) που διοικούντο από το κέντρο. Την περίοδο αυτή ο βασιλιάς Πέτρος Α΄ πέθανε (16 Αυγούστου 1921) και τον διαδέχθηκε στον θρόνο ο πρίγκιπας-αντιβασιλέας ως βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄.

Ο Λιούμπομιρ Νταβίντοβιτς από τους Δημοκράτες άρχισε να έχει αμφιβολίες για τη σοφία της δέσμευσης του κόμματός του για συγκεντρωτισμό και άρχισε διαπραγματεύσεις με την αντιπολίτευση. Αυτό απείλησε να προκαλέσει διάσπαση στο κόμμα του καθώς σε αυτή την ενέργειά του ήταν αντίθετος ο Σβέτοζαρ Πριμπίτσεβιτς. Έδωσε επίσης στον Πάσιτς πρόσχημα να τερματίσει τον συνασπισμό. Στην αρχή ο βασιλιάς ανέθεσε στον Πάσιτς την εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με τους Δημοκρατικούς του Πριμπίτσεβιτς. Ωστόσο ο Πάσιτς προσέφερε στον Πριμπίτσεβιτς πολύ λίγα και δεν υπήρχε μεγάλη πιθανότητα αυτός να συμφωνήσει. Σχηματίστηκε λοιπόν μια καθαρά Ριζοσπαστική κυβέρνηση με την εντολή να διενεργήσει εκλογές. Οι Ριζοσπάστες είχαν κέρδη σε βάρος των Δημοκρατικών αλλά και αλλού είχε κέρδη το Αγροτικό Κόμμα του Ράντιτς.

Οι Σέρβοι πολιτικοί γύρω από τον Ράντιτς θεωρούσαν τη Σερβία τον σταθερό φορέα της γιουγκοσλαβικής ενότητας, όπως το Πεδεμόντιο για την Ιταλία, ή η Πρωσία για τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ένα είδος "Μεγάλης Σερβίας". Τα επόμενα χρόνια αυξήθηκε η αντίσταση των Κροατών εναντίον της σερβοκεντρικής πολιτικής.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Νικόλα Πάσιτς χρησιμοποίησε την αστυνομική πίεση πάνω στους ψηφοφόρους και στις εθνοτικές μειονότητες, τη δήμευση των φυλλαδίων της αντιπολίτευσης και άλλα μέτρα για να ελέγξει τις εκλογές. Αυτό δεν είχε αποτέλεσμα εναντίον του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος (πρώην Κροατικό Ρεπουμπλικανικό Αγροτικό Κόμμα), τα μέλη του οποίου συνέχισαν να εκλέγονται στο γιουγκοσλαβικό κοινοβούλιο σε μεγάλους αριθμούς, αλλά έβλαψε τους βασικούς Σέρβους αντιπάλους των Ριζοσπαστών, τους Δημοκρατικούς.

Ο Στέφαν Ράντιτς, αρχηγός του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος, φυλακίστηκε πολλές φορές για πολιτικούς λόγους, αφέθηκε ελεύθερος το 1925 και επέστρεψε στο κοινοβούλιο.

Την άνοιξη του 1928, ο Ράντιτς και ο Σβέτοζαρ Πριμπίτσεβιτς εξαπέλυσαν μια οξεία κοινοβουλευτική μάχη κατά της κύρωσης της Σύμβασης του Νετούνο με την Ιταλία. Σε αυτό κινητοποίησαν την εθνικιστική αντιπολίτευση στη Σερβία, αλλά προκάλεσε βίαιη αντίδραση της κυβερνητικής πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένων απειλών για δολοφονίες. Στις 20 Ιουνίου του 1928 ένα μέλος της κυβερνητικής πλειοψηφίας, ο Σέρβος βουλευτής Πούνισα Ράτσιτς πυροβόλησε πέντε μέλη του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένου του αρχηγού τους Στέφαν Ράντιτς. Δύο πέθαναν επί τόπου στην Εθνοσυνέλευση, ενώ η ζωή του Ράντιτς κρεμόταν από μια κλωστή.

Η αντιπολίτευση τότε αποχώρησε εντελώς από το κοινοβούλιο, δηλώνοντας ότι δεν θα επιστρέψει σε ένα κοινοβούλιο στο οποίο βουλευτές της είχαν δολοφονηθεί και επιμένοντας σε νέες εκλογές. Την 1η Αυγούστου, σε μια συνάντηση στο Ζάγκρεμπ, αποκήρυξε τη Διακήρυξη της 1ης Δεκεμβρίου του 1918 και απαίτησε οι διαπραγματεύσεις για την ενοποίηση να ξεκινήσουν από μηδενική βάση. Στις 8 Αυγούστου πέθανε ο Στέφαν Ράντιτς.

Δικτατορία της 6ης Ιανουαρίου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1929 το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας υποδιαιρέθηκε εννέα μπανόβινες. Αυτές έγιναν οκτώ το 1939, όταν δύο συνενώθηκαν για να αποτελέσουν την Μπανόβινα της Κροατίας.
Το 1939 ιδρύθηκε η Μπανόβινα της Κροατίας με σκοπό να λύσει το "Κροατικό ζήτημα". Δημιουργήθηκε από την Μπανόβινα του Σάβου και την Παράκτια Μπανόβινα, με μικρά τμήματα που παραχωρήθηκαν από τις Μπανόβινες του Δρίνου, της Ζέτα και του Δούναβη.

Στις 6 Ιανουαρίου 1929, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση την πολιτική κρίση που προκλήθηκε από τη δολοφονία, ο βασιλιάς Αλέξανδρος κατάργησε το Σύνταγμα, διέλυσε το Κοινοβούλιο και επέβαλε προσωπική δικτατορία (γνωστή ως Δικτατορία της 6ης Ιανουαρίου, Šestosiječanjska diktatura, Šestojanuarska diktatura). Άλλαξε το όνομα της χώρας σε "Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας" και άλλαξε την εσωτερική διαίρεση από τις 33 όμπλαστ σε εννέα νέες μπανόβινες στις 3 Οκτωβρίου. Σύντομα δημιουργήθηκε μια Επιτροπή Προστασίας του Κράτους, ως εργαλείο του νέου καθεστώτος για την πάταξη οποιαδήποτε διαφωνίας. Οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης Βλάντκο Μάτσεκ και Σβέτοζαρ Πριμπίτσεβιτς συνελήφθησαν με κατηγορίες από το δικαστήριο. Ο Πριμπίτσεβιτς αργότερα εξορίστηκε, ενώ τη δεκαετία του 1930 ο Μάτσεκ θα γινόταν ο ηγέτης ολόκληρου του μπλοκ της αντιπολίτευσης.

Αμέσως μετά την κήρυξη της δικτατορίας ο Κροάτης βουλευτής Άντε Πάβελιτς αυτοεξορίστηκε. Τα επόμενα χρόνια, ο Πάβελιτς εργάστηκε για τη δημιουργία μιας επαναστατικής οργάνωσης, την Ουστάσα, συμμάχησε με την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) εναντίον του κράτους.

Το 1931 ο Αλέξανδρος θέσπισε ένα νέο Σύνταγμα, που έκανε την εκτελεστική εξουσία δώρο του βασιλιά. Οι εκλογές ορίζονταν με καθολική ψηφοφορία των ανδρών. Η πρόβλεψη για μυστική ψηφοφορία καταργήθηκε και η πίεση προς τους δημοσίους υπαλλήλους να ψηφίσουν για το κυβερνών κόμμα ήταν χαρακτηριστικό όλων των εκλογών που διεξήχθησαν με το σύνταγμα του Αλεξάνδρου. Περαιτέρω, το ήμισυ της άνω βουλής διοριζόταν άμεσα από τον βασιλιά και τα νομοσχέδια μπορούσαν να γίνουν νόμοι με την έγκριση ενός από τα νομοθετικά σώματα και μόνο εάν εγκρίνονταν και από τον βασιλιά.

Την ίδια χρονιά δολοφονήθηκε στο Ζάγκρεμπ ο Κροάτης ιστορικός και αντιγιουγκοσλάβος διανοούμενος Μίλαν Σούφλαϊ. Αντιδρώντας ο Άλμπερτ Αϊνστάιν και ο Χάινριχ Μαν απεύθυναν έκκληση προς τη Διεθνή Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Παρίσι, καταδικάζοντας τη δολοφονία, κατηγορώντας τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Η επιστολή έκανε λόγο για "φρικτή βιαιότητα που ασκείται επί του Κροατικού Λαού". Η προσφυγή απευθυνόταν στην εδρεύουσα στο Παρίσι Ligue des droits de l'homme (Ενωση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων). Στην επιστολή τους οι Αϊνστάιν και Mαν καθιστούσαν τον Γιουγκοσλάβο βασιλιά Aλέξανδρο ρητά υπεύθυνο για αυτή την κατάσταση.

Η εναντίωση των Κροατών στο νέο καθεστώς ήταν έντονη και, στα τέλη του 1932, το Κροατικό Αγροτικό Κόμμα εξέδωσε το Μανιφέστο του Ζάγκρεμπ, που ζητούσε τον τερματισμό της ηγεμονίας και της δικτατορίας των Σέρβων. Η κυβέρνηση αντέδρασε φυλακίζοντας πολλούς πολιτικούς της αντιπάλους, μεταξύ αυτών τον νέο ηγέτη του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος Βλάντκο Μάτσεκ. Παρά τα μέτρα αυτά η αντίθεση στη δικτατορία συνεχίστηκε, με τους Κροάτες να κάνουν έκκληση για λύση του λεγόμενου "Κροατικού ζητήματος". Στα τέλη του 1934 ο βασιλιάς σχεδιάζει να απελευθερώσει το Μάτσεκ από τη φυλακή, να εισαγάγει δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και να προσπαθήσει να βρεί κοινό έδαφος μεταξύ των Σέρβων και των Κροατών.

Ωστόσο, στις 9 Οκτωβρίου 1934, ο βασιλιάς δολοφονήθηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας από τον Βελίτσκο Κέριν (επίσης γνωστό με το επαναστατικό ψευδώνυμό του Βλάντο Τσερνοζέμσκι), ακτιβιστή της ΕΜΕΟ, σε μια συνωμοσία Γιουγκοσλάβων εξόριστων και ριζοσπαστικών μελών απαγορευμένων πολιτικών κομμάτων σε συνεργασία με την Κροατική ακραία εθνικιστική οργάνωση των Ουστάσι.

Επειδή ο μεγαλύτερος γιος του Αλεξάνδρου, ο Πέτρος Β΄, ήταν ανήλικος, τον ρόλο του βασιλιά ανέλαβε ένα Συμβούλιο αντιβασιλείας των τριών, όπως οριζόταν στη διαθήκη του Αλεξάνδρου. Κυρίαρχος στο συμβούλιο ήταν ο ξάδελφος του βασιλιά πρίγκιπας Παύλος.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 οι εσωτερικές εντάσεις συνέχισαν να αυξάνονται με τους Σέρβους και τους Κροάτες να επιδιώκουν να εγκαθιδρύσει εθνικές ομοσπονδιακές υποδιαιρέσεις. Οι Σέρβοι ήθελαν η Μπανόβινα του Βαρδάρη (αργότερα γνωστό εντός της Γιουγκοσλαβίας ως Μακεδονία του Βαρδάρη), η Βοϊβοντίνα και το Μαυροβούνιο να ενωθούν με τα σερβικά εδάφη ενώ η Κροατία ήθελε τη Δαλματία και τμήμα της Βοϊβοντίνας. Και οι δύο διεκδικούσαν εδάφη στη σημερινή Βοσνία και Ερζεγοβίνη, που κατοικείτο και από Βόσνιους Μουσουλμάνους. Η επέκταση της Ναζιστικής Γερμανίας το 1938 έδωσε νέα ώθηση στις προσπάθειες για την επίλυση αυτών των προβλημάτων και, το 1939, ο πρίγκιπας Παύλος διόρισε τον Ντραγκίσα Τσβέτκοβιτς πρωθυπουργό, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας με την κροατική αντιπολίτευση. Έτσι στις 26 Αυγούστου του 1939 ο Βλάντκο Μάτσεκ έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Γιουγκοσλαβίας και ιδρύθηκε μια αυτόνομη Μπανόβινα της Κροατίας με το δικό της κοινοβούλιο.

Αυτές οι αλλαγές δεν ικανοποίησαν τους Σέρβους, που ανησυχούσαν για το καθεστώς της σερβικής μειονότητας στη νέα Μπανόβινα της Κροατίας και ήθελαν μεγαλύτερο μέρος της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης ως σερβικό έδαφος. Οι Κροάτες εθνικιστές Ουστάσι επίσης εξοργίζονταν με κάθε διακανονισμό λιγότερο από πλήρη ανεξαρτησία μιας Μεγάλης Κροατίας, συμπεριλαμβανομένης όλης της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης.

Κατοχή και διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας, 1941–43.
Κατοχή και διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας, 1943–44.

Φοβούμενη εισβολή από τις δυνάμεις του Άξονα, η Γιουγκοσλαβία προσυπέγραψε το Τριμερές Σύμφωνο του Άξονα στις 25 Μαρτίου του 1941, υποσχόμενη συνεργασία με τον Άξονα. Ακολούθησαν στο Βελιγράδι μαζικές διαδηλώσεις κατά του Άξονα.

Στις 27 Μαρτίου, το καθεστώς του πρίγκιπα Παύλου ανατράπηκε από στρατιωτικό πραξικόπημα με βρετανική υποστήριξη. Ο 17ετής Πέτρος Β΄ κηρύχθηκε ενήλικος και τοποθετήθηκε στον θρόνο, με πρωθυπουργό τον στρατηγό Ντούσαν Σίμοβιτς. Το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας απέσυρε την υποστήριξή του στον Άξονα de facto, χωρίς τυπικά να αποκηρύξει το Τριμερές Σύμφωνο. Παρά το γεγονός ότι οι νέοι κυβερνώντες ήταν αντίθετοι με τη ναζιστική Γερμανία, φοβούντο επίσης ότι, αν ο Γερμανός δικτάτορας Αδόλφος Χίτλερ επετίθετο στη Γιουγκοσλαβία, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν πρακτικά σε θέση να βοηθήσει. Ανεξάρτητα από αυτό, στις 6 Απριλίου του 1941 οι δυνάμεις του Άξονα ξεκίνησαν την εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και την κατέλαβαν γρήγορα. Η βασιλική οικογένεια, συμπεριλαμβανομένου του Πρίγκιπα Παύλου, διέφυγε στο εξωτερικό και κρατήθηκε από τους Βρετανούς στην Κένυα.

Το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας σύντομα διαμελίστηκε από τον Άξονα σε αρκετές οντότητες. Η Γερμανία, η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Βουλγαρία προσάρτησαν ξεκάθαρα ορισμένες παραμεθόριες περιοχές. Μια Μεγάλη Γερμανία επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Σλοβενίας. Ιταλία πρόσθεσε την Κυβέρνηση της Δαλματίας και περισσότερο από το ένα τρίτο της δυτικής Σλοβενίας στην Ιταλική Αυτοκρατορία. Μία διευρυμένη Κροατία αναγνωρίστηκε από τον Αξονα ως Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας (Nezavisna Država Hrvatska, NDH). Στα χαρτιά το NDH ήταν ένα βασίλειο και ο Αϊμόνε (1900-1948), 4ος Δούκας της Αόστας, στέφθηκε βασιλιάς Τόμισλαβ Β΄ της Κροατίας. Ότι απέμεινε από το σερβικό έδαφος έγινε γερμανική στρατιωτική διοίκηση, υπό στρατιωτικούς διοικητές και μια σερβική πολιτική κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Μίλαν Νέντιτς. Ο Νέντιτς προσπάθησε να αποκτήσει τη γερμανική αναγνώριση της Σερβίας ως διάδοχου κράτος της Γιουγκοσλαβίας και υποστήριξε τον βασιλιά Πέτρο Β΄ ως μονάρχη της Σερβίας. Η Ουγγαρία κατέλαβε αρκετές βόρειες περιοχές.

Εξορία του βασιλιά

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Πέτρος Β΄, που είχε καταφύγει στην εξορία αναγνωριζόταν, ακόμα ως βασιλιάς όλης της Γιουγκοσλαβίας από τους Συμμάχους. Από τις 13 Μαΐου του 1941 ο σε μεγάλο βαθμό σερβικός "Γιουγκοσλαβικός Στρατός στην Πατρίδα" (Jugoslovenska Vojska u otadžbini, ή JVUO, ή Τσέτνικ) αντιστάθηκε στην κατοχή της Γιουγκοσλαβίας απο τον Άξονα. Αυτό το αντιγερμανικό και αντικομμουνιστικό αντιστασιακό κίνημα διοικείτο από τον βασιλόφρονα στρατηγό Ντράζα Μιχαΐλοβιτς. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Τσέτνικ υποστηρίζονταν από τους Βρετανούς, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη γιουγκοσλαβική βασιλική εξόριστη κυβέρνηση του βασιλιά Πέτρου Β΄.

Ωστόσο στην πορεία του πολέμου η πραγματική εξουσία πέρασε στα χέρια των Κομμουνιστών Παρτιζάνων του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο. Το 1943 ο Τίτο ανακήρυξε τη δημιουργία της Λαϊκής Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας (demokratska federativna Jugoslavija). Οι Σύμμαχοι σταδιακά αναγνώρισαν τις δυνάμεις του Τίτο ως τις ισχυρότερες δυνάμεις αντίστασης στη γερμανική κατοχή. Άρχισαν να στέλνουν τις περισσότερες από τις ενισχύσεις τους προς τους Παρτιζάνους του Τίτο, παρά προς τους βασιλικούς Τσέτνικ. Στις 16 Ιουνίου του 1944 υπεγράφη η συμφωνία Τίτο-Σουμπάσιτς, που συνένωνε την de facto και de jure κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας.

Στις αρχές του 1945, αφού οι Γερμανοί είχαν εκδιωχθεί, το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας αποκαταστάθηκε επίσημα στα χαρτιά, αλλά την πραγματική πολιτική εξουσία κατείχαν οι Κομμουνιστές Παρτιζάνοι του Τίτο. Στις 29 Νοεμβρίου ο Βασιλιάς Πέτρος Β΄, ενώ ήταν ακόμη στην εξορία, καθαιρέθηκε από την Κομμουνιστική Συντακτική Συνέλευση της Γιουγκοσλαβίας. Στις 2 Δεκεμβρίου, οι κομμουνιστικές αρχές κήρυξαν ολόκληρη την επικράτεια, ως ανήκουσα στη Λαϊκή Ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας. Η νέα Γιουγκοσλαβία καταλάμβανε περίπου το ίδιο έδαφος με το βασίλειο, αλλά δεν ήταν πια μοναρχία.

Εξωτερική πολιτική

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φιλοσυμμαχική κυβέρνηση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασίλειο καλλιέργησε μια στενή σχέση με τους Συμμάχους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ιδιαίτερα μεταξύ 1920 και 1934 με τους παραδοσιακούς υποστηρικτές της Γιουγκοσλαβίας, Βρετανία και Γαλλία.

Από το 1920 το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας είχε σχηματίσει τη Μικρή Αντάντ με την Τσεχοσλοβακία και τη Ρουμανία, με την υποστήριξη της Γαλλίας. Ο πρωταρχικός στόχος της συμμαχίας ήταν να εμποδίσει την Ουγγαρία να ανακτήσει τα εδάφη που είχε χάσει μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συμμαχία έχασε τη σημασία της το 1937 όταν η Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία αρνήθηκαν να υποστηρίξουν την Τσεχοσλοβακία (σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης), που τότε απειλείτο από τη Γερμανία.

Βαλκανικές συμμαχίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1924 το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας σχημάτισε ένα Βαλκανικό Μπλοκ με την Ελλάδα, τη Ρουμανία και την Τουρκία με πρόθεση τη διατήρηση της ισορροπίας στη Βαλκανική χερσόνησο. Η συμμαχία επισημοποιήθηκε και εδραιώθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1934, όταν έγινε η "Βαλκανική Αντάντ".

Ιταλικός συνασπισμός

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βασίλειο της Ιταλίας είχε εδαφικές αξιώσεις από το Βασιλείο της Γιουγκοσλαβίας. Οι σχέσεις μεταξύ της Ιταλίας και των προκατόχων του βασιλείου, του Βασίλειου της Σερβίας και των Σλοβένων και Κροατών, έγιναν εχθρικές κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς Ιταλοί και Γιουγκοσλάβοι πολιτικοί ήταν σε διένεξη για την περιοχή της Δαλματίας, που η Ιταλία απαιτούσε ως δική της. Αυτές οι εχθρικές σχέσεις έγιναν ολοφάνερες την 1η Νοεμβρίου 1918, όταν ιταλικές δυνάμεις βύθισαν το πρόσφατα κατειλημμένο αυστροουγγρικό θωρηκτό SMS Viribus Unitis που χρησιμοποιείτο από το Κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων. Η Ιταλία σχημάτισε συνασπισμό εναντίον της Γιουγκοσλαβίας με τα κράτη με παρόμοια εξωτερική πολιτική, επηρεασμένα σε μεγάλο βαθμό από την Ιταλία και/ή τον φασισμό (Αλβανία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία), που διήρκεσε από το 1924 έως το 1927.

Το 1927 η συνεργασία με τη Βρετανία και τη Γαλλία έκανε την Ιταλία να αποχωρήσει από την αντιγιουγκοσλαβική συμμαχία της. Ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι δέχτηκε το ακραίο κροατικό εθνικιστικό κίνημα των Ουστάσι του Άντε Πάβελιτς στην Ιταλία και να χρησιμοποιεί κέντρα εκπαίδευσης στην Ιταλία για να προετοιμαστεί για πόλεμο με τη Γιουγκοσλαβία. Η Ουγγαρία επέτρεψε, επίσης, τέτοια στρατόπεδα εκπαίδευσης των Ουστάσι.

Γιουγκοσλαβικό γραμματόσημο του 1939 με τον βασιλιά Πέτρο Β΄.

Επισήμως τα τελευταία λόγια του βασιλιά Aλέξανδρου ήταν "Σώστε τη Γιουγκοσλαβία και τη φιλία με τη Γαλλία". Οι διάδοχοί του γνώριζαν πολύ καλά την ανάγκη να προσπαθήσουν και να κάνουν το πρώτο, αλλά το δεύτερο, η διατήρηση στενών δεσμών με τη Γαλλία, ήταν όλο και πιο δύσκολο. Υπήρχαν πολλοί λόγοι για αυτό. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 η Γαλλία, διχασμένη εσωτερικά, ήταν όλο και λιγότερο σε θέση να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην Ανατολική Ευρώπη και να υποστηρίξει τους συμμάχους της, πολλοί από τους οποίους είχαν πληγεί πολύ από την οικονομική κρίση της περιόδου αυτής. Αντίθετα η Γερμανία ήταν όλο και πιο πρόθυμη να συνάψει συμφωνίες ανταλλαγής με τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Στην πορεία οι χώρες αυτές θεώρησαν ότι ήταν εναντίον των συμφερόντων τους να ακολουθούν στενά τη Γαλλία. Ένα επιπλέον κίνητρο για τη βελτίωση των σχέσεων με την Ιταλία και τη Γερμανία ήταν το γεγονός ότι η Ιταλία υποστήριζε το κίνημα των Ουστάσι. Καθώς ο Μάτσεκ επεδίωκε η Ιταλία να στηρίξει την απόσχιση της Κροατίας από τη Γιουγκοσλαβία, ο πρώτος αντιβασιλέας πρίγκιπας Παύλος έκρινε ότι οι στενότερες σχέσεις με την Ιταλία ήταν αναπόφευκτες. Σε μια προσπάθεια να στερήσει το Κροατικό Αγροτικό Κόμμα από πιθανή ιταλική υποστήριξη, υπέγραψε μια συνθήκη φιλίας μεταξύ των δύο χωρών το 1937. Αυτό πράγματι περιόρισε κάπως την απειλή των Ουστάσι, καθώς ο Μουσολίνι φυλάκισε μερικούς από τους ηγέτες τους και απέσυρε προσωρινά την οικονομική υποστήριξη. Το 1938, η Γερμανία, με την προσάρτηση της Αυστρίας, απέκτησε σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Η ασθενική αντίδραση της Γαλλίας και της Βρετανίας, αργότερα το ίδιο έτος, κατά τη διάρκεια της Κρίσης της Σουδητίας έπεισε το Βελιγράδι ότι ένας ευρωπαϊκός πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και ότι δεν θα ήταν συνετό να στηρίξει τη Γαλλία και τη Βρετανία. Αντίθετα η Γιουγκοσλαβία προσπάθησε να μείνει σε απόσταση, αυτό παρά τις προσωπικές συμπάθειες του Παύλου για τη Βρετανία και την πάγια προτίμηση της Σερβίας για τη Γαλλία. Εν τω μεταξύ η Γερμανία και η Ιταλία προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τα εσωτερικά προβλήματα της Γιουγκοσλαβίας, το ίδιο και ο Μάτσεκ. Στο τέλος η αντιβασιλεία συμφώνησε στην ίδρυση της Μπανοβίνας της Κροατίας τον Αύγουστο του 1939. Αυτό δεν έθεσε τέλος στις πιέσεις από τη Γερμανία και την Ιταλία, ενώ η στρατηγική θέση της Γιουγκοσλαβίας επιδεινώθηκε από εκείνη την ημέρα. Εξαρτιόταν όλο και περισσότερο από τη γερμανική αγορά (περίπου το 90% των εξαγωγών της πήγαινε στη Γερμανία), ενώ τον Απρίλιο του 1939 η Ιταλία εισέβαλε και προσάρτησε την Αλβανία και τον Οκτώβριο του 1940 επιτέθηκε στην Ελλάδα. Τότε πια η Γαλλία είχε ήδη εξαλειφθεί από τη σκηνή, αφήνοντας τη Βρετανία ως μόνο πιθανό σύμμαχο της Γιουγκοσλαβίας - δεδομένου ότι το Βελιγράδι δεν είχε αναγνωρίσει τη Σοβιετική Ένωση. Το Λονδίνο, ωστόσο, ήθελε να εμπλέξει τη Γιουγκοσλαβία στον πόλεμο, πράγμα που εκείνη απέρριπτε.

Από τα τέλη του 1940 ο Χίτλερ ήθελε το Βελιγράδι να επιλέξει κατηγορηματικά στρατόπεδο. Η πίεση εντάθηκε, με αποκορύφωμα την υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου στις 25 Μαρτίου 1941. Δύο ημέρες αργότερα ο πρίγκιπας Παύλος εκθρονίστηκε με πραξικόπημα και ο ανιψιός του Πέτρος Β΄ κηρύχθηκε ενήλικος, αλλά η νέα κυβέρνηση, με επικεφαλής τον στρατηγό Σίμοβιτς, διαβεβαίωσε τη Γερμανία ότι θα τηρούσε το Σύμφωνο. Ο Χίτλερ, ωστόσο, διέταξε την εισβολή στη Γιουγκοσλαβία. Στις 6 Απριλίου 1941 βομβαρδίστηκε το Βελιγράδι, στις 10 Απριλίου ανακηρύχθηκε το Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας και στις 17 Απριλίου ο ασθενής γιουγκοσλαβικός στρατός συνθηκολόγησε.

Μετά την εισβολή η γιουγκοσλαβική βασιλική κυβέρνηση κατέφυγε στην εξορία και οι τοπικές γιουγκοσλαβικές δυνάμεις άρχισαν την αντίσταση στις κατοχικές δυνάμεις του Άξονα. Αρχικά η μοναρχία προτίμησε τον Ντράζα Μιχαΐλοβιτς και την αντίστασή του των σερβοκρατούμενων Τσέτνικ. Ωστόσο το 1944 η συμφωνία Τίτο-Σουμπάσιτς αναγνώρισε τη Λαϊκή Ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας ως προσωρινή κυβέρνηση, με το μέλλον της μοναρχίας να αποφασιστεί σε μεταγενέστερη στάδιο. Τρεις αντιβασιλείς - ο Σέρβος Σρνταν Μπουντισάβλιεβιτς, ο Κροάτης Άντε Μάντιτς και ο Σλοβένος Ντούσαν Σέρνετς - ορκίστηκαν στο Βελιγράδι στις 3 Μαρτίου 1945. Διόρισαν τη νέα κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Τίτο ως πρωθυπουργό και υπουργό πολέμου και τον Σουμπάσιτς ως υπουργό εξωτερικών, στις 7 Μαρτίου.

Στις 29 Νοεμβρίου 1945, όντας ακόμα στην εξορία, ο βασιλιάς Πέτρος Β΄ καθαιρέθηκε από τη συντακτική συνέλευση και η Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας αναγνωρίστηκε διεθνώς ως Γιουγκοσλαβία.

Eθνοτική δομή του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας, 1918[6]
Eθνοτική ομάδα Αριθμός Ποσοστό %
Σέρβοι (περιλαμβανομένων των Μαυροβουνίων) 4,665,851 38.83
Κροάτες 2,856,551 23.77
Σλοβένοι 1,024,761 8.53
Μουσουλμάνοι 727,650 6.05
Σλαβομακεδόνες ή Βούλγαροι[6] 585,558 4.87
Αλλοι Σλάβοι 174,466 1.45
Γερμανία 513,472 4.27
Ούγγροι 472,409 3.93
Αλβανοί 441,740 3.68
Ρουμάνοι, Βλάχοι και Αρμάνοι 229,398 1.91
Tούρκοι 168,404 1.40
Εβραίοι 64,159 0.53
Ιταλοί 12,825 0.11
Αλλοι 80,079 0.67
Σύνολο 12,017,323 100.00
1 Πηγή: Banac, Ivo (1992). The National Question in Yugoslavia. Origins, History, Politics (2nd printing έκδοση). Ithaca, NY: Cornell University Press. σελ. 58. ISBN 9780801494932. 
(Ο πίνακας εμφανίζει την αναπαράσταση της εθνοτικής δομής της Γιουγκοσλαβίας αμέσως μετά την ίδρυση του βασιλείου το 1918.)

Οι Σέρβοι, οι Κροάτες και οι Σλοβένοι ήταν τα συνταγματικά έθνη μέχρι το 1929, οπότε συγχωνεύθηκαν σε μία ενιαία "γιουγκοσλαβική" εθνικότητα.

Tα παρακάτω δεδομένα, κατά μητρική γλώσσα, είναι από την απογραφή του πληθυσμού το 1921:

Με βάση τη γλώσσα, οι Γιουγκοσλάβοι (Σέρβοι, Κροάτες, Σλοβένοι και Μουσουλμάνοι μαζί) αποτελούσαν το 82,87% του πληθυσμού της χώρας.

Θρησκευτικές ομάδες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τάξεις και επαγγέλματα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο βασίλειο είχε τρία πανεπιστήμια: το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, το Πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ και το Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνας, στις τότε πιο αναπτυγμένες πόλεις της χώρας.

  • Πέτρος Α΄ (1 Δεκεμβρίου 1918 – 16 Aυγούστου 1921: Ο Πρίγκιπας Αντιβασιλέας Αλέξανδρος κυβερνούσε εν ονόματι του Βασιλιά)
  • Αλέξανδρος Α΄ (16 Aυγούστου 1921 – 9 Oκτωβρίου 1934)
  • Πέτρος Β΄ (9 Oκτωβρίου1934 – 29 Noεμβρίου 1945, σε εξορία από 13/14 Aπριλίου 1941)

Πρωθυπουργοί 1918–1941

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • 1928–1929 – Άντον Κόροσετς
  • 1929–1932 – Πέταρ Ζίβκοβιτς
  • 193200000 – Βόισλαβ Μαρίνκοβιτς
  • 1932–1934 – Mίλαν Σρσκιτς
  • 193400000 – Νικόλα Ουζούνοβιτς
  • 1934–1935 – Μπόγκολιουμπ Γέβτιτς
  • 1935–1939 – Μίλαν Στογιαντίνοβιτς
  • 1939–1941 – Ντράγκισαν Τσβέτκοβιτς
  • 194100000 – Ντούσαν Σίμοβιτς





Πρωθυπουργοί σε εξορία 1941–1945

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητική διαίρεση του Βασιλείου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Επαρχίες (Ποκράϊνε) του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων δημιουργήθηκαν το 1918 με την ίδρυση του κράτους.

Περιφέρειες (1922-1929)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Περιφέρειες (Όμπλαστ) δημιουργήθηκαν με το Σύνταγμα του Βίντοβνταν του 1921 και εφαρμόστηκαν από τις 26 Απριλίου 1922 καταργώντας τις Επαρχίες.

Περιφέρειες (Όμπλαστ):

Οι Μπανοβίνες του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας

Οι Μπανοβίνες (Επαρχίες) δημιουργήθηκαν το 1929, με τη μετονομασία του κράτους σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας και αντικατέστησαν τις Περιφέρειες.

Η πρωτέυουσα του κράτους Βελιγράδι μαζί με τις πόλεις του Ζέμουν και του Πάντσεβο αποτελούσαν ξεχωριστή διοικητική ενότητα, τη Διοίκηση πόλης Βελιγραδίου.

Το δημοφιλέστερο άθλημα στο Βασίλειο ήταν το ποδόσφαιρο. Η Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου ιδρύθηκε στο Ζάγκρεμπ το 1919. Είχε την έδρα της στο Ζάγκρεμπ μέχρι τη δικτατορία της 6ης Ιανουαρίου (1929), οπότε μεταφέρθηκε στο Βελιγράδι. Από το 1923 ένα εθνικό πρωτάθλημα διεξαγόταν σε ετήσια βάση. Η εθνική ομάδα έπαιξε τον πρώτο αγώνα της στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920. Επίσης, συμμετείχε στο εναρκτήριο Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA, τερματίζοντας τέταρτη.

Άλλο δημοφιλές άθλημα ήταν η υδατοσφαίριση, στην οποία κυριάρχησε σε εθνικό επίπεδο η Κροατική VK Jug.

Το βασίλειο συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες από το 1920 έως το 1936. Στο διάστημα αυτό η χώρα κέρδισε οκτώ μετάλλια, όλα στη γυμναστική και έξι από αυτά ο Λέον Στούκελι, Σλοβένος.

  1. The Constitution of the Kingdom of Yugoslavia "Art. 3. The official language of the Kingdom is Serb-Croat-Slovene.", archive.org
  2. Прводецембарски акт – Прокламовање Краљевства Срба, Хрвата и Словенаца (Адреса Народног вијећа Словенаца, Хрвата и Срба и Одговор престолонаследника Александра, 1. децембар 1918) Αρχειοθετήθηκε 2016-03-12 στο Wayback Machine.. Архив Југославије, arhivyu.gov.rs
  3. Prilog proučavanju djelovanja Ivana Meštrovića u Jugoslavenskom odboru Norka Machiedo Mladinić - Journal of Contemporary History, Vol.39 No.1 June 2007. hrcak.srce.hr
  4. Скупштина Града Новог Сада - Седница Комисије за обележавање празника Αρχειοθετήθηκε 2015-09-08 στο Wayback Machine. "25. новембра 1918. године, дана када је Велика Народна Скупштина Срба, Буњеваца и других Словена Баната, Бачке и Барање, донела Одлуку о присаједињењу Војводине Краљевини Србији", skupstinans.rs
  5. 13/26 XI 1918. - PODGORICKA SKUPŠTINA, montenegrina.net
  6. 6,0 6,1 Banac, Ivo. The National Question in Yugoslavia: Origins, History, Politics. Cornell University Press, 1988. pp. 49–53, 58. ISBN 9780801494932
  7. 7,0 7,1 Group of Authors (1997). Istorijski atlas (1st ed.). Zavod za udžbenike i nastavna sredstva & Geokarta, Belgrade. p. 91. ISBN 86-17-05594-4.
  8. "Краљевина Југославија дефинитивни резултати пописа становништва од 21 јануара 1921 год.", Сарајево, Државна Штампарија, 1932, page 3
  9. Group of Authors (1997). Istorijski atlas (1st ed.). Zavod za udžbenike i nastavna sredstva & Geokarta, Belgrade. p. 86. ISBN 86-17-05594-4.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]