Σουκάρνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σουκάρνο
Presiden Sukarno.jpg
Γέννηση 6  Ιουνίου 1901
Σουραμπάγια
Θάνατος 21  Ιουνίου 1970
Τζακάρτα
Αιτία θανάτου νεφρική ανεπάρκεια
Υπηκοότητα Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες και Ινδονησία
Σπουδές Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Βαντούνγκ
Ιδιότητα πολιτικός
Σύζυγος Φατμαβάτι, Ινγκίτ Γκαρνασί, Ντέουι Σουκάρνο, Χαριάτι, Σίτι Οετάρι και Γιουρίκε Σανγκέρ
Τέκνα Μεγκαβάτι Σουκαρνοπούτρι, Ραχμαβάτι Σουκαρνοπούτρι, Σουκμαβάτι Σουκαρνοπούτρι, Γκούρου Σουκαρνοπούτρα, Γκούντουρ Σουκαρνοπούτρα και Καρτίκα Σάρι Ντέουι Σουκάρνο
Γονείς Ida Ayu Nyoman Rai
Αξίωμα Πρόεδρος της Ινδονησίας και Πρωθυπουργός της Ινδονησίας
Βραβεύσεις Τάγμα του Λένιν, Εθνικός Ήρωας της Ινδονησίας και Βραβείο Ειρήνης Λένιν
Υπογραφή
Sukarno Signature.svg

O Σουκάρνο (Soekarno, 6 Ιουνίου 190121 Ιουνίου 1970)[1] ήταν ο ηγέτης του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ινδονησίας και συνακόλουθα ο πρώτος στην ιστορία Πρόεδρος της χώρας, από το 1945 ως το 1967.

Ο Σουκάρνο γεννήθηκε στην Ιάβα, σπούδασε μηχανικός και αναδείχθηκε ως ηγέτης του εθνικού κινήματος την περίοδο που η χώρα ήταν αποικία της Ολλανδίας, τέθηκε υπό περιορισμό και εξορίσθηκε από τους Ολλανδούς για πάνω από μια δεκαετία, μέχρι που ελευθερώθηκε κατά την εισβολή των ιαπωνικών στρατευμάτων. Ο Σουκάρνο και οι εθνικιστές του συνεργάστηκαν για να συγκεντρώσουν λαϊκή υποστήριξη προς την πολεμική προσπάθεια των Ιαπώνων σε αντάλλαγμα για βοήθειά τους στη διάδοση της ινδονησιακής εθνικής ιδέας. Με τη συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, ο Σουκάρνο και ο Μοχάμαντ Χάτα έσπευσαν να κηρύξουν την ινδονησιακή ανεξαρτησία, στις 17 Αυγούστου 1945, και ο Σουκάρνο διορίσθηκε ως ο πρώτος πρόεδρος. Ηγήθηκε του αγώνα για την καταπολέμηση της προσπάθειας των Ολλανδών να ξαναδημιουργήσουν την αποικία τους, με διπλωματικά και στρατιωτικά μέσα, μέχρι την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ινδονησίας από τους Ολλανδούς το 1949.

Μετά από μία χαοτική περίοδο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ο Σουκάρνο επέβαλε ένα αυταρχικό σύστημα «Καθοδηγούμενης Δημοκρατίας» το 1957 που σταθεροποίησε τη χώρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Σουκάρνο άρχισε να στρέφει την πολιτική του προς τα αριστερά, στηρίζοντας το Ινδονησιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (PKI) σε βάρος των στρατοκρατών και των ισλαμιστών, ενώ εγκαινίασε μία επιθετική εξωτερική πολιτική υπό το σύνθημα του «αντιιμπεριαλισμού» με βοήθεια από τη Σοβιετική Ένωση και τη Λαϊκή Κίνα. Το αποτυχημένο Κίνημα της 30ής Σεπτεμβρίου οδήγησε στην εξολόθρευση του PKI και στην αντικατάσταση του Σουκάρνο από έναν εκ των στρατηγών του, τον Σουχάρτο. Ο Σουκάρνο παρέμεινε σε κατ' οίκον περιορισμό μέχρι τον θάνατό του.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γραφή Sukarno χρησιμοποιείται συχνότερα πλέον ως βασιζόμενη στη νέα επίσημη ινδονησιακή ορθογραφία (από το 1947), αλλά η παλαιότερη γραφή Soekarno, βασισμένη στην ολλανδική ορθογραφία, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, κυρίως επειδή ο ίδιος υπέγραφε με αυτή παρότι οι επίσημες προεδρικές αποφάσεις τύπωναν το όνομά του με τη νέα γραφή. Το Διεθνές Αεροδρόμιο Σουκάρνο-Χάτα (Soekarno–Hatta International Airport), π.χ., της πρωτεύουσας Τζακάρτα χρησιμοποιεί ακόμα την παλαιά γραφή.

Οι Ινδονήσιοι αναφέρονται σε αυτόν και ως Bung Karno (= αδελφός/σύντροφος Κάρνο) ή Pak Karno (= κύριος Κάρνο). Καθώς συμβαίνει με πολλούς κατοίκους της Ιάβας, ο Σουκάρνο είχε μόνο ένα όνομα[2], παρότι σε παλαιότερες δυτικές πηγές αναφέρεται και ως Αχμέντ Σουκάρνο[3]. Η λέξη sukarno σημαίνει «καλός Κάρνα» στη ιαβανική γλώσσα.

Οικογένεια και σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουκάρνο ως μαθητής γυμνασίου στη Σουραμπάγια το 1916

Ο Σουκάρνο γεννήθηκε στη Σουραμπάγια της ανατολικής Ιάβας, που τότε υπαγόταν στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες. Πατέρας του ήταν ένας δάσκαλος αριστοκρατικής καταγωγής, ο Ραντέν Σουκέμι Σοσροντιχάρντγιο, και μητέρα του μία ινδουίστρια από το Μπαλί, της κάστας των Βραχμάνων, η Ιντά Αγιού Νυομάν Ράι. Ακολουθώντας ένα έθιμο της Ιάβας, οι γονείς του Σουκάρνο τού άλλαξαν όνομα όταν επέζησε από μία αρρώστια κατά την παιδική του ηλικία. Μετά την αποφοίτησή του από το τοπικό δημοτικό σχολείο, στάλθηκε και σε ευρωπαϊκό (Europeesche Lagere School) στο Μοτζοκέρτο. Στη συνέχεια, ο Σουκάρνο στάλθηκε από τον πατέρα του σε λύκειο των Ολλανδών (Hogere Burger School), στη Σουραμπάγια. Εκεί γνώρισε τον εθνικιστή Χατζηομάρ Ττζοκροαμινότο (Tjokroaminoto), ιδρυτή του εμπορικού συνεταιρισμού «Σαρεκάτ Ισλάμ» και ιδιοκτήτη του σπιτιού όπου διέμενε. Γνώρισε όμως και τη θυγατέρα του, τη Σίτι Ουτάρι, με την οποία παντρεύτηκαν το 1920. Το 1921 ο Σουκάρνο άρχισε να φοιτά στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Μπαντούνγκ. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός με ειδίκευση στην αρχιτεκτονική. Στο Μπαντούνγκ ερωτεύθηκε την Ινγκίτ Γκαρνασίχ, τη σύζυγο του νέου του σπιτονοικοκύρη, η οποία ήταν 13 χρόνια μεγαλύτερη του Σουκάρνο. Αμφότεροι χώρισαν τους συζύγους τους και παντρεύτηκαν το 1923. Αργότερα ο Σουκάρνο θα έπαιρνε διαζύγιο και από την Ινγκίτ και θα νυμφευόταν τη Φατμαγουάτι.

Ο Σουκάρνο απεφοίτησε στις 25 Μαΐου 1926 και τον Ιούλιο, μαζί με τον συμφοιτητή του και φίλο Anwari, ίδρυσαν τον «Αρχιτεκτονικό Οίκο Sukarno & Anwari» στο Μπαντούνγκ. Ανάμεσα στα έργα του Σουκάρνο συγκαταλέγονται το ανακαινισμένο Ξενοδοχείο Preanger (1929), όπου υπήρξε βοηθός του διάσημου Ολλανδού αρχιτέκτονα Wolff Schoemaker, και πολλές ιδιωτικές οικίες στην περιοχή. Ακόμα και ως Πρόεδρος της χώρας αργότερα, ο Σουκάρνο δεν εγκατέλειψε την αρχιτεκτονική, αφού σχεδίασε το Μνημείο της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας και τη γειτονική Gedung Pola στην Τζακάρτα, το Μνημείο της Νιότης (Tugu Muda) στο Σεμαράνγκ, το μνημείο Αλούν-αλούν στο Μαλάνγκ, το Ηρώο της Σουραμπάγια, αλλά και τη νέα πόλη Παλανγκαράγια στο Βόρνεο.

Ο Σουκάρνο μιλούσε με ευχέρεια αρκετές γλώσσες, κάτι ασυνήθιστο ακόμα και για τα μέλη της μικρής μορφωμένης ελίτ της αποικίας: εκτός από την πατρική του ιαβανική γλώσσα, ήξερε άπταιστα σουνδικά, τη μητρική του διάλεκτο του Μπαλί, ινδονησιακά, και από την εκπαίδευσή του τα ολλανδικά. Καταλάβαινε και μιλούσε επίσης επαρκώς γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, αραβικά και ιαπωνικά, γλώσσες που διδάσκονταν όλες στο Hogere Burger School.[4]

Ως αρχιτέκτονας, αλλά και ως πολιτικός, ο Σουκάρνο ήταν «έντονα μοντέρνος». Περιφρονούσε τόσο την παραδοσιακή φεουδαρχία της Ιάβας, την οποία θεωρούσε «οπισθοδρομική» και υπεύθυνη για την υποδούλωση της χώρας στους Ολλανδούς, όσο και τον ιμπεριαλισμό των δυτικών χωρών ως «εκμετάλλευση ανθρώπων από ανθρώπους». Για να προάγει την εθνική υπερηφάνεια του λαού του με κάθε τρόπο, ο Σουκάρνο εφάρμοσε τις ιδέες του στην ενδυμασία του, στον αστικό σχεδιασμό του για την πρωτεύουσα και στις σοσιαλιστικές μεθόδους που εφάρμοσε στη διοίκηση και στην οικονομία. Για τον Σουκάρνο, ο μοντερνισμό ήταν τυφλός στη φυλή, καθάριος και δυτικός στο ύφος, και «αντιιμπεριαλιστικός».[5]

Αγώνας για την ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουκάρνο εκτέθηκε για πρώτη φορά στις εθνικές ιδέες όταν ζούσε στο σπίτι του πρώτου πεθερού του. Αργότερα, ως φοιτητής στο Μπαντούνγκ, βυθίστηκε στη μελέτη της δυτικής σκέψης: της εθνικιστικής, της κομμουνιστικής, της θρησκευτικής και της πολιτικής, αναπτύσσοντας τελικά τη δική του πολιτική ιδεολογία της ινδονησιακής σοσιαλιστικής αυτάρκειας, που τη βάφτισε «μαρχαενισμό» (Marhaenism), από τον Μαρχαέν, έναν Ινδονήσιο αγρότη που γνώρισε και έβγαζε αρκετό εισόδημα από το χωραφάκι του, που το καλλιεργούσε μόνος του, για να ζει την οικογένειά του. Στο πανεπιστήμιο, ο Σουκάρνο οργάνωσε μία λέσχη για τους Ινδονήσιους φοιτητές, την Algemeene Studieclub, έναντι των καθιερωμένων συλλόγων, στους οποίους κυριαρχούσαν οι Ολλανδοί φοιτητές.

Στις 4 Ιουλίου 1927 ο Σουκάρνο με τους φίλους του από την Algemeene Studieclub ίδρυσαν ένα κόμμα υπέρ της ανεξαρτησίας, το «Ινδονησιακό Εθνικό Κόμμα» (Partai Nasional Indonesia, PNI), του οποίου ο Σουκάρνο εκλέχθηκε πρώτος ηγέτης. Εκτός από τη θέση του υπέρ της ανεξάρτητης Ινδονησίας, το κόμμα ήταν εναντίον του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού, επειδή υποστήριζε ότι χειροτέρευαν τη ζωή του ινδονησιακού λαού. Από την αρχή ο Σουκάρνο έλπιζε πως η Ιαπωνία θα άρχιζε πόλεμο κατά των δυτικών δυνάμεων και ότι η Ιάβα θα μπορούσε τότε να ανεξαρτητοποιηθεί με την ιαπωνική βοήθεια. Ιδρυμένο μετά τη διάλυση του Sarekat Islam και του ινδονησιακού κομμουνιστικού κόμματος (μετά την αποτυχημένη εξέγερση του 1926), το PNI σύντομα προσέλκυσε πολλούς οπαδούς, ιδίως μεταξύ των νεαρών αποφοίτων των πανεπιστημίων που ανυπομονούσαν για μεγαλύτερες ελευθερίες και ευκαιρίες[6].

Ο Σουκάρνο με συγκατηγορουμένους του και δικηγόρους κατά τη δίκη του στο Μπαντούνγκ το 1930.

Οι δραστηριότητες του PNI έγιναν γνωστές στην κυβέρνηση της αποικίας και από τότε οι ομιλίες και οι συναντήσεις του Σουκάρνο διακόπτονταν συχνά από πράκτορες της αποικιακής μυστικής αστυνομίας (Politieke Inlichtingen Dienst, PID). Τελικώς ο Σουκάρνο και μέλη της ηγετικής ομάδας του κόμματος συνελήφθηκαν στις 29 Δεκεμβρίου 1929 από τις αποικιακές αρχές σε μία σειρά επιδρομών σε όλη την Ιάβα (ο Σουκάρνο πιάστηκε σε μία επίσκεψή του στη Γιογκιακάρτα). Κατά τη δίκη του στο Μπαντούνγκ, από τον Αύγουστο ως τον Δεκέμβριο του 1930, ο Σουκάρνο εκφώνησε μία σειρά από μακρούς πολιτικούς λόγους κατά της αποικιοκρατίας και του δυτικού ιμπεριαλισμού, που έγιναν γνωστοί υπό τον τίτλο Indonesia menggoegat («Η Ινδονησία κατηγορεί»).

Τον Δεκέμβριο του 1930 ο Σουκάρνο καταδικάσθηκε σε τετραετή φυλάκιση. Ο λόγος του όμως έτυχε ευρείας καλύψεως από τον τύπο και εξαιτίας ισχυρών πιέσεων από τα φιλελεύθερα στοιχεία στην Ολλανδία και στις Ανατολικές Ινδίες, απελευθερώθηκε πρόωρα, στις 31 Δεκεμβρίου 1931. Μέχρι τότε είχε καταστεί λαϊκός ήρωας, γνωστός σε όλη την Ινδονησία.

Ωστόσο, κατά τη φυλάκισή του το ακέφαλο PNI είχε διασπασθεί από την καταστολή των αποικιακών αρχών και τις εσωτερικές διαφωνίες. Τα πρώην μέλη του σχημάτισαν δύο άλλα κόμματα, το αγκιτατορικό Partai Indonesia (Partindo) και το Pendidikan Nasional Indonesia (PNI Baroe), το οποίο σχημάτισαν δύο εθνικιστές που είχαν πρόσφατα επιστρέψει από τις σπουδές τους στην Ολλανδία, οι Μοχάμαντ Χάτα και Σουτάν Σιαχρίρ, οι οποίοι προωθούσαν μία μακροπρόθεσμη στρατηγική παροχής παιδείας στον λαό, ώστε να δημιουργηθεί μία διανοητική ελίτ ικανή να αντισταθεί ολοκληρωτικά στην ολλανδική διοίκηση.

Αφού επεχείρησε να συμφιλιώσει τα δύο κόμματα, ο Σουκάρνο διάλεξε να τεθεί επικεφαλής του Partindo στις 28 Ιουλίου 1932. Διαφωνούσε με τον Χάτα, που πίστευε ότι η ανεξαρτησία δεν θα συνέβαινε μέσα στη διάρκεια της ζωής του, ενώ ο Σουκάρνο πίστευε ότι η στρατηγική του Χάτα αγνοούσε ότι η πολιτική μπορεί να επιφέρει πραγματικές αλλαγές μόνο μέσα από τη χρήση βίας (machtsvorming en machtsaanwending)[6].

Την εποχή εκείνη, για να στηρίξει τον εαυτό του και το κόμμα οικονομικά, ο Σουκάρνο επέστρεψε στην αρχιτεκτονική, ανοίγοντας το γραφείο «Soekarno & Rooseno». Συνέγραφε άρθρα για την εφημερίδα του κόμματος, τη Fikiran Ra'jat. Με βάση το Μπαντούνγκ, ταξίδευε σε όλη την Ιάβα για να δημιουργήσει επαφές με άλλους εθνικιστές. Οι δραστηριότητές του προσέλκυσαν και πάλι την προσοχή της ολλανδικής PID. Στα μέσα του 1933 ο Σουκάρνο εξέδωσε μία σειρά κειμένων με τίτλο Mentjapai Indonesia Merdeka («Για την επίτευξη της ανεξάρτητης Ινδονησίας»). Για τα γραπτά αυτά συνελήφθη εκ νέου από την ολλανδική αστυνομία, ενώ επισκεπτόταν τον εθνικιστή Μοχάμαντ Χούσνι Θαμρίν στην Τζακάρτα την 1η Αυγούστου 1933.

Αυτή τη φορά, για να αποτρέψει τον Σουκάρνο από το να χρησιμοποιήσει το δικαστήριο ως βήμα για πολιτικούς λόγους, ο γενικός κυβερνήτης Μπονιφάσιους Κορνέλις ντε Γιονγκ τον έστειλε το 1934 σε εσωτερική εξορία χωρίς δίκη με την οικογένειά του στην πόλη Έντε της νήσου Φλόρες. Εκεί ο Σουκάρνο γνώρισε τον μελλοντικό πολιτικό Φρανς Σέντα. Εξαιτίας μιας επιδημίας ελονοσίας στη Φλόρες, οι ολλανδικές αρχές αποφάσισαν και πήγαν τον Σουκάρνο και την οικογένειά του στο Μπενγκούλου, στη δυτική ακτή της Σουμάτρας, τον Φεβρουάριο του 1938.

Στο Μπενγκούλου επιτράπηκε στον Σουκάρνο να διδάσκει σε τοπικό σχολείο της ισλαμικής οργάνωσης Μουχαμαντίγια. Μία από τις μαθήτριές του εκεί ήταν η 15χρονη τότε Φατμαγουάτι. Την ερωτεύθηκε και δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι η Ινγκίτ Γκαρνασίχ δεν μπορούσε να κάνει παιδιά παρότι ήταν σχεδόν είκοσι χρόνια παντρεμένοι. Ο Σουκάρνο βρισκόταν ακόμα εξόριστος στο Μπενγκούλου όταν οι Ιάπωνες εισέβαλαν στο αρχιπέλαγος το 1942.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: η ιαπωνική κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς προαναφέρθηκε, ο Σουκάρνο, αλλά και ο Χάτα, είχαν προβλέψει από το 1929 ότι η Ιαπωνία θα άρχιζε πόλεμο κατά των δυτικών δυνάμεων και τις ευκαιρίες που αυτό θα δημιουργούσε για τον σκοπό της ινδονησιακής ανεξαρτησίας[7]. Τον Φεβρουάριο του 1942 η Ιαπωνία εισέβαλε πράγματι στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, νικώντας γρήγορα τις ολλανδικές δυνάμεις (στην Ευρώπη η Ολλανδία ήταν ήδη υπό γερμανική κατοχή), οι οποίες μετέφεραν οδικώς τον Σουκάρνο και τους δικούς του 300 χιλιόμετρα από το Μπενγκούλου, στο Παντάνγκ. Είχαν σκοπό να τον κρατήσουν δέσμιο και στην ανάγκη να τον στείλουν στην Αυστραλία, αλλά αιφνιδίως τον εγκατέλειψαν για να σώσουν τους εαυτούς τους από την επέλαση των ιαπωνικών δυνάμεων[8].

Οι Ιάπωνες διατηρούσαν τον δικό τους φάκελο για τον Σουκάρνο και ο διοικητής τους στη Σουμάτρα προσέγγισε τούτο τον μορφωμένο επαναστάτη με σεβασμό, θέλοντας να τον χρησιμοποιήσει για να οργανώσει και να ηρεμήσει τους Ινδονήσιους. Ο Σουκάρνο πάλι ήθελε να του χρησιμεύσουν οι Ιάπωνες για τον σκοπό της τελικής ανεξαρτησίας της χώρας του: «Ο Κύριος μού έδειξε τον δρόμο. Στην κοιλάδα αυτή του Νγκαράι είπα: Ναι, η Ανεξάρτητη Ινδονησία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη Ντάι Νιπόν... Για πρώτη φορά στη ζωή μου, είδα το είδωλό μου στον καθρέφτη της Ασίας.»[9] Τον Ιούλιο του 1942 ο Σουκάρνο στάλθηκε πίσω στη Τζακάρτα, όπου αντάμωσε και πάλι με άλλους εθνικιστές Ινδονήσιους ηγέτες που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί από τους Ιάπωνες, μεταξύ των οποίων και με τον Χάτα. Εκεί συνάντησε και τον Ιάπωνα διοικητή, στρατηγό Χιτόσι Ιμαμούρα, ο οποίος τους ζήτησε να κερδίσουν υποστήριξη εκ μέρους του ινδονησιακού λαού προς τον ιαπωνικό πολεμικό αγώνα.

Αναφορά από την αυστραλιανή τηλεόραση το 1966 στη συμμαχία του Σουκάρνο με την αυτοκρατορική Ιαπωνία

Ο Σουκάρνο ήθελε να στηρίξει τους Ιάπωνες με αντάλλαγμα να κηρύττει με όλα τα μέσα ελεύθερα την ιδέα της ανεξαρτησίας στον πληθυσμό. Οι Ιάπωνες από την άλλη χρειάζονταν το ανθρώπινο δυναμικό και τους φυσικούς πόρους της χώρας για τον πολεμικό αγώνα τους: επεστράτευσαν εκατομμύρια Ινδονήσιους, ιδίως από την Ιάβα, για την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών, πολεμικών αεροδρομίων κ.ά., τόσο στην Ινδονησία, όσο και στην Ινδοκίνα. Επιπλέον, απαιτούσαν το ρύζι που παρήγαν οι Ινδονήσιοι αγρότες για τον εφοδιασμό των στρατευμάτων τους[10].

Για να κερδίσουν τη συνεργασία του πληθυσμού και να αποτρέψουν την αντίσταση στα παραπάνω, οι Ιάπωνες έθεσαν τον Σουκάρνο επικεφαλής του «κινήματος μαζικής οργάνωσης» Tiga-A. Τον Μάρτιο του 1943 οι Ιάπωνες σχημάτισαν μία νέα οργάνωση, την Poesat Tenaga Rakjat (POETERA / «Κέντρο της Ισχύος του Λαού») με αρχηγούς τους Σουκάρνο, Χάτα, Κι Χατζάρ Ντεβαντάρα και KH Μας Μανσγούρ. Σκοπός των οργανώσεων ήταν η καλλιέργεια λαϊκής υποστηρίξεως για τη στρατολόγηση εργατών και την επίσχεση τροφίμων, αλλά και η προαγωγή φιλο-ιαπωνικών και αντιδυτικών αισθημάτων στον λαό. Σχετικά, ο Σουκάρνο βρήκε το σύνθημα Amerika kita setrika, Inggris kita linggis («Ας σιδερώσουμε την Αμερική και ας χτυπήσουμε τους Βρετανούς»). Η επίσχεση των τροφίμων από τους Ιάπωνες προκάλεσε λιμό στην Ιάβα, που προκάλεσε σχεδόν ένα εκατομμύριο θανάτους το 1944–1945. Κατά την άποψη του Σουκάρνο, αυτές ήταν αναγκαίες θυσίες για να μπορέσει να γίνει μελλοντικά ανεξάρτητη η Ινδονησία[11]. Συμμετείχε εξάλλου στην ίδρυση των Pembela Tanah Air (PETA) και Χεϊχό, ινδονησιακών εθελοντικών στρατιωτικών μονάδων, με λόγους που μεταδίδονταν από το ραδιόφωνο και από δίκτυα μεγαφώνων (αφού ελάχιστοι είχαν τότε ραδιόφωνα) στην Ιάβα και τη Σουμάτρα. Μέχρι το θέρος του 1945 αυτές οι μονάδες έφθασαν να αριθμούν περί τα 2 εκατομμύρια.

Στο μεταξύ, ο Σουκάρνο πήρε διαζύγιο από την Ινγκίτ, η οποία αρνήθηκε να δεχθεί την επιθυμία του για πολυγαμία. Της έδωσε ένα σπίτι στο Μπαντούνγκ και σύνταξη για το υπόλοιπο της ζωής της. Το 1943 νυμφεύθηκε τη Φατμαγουάτι και μετακόμισε σε ένα σπίτι που είχε κατασχεθεί από τους Ολλανδούς ιδιοκτήτες του και του δόθηκε από τους Ιάπωνες. Αυτό το σπίτι θα ήταν ο τόπος από όπου θα ανακήρυσσε την Ανεξαρτησία το 1945.

Στις 10 Νοεμβρίου 1943 οι Σουκάρνο και Χάτα στάλθηκαν σε έναν 17 ημερών γύρο της Ιαπωνίας, όπου παρασημοφορήθηκαν από τον Αυτοκράτορα Χιροχίτο και δείπνησαν στην οικία του πρωθυπουργού Τότζο Χίντεκι στο Τόκιο. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1944, με τον πόλεμο να εξελίσσεται δυσμενώς για τους Ιάπωνες, ο νέος πρωθυπουργός Κουνιάκι Κόισο υποσχέθηκε ανεξαρτησία για την Ινδονησία, χωρίς όμως να θέσει κάποια ημερομηνία[12].

Στις 29 Aπριλίου 1945, με την κατάληψη των Φιλιππίνων από τους Αμερικανούς, οι Ιάπωνες ίδρυσαν τη Badan Penjelidik Oesaha-oesaha Persiapan Kemerdekaan Indonesia (BPUPKI), ένα ανάλογο κοινοβουλίου με 67 αντιπροσώπους από τις περισσότερες εθνοτικές ομάδες της Ινδονησίας. Διόρισαν τον Σουκάρνο ως πρόεδρό του και του ανέθεσαν να διευθύνει συζητήσεις για την προετοιμασία των θεμελίων ενός μελλοντικού Ινδονησιακού κράτους. Για να δημιουργήσει μία κοινής αποδοχής πλατφόρμα ώστε να ενώσει τις αντιδικούσες φατρίες στο BPUPKI, ο Σουκάρνο αποκρυστάλλωσε την ιδεολογία που είχε αναπτύξει κατά τα προηγούμενα είκοσι χρόνια σε 5 αρχές. Την 1η Ιουνίου 1945, ανακοίνωσε αυτές τις αρχές, γνωστές ως pancasila, στη σύνοδο του BPUPKI:

  1. Εθνικισμός: Μία ενωμένη Ινδονησία από το Σαμπάνγκ ως το Μεραουκέ, που να περιλαμβάνει όλες τις πρώην Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.
  2. Διεθνισμός, με την έννοια ότι η Ινδονησία θα σέβεται όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα συμβάλλει στην παγκόσμια ειρήνη και δεν θα περιπέσει σε ρατσιστικό φασισμό ναζιστικού τύπου.
  3. Δημοκρατία, για την οποία ο Σουκάρνο πίστευε ότι ενυπήρχε ανέκαθεν στη νοοτροπία των Ινδονήσιων, μέσα από την πρακτική που μεταφράζεται ως «αναζήτηση συναίνεσης» (musyawarah untuk mufakat), ένα ινδονησιακό είδος δημοκρατίας διαφορετικό από τη φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου.
  4. Κοινωνική δικαιοσύνη, μία μορφή λαϊκιστικού σοσιαλισμού στην οικονομία, για ίση συμμετοχή στην οικονομική δράση από όλο τον λαό, ως αντίθεση με την πλήρη οικονομική κυριαρχία των Ολλανδών και των Κινέζων κατά την αποικιοκρατική περίοδο.
  5. Πίστη στον Θεό, με τον συνακόλουθο σεβασμό όλων των θρησκειών και της θρησκευτικής ελευθερίας. Για τον Σουκάρνο οι Ινδονήσιοι ήταν ένας πολύ θρήσκος λαός, αλλά ουσιαστικά ανεκτικός εκ φύσεως στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, παρά την κυριαρχία του μουσουλμανισμού.

Στις 22 Ιουνίου 1945 τα εθνικιστικά στοιχεία του BPUPKI συνέστησαν μία εννεαμελή επιτροπή που τυποποίησε τις παραπάνω αρχές σε μία διακήρυξη γνωστή ως «Διακήρυξη της Τζακάρτα» (Jakarta Charter). Σε αυτή, εξαιτίας των πιέσεων των ισλαμιστών, η 5η αρχή τοποθετήθηκε πρώτη και ανέφερε την υποχρέωση των μουσουλμάνων να εφαρμόζουν τον ισλαμικό νόμο, τη σαρία. Ωστόσο, από τη μορφή της διακηρύξεως όπως αυτή περιελήφθηκε στο Σύνταγμα του 1945, είχε αφαιρεθεί αυτή η αναφορά, στο όνομα της εθνικής ενότητας.

Στις 7 Αυγούστου 1945 οι Ιάπωνες επέτρεψαν τη συγκρότηση μιας 21μελούς επιτροπής, της Panitia Penjelidik Kemerdekaan Indonesia (PPKI) με καθήκον τη δημιουργία συγκεκριμένης κυβερνητικής δομής ενός μελλοντικού ινδονησιακού κράτους. Στις 9 Αυγούστου οι επικεφαλής της PPKI (Σουκάρνο, Χάτα και KRH Radjiman Wediodiningrat) κλήθηκαν από τον Διοικητή των Νότιων Εκστρατευτικών Δυνάμεων της Ιαπωνίας Χισαΐτσι Τεραούτσι στο Ντα Λατ, 100 χιλιόμετρα από τη Σαϊγκόν. Ο Τεραούτσι έδωσε στον Σουκάρνο την ελευθερία να προχωρήσει στην προετοιμασία της ινδονησιακής ανεξαρτησίας, ελεύθερος από ιαπωνικές επεμβάσεις. Μετά από πολλά γεύματα συνεργασίας, τους γύρισαν πίσω στην Τζακάρτα στις 14 Αυγούστου. Χωρίς να το γνωρίζουν οι φιλοξενούμενοι, ατομικές βόμβες είχαν εκραγεί στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, και οι Ιάπωνες ετοιμάζονταν για συνθηκολόγηση.

Στις 15 Αυγούστου η Ιαπωνία συνθηκολόγησε χωρίς όρους, κάτι που πληροφορήθηκε ο Σουκάρνο το απόγευμα της ίδιας ημέρας από ηγέτες οργανώσεων της νεολαίας και από τρία μέλη της PETA που άκουγαν δυτικούς ραδιοσταθμούς. Οι ίδιοι πίεσαν τον Σουκάρνο να κηρύξει την ινδονησιακή ανεξαρτησία αμέσως, όσο οι Ιάπωνες βρίσκονταν ακόμα σε σύγχυση και πριν από την άφιξη των Συμμάχων. Αντιμέτωπος με αυτή την απότομη ανατροπή δεδομένων, ο Σουκάρνο υπήρξε αναβλητικός. Φοβήθηκε αιματοχυσία από τυχόν εχθρική απόκριση των Ιαπώνων σε μία τέτοια κίνηση, ενώ τον απασχολούσε και μελλοντική αντεκδίκηση των Συμμάχων.

Το επόμενο πρωί, οι ηγέτες της νεολαίας, ανυπόμονοι, απήγαγαν τον Σουκάρνο από το σπίτι του και τον μετέφεραν σε ένα σπιτάκι στο Ρενγκασντενγκλόκ, στο Καραβάνγκ της δυτικής Ιάβας. Εκεί απέσπασαν τη συγκατάθεσή του στην κήρυξη της ανεξαρτησίας την επόμενη ημέρα. Τη νύχτα οδήγησαν τον Σουκάρνο στην κατοικία του Ναυάρχου Ταντάσι Μαέντα, στη συνοικία Μεντένγκ της Τζακάρτα, που ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκός προς την ινδονησιακή ανεξαρτησία. Εκεί ο Σουκάρνο και ο βοηθός του Σατζούτι Μελίκ συνέταξαν το κείμενο της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας της Ινδονησίας.

Πολεμικός ηγέτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουκάρνο ενώ κηρύσσει την Ανεξαρτησία της Ινδονησίας.

Την αυγή της 17ης Αυγούστου 1945 ο Σουκάρνο γύρισε σπίτι του, στην οδό Jl Pegangsaan 56, όπου τον συνάντησε ο Μοχάμεντ Χάτα. Κατά τη διάρκεια του πρωινού, αυτοσχέδια φυλλάδια τυπωμένα από την PETA και νεολαίους πληροφορούσαν τον πληθυσμό για την επικείμενη ανακήρυξη. Στις 10 π.μ. οι Σουκάρνο και Χάτα βγήκαν στη βεράντα του σπιτιού, όπου ο Σουκάρνο κήρυξε την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Ινδονησίας μπροστά σε 500 περίπου ανθρώπους.

Την επομένη η PPKI ανακοίνωσε τη βασική κυβερνητική δομή του νέου κράτους, προβαίνοντας στις εξής ενέργειες:

  1. Στον διορισμό του Σουκάρνο ως προέδρου, του Χάτα ως αντιπροέδρου και στον διορισμό υπουργών.
  2. Στην ενεργοποίηση Συντάγματος.
  3. Στη σύσταση μιας «Κεντρικής Ινδονησιακής Εθνικής Επιτροπής» (Komite Nasional Indonesia Poesat, KNIP) με αποστολή να υποβοηθεί τον πρόεδρο μέχρι την εκλογή κοινοβουλίου.

Ο Σουκάρνο υποστήριζε πως όλες οι αρχές του νέου κράτους μπορούσαν να συνοψισθούν στη φράση «gotong royong»[13], που μπορεί να αποδοθεί προσεγγιστικά ως «αμοιβαία βοήθεια» ή «ανταποδοτικότητα». Ωστόσο, το ινδονησιακό κοινοβούλιο με βάση το αρχικό Σύνταγμα αποδείχθηκε ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να επιτελέσει το έργο του. Αυτό οφειλόταν σε ασυμφιλίωτες διαφορές ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές και εθνοτικές ομάδες[14]

Τις επόμενες ημέρες το νέο της ανεξαρτησίας διαδόθηκε από το ραδιόφωνο, εφημερίδες, φυλλάδια και από στόμα σε στόμα, παρά τις προσπάθειες Ιαπώνων στρατιωτών να αποτρέψουν κάτι τέτοιο. Στις 19 Σεπτεμβρίου ο Σουκάρνο μίλησε σε ένα πλήθος ενός εκατομμυρίου στο Πεδίο Ικάντα (σήμερα τμήμα της Πλατείας Μερντέκα) της Τζακάρτα για τον ένα μήνα από την Ανεξαρτησία, κάτι που δείχνει την ισχυρή λαϊκή υποστήριξη για το νέο καθεστώς, τουλάχιστον στην Ιάβα και στη Σουμάτρα. Σε τούτα τα δύο νησιά η κυβέρνηση του Σουκάρνο πήρε τον έλεγχο γρήγορα, ενώ οι απομείναντες Ιάπωνες κλείστηκαν στους στρατώνες τους περιμένοντας την άφιξη των δυνάμεων των Συμμάχων. Σε αυτή την περίοδο οι ξένες κοινότητες και μειονότητες της χώρας (Ευρωπαίοι, Κινέζοι, Χριστιανοί, η ντόπια αριστοκρατία και όποιος άλλος νομιζόταν ότι αντιτίθετο στην ινδονησιακή ανεξαρτησία) δέχονταν επιθέσεις από ένοπλες ομάδες. Τα σοβαρότερα περιστατικά υπήρξαν οι «κοινωνικές επαναστάσεις» στο Ατσέχ και τη Βόρεια Σουμάτρα, όπου σκοτώθηκαν πολλοί Μαλαισιανοί και ντόπιοι αριστοκράτες, και η «Υπόθεση των Τριών Περιφερειών» στη βορειοδυτική ακτή της κεντρικής Ιάβας, όπου πολλοί Ευρωπαίοι, Κινέζοι και ντόπιοι αριστοκράτες σφαγιάσθηκαν από τον όχλο. Αυτά τα αιματηρά περιστατικά συνεχίζονταν μέχρι τις αρχές του 1946 και άρχισαν να υποχωρούν καθώς οι αρχές του κράτους άρχισαν να ασκούν εξουσία.

Η κυβέρνηση του Σουκάρνο ανέβαλε επί δύο μήνες τη δημιουργία εθνικού στρατού, για τον φόβο του ανταγωνισμού με τις συμμαχικές δυνάμεις, αλλά τον Οκτώβριο του 1945 δημιουργήθηκε ο TKR (Tentara Keamanan Rakjat, «Λαϊκός Στρατός Ασφαλείας») σε απάντηση της αυξανόμενης παρουσίας Ολλανδών στις συμμαχικές δυνάμεις.

Οι πρώτοι δυτικοί στρατιώτες έφθασαν στην Τζακάρτα στα τέλη του Σεπτεμβρίου και βρετανικές δυνάμεις άρχισαν να καταλαμβάνουν μεγάλες ινδονησιακές πόλεις τον Οκτώβριο. Ο διοικητής της βρετανικής 23ης Μεραρχίας, αντιστράτηγος σερ Philip Christison, εγκατέστησε διοικητήριο στο πρώην ανάκτορο του γενικού κυβερνήτη της αποικίας, στην Τζακάρτα, και ξεκαθάρισε ότι σκοπός του ήταν 1) να απελευθερώσει όλους τους αιχμαλώτους πολέμου των Συμμάχων και 2) να επιτρέψει την επιστροφή της Ινδονησίας στην προπολεμική της κατάσταση, ως αποικίας της Ολλανδίας. Η νέα κυβέρνηση της Ινδονησίας πρόθυμα συνεργάσθηκε ως προς το πρώτο, δημιουργώντας την «Επιτροπή Επαναπατρισμού Ιαπώνων και Συμμαχικών Αιχμαλώτων Πολέμου και Εγκαθείρκτων», που σε συνεργασία με τους Βρετανούς επαναπάτρισε πάνω από 70 χιλιάδες αιχμαλώτους μέχρι το τέλος του 1946. Για να αποκρούσει τις ολλανδικές προσπάθειες επανελέγχου της χώρας, ο Σουκάρνο αναζήτησε τη διεθνή αναγνώριση του νέου κράτους και την υποστήριξη προς αυτό, γνωρίζοντας τη στρατιωτική αδυναμία του σε σχέση με τη βρετανική και την ολλανδική στρατιωτική ισχύ.

Ο Σουκάρνο αντιλαμβανόταν ότι το παρελθόν του της συνεργασίας με τους Ιάπωνες και ο ηγετικός του ρόλος σε κατοχικές οργανώσεις με την ιαπωνική πρωτοβουλία, μπορούσαν να περιπλέξουν τις σχέσεις με τις δυτικές χώρες. Για τον λόγο αυτό, δημιούργησε ένα καθεστώς πολυκομματικής προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στο οποίο ο πρωθυπουργός θα διεξήγε τις συνομιλίες με τις ξένες χώρες και θα διαχειριζόταν τη διακυβέρνηση, ενώ ο Σουκάρνο ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα ήταν απλώς ένα σύμβολο. Πρωθυπουργός και υπουργοί θα λογοδοτούσαν στην Κεντρική Ινδονησιακή Εθνική Επιτροπή κι όχι στον Πρόεδρο. Στις 14 Νοεμβρίου 1945 ο Σουκάρνο διόρισε τον Σουτάν Σιαχρίρ ως τον πρώτο πρωθυπουργό στην ιστορία της Ινδονησίας, έναν σπουδαγμένο στην Ευρώπη πολιτικό που δεν είχε ποτέ αναμιχθεί με τις ιαπωνικές αρχές κατοχής.

Ωστόσο, Ολλανδοί στρατιώτες και διοικητικοί άρχισαν να επιστρέφουν στη χώρα υπό την «Πολιτική Διοίκηση Ινδιών της Ολλανδίας» (NICA) και την προστασία των Βρετανών (όπως άλλωστε είχε δηλώσει ο Christison). Αρχηγός τους ήταν ο Χουμπέρτους βαν Μουκ, ηγέτης της εξόριστης «κυβερνήσεως των Ανατολικών Ινδιών» στο Μπρίσμπεϊν της Αυστραλίας. Εξόπλισαν απελευθερωθέντες Ολλανδούς αιχμαλώτους του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, που άρχισαν επιθέσεις κατά πολιτών και της αστυνομίας του νέου κράτους. Σύντομα ξέσπασε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των νεοσύστατων κρατικών στρατιωτικών δυνάμεων (και χιλιάδων μικρών ομάδων όχλου υπέρ της ανεξαρτησίας) και των βρετανικών και ολλανδικών δυνάμεων. Στις 10 Νοεμβρίου, μία κανονική μάχη διεξάχθηκε στη Σουραμπάγια μεταξύ Βρετανών και Ινδονήσιων, με αεροπορικούς και ναυτικούς βομβαρδισμούς της πόλης από τους Βρετανούς. Σκοτώθηκαν 300 Βρετανοί (μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής τους, Ταξίαρχος A.W.S. Mallaby) και χιλιάδες Ινδονήσιοι. Στην Τζακάρτα, Ολλανδοί επεχείρησαν να δολοφονήσουν τον πρωθυπουργό. Για ασφάλεια ο Σουκάρνο και οι περισσότεροι υπουργοί πήγαν να μείνουν στη Γιογκιακάρτα στις 4 Ιανουαρίου 1946. Εκεί βρήκαν προστασία και υποστήριξη από τον σουλτάνο Χαμενγκουμπουβόνο Θ΄. Η Γιογκιακάρτα έγινε έτσι η πρωτεύουσα της χώρας και παρέμεινε πρωτεύουσα μέχρι το τέλος του πολέμου το 1949. Ο Σιαχρίρ παρέμεινε στην Τζακάρτα για να διαπραγματεύεται με τους Βρετανούς[15].

Ανυπόμονοι να απεμπλακούν από την Ινδονησία, οι Βρετανοί επεδίωξαν τη διείσδυση ολλανδικών δυνάμεων στη χώρα. Τον Νοέμβριο του 1946 οι τελευταίοι Βρετανοί στρατιώτες εγκατέλειψαν την Ινδονησία, έχοντας αντικατασταθεί από περισσότερους από 150.000 Ολλανδούς στρατιώτες. Από την άλλη, οι Βρετανοί απέστειλαν τους βαρόνους Άρτσιμπαλντ Κλαρκ Κερ του Ινβερτσάπελ και Μάιλς Λάμπσον του Κίλερν για να μεσολαβήσουν σε διαπραγματεύσεις μεταξύ Ολλανδών και Ινδονησίων. Αποτέλεσμα ήταν η Συμφωνία του Λινγκαντιάτι, με την οποία οι Ολλανδοί αναγνώρισαν τη de facto κυριαρχία του νέου κράτους στην Ιάβα, τη Σουμάτρα και τη Μαντούρα, ενώ σε αντάλλαγμα οι Ινδονήσιοι θα συζητούσαν για ένα μελλοντικό «Ηνωμένο Βασίλειο Ολλανδίας και Ινδονησίας».

Ο Σουκάρνο μιλά στην KNIP (κοινοβούλιο) στο Μαλάνγκ, τον Μάρτιο του 1947.

Η απόφαση του Σουκάρνο να διαπραγματευθεί με τους Ολλανδούς συνάντησε την έντονη αντίδραση διάφορων ομάδων. Ο Ταν Μαλάκα, παλαιός κομμουνιστής πολιτικός, κατόρθωσε να συμπήξει το «Μέτωπο Πάλης» (Persatuan Perjuangan, PP) από 140 μικρές ομάδες και κόμματα. Το PP πρότεινε ένα «Μίνιμουμ Πρόγραμμα»: πλήρη ανεξαρτησία, εθνικοποίηση όλων των ξένων περιουσιών και απόρριψη όλων των διαπραγματεύσεων μέχρι την απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων. Αυτά βρήκαν πλατιά λαϊκή υποστήριξη, αλλά και τη στήριξη του στρατηγού Σουντιρμάν. Στις 4 Ιουλίου 1946, στρατιωτική μονάδα συνδεόμενη με το PP απήγαγε τον πρωθυπουργό Σουτάν Σιαχρίρ σε μία επίσκεψη του τελευταίου στη Γιογκιακάρτα. Ο Σιαχρίρ ηγείτο των διαπραγματεύσεων με τους Ολλανδούς. Ο Σουκάρνο, αφού πρώτα άσκησε επιτυχώς επιρροή στον Σουντιρμάν, πέτυχε την απελευθέρωση του Σιαχρίρ, αλλά και τη σύλληψη του Μαλάκα και άλλων ηγετών του PP. Η αποδοκιμασία των όρων της Συμφωνίας του Λινγκαντιάτι μέσα στην KNIP (κοινοβούλιο) οδήγησε τον Σουκάρνο να εκδώσει διάταγμα που διπλασίαζε τα μέλη της KNIP συμπεριλαμβάνοντας πολλούς διορισμένους υποστηρικτές της συμφωνίας. Με τον τρόπο αυτό, η νέα βουλή επεκύρωσε τη Συμφωνία του Λινγκαντιάτι τον Μάρτιο του 1947.[16]

Στις 21 Ιουλίου 1947 όμως η Συμφωνία παραβιάσθηκε από τους Ολλανδούς, που εξαπέλυσαν μαζική στρατιωτική εισβολή στα εδάφη που ελέγχονταν από την κυβέρνηση. Παρά το ότι ο νεοπαγής Ινδονησιακός Εθνικός Στρατός (TNI) δεν ήταν σε θέση να προβάλει κάποια σημαντική αντίσταση, η απροκάλυπτη παραβίαση από τους Ολλανδούς μιας διεθνούς συμφωνίας τούς έφερε αντιμέτωπους με τη διεθνή κοινή γνώμη. Οι διεθνείς πιέσεις τούς υποχρέωσαν να σταματήσουν την εισβολή τον Αύγουστο. Ο Σιαχρίρ, που είχε αντικατασταθεί στο πρωθυπουργικό αξίωμα από τον Αμίρ Σιαριφουντίν, πέταξε ως τη Νέα Υόρκη για να υποστηρίξει τις θέσεις της χώρας του στον ΟΗΕ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού εξέδωσε μία απόφαση που καλούσε για άμεση κατάπαυση του πυρός και όρισε μία Επιτροπή Καλών Υπηρεσιών για να επιβλέψει την ανακωχή. Η επιτροπή, με έδρα την Τζακάρτα, αποτελείτο από αντιπροσωπείες της Αυστραλίας, του Βελγίου και των ΗΠΑ.

Στρατιωτικά όμως οι Ολλανδοί είχαν τη νεαρή Δημοκρατία σε μία μέγγενη, έχοντας επιπλέον επιβάλει με το ναυτικό τους αποκλεισμό των ελεύθερων περιοχών της από ζωτικές προμήθειες τροφίμων, φαρμάκων και οπλισμού. Ως συνέπεια, ο Σιαριφουντίν υπέγραψε τη «Συμφωνία του Ρένβιλ» στις 17/1/1948, που δεχόταν τον ολλανδικό έλεγχο στις επαρχίες που είχαν καταλάβει, ενώ οι Ινδονήσιοι θα απέσυραν όλες τις δυνάμεις τους από τη γραμμή της ανακωχής («γραμμή Βαν Μουκ»).

Η υπογραφή αυτής της Συμφωνίας οδήγησε σε αναταραχή και υπεχρέωσε σε παραίτηση τον πρωθυπουργό Σιαριφουντίν τον Ιανουάριο του 1948. Τον αντικατέστησε ο Μοχάμεντ Χάτα. Επωφελούμενα της αναταραχής, αριστερά πολιτικά στοιχεία καθοδηγούμενα από το επανασυστημένο Ινδονησιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (PKI) κήρυξαν εξέγερση στην πόλη Μαντιούν της Ανατολικής Ιάβας στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Αυτή έληξε στα τέλη Οκτωβρίου με ήττα των κομμουνιστών και τον θάνατο του αρχηγού τους, του Μούσο. Ο λόγος ήταν ότι οι κομμουνιστές είχαν υπερεκτιμήσει τη δυνατότητά τους να αντιτεθούν στην ισχυρή δημοφιλία του Σουκάρνο στη νήσο της Ιάβας.

Ο Σουκάρνο και ο υπουργός εξωτερικών Αγκούς Σαλίμ αιχμάλωτοι των Ολλανδών το 1949.

Στις 19 Δεκεμβρίου 1948, προκειμένου να επωφεληθούν από την εξασθένιση του αντιπάλου εξαιτίας της κομμουνιστικής εξεγέρσεως, οι Ολλανδοί εξαπέλυσαν την «Επιχείρηση Κράι» (Operatie Kraai), μία δεύτερη στρατιωτική εισβολή σχεδιασμένη έτσι ώστε να συντρίψει μια για πάντα τη νεαρή Δημοκρατία. Η επιχείρηση άρχισε με αεροπορική επίθεση στην πρωτεύουσα Γιογκιακάρτα. Τότε ο Σουκάρνο αντέδρασε έξυπνα: Διέταξε τον στρατό υπό τον στρατηγό Σουντιρμάν να αρχίσει ανταρτοπόλεμο στην ύπαιθρο, ενώ ο ίδιος και άλλοι ηγέτες, όπως ο Χάτα και ο Σιαχρίρ, αφέθηκαν να αιχμαλωτισθούν από τους Ολλανδούς. Για να εξασφαλίσει όμως και τη συνέχεια της διακυβερνήσεως, ο Σουκάρνο έστειλε τηλεγράφημα στον Σιαφρουντίν Πραβιρανεγκάρα, εξουσιοδοτώντας τον να ηγηθεί μας Κυβερνήσεως Εκτάκτου Ανάγκης (PDRI), με βάση τις ελεύθερες περιοχές της Δυτικής Σουμάτρας, μία θέση που κράτησε μέχρι τον Ιούνιο του 1949. Οι Ολλανδοί έστειλαν τον Σουκάρνο και άλλους αιχμαλωτισθέντες ηγέτες στο Πραράτ της Βόρειας Σουμάτρας, και αργότερα στο νησί Μπάνγκα.

Φιλμ ειδήσεων από την εγκατάσταση του Σουκάρνο στην Προεδρία

Η δεύτερη εισβολή των Ολλανδών προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη διεθνή αγανάκτηση. Οι ΗΠΑ, εντυπωσιασμένες από την ικανότητα της Ινδονησίας να συντρίψει την κομμουνιστική πρόκληση του 1948 μέσα σε 40 ημέρες χωρίς την παραμικρή βοήθεια από το εξωτερικό, απείλησαν να διακόψουν την οικονομική βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ προς την Ολλανδία αν αυτή συνέχιζε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ινδονησία. Ο ινδονησιακός στρατός δεν διαλύθηκε και συνέχισε τον ανταρτοπόλεμο κατά των Ολλανδών, με αποκορύφωμα την επίθεση κατά της κατεχόμενης από τους Ολλανδούς Γιογκιακάρτα την 1η Μαρτίου του 1949. Οι Ολλανδοί αναγκάσθηκαν έτσι να υπογράψουν τη Συμφωνία Roem-van Roijen στις 7 Μαΐου 1949. Σύμφωνα με αυτή, απελευθέρωσαν την ινδονησιακή ηγεσία και επέστρεψαν την περιοχή της Γιογκιακάρτα στον έλεγχό της τον Ιούνιο 1949. Ακολούθησε το «Ολλανδο-ινδονησιακό Συνέδριο Στρογγυλής Τράπεζας» στη Χάγη, που οδήγησε στην πλήρη μεταφορά της κυριαρχίας από τη βασίλισσα Ιουλιάνα της Ολλανδίας στην Ινδονησία στις 27 Δεκεμβρίου 1949. Εκείνη την ημέρα, ο Σουκάρνο πήγε αεροπορικώς από τη Γιογκιακάρτα στην Τζακάρτα, εκφωνώντας έναν θριαμβευτικό λόγο στα σκαλιά του ανακτόρου του αποικιακού κυβερνήτη, το οποίο αμέσως μετονόμασαν σε Ανάκτορο Μερντέκα (= «Ανάκτορο της Ανεξαρτησίας»).

Πρόεδρος της Δημοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως μέρος του συμβιβασμού με τους Ολλανδούς, η Ινδονησία υιοθέτησε ένα νέο «Ομοσπονδιακό Σύνταγμα» που καθιστούσε τη χώρα ομοσπονδιακή, υπό τον τίτλο Republik Indonesia Serikat (= «Δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ινδονησίας»), με 6 πολιτείες και 9 αυτόνομες περιοχές που είχαν δημιουργηθεί από τους Ολλανδούς. Κατά τη διάρκεια του 1950, ωστόσο, αυτές οι πολιτείες βαθμιαία διαλύθηκαν καθώς αποσύρθηκε ο ολλανδικός στρατός που τις υπεστήριζε. Τον Αύγουστο του 1950, με την αυτοδιάλυση της τελευταίας, ο Σουκάρνο ανακήρυξε την «Ενωμένη Δημοκρατία της Ινδονησίας» με ένα νέο προσωρινό Σύνταγμα. Αμφότερα τα συντάγματα ήταν προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην οποία ο πρωθυπουργός είναι επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ ο Σουκάρνο ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε συμβολικό ρόλο. Ωστόσο, ακόμα και έτσι, είχε μεγάλη ηθική εξουσία ως «Πατέρας του `Εθνους».

Τα πρώτα χρόνια κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αποδείχθηκαν ασταθή για την Ινδονησία. Οι κυβερνήσεις ανεβοκατέβαιναν η μία μετά την άλλη εξαιτίας των οξύτατων διαφορών ανάμεσα στα κοινοβουλευτικά κόμματα, σχετικά με τη μελλοντική πορεία της χώρας: Οι εθνικιστές (με επικεφαλής το «Ινδονησιακό Εθνικό Κόμμα» PNI, που είχε ιδρύσει ο Σουκάρνο το 1927) ήθελαν κοσμικό κράτος, οι ισλαμιστές (με κύριο κόμμα το Masyumi) ήθελαν ισλαμικό κράτος, ενώ οι κομμουνιστές κομμουνιστικό. Στο οικονομικό πεδίο πάλι υπήρχε απογοήτευση από τη συνεχιζόμενη οικονομική κυριαρχία μεγάλων ολλανδικών επιχειρήσεων και των Κινέζων (δηλαδή των κινεζικής καταγωγής Ινδονήσιων).

Στις επαρχίες, επαναστάτες του Νταρούλ Ισλάμ στη Δυτική Ιάβα αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το «κράτος του Σουκάρνο» και κήρυξαν την ίδρυση του Negara Islam Indonesia («Ισλαμικού Κράτους της Ινδονησίας») τον Αύγουστο του 1949. Υποστηρικτικές προς αυτό εξεγέρσεις ξέσπασαν το 1951 στην Κελέβη και το 1953 στο Ατσέχ.

Από την άλλη το στράτευμα μαστιζόταν από αντιπαλότητες ανάμεσα στους αξιωματικούς που προέρχονταν από τον αποικιακό στρατό, οι οποίοι επιθυμούσαν έναν μικρό ελιτίστικο επαγγελματικό στρατό, και στη συντριπτική πλειονότητα των υπαξιωματικών και στρατιωτών, οι οποίοι είχαν αρχίσει τη σταδιοδρομία τους στον ιδρυμένο από τους Ιάπωνες PETA και φοβούνταν την απόλυση. Από την πρώτη κατηγορία υπήρξε το εξής περιστατικό;

Στις 17 Οκτωβρίου 1952 ο συνταγματάρχης Αμπντούλ Χαρίς Νασουτιόν και ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, στρατηγός Ταχί Μπονάρ Σιματουπάνγκ κινητοποίησαν τις δυνάμεις τους σε μία επίδειξη δυνάμεως: περικύκλωσαν το Προεδρικό Ανάκτορο Μερντέκα και έστρεψαν τα κανόνια των τανκ προς αυτό. Απαίτησαν από τον Σουκάρνο να διαλύσει το κοινοβούλιο. Οι Νασουτιόν και Σιματουπάνγκ είχαν μεριμνήσει να κινητοποιήσουν και πολίτες διαδηλωτές. Ο Σουκάρνο βγήκε από το ανάκτορο και, χρησιμοποιώντας μόνο τη ρητορική του δεξιότητα, έπεισε τόσο τους στρατιώτες όσο και τους πολίτες να επιστρέψουν στους στρατώνες και στις δουλειές τους. Οι Νασουτιόν και Σιματουπάνγκ είχαν ηττηθεί και αμφότεροι αργότερα αποτάχθηκαν. Ο Νασουτιόν ωστόσο ξαναδιορίσθηκε ως αρχηγός του στρατού μετά την επανασυμφιλίωσή του με τον Σουκάρνο το 1955.

Το 1954 ο Σουκάρνο νυμφεύθηκε τη Χαρτινί μία τριαντάχρονη χήρα που είχε γνωρίσει σε μία δεξίωση. Η τρίτη του σύζυγος, η Φατμαγουάτι, εξοργίσθηκε από αυτόν τον τέταρτο γάμο του και τον παράτησε, παρότι ποτέ δεν πήραν επίσημο διαζύγιο.

Ο Σουκάρνο ψηφίζει στις εκλογές του 1955.

Οι βουλευτικές εκλογές του 1955, που περιελάμβαναν την εκλογή και συντακτικής εθνοσυνελεύσεως χωριστής από το κοινοβούλιο, μοίρασαν με τα αποτελέσματά τους την πολιτική ισχύ μεταξύ των PNI, Masyumi, και του κομμουνιστικού κόμματος (PKI). Αποτέλεσμα ήταν η συνέχιση της πολιτικής αστάθειας. Οι συζητήσεις για το νέο σύνταγμα στη Συντακτική ήρθαν σε αδιέξοδο εξαιτίας του επίμαχου θέματος αν θα περιλαμβανόταν σε αυτό ή όχι η ισχύς του ισλαμικού δικαίου.

Στο διεθνές μέτωπο ο Σουκάρνο οργάνωσε το 1955 το Συνέδριο του Μπαντούνγκ, με σκοπό να ενώσει τις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και της Αφρικής σε ένα αδέσμευτο κίνημα ως αντίβαρο στις ανταγωνιζόμενες υπερδυνάμεις της εποχής[17]

Ο Σουκάρνο άρχισε να μετανιώνει για τον διακοσμητικό ρόλο του αξιώματός του, καθώς δεν μπορούσε να επέμβει όπως θα ήθελε για την αντιμετώπιση του χάους στην πολιτική ζωή της χώρας. Διακηρύσσοντας ότι το σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δυτικού τύπου ήταν ακατάλληλο για την Ινδονησία, κάλεσε για ένα σύστημα «Καθοδηγούμενης Δημοκρατίας». Ο παραδοσιακός τρόπος, υποστήριξε, με τον οποίο λαμβάνονταν αποφάσεις στην Ινδονησία για σημαντικά ζητήματα ήταν με το σε βάθος χρόνου ζύγισμα των εναλλακτικών λύσεων προκειμένου να επιτευχθεί μία συναίνεση. Τα προβλήματα σε επίπεδο χωριού λύνονταν έτσι, και ο Σουκάρνο είχε τη γνώμη ότι αυτό θα έπρεπε να είναι το πρότυπο για ολόκληρη τη χώρα. Πρότεινε μία κυβέρνηση που δεν θα στηριζόταν μόνο στα πολιτικά κόμματα, αλλά και σε «λειτουργικές ομάδες», που θα αποτελούνταν από τα βασικά στοιχεία του πληθυσμού και θα συναποτελούσαν ένα Εθνικό Συμβούλιο δια του οποίου θα μπορούσε να εκφρασθεί μία εθνική συναίνεση κάτω από την προεδρική καθοδήγηση.

Ο αντιπρόεδρος Μ. Χάτα ήταν αντίθετος με την έννοια αυτή της «Καθοδηγούμενης Δημοκρατίας». Με αφορμή αυτές τις διαφορές, παραιτήθηκε από το αξίωμά του τον Δεκέμβριο του 1956. Η απογοήτευση του Χάτα προκάλεσε σοκ, ιδίως στις εκτός Ιάβας επαρχίες και εθνότητες, που τον έβλεπαν ως τον δικό τους εκπρόσωπο σε μία κυβέρνηση όπου κυριαρχούσαν οι Γιαβανέζοι.

Μέχρι τα τέλη του Ιανουαρίου 1957 οι τοπικοί στρατιωτικοί διοικητές σε τρεις επαρχίες της Σουμάτρας ανέλαβαν τον έλεγχο της τοπικής διακυβέρνησης, ανακοίνωσαν μία σειρά στρατιωτικών συμβουλίων που θα διοικούσαν τις επαρχίες τους και αρνήθηκαν να υπακούουν σε διαταγές από τη Τζακάρτα. Παρόμοιο στρατιωτικό τοπικό κίνημα πήρε τον έλεγχο της Βόρειας Κελέβης τον Μάρτιο. Απαιτούσαν την εξάλειψη της κομμουνιστικής επιρροής στην κυβέρνηση, ίσα μερίδια από τα κρατικά έσοδα και επαναφορά της δυαρχίας Σουκάρνο-Χάτα.

Αντιμέτωπος με αυτή τη σοβαρή πρόκληση για την ενότητα της χώρας, ο Σουκάρνο επέβαλε στρατιωτικό νόμο στις 14 Μαρτίου 1957. Διόρισε μη κομματικό πρωθυπουργό, τον Ντζουάντα Καρταβιντζάτζα (1911-1963), ενώ ο στρατός βρισκόταν στα χέρια του στρατηγού Νασουτιόν, που ασπαζόταν τις σουκαρνικές απόψεις για τα αρνητικά αποτελέσματα της δημοκρατίας δυτικού τύπου στην Ινδονησία, προβλέποντας κεντρικότερο ρόλο για τον στρατό στην επιβολή της απαραίτητης πειθαρχίας στη χώρα.

Ως μία κίνηση συμφιλιώσεως, ο Σουκάρνο προσκάλεσε τους ηγέτες των τοπικών συμβουλίων στην Τζακάρτα τον Σεπτέμβριο του 1957, σε ένα «Εθνικό Συνέδριο» (Musjawarah Nasional), το οποίο απέτυχε να αποκλιμακώσει την κρίση. Στις 30 Νοεμβρίου 1957 μία απόπειρα δολοφονίας κατά του Σουκάρνο με χειροβομβίδες έλαβε χώρα ενώ αυτός επισκεπτόταν μία σχολική δράση στη Τζακάρτα. Σε αυτή σκοτώθηκαν 6 αθώα παιδιά, αλλά ο Σουκάρνο τραυματίσθηκε μόνο ελαφρά. Οι ένοχοι ήταν ακραία μέλη του Νταρούλ Ισλάμ υπό τις διαταγές του ηγέτη της οργανώσεως, Sekarmadji Maridjan Kartosuwirjo.

Ο Σουκάρνο άρχισε τότε να κάνει συγκεκριμένα βήματα για να ενδυναμώσει την προσωπική του εξουσία στη χώρα. Τον Δεκέμβριο εθνικοποίησε 246 ολλανδικές εταιρείας, που συνέχιζαν να κυριαρχούν στην ινδονησιακή οικονομία και συνακόλουθα απέλασε 40 χιλιάδες Ολλανδούς πολίτες που βρίσκονταν στη χώρα, ενώ κατέσχεσε τις περιουσίες τους, με πρόσχημα το ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν είχε συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις για τη μοίρα της ολλανδικής Νέας Γουινέας που είχε υποσχεθεί στο «Ολλανδο-ινδονησιακό Συνέδριο Στρογγυλής Τράπεζας» το 1949.[18] Η εθνικιστική οικονομική πολιτική του Σουκάρνο συνεχίσθηκε με την έκδοση του Π.Δ. 10 του 1959, το οποίο απαγόρευσε τις εμπορικές δραστηριότητες ξένων υπηκόων στις αγροτικές περιοχές. Αυτό στόχευε στους Κινέζους, που κυριαρχούσαν στο χονδρεμπόριο παρότι λίγοι από αυτούς είχαν μεριμνήσει να πάρουν την ινδονησιακή υπηκοότητα. Το μέτρο είχε ως αποτέλεσμα τη μαζική μετεγκατάσταση των Κινέζων στις αστικές περιοχές, ενώ περί τους εκατό χιλιάδες επέλεξαν να επιστρέψουν στην Κίνα.

Για να αντιμετωπίσουν τους αποστάτες τοπικούς διοικητές, οι Σουκάρνο και Νασουτιόν πήραν δραστικά μέτρα: Χρησιμοποιώντας αξιωματικούς στις επαρχίες που παρέμεναν πιστοί στην κυβέρνηση, ο Νασουτιόν οργάνωσε μία σειρά από «επαρχιακά μίνι-πραξικοπήματα», που εξεδίωξαν καταρχήν τους αντιφρονούντες διοικητές της Βόρειας Σουμάτρας και της Νότιας Σουμάτρας τον Δεκέμβριο του 1957, γεγονός που επανέφερε υπό τον κυβερνητικό έλεγχο τις πόλεις-κλειδιά Μεντάν και Παλεμπάνγκ.

Τον Φεβρουάριο του 1958 οι υπόλοιποι αντιφρονούντες διοικητές (ο συνταγματάρχης Αχμάντ Χουσεΐν στην Κεντρική Σουμάτρα και ο συνταγματάρχης Βενττζέ Σουμουάλ στη Βόρεια Κελέβη) έκαναν το κίνημα «PRRI-Permesta» με σκοπό την ανατροπή της κυβερνήσεως στην Τζακάρτα. Τους ακολούθησαν πολλοί πολιτικοί χωρίς σχέσεις με τον στρατό από το ισλαμικό κόμμα Masyumi, όπως ο Σιαφρουντίν Πραβιρανεγκάρα, που τους ενοχλούσε η επιρροή των κομμουνιστών. Εξαιτίας ακριβώς της αντικομμουνιστικής ρητορείας τους, οι επαναστάτες δέχθηκαν άφθονη βοήθεια από τη CIA, όχι μόνο σε χρήματα και οπλισμό, αλλά και σε έμψυχο δυναμικό, σε μία εκστρατεία υπό την ονομασία «Αρχιπέλαγος», που έληξε όταν ο Αμερικανός πιλότος `Αλεν Λώρενς Πόουπ καταρρίφθηκε ενώ συμμετείχε σε βομβαρδισμό της πόλεως Αμπόν στις 18 Μαΐου 1958. Τον Απρίλιο του 1958 η κυβέρνηση της Τζακάρτα αντέδρασε με εναέριες και θαλάσσιες εισβολές στις πρωτεύουσες των επαναστατών. Μέχρι τα τέλη του έτους οι επαναστάτες είχαν ηττηθεί στρατιωτικά, ενώ οι τελευταίες αντάρτικες ομάδες τους παραδόθηκαν τον Αύγουστο του 1961.[19] [20]

«Καθοδηγούμενη Δημοκρατία» και αυξανόμενος αυταρχισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουκάρνο (πάνω από τα σκαλιά) διαβάζει το διάταγμα της 5ης Ιουλίου 1959

Οι εντυπωσιακές στρατιωτικές νίκες κατά των επαναστατών του PRRI-Permesta και η δημοφιλής εθνικοποίηση των ολλανδικών εταιρειών ενίσχυσε πολύ τη θέση του Σουκάρνο. Την 5η Ιουλίου 1959 επανέφερε σε ισχύ με ένα διάταγμα το Σύνταγμα του 1945, που εγκαθιστούσε ένα προεδρικό σύστημα το οποίο απεκάλεσε Manifesto Politik («Manipol»). Στην ουσία ήταν μία διακυβέρνηση δια προεδρικών διαταγμάτων. Ο Σουκάρνο οραματιζόταν μία σοσιαλιστική κοινωνία «ινδονησιακού στιλ», με μόνιμη βάση τις αρχές που έγιναν γνωστές με τα αρχικά «USDEK»:

  1. Undang-Undang Dasar '45 (Σύνταγμα του 1945)
  2. Sosialisme Indonesia («ινδονησιακός σοσιαλισμός»)
  3. Demokrasi Terpimpin (καθοδηγούμενη δημοκρατία)
  4. Ekonomi Terpimpin (ελεγχόμενη οικονομία).
  5. Kepribadian Indonesia (ινδονησιακή ταυτότητα)

Τον Μάρτιο του 1960 ο Σουκάρνο διέλυσε το κοινοβούλιο και το αντικατέστησε με νέο, στο οποίο είχε διορίσει ο ίδιος τα μισά μέλη. Τον Σεπτέμβριο ίδρυσε μία «Προσωρινή Συμβουλευτική Συνέλευση του Λαού» (Madjelis Permusjawaratan Rakjat Sementara, MPRS) ως την ύπατη νομοθετική εξουσία, σε συμφωνία με το Σύνταγμα του 1945. Τα μέλη του MPRS ήταν μέλη του κοινοβουλίου και μέλη «λειτουργικών ομάδων», που επίσης διορίζονταν από τον Πρόεδρο.

Με την υποστήριξη του στρατού ο Σουκάρνο διέλυσε το ισλαμικό κόμμα Masyumi και το «Σοσιαλιστικό Κόμμα Ινδονησίας» του πρώην πρωθυπουργού του Σουτάν Σιαχρίρ, κατηγορώντας τα για ανάμιξη με το κίνημα PRRI-Permesta. Ο στρατός συνέλαβε και φυλάκισε πολλούς από τους πολιτικούς αντιπάλους του Σουκάρνο, από τον σοσιαλιστή Σιαχρίρ μέχρι τους Νατσίρ και Χάμκα. Με τις εξουσίες που της έδινε ο στρατιωτικός νόμος, η κυβέρνηση έκλεισε επικριτικές της πολιτικής της εφημερίδες[21]

Αυτή την περίοδο σημειώθηκαν επανειλημμένες απόπειρες δολοφονίας του Σουκάρνο. Στις 9 Μαρτίου 1960 ο Ντανιέλ Μαουκάρ, ένας Ινδονήσιος υποσμηναγός φιλικός προς το κίνημα PRRI-Permesta, «γάζωσε» το Προεδρικό Ανάκτορο Μερντέκα και το Ανάκτορο Μπογκόρ με το μαχητικό του αεροπλάνο MiG-17. Τον Μάιο του 1962 πράκτορες του Νταρούλ Ισλάμ πυροβόλησαν τον Σουκάρνο κατά τη διάρκεια προσευχής για το Κουρμπάν Μπαϊράμ στο προεδρικό ανάκτορο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο πρόεδρος δεν τραυματίσθηκε καν.

Στο μέτωπο των επαρχιών, ο στρατός άρχισε μία σειρά αποτελεσματικών εκστρατειών που κατέστειλαν την επανάσταση του Νταρούλ Ισλάμ στη Δυτική Ιάβα (1962), στο Ατσέχ (1962) και στη Νότια Κελέβη (1965). Συνέλαβαν τον Kartosuwirjo, ηγέτη της οργανώσεως, και τον εκτέλεσαν τον Σεπτέμβριο του 1962.

Για να αντιρροπήσει όμως την ισχύ των στρατιωτικών, ο Σουκάρνο άρχισε να αποδέχεται τη στήριξη από το Ινδονησιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (PKI). Το 1960 διεκήρυξε πως η κυβέρνησή του βασιζόταν στη Nasakom, μία συνένωση των τριών ιδεολογικών κορμών της ινδονησιακής κοινωνίας: του nasionalisme (εθνικισμού), των agama (θρησκειών) και του komunisme (κομμουνισμού). Ο Σουκάρνο άρχισε να βάζει περισσότερους κομμουνιστές μέσα στην κυβέρνησή του και ανέπτυξε ισχυρή σχέση με τον ηγέτη του PKI, τον Ντίπα Νουσαντάρα Αϊντίτ.

Σε μία προσπάθεια να αυξήσει το διεθνές κύρος της χώρας, ο Σουκάρνο επεδίωξε και πέτυχε να αναλάβει η Ινδονησία τη διοργάνωση των Πανασιατικών Αγώνων του 1962. Κτίσθηκαν τότε πολλές αθλητικές εγκαταστάσεις, όπως το Στάδιο Μπουνγκ Κάρνο των 100.000 θέσεων. Υπήρξε όμως πολιτική ένταση όταν οι Ινδονήσιοι αρνήθηκαν την είσοδο των αθλητικών αποστολών του Ισραήλ και της Ταϊβάν, οπότε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις στην Ινδονησία και ο Σουκάρνο απάντησε διοργανώνοντας μία «μη-ιμπεριαλιστική» ανταγωνιστική διοργάνωση, τους «Αγώνες των Νέων Αναδυόμενων Δυνάμεων» (GANEFO). Οι GANEFO διεξάχθηκαν με επιτυχία στην Τζακάρτα τον Νοέμβριο του 1963 με τη συμμετοχή 2700 αθλητών από 51 χώρες.

Επίσης, ο Σουκάρνο διέταξε την κατασκευή μνημειωδών διαστάσεων κτισμάτων, όπως το ύψους 132 μέτρων Εθνικό Μνημείο της Ινδονησίας, το Τέμενος Ιστικλάλ της Τζακάρτα, το Κτήριο CONEFO (που στεγάζει σήμερα το κοινοβούλιο της χώρας), το Hotel Indonesia και το εμπορικό κέντρο Σαρινά για να μεταμορφώσει την πρωτεύουσά του σε μία σύγχρονη λαμπερή πόλη. Οι σύγχρονες φαρδιές λεωφόροι της Τζακάρτα (Thamrin, Sudirman, Gatot Subroto) σχεδιάσθηκαν και ανοίχθηκαν εκείνη την εποχή.

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού εξασφάλισε την εξουσία στη χώρα του, ο Σουκάρνο άρχισε να δίνει περισσότερη προσοχή στο διεθνές σκηνικό. Με μία σειρά επιθετικών πολιτικών, αντι-ιμπεριαλιστικών και αντιδυτικών, απέβλεπε και στο να ενώσει τον πολυφυλετικό ινδονησιακό λαό. Σε αυτό τον βοήθησε πολύ ο υπουργός του των εξωτερικών, ο Σουμπάντριο.

Μετά την πρώτη του επίσκεψη στο Πεκίνο το 1956, ο Σουκάρνο άρχισε να ενισχύει τους δεσμούς του με τη Λαΐκή Κίνα και γενικότερα το κομμουνιστικό μπλοκ γενικότερα, ενώ άρχισε να δέχεται αυξανόμενες ποσότητες σοβιετικής και άλλης στρατιωτικής βοήθειας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το σοβιετικό μπλοκ έφθασε να δίνει περισσότερη βοήθεια στην Ινδονησία από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη μη-κομμουνιστική χώρα.

Ο Σουκάρνο επισκέφθηκε όμως πανηγυρικά και τις ΗΠΑ το 1956, όπου εξεφώνησε έναν λόγο στο Κογκρέσο. Επισκεπτόμενος στη συνέχεια και τη Σοβιετική Ένωση, έτυχε ακόμα πιο πανηγυρικής υποδοχής. Ο πρωθυπουργός της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσόφ επισκέφθηκε με τη σειρά του την Τζακάρτα και το Μπαλί το 1960, οπότε και απένειμε στον Σουκάρνο το Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Προκειμένου να εξιλεωθεί για την ανάμιξη της CIA στην εξέγερση PRRI-Permesta, ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι προσεκάλεσε τον Σουκάρνο στην Ουάσινγκτον και έδωσε στην Ινδονησία δισεκατομμύρια δολάρια σε πολιτική και στρατιωτική βοήθεια.

Για να δώσει συνέχεια στο επιτυχημένο Συνέδριο του Μπαντούνγκ του 1955, ο Σουκάρνο θέλησε να σφυρηλατήσει μία νέα συμμαχία, τις «Νέες Αναδυόμενες Δυνάμεις» (NEFO), ως αντιστάθμισμα στις δυτικές υπερδυνάμεις, τις «Παλαιές Κατεστημένες Δυνάμεις» (OLDEFO), τις οποίες κατηγορούσε ότι διέδιδαν τη «νεοαποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό». Το 1961 ο Σουκάρνο μαζί με άλλους 4 ηγέτες ίδρυσαν μια άλλη πολιτική συμμαχία, που αποκλήθηκε Κίνημα των Αδεσμεύτων. Η δράση αυτή αποκλήθηκε και «Η πρωτοβουλία των 5». Η μνήμη του Σουκάρνο διατηρείται ακόμα ζωντανή σε πολλές χώρες για τον ρόλο του αυτό στην προαγωγή της επιρροής των νέων ανεξάρτητων κρατών: το όνομά του φέρουν σήμερα δρόμοι στο Κάιρο της Αιγύπτου και στο Ραμπάτ του Μαρόκου, αλλά και μία μεγάλη πλατεία στην Πεσαβάρ του Πακιστάν. Το 1956 το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου τον ανεκήρυξε επίτιμο διδάκτορα.

Ο Σουκάρνο στο Μπορομπουντούρ με τον Ινδό πρωθυπουργό Τζαβαχαρλάλ Νεχρού και την κόρη του, Ίντιρα Γκάντι, κατά την επίσκεψή τους στην Ινδονησία
Ο Σουκάρνο με τον Φιντέλ Κάστρο το 1960 στην Αβάνα

Το 1960 ο Σουκάρνο κινήθηκε για να εξασφαλίσει και τις εδαφικές διεκδικήσεις της χώρας του: Τον Αύγουστο διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ολλανδία εξαιτίας της αποφυγής των διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Νέας Γουινέας. Τον Απρίλιο του 1961 οι Ολλανδοί έδειξαν την πρόθεσή τους να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο κράτος των Παπούα στη νήσο αυτή. Τότε ο Σουκάρνο κήρυξε «κατάσταση στρατιωτικής αντιπαράθεσης» με τον λόγο του Tri Komando Rakjat (TRIKORA) στη Γιογκιακάρτα, στις 19 Δεκεμβρίου 1961, και διέταξε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο δυτικό μισό της Νέας Γουινέας. Στα τέλη του 1962, 3000 Ινδονήσιοι στρατιώτες βρίσκονταν στο νησί.

Μία μικρή ναυμαχία («Ναυμαχία της Θάλασσα Αραφούρα») έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1962, όταν 4 ινδονησιακές τορπιλάκατοι δέχθηκαν επίθεση από ολλανδικά πλοία και αεροπλάνο. Μία από τις τορπιλακάτους βυθίστηκε, σκοτώνοντας τον υπαρχηγό του ινδονησιακού ΓΕΝ Ιωσάφατ Σουντάρσο. Με σοβιετικό εξοπλισμό και συμβούλους, ο Σουκάρνο σχεδίαζε για τον Αύγουστο του 1962 μεγάλης κλίμακας επίθεση από αέρα και θάλασσα στο ολλανδικό πολεμικό αρχηγείο στο Μπιάκ (Operasi Djajawidjaja). Αλλά πριν προλάβει να την πραγματώσει, η Ολλανδία, πιεζόμενη από τις ΗΠΑ, υπεχώρησε και υπέγραψε με την Ινδονησία τη Συμφωνία της Νέας Υόρκης. Οι δύο χώρες συμφώνησαν να εφαρμόσουν το «Σχέδιο Bunker» (από το όνομα του εμπνευστή του, Αμερικανού διπλωμάτη Ellsworth Bunker), με το οποίο οι Ολλανδοί παραχωρούσαν τη δυτική Νέα Γουινέα.

Ρεπορτάζ της αυστραλιανής τηλεοράσεως του 1966 για την πολιτική αντιπαραθέσεως με τη Μαλαισία από μέρους του Σουκάρνο

Αφού εξασφάλισε τον έλεγχο εκεί, ο Σουκάρνο αντιτάχθηκε στην ίδρυση (με τη στήριξη των Βρετανών) της Ομοσπονδίας της Μαλαισίας το 1963, ισχυριζόμενος ότι ήταν ένα νεο-αποικιακό σχέδιο των Βρετανών για να υπονομεύσουν την Ινδονησία. Η ανεξαρτησία της Μαλαισίας οδήγησε στην αντιπαράθεση Ινδονησίας–Μαλαισίας (Konfrontasi), που διακηρύχθηκε από τον Σουκάρνο στον λόγο του Dwi Komando Rakjat (DWIKORA), στην Τζακάρτα, στις 3 Μαΐου 1964. Η διακηρυγμένη επιθυμία του Σουκάρνο δεν ήταν, όπως υπονόησαν κάποιοι, να προσαρτήσει το Σαμπάχ και το Σαραγουά στην Ινδονησία, αλλά να ιδρύσει ένα «Κράτος του Βόρειου Καλιμαντάν» υπό τον έλεγχο του κομμουνιστικού κόμματος του Βόρειου Καλιμαντάν. Από το 1964 μέχρι τις αρχές του 1966 περιορισμένος αριθμός Ινδονήσιων στρατιωτών, πολιτών και Μαλαίσιων κομμουνιστών ανταρτών στάλθηκαν στο βόρειο μέρος του Βόρνεο και τη Μαλαϊκή Χερσόνησο. Αυτές οι δυνάμεις πολέμησαν εναντίον στρατιωτών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας που είχαν αναπτυχθεί για να προστατεύσουν το νεογέννητο κράτος της Μαλαισίας. Επίσης, Ινδονήσιοι πράκτορες πυροδότησαν πολλές βόμβες στη Σιγκαπούρη. Στο εσωτερικό, ο Σουκάρνο τροφοδότησε τα αντιβρετανικά αισθήματα στον λαό και η βρετανική πρεσβεία πυρπολήθηκε. Το 1964 όλες οι βρετανικές εταιρείες στη χώρα εθνικοποιήθηκαν, ενώ ο Σουκάρνο άρχισε και αντιαμερικανική καμπάνια, καθώς είχε λιγότερο φιλικές σχέσεις με την κυβέρνηση του Λίντον Τζόνσον από ό,τι με τον Κένεντι. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις στη χώρα αποκηρύχθηκαν από κυβερνητικούς αξιωματούχους και δέχθηκαν επιθέσεις ομάδων που καθοδηγούνταν από το PKI. Οι αμερικανικές κινηματογραφικές ταινίες απαγορεύθηκαν, αμερικανικά βιβλία και δίσκοι των Μπητλς κάηκαν, ενώ το ινδονησιακό συγκρότημα Koes Plus φυλακίστηκε επειδή έπαιζε μουσική ροκ αμερικανικού στιλ. Ως αποτέλεσμα, η αμερικανική βοήθεια προς την Ινδονησία σταμάτησε, γεγονός που προκάλεσε ένα διάσημο σχόλιο του Σουκάρνο: «Στο διάολο με τη βοήθειά σας!».

Καθώς οι χώρες του Κινήματος των Αδεσμεύτων αντιδικούσαν μεταξύ τους, ο Σουκάρνο σχημάτισε νέα συμμαχία με την Κίνα, τη Βόρεια Κορέα, το κομμουνιστικό Βόρειο Βιετνάμ και την Καμπότζη, συμμαχία που απεκάλεσε «άξονα Πεκίνου-Πιονγιάνγκ-Ανόι-Πνομ Πεν-Τζακάρτα». Απέσυρε την Ινδονησία από τον «κυριαρχούμενο από τους ιμπεριαλιστές» ΟΗΕ τον Ιανουάριο του 1965 και επεδίωξε να ιδρύσει έναν ανταγωνιστικό διεθνή οργανισμό, το «Συνέδριο των Νέων Αναδυόμενων Δυνάμεων» («Conference of New Emerging Forces», CONEFO) με στήριξη από την Κίνα, η οποία δεν ήταν ακόμα τότε μέλος του ΟΗΕ. Με την κυβέρνηση χρεωμένη στη Σοβιετική Ένωση, η Ινδονησία άρχισε να στρέφεται όλο και πιο πολύ προς το Πεκίνο για βοήθεια[22].

Εσωτερικές εντάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο εσωτερικό ο Σουκάρνο συνέχισε να αυξάνει την προσωπική εξουσία του. Το 1963 ανακηρύχθηκε «ισόβιος πρόεδρος» από τη Συμβουλευτική Συνέλευση του Λαού. Τα ιδεολογικά του κείμενα για τη Manipol-USDEK και τη Nasakom έγιναν υποχρεωτικό ανάγνωσμα στα ινδονησιακά σχολεία και πανεπιστήμια, ενώ οι λόγοι του έπρεπε να αποστηθίζονται και να συζητούνται από όλους τους μαθητές. Το σύνολο των εφημερίδων, ο μοναδικός ραδιοσταθμός (Radio Republik Indonesia, RRI) και ο μοναδικός τηλεοπτικός σταθμός (TVRI) μετατράπηκαν σε «εργαλεία της επανάστασης» και λειτουργούσαν για να διαδίδουν τα μηνύματα του Σουκάρνο. Ο «πατέρας του έθνους» περιβλήθηκε από κάποιο είδος λατρείας προσωπικότητας, με την πρωτεύουσα του νέου εδάφους του Δυτικού Ιριάν (Δυτικής Νέας Γουινέας) να μετονομάζεται από Τζαγιαπούρα σε «Σουκαρναπούρα» και με την υψηλότερη κορυφή της χώρας να μετονομάζεται από Πυραμίδα Κάρστεντζ ή Πούντσακ Τζάγια σε «Πούντσακ Σουκάρνο» (= «Κορυφή Σουκάρνο»).

Παρά τον φαινομενικό απόλυτο έλεγχο ωστόσο, το καθεστώς του Σουκάρνο ήταν εύθραυστο εξαιτίας της ενδογενούς αντιπαλότητας μεταξύ των δύο πυλώνων του: των στρατοκρατών και των κομμουνιστών. Οι στρατιωτικοί, οι εθνικιστές και οι ισλαμικές ομάδες έβλεπαν με ανησυχία τη γρήγορη αύξηση της ισχύος του κομμουνιστικού κόμματος κάτω από την προστασία του Σουκάρνο: το 1965 το PKI έφθασε τα 3 εκατομμύρια μέλη, με προπύργιά του την Κεντρική Ιάβα και το Μπαλί. Πλέον ήταν το ισχυρότερο κόμμα στην Ινδονησία.

Οι στρατιωτικοί και οι εθνικιστές ανησυχούσαν και για την ολοένα και στενότερη συμμαχία του Σουκάρνο με την κομμουνιστική Κίνα, που πίστευαν ότι θα μείωνε τελικά την εθνική κυριαρχία της Ινδονησίας. Αρκετοί αξιωματικοί διαφωνούσαν και με την πολιτική κατά της Μαλαισίας, που κατά την άποψή τους ωφελούσε μόνο τους κομμουνιστές. Οι κληρικοί του Ισλάμ από την άλλη πλευρά ήταν κυρίως μικροί γαιοκτήμονες και αισθάνονταν ότι απειλούνται από τις δράσεις κατασχέσεων γης του PKI (aksi sepihak) στην ύπαιθρο, αλλά και από την κομμουνιστική καμπάνια ενάντια στους «εφτά διαβόλους του χωριού» (οι «διάβολοι» ήταν οι γαιοκτήμονες και οι πλουσιότεροι αγρότες). Διατηρούσαν επίσης άσχημες μνήμες από την κομμουνιστική εξέγερση του Μαντιούν του 1948 (βλ. ανωτ.).

Ως συμβιβαστής μεταξύ των τριων ομάδων, ο Σουκάρνο φαινόταν σαφώς να δείχνει μεγαλύτερη συμπάθεια προς τους κομμουνιστές. Το PKI από την πλευρά του πρόσεχε να υποστηρίζει όλες ανεξαιρέτως τις πολιτικές του Σουκάρνο. Παρότι ο ίδιος δεν ήταν κομμουνιστής, ο Σουκάρνο έβλεπε το PKI ως έναν χρήσιμο αγωγό για περισσότερη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια από τις κομμουνιστικές χώρες.

Για να εξασθενήσει τη δύναμη των στρατοκρατών, ο Σουκάρνο ανεκάλεσε το καθεστώς στρατιωτικού νόμου το 1963. Τον Σεπτέμβριο του 1962 υποβάθμισε τον ισχυρό στρατηγό Νασουτιόν και έβαλε στη θέση του αρχηγού του στρατού τον πιστό οπαδό του Αχμάντ Γιανί. Τον Ιανουάριο του 1965, υπό την πίεση του PKI, απαγόρευσε το Μούρμπα, ένα τροτσκιστικό κόμμα του οποίου η ιδεολογία ήταν ανταγωνιστική ως προς αυτή του PKI[23].

Οι εντάσεις μεταξύ των στρατιωτικών και των κομμουνιστών αυξήθηκαν τον Απρίλιο του 1965, όταν ο ηγέτης του PKI Αϊντίτ πρότεινε τον σχηματισμό μιας «πέμπτης ένοπλης δύναμης», την οποία θα αποτελούσαν ένοπλοι αγρότες και εργάτες. Ο Σουκάρνο ενέκρινε την ιδέα αυτή και κάλεσε δημόσια για τον άμεσο σχηματισμό της στις 17/5/1965. Αλλά ο Αχμάντ Γιανί απέρριψε την ιδέα, αφού αυτό θα ισοδυναμούσε με το να επιτραπεί στο κομμουνιστικό κόμμα να ιδρύσει τις δικές του ένοπλες δυνάμεις. Μερικές ημέρες αργότερα, στις 29 Μαΐου, εμφανίσθηκε η «Επιστολή Gilchrist». Αυτή υποτίθεται πως είχε γραφεί από τον Βρετανό πρέσβη Andrew Gilchrist και απευθυνόταν προς το Φόρεϊν `Οφις. Αναφερόταν σε μία κοινή αμερικανοβρετανική απόπειρα ανατροπής του καθεστώτος με τη βοήθεια «τοπικών φίλων μας στο στράτευμα». Η επιστολή ξύπνησε στον Σουκάρνο τον φόβο ενός στρατιωτικού σχεδίου για την ανατροπή του, έναν φόβο που ανέφερε συχνά τους επόμενους μήνες. Χρόνια μετά, ο Τσεχοσλοβάκος πράκτορας Λαντισλάβ Μπίτμαν, που διέφυγε στη Δύση το 1968, ισχυρίσθηκε ότι η υπηρεσία του συνέταξε αυτό το ψεύτικο γράμμα μετά από αίτημα του PKI μέσω της ΕΣΣΔ, ώστε να εξαλειφθούν οι αντικομμουνιστές στρατηγοί. Στον λόγο του για την εθνική επέτειο της 17ης Αυγούστου, ο Σουκάρνο εξέφρασε την πρόθεσή του να σταθεροποιήσει τη θέση της Ινδονησίας μέσα σε μία αντι-ιμπεριαλιστική συμμαχία με την Κίνα και άλλα κομμουνιστικά καθεστώτα, και προειδοποίησε τον στρατό να μην αναμιχθεί. Επανέλαβε επίσης την υποστήριξή του για την ίδρυση μιας στρατιωτικής δυνάμεως από ένοπλους αγρότες και εργάτες[24].

Ενώ ο Σουκάρνο είχε αφιερώσει την ενεργητικότητά του στην πολιτική ασφαλείας και την εξωτερική πολιτική, η ινδονησιακή οικονομία είχε παραμεληθεί. Η κυβέρνηση τύπωσε χρήμα για να χρηματοδοτήσει τα στρατιωτικά της έξοδα, με αποτέλεσμα ετήσιο πληθωρισμό περίπου 600% το 1964 και το 1965. Το λαθρεμπόριο στερούσε το κράτος από πολύτιμο συνάλλαγμα. Η βιομηχανία παρήγαγε μόνο στο 20% της δυναμικότητάς της εξαιτίας της ελλείψεως ξένων επενδύσεων. Για τους λόγους αυτούς, η Ινδονησία δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το χρέος της προς δυτικές και κομμουνιστικές χώρες αδιακρίτως, που είχε συσσωρευθεί.

Ο ίδιος ο Σουκάρνο περιφρονούσε τη μακροοικονομική θεωρία και το ισχυρό αλλά θεωρητικό μυαλό του δεν ήταν πρόσφορο στο να δώσει πρακτικές λύσεις στα οικονομικά της χώρας[25]. Αντί γι' αυτές, παρήγαγε περισσότερες ιδεολογικές επινοήσεις, όπως η Trisakti: πολιτική κυριαρχία, οικονομική αυτάρκεια και πολιτιστική ανεξαρτησία.

Το τέλος της εξουσίας του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουκάρνο

Την αυγή της 1ης Οκτωβρίου 1965, έξι στρατηγοί του ινδονησιακού στρατού απάχθηκαν και δολοφονήθηκαν από ένα κίνημα που αυτοαποκλήθηκε «Κίνημα της 30ής Σεπτεμβρίου» (G30S). Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Αχμάντ Γιανί, ενώ ο Νασουτιόν μόλις ξέφυγε. Το G30S επάνδρωναν μέλη της Προεδρικής Φρουράς, της Μεραρχίας Brawidjaja και της Μεραρχίας Diponegoro, υπό τις διαταγές ενός αντισυνταγματάρχη, του Ουντούνγκ μπιν Σιαμσούρι, που ήταν γνωστός «συμπαθών» των κομμουνιστών και είχε συμμετάσχει στην κομμουνιστική επανάσταση του 1948. Το κίνημα κατέλαβε την πλατεία Μερντέκα και, το κυριότερο, τον ραδιοσταθμό. Μετέδωσαν μία δήλωση, ότι οι απαγωγές αποσκοπούσαν στο να προστατεύσουν τον Σουκάρνο από μία απόπειρα πραξικοπήματος από στρατηγούς-όργανα της CIA. Αργότερα, μετέδωσαν νέα για τη διάλυση της κυβερνήσεως και την αντικατάστασή της από ένα «Επαναστατικό Συμβούλιο». Στην Κεντρική Ιάβα το Κίνημα έθεσε υπό τον έλεγχό του τη Γιογκιακάρτα και το Σόλο την 1η και τη 2η Οκτωβρίου, σκοτώνοντας δύο συνταγματάρχες στην πορεία.

Ο Υποστράτηγος Σουχάρτο, διοικητής των στρατηγικών εφεδρειών, πήρε τον έλεγχο του στρατού το επόμενο πρωί[26] και το απόγευμα εξέδωσε ένα τελεσίγραφο προς την Αεροπορική Βάση Χαλίμ, όπου είχαν την έδρα τους οι αρχηγοί του Κινήματος, και όπου είχαν συγκεντρωθεί ο Σουκάρνο (οι λόγοι της παρουσίας του είναι άγνωστοι και υπήρξαν αντικείμενο πολλών αντιδικιών), ο Αντιπτέραρχος Ομάρ Ντανί και ο ηγέτης του κομμουνιστικού κόμματος Αϊντίτ. Από την επόμενη ημέρα ήταν ξεκάθαρο ότι το ερασιτεχνικά οργανωμένο και κακοσυντονισμένο κίνημα είχε αποτύχει. Ο Σουκάρνο κατέφυγε στο Ανάκτορο Μπογκόρ, ενώ ο Αϊντίτ κατέφυγε στην Κεντρική Ιάβα και ο Ομάρ Ντανί στην Καμπότζη[27]. Στις 2 Οκτωβρίου οι στρατιώτες του Σουχάρτο κατέλαβαν την Αεροπορική Βάση Χαλίμ μετά από σύντομη μάχη. Η υπακοή του Σουκάρνο στο τελεσίγραφο του Σουχάρτο να εγκαταλείψει τη Χαλίμ θεωρείται ως αυτή που μετέβαλε όλες τις σχέσεις εξουσίας[28]. Η λεπτή ισορροπία που διατηρούσε ο Σουκάρνο ανάμεσα στους στρατιωτικούς, στο πολιτικό Ισλάμ, στους κομμουνιστές και στους εθνικιστές, που βρισκόταν στη βάση της «Καθοδηγούμενης Δημοκρατίας» του, είχε καταρρεύσει. Στις 3 Οκτωβρίου τα πτώματα των απαχθέντων στρατηγών ανακαλύφθηκαν κοντά στην αεροπορική βάση και στις 5 Οκτωβρίου τάφηκαν σε μία δημόσια τελετή με επικεφαλής τον Σουχάρτο.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1965 μία στρατιωτική επιχείρηση προπαγάνδας άρχισε να σαρώνει τη χώρα, πείθοντας με επιτυχία τόσο τους Ινδονήσιους όσο και τα διεθνή ακροατήρια ότι επρόκειτο για πραξικόπημα των κομμουνιστών και ότι οι φόνοι ήταν θρασύδειλες θηριωδίες εναντίον Ινδονήσιων ηρώων, αφού οι δολοφονηθέντες στρατηγοί ήταν ήρωες βετεράνοι των αγώνων της Ανεξαρτησίας[29]. Τα ηγετικά στελέχη του PKI συνελήφθησαν αμέσως και κάποια εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Αϊντίτ πιάστηκε και εκτελέστηκε τον Νοέμβριο, ενώ οι εκκαθαρίσεις ξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς[30].

Ο ένας από τους τρεις πυλώνες του Σουκάρνο, το Κομμουνιστικό Κόμμα, είχε ουσιαστικά εξαλειφθεί από τους άλλους δύο, τους στρατοκράτες και το πολιτικό Ισλάμ. Οι μαζικές εκκαθαρίσεις στενοχώρησαν τον Σουκάρνο και επεχείρησε ανεπιτυχώς να προστατεύσει το PKI αναφερόμενος στις δολοφονίες των στρατηγών ως «rimpeltje in de oceaan» («ένα κυματάκι στον ωκεανό της επανάστασης»). Προσπάθησε επίσης να διατηρήσει την επιρροή του, καλώντας σε μία ραδιομετάδοση τον Ιανουάριο του 1966 τη χώρα να τον ακολουθήσει. Ο υπουργός του των εξωτερικών, ο Σουμπάντριο, επεχείρησε να δημιουργήσει μία οργάνωση «σουκαρνοϊστών» (Barisan Sukarno), κάτι που υπονομεύθηκε από τον όρκο υπακοής του Σουχάρτο προς τον Σουκάρνο συνδυασμένο με τη συμβουλή του προς όλους όσοι ήταν πιστοί στον Σουκάρνο να δηλώσουν την υποστήριξή τους στον στρατό[31].

Τον Φεβρουάριο του 1966 ο Σουκάρνο αναδόμησε την κυβέρνησή του, παύοντας τον στρατηγό Νασουτιόν από τη θέση του υπουργού Αμύνης και καταργώντας τη θέση του, του αρχηγού του επιτελείου, αλλά ο Νασουτιόν αρνήθηκε να φύγει. Από τον Ιανουάριο ήδη, φοιτητές είχαν αρχίσει να διαδηλώνουν κατά του Σουκάρνο, απαιτώντας τη διάλυση του PKI και τον έλεγχο του πληθωρισμού. Τον Φεβρουάριο, φοιτητές που διαδήλωναν μπροστά στο Προεδρικό Ανάκτορο δέχθηκαν πυρά από την προεδρική φρουρά. Σκοτώθηκε ο φοιτητής Αριέφ Ραχμάν Χακίμ, που γρήγορα έγινε ήρωας στα μάτια των διαδηλωτών.

Στις 11 Μαρτίου έγινε ένα υπουργικό συμβούλιο στο Ανάκτορο. Καθώς φοιτητές διαδήλωναν κατά της κυβέρνησης, άγνωστα στρατεύματα άρχισαν να συγκεντρώνονται απέξω. Οι Σουκάρνο, Σουμπάντριο και ένας άλλος υπουργός άφησαν το συμβούλιο αμέσως και πήγαν στο Ανάκτορο Μπογκόρ με ελικόπτερο. Τρεις στρατηγοί πιστοί στον Σουχάρτο (οι Μπασούκι Ραχμάτ, Αμιρμαχμούντ και Μοχάμαντ Γιουσούφ) στάλθηκαν στο Μπογκόρ και συναντήθηκαν με τον Σουκάρνο, που τους υπέγραψε μια προεδρική Διαταγή, τη «Supersemar». Με αυτή ο Σουκάρνο εξουσιοδοτούσε τον Σουχάρτο «να πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εγγυηθεί την ασφάλεια, την ηρεμία και την κυβερνητική σταθερότητα, καθώς και για να εγγυηθεί την προσωπική ασφάλειά του (του Σουκάρνο)». Το ποιος συνέταξε το κείμενο αυτό και το αν ο Σουκάρνο υποχρεώθηκε ή όχι να το υπογράψει, ίσως ακόμα και υπό την απειλή όπλου, είναι αντικείμενο διαφωνιών ανάμεσα στους ιστορικούς. Το αποτέλεσμα της Διαταγής πάντως ήταν η μεταβίβαση της εξουσίας στον Σουχάρτο. Το πρώτο που έκανε ο Σουχάρτο αφού εξασφάλισε τη Διαταγή ήταν να κηρύξει παράνομο το κομμουνιστικό κόμμα. Συνέλαβε επίσης πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους που ήταν πιστοί στον Σουκάρνο με την κατηγορία ότι ήταν μέλη ή συμπαθούντες του PKI, μειώνοντας έτσι την πολιτική ισχύ και επιρροή του Σουκάρνο.

Το κοινοβούλιο, ελεύθερο πια από τα κομμουνιστικά και σουκαρνικά στοιχεία, άρχισε διαδικασίες για να δικασθεί ο Σουκάρνο με τις εξής κατηγορίες:

  1. Ανοχή του Κινήματος της 30ής Σεπτεμβρίου και παραβίαση του Συντάγματος δια της υποστηρίξεως της διεθνούς κομμουνιστικής ατζέντας του PKI.
  2. Πλήρης παραμέληση της οικονομίας της χώρας.
  3. Προαγωγή της εθνικής «ηθικής υποβαθμίσεως» από την κραυγαλέα συμπεριφορά «γυναικοκατακτητή» που επέδειξε ο Σουκάρνο[32].
Ρεπορτάζ της αυστραλιανής τηλεόρασης τον Απρίλιο του 1967 για τις πολιτικές εντάσεις στο τέλος της εποχής του Σουκάρνο

Στις 22 Ιουνίου 1966 ο Σουκάρνο εξεφώνησε τον «Λόγο της Ναουακσάρα» ενώπιον του κοινοβουλίου, μία αποτυχημένη τελευταία προσπάθεια να υπερασπισθεί τον εαυτό του και το σύστημά του της Καθοδηγούμενης Δημοκρατίας. Τον Αύγουστο, παρά τις αντιρρήσεις του, η Ινδονησία σταμάτησε την αντιπαράθεση με τη Μαλαισία και έγινε και πάλι μέλος του ΟΗΕ. Μετά από έναν ακόμα αναποτελεσματικό λόγο (Nawaksara Addendum) στις 10 Ιανουαρίου 1967, ο Σουκάρνο καθαιρέθηκε από το αξίωμα του Προέδρου της χώρας στις 12 Μαρτίου 1967, από μία σύνοδο του κοινοβουλίου στην οποία προέδρευε ο πρώην σύμμαχός του στρατηγός Νασουτιόν. Ευθύς αμέσως τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο Ανάκτορο Μπογκόρ, όπου η υγεία του επιδεινώθηκε εξαιτίας της αρνήσεως να του παρασχεθεί η κατάλληλη ιατρική φροντίδα. Πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Τζακάρτα στις 21 Ιουνίου 1970, σε ηλικία 69 ετών. Τάφηκε στο Μπλιτάρ της Ανατολικής Ιάβας.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φατμαγουάτι το 1956 με 5 από τα παιδιά που απέκτησε με τον Σουκάρνο. Πρώτη από δεξιά είναι η μετέπειτα πρόεδρος της Ινδονησίας Μεγαουάτι Σουκαρνοπούτρι.

Ο Σουκάρνο νυμφεύθηκε τη Σίτι Ουτάρι το 1920 και τη χώρισε το 1923 για να νυμφευθεί την Ινγκίτ Γκαρνασίχ, την οποία χώρισε το 1943 για να νυμφευθεί τη Φατμαγουάτι[33]. Ο Σουκάρνο επίσης νυμφεύθηκε τη Χαρτινί το 1954, οπότε χώρισε χωρίς διαζύγιο από τη Φατμαγουάτι. Το 1959 του συνέστησαν την τότε 19χρονη Ιαπωνίδα αεροσυνοδό Ναόκο Νεμότο, με την οποία παντρεύτηκαν το 1962, οπότε η Νεμότο μετονομάσθηκε σε Ράτνα Ντέγουι Σουκάρνο.[34].

Εκτός των παραπάνω, ο Σουκάρνο νυμφεύθηκε άλλες 5 φορές: με τη Χαριάτι (1963–1966), με την Καρτίνι Μανόπο (1959–1968), με την Γιουρίκε Σάνγκερ (1964–1968) και με τη Χέλντι Ντζαφάρ (1966–1969).

Συνολικά ο Σουκάρνο απέκτησε εννέα τέκνα. Η πέμπτη Πρόεδρος της Ινδονησίας Μεγαουάτι Σουκαρνοπούτρι είναι κόρη του Σουκάρνο από τη Φατμαγουάτι. Ο νεότερος ομοθαλής αδελφός της Γκουρούχ Σουκαρνοπούτρα (γενν. 1953) είναι χορογράφος και τραγουδοποιός. Και άλλα τρία τέκνα είναι ενεργά στην πολιτική της χώρας. Η κόρη του Σουκάρνο από την αεροσυνοδό, ονόματι Καρτίκα, παντρεύτηκε το 2006 τον Ολλανδό Frits Seegers, εκτελεστικό διευθυντή της Τράπεζας Barclays[35].

References[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Biografi Presiden Perpustakaan Nasional Republik Indonesia
  2. In Search of Achmad Sukarno[νεκρός σύνδεσμος] Steven Drakeley, University of Western Sydney
  3. Αναφέρεται έτσι και στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Χάρη Πάτση), έκδ. 1975
  4. Ludwig M., Arnold (2004): King of the Mountain: The Nature of Political Leadership. University Press of Kentucky. σελ. 150.
  5. Mrazek, Rudolf (2002). Engineers of Happy Land: Technology and Nationalism in a Colony. Princeton University Press, σελ. 60–1, 123, 125, 148, 156, 191. ISBN 0-691-09162-5. ; Kusno, Abidin (2000). Behind the Postcolonial: Architecture, Urban Space and Political Cultures. Routledge. ISBN 0-415-23615-0. 
  6. 6,0 6,1 Adams, Cindy (1965). Sukarno, An Autobiography. The Bobbs-Merrill Company Inc. 
  7. Sukarno. Adams, Cindy (1965). Sukarno: An Autobiography. Bobbs-Merrill, σελ. 92. ; Legge, John David. Sukarno: A Political Biography. Singapore: Archipelago Press, σελ. 101–102. ISBN 978-981-4068-64-2. 
  8. Friend, Theodore (2003). Indonesian Destinies. The Belknap Press of Harvard University Press, σελ. 27. ISBN 0-674-01834-6. 
  9. Friend, Theodore (1988). The Blue-Eyed Enemy: Japan Against the West in Java and Luzon 1942–1945. Princeton University Press, σελ. 82–84. ISBN 0-691-05524-6. 
  10. «Bung Karno dan Lembar Hitam Romusha " ROSO DARAS». Rosodaras.wordpress.com. http://rosodaras.wordpress.com/2009/06/03/bung-karno-dan-lembar-hitam-romusha. Ανακτήθηκε στις 14 February 2011. 
  11. Sukarno (1965). Sukarno: An Autobiography. Bobbs-Merrill, σελ. 192.  cited in Friend, Theodore (2003). Indonesian Destinies. The Belknap Press of Harvard University Press, σελ. 29. ISBN 0-674-01834-6. ; Adams, Cindy (1967). My Friend the Dictator. Bobbs-Merrill, σελ. 184–186. 
  12. Ricklefs (1991), σελ. 207
  13. Bung Karno, Indonesia Calling
  14. Emmerson, Donald K. (επιμ.) (1999). Indonesia Beyond Suharto: Polity, Economy, Society, Transition. Armonk, Νέα Υόρκη: M.E. Sharpe, σελ. 3–38. , ενότητα: Robert Cribb, ‘Nation: Making Indonesia’
  15. MacMillan, Richard (2006). The British Occupation of Indonesia 1945–1946. New York: Routledge. ISBN 0-415-35551-6. 
  16. Poeze, Harry (2009). Tan Malaka, Gerakan Kiri, dan Revolusi Indonesia. Jakarta: KITLV. 
  17. Kinzer, Stephen (2013). The Brothers: John Foster Dulles, Allen Dulles, and Their Secret World War. Νέα Υόρκη: Times Books, σελ. 203. 
  18. van de Kerkhof, 2005, σσ. 28-31
  19. Roadnight, Andrew (2002). United States Policy towards Indonesia in the Truman and Eisenhower Years. Νέα Υόρκη: Palgrave Macmillan. ISBN 0-333-79315-3. 
  20. Kinzer, Stephen (2013). The Brothers: John Foster Dulles, Allen Dulles, and Their Secret World War. Νέα Υόρκη: Times Books. 
  21. «Kronik Pendirian Rezim Pelarangan Buku – Sejarahsosial». Sites.google.com. http://sites.google.com/site/sejarahsosial/pelaranganbuku/kronik-pendirian-rezim-pelarangan-buku. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2011. 
  22. Hughes (2002), σελ. 21
  23. Mortimer, Rex (2006). Indonesian Communism under Sukarno, 1959–1965. Equinox. 
  24. Dake, Antonie (2006). Sukarno Files. Yayasan Obor. 
  25. Adams, Cindy (1965). Bung Karno, My Friend. 
  26. Ricklefs (1991), σελ. 282.
  27. Ricklefs (1991), σσ. 281–282.
  28. Friend (2003), σελ. 105.
  29. Vickers (2005), σελ. 157.
  30. Ricklefs (1991), σελ. 288, Friend (2003), σελ. 113, Vickers (2005), σελ. 159, Robert Cribb (2002). «Unresolved Problems in the Indonesian Killings of 1965–1966». Asian Survey 42 (4): 550–563. doi:10.1525/as.2002.42.4.550. 
  31. Ricklefs (1991), σελ. 288.
  32. «Nawaksara». Tempointeractive.com. 5 Απριλίου 1997. http://www.tempointeractive.com/ang/min/02/05/presiden.htm. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2011. [νεκρός σύνδεσμος]
  33. «Djago, the Rooster». TIME. 10 Μαρτίου 1958. http://www.time.com/time/printout/0,8816,863059,00.html. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2009. 
  34. Mydans, Seth (17 Φεβρουαρίου 1998). «Jakarta Journal; Weighty Past Pins the Wings of a Social Butterfly». The New York Times. http://www.nytimes.com/1998/02/17/world/jakarta-journal-weighty-past-pins-the-wings-of-a-social-butterfly.html?sec=&spon=&pagewanted=print. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2009. 
  35. "Seegers joins the Barclays superstars," Times Online
  • Kahin, Audrey R. & George McT.: Subversion as Foreign Policy: The Secret Eisenhower and Dulles Debacle in Indonesia, The New Press, 1995.
  • Blum, William: Killing Hope: US Military and CIA Interventions Since World War II, Black Rose, 1998, σσ. 193–198
  • U.S. Central Intelligence Agency: Research Study: Indonesia—The Coup that Backfired, 1968, σ. 71n.
  • Bob Hering, 2001: Soekarno, architect of a nation, 1901–1970, KIT Publishers Amsterdam, ISBN 90-6832-510-8, KITLV, Leiden, ISBN 90-6718-178-1
  • Hughes, John (2002): The End of Sukarno – A Coup that Misfired: A Purge that Ran Wild, Archipelago Press, ISBN 981-4068-65-9
  • Oei Tjoe Tat, 1995, Memoar Oei Tjoe Tat: Pembantu Presiden Soekarno(The memoir of Oei Tjoe Tat, assistant to President Sukarno), Hasta Mitra, ISBN 979-8659-03-1 (απαγορευμένο στην Ινδονησία)
  • Lambert J. Giebels, 1999: Soekarno. Nederlandsch onderdaan. Biografie 1901–1950. Biography part 1, Bert Bakker Amsterdam, ISBN 90-351-2114-7
  • Lambert J. Giebels, 2001: Soekarno. President, 1950–1970, Biography part 2, Bert Bakker Amsterdam, ISBN 90-351-2294-1 geb., ISBN 90-351-2325-5 pbk.
  • Lambert J. Giebels, 2005: De stille genocide: de fatale gebeurtenissen rond de val van de Indonesische president Soekarno, ISBN 90-351-2871-0
  • Legge, John David: Sukarno: A Political Biography
  • Ricklefs, M.C. (1991). A History of Modern Indonesia since c.1300. MacMillan. ISBN 0-333-57690-X. 
  • Panitia Nasional Penyelenggara Peringatan HUT Kemerdekaan RI ke-XXX (National Committee on 30th Indonesian Independence Anniversary), 1979: 30 Tahun Indonesia Merdeka (I: 1945–1949) (30 Years of Independent Indonesia (Part I:1945–1949), Tira Pustaka, Jakarta

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Sukarno της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).