Βασίλειο της Ουγγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βασίλειο της Ουγγαρίας
Magyar Királyság (ουγ.)

 

1000–1946
 

Σημαία Έμβλημα
Σύνθημα
Regnum Mariae Patrona Hungariae ("Kingdom of Mary, the Patron of Hungary")
Ύμνος
Himnusz
Hymn

Royal anthem
God save, God protect Our Emperor, Our Country!
Το βασίλειο της Ουγγαρίας (σκούρο πράσινο) και το βασίλειο της Κροατίας-Σλαβονίας (ανοιχτό πράσινο) εντός της Αυτοκρατορίας της Αυστροουγγαρίας το 1914
Πρωτεύουσα Έστεργκομ (10ος-13ος αιώνας)
Βούδα (μέσα 13ου αιώνα–1541)
Πρέσσμπουργκ (1536–1783)
Ντέμπρετσεν (1849)
Θρησκεία Ρωμαιοκαθολικισμός, Καλβινισμός, Λουθηρανισμός, Ορθόδοξος Χριστιανισμός, Ουνιταριανισμός, Ιουδαϊσμός
Πολίτευμα Μοναρχία
Ιστορία
 -  Ίδρυση
 -  Κατάλυση
Σήμερα Flag of Austria.svg Αυστρία
Flag of Bosnia and Herzegovina.svg Βοσνία-Ερζεγοβίνη
Flag of Croatia.svg Κροατία
Flag of Hungary.svg Ουγγαρία
Flag of Poland.svg Πολωνία
Flag of Romania.svg Ρουμανία
Flag of Serbia.svg Σερβία
Flag of Slovakia.svg Σλοβακία
Flag of Slovenia.svg Σλοβενία
Flag of Ukraine.svg Ουκρανία

Το Βασίλειο της Ουγγαρίας ήταν ένα μοναρχικό κράτος στην Κεντρική Ευρώπη που υπήρξε από το Μεσαίωνα μέχρι τον 20ο αιώνα (1000-1946, με την εξαίρεση 1918–1920). Το πρώην Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας εμφανίστηκε ως χριστιανικό βασίλειο με τη στέψη του πρώτου βασιλιά, Στέφανου Α΄, περίπου το έτος 1000 μ.Χ. στο Έστεργκομ. Ο Οίκος του, η δυναστεία των Αρπάντ, ηγήθηκε της ουγγρικής μοναρχίας για 300 χρόνια. Μέχρι το 12ο αιώνα, το βασίλειο είχε εξελιχθεί σε αξιοσημείωτη ευρωπαϊκή δύναμη.

Εξαιτίας της οθωμανικής κατάκτησης των κεντρικών και νότιων περιοχών της Ουγγαρίας τον 16ο αιώνα, η χώρα χωρίστηκε σε τρία τμήματα: τη Βασιλική (Αψβουργική) Ουγγαρία, την Οθωμανική Ουγγαρία και το ημιαυτόνομο Μεγάλο Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας. Μετά τη μάχη του Μοχάτς και μέχρι το 1918 ο Οίκος των Αψβούργων διατήρησε τον θρόνο της Ουγγαρίας, παίζοντας ρόλο κλειδί στους πολέμους της ανεξαρτησίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Από το 1867 οι περιοχές του ουγγρικού θρόνου περιήλθαν υπό τη δυαδική Αυστροουγγρική μοναρχία, ονομαζόμενα Εδάφη του Στέμματος του Αγίου Στεφάνου. Η μοναρχία τελείωσε με την αποκαθήλωση του τελευταίου αυτοκράτορα Καρόλου Α΄ της Αυστροουγγαρίας, μετά την οποία η Ουγγαρία έγινε κοινοβουλευτική δημοκρατία. Το βασίλειο αποκαταστάθηκε κατά τη διάρκεια της λεγόμενης περιόδου της Αντιβασιλείας 1920-1946, που τελείωσε με τη σοβιετική κατοχή του 1946.

Το Βασίλειο της Ουγγαρίας ήταν ένα πολυεθνικό κράτος από την ίδρυσή του μέχρι τη Συνθήκη του Τριανόν, καλύπτοντας τα εδάφη της σημερινής Ουγγαρίας, Σλοβακίας, Τρανσυλβανίας, καθώς και τμήματα της σημερινής Ρουμανίας, Ρουθηνίας των Καρπαθίων (τμήμα σήμερα της Ουκρανίας), Βοϊβοντίνας (σήμερα τμήμα της Σερβίας), Μπούργκενλαντ (σήμερα τμήμα της Αυστρίας), και άλλα μικρότερα εδάφη που περιβάλλουν τη σημερινή μεθόριο της Ουγγαρίας. Από το 1102 περιελάμβανε επίσης την Κροατία, με την οποία είχε ενωθεί υπό το βασιλιά της Ουγγαρίας.

Σήμερα, η γιορτή του πρώτου βασιλιά Στεφάνου Α΄ (20 Αυγούστου) είναι μέρα εθνικής αργίας στην Ουγγαρία, τιμώντας την ίδρυση του κράτους (Ημέρα Ίδρυσης).

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμα μεσαιωνικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούγγροι υπό τον Αρπάντ εγκαταστάθηκαν στο λεκανοπέδιο των Καρπαθίων το 895 μ.Χ., εγκαθιδρύοντας το Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας (896–1000). Στη συνέχεια εξαπέλυσαν αρκετές επιτυχείς επιδρομές στη Δυτική Ευρώπη, μέχρι που αναχαιτίστηκαν στη μάχη του Λέχφελντ από τις δυνάμεις του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Όθωνα Α΄.

Μέσα μεσαιωνικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την ίδρυση του βασιλείου έως τη μογγολική εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας εξελίχθηκε στο χριστιανικό Βασίλειο της Ουγγαρίας με τη στέψη του Στεφάνου Α΄ στο Έστεργκομ την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 1000. Οι πρώτοι Ούγγροι βασιλείς ήταν από τη δυναστεία των Αρπάντ. Ο Στέφανος Α΄ πολέμησε εναντίον του Κοπάνυ, ηγεμόνα της περιοχής της Τρανσδουναβίας, και το 998 με τη βοήθεια των Βαυαρών, τον νίκησε κοντά στην ουγγρική πόλη Βέσπρεμ. Η Καθολική Εκκλησία έλαβε σημαντική βοήθεια από τον Στέφανο Α΄, ο οποίος μαζί με χριστιανούς Ούγγρους και συμμάχους Γερμανούς ιππότες επιθυμούσε την εδραίωση ενός χριστιανικού βασιλείου στην Κεντρική Ευρώπη. Ο Στέφανος Α΄ της Ουγγαρίας ανακηρύχθηκε άγιος από την Καθολική Εκκλησία το 1083 και από την Ορθόδοξη Εκκλησία το 2000.

Μετά το θάνατό του το 1038, ακολούθησε μια περίοδος εξεγέρσεων και συγκρούσεων για την εξουσία μεταξύ του βασιλικού οίκου και των υπόλοιπων ευγενών του βασιλείου. Το 1051 οι στρατιές της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επιχείρησαν να κατακτήσουν την Ουγγαρία, αλλά ηττήθηκαν στην περιοχή του όρους Βέρτες. Οι στρατιές της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνέχισαν να υφίστανται ήττες, με τη δεύτερη σημαντικότερη μάχη να δίνεται στην πόλη που σήμερα ονομάζεται Μπρατισλάβα, το 1052. Πριν το έτος 1052, ο Πέτερ Ορσεόλο, ανιψιός και διάδοχος στον ουγγρικό θρόνο του Στεφάνου Α΄, και φιλικά διακείμενος στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ανατράπηκε από τον Σαμουήλ Αμπά που έγινε ο επόμενος βασιλιάς της χώρας.

Η περίοδος αυτή των εξεγέρσεων συνεχίστηκε και έληξε τελικά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μπέλα Α΄. Οι Ούγγροι χρονικογράφοι εξυμνούν τον Μπέλα Α΄ για την εισαγωγή νέου νομίσματος, όπως του αργυρού δηναρίου, και για την καλοσύνη του στους πρώην υποστηρικτές του ανιψιού του και ανταγωνιστή του, Σολομώντα. Ο δεύτερος σπουδαιότερος Ούγγρος βασιλιάς, επίσης από τη δυναστεία των Αρπάντ, ήταν ο Λαδίσλαος Α΄, που σταθεροποίησε και ισχυροποίησε το βασίλειο, και που επίσης ανακηρύχθηκε άγιος από την Καθολική Εκκλησία. Υπό την εξουσία του οι Ούγγροι πολέμησαν επιτυχώς εναντίον των Κουμάνων, ενώ το 1091 κατέκτησαν την Κροατία, την εξουσία στην οποία κατάφερε άμεσα να αδράξει, εξαιτίας μια δυναστικής κρίσης στο εσωτερικό της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι απέκτησε δικαιώματα στον κροατικό θρόνο από το γάμο της αδελφής του με τον τελευταίο Κροάτη βασιλιά Δημήτριο Ζβόνιμιρ, ο οποίος πέθανε άτεκνος.

Παρόλα αυτά, η επιβολή της ουγγρικής βασιλικής αρχής σε ολόκληρη την Κροατία επιτυγχάθηκε την περίοδο του διαδόχου του, Κόλομαν. Με τη στέψη του βασιλιά Κόλομαν ως "Βασιλέα της Κροατίας και Δαλματίας" στην πόλη Μπίογκραντ της βόρειας Δαλματίας το 1102, τα δύο βασίλεια (της Κροατίας και της Ουγγαρίας) ενώθηκαν υπό ένα στέμμα. Παρόλο που οι ακριβείς όροι της σχέσης αυτής αποτέλεσαν αντικείμενο διαμάχης τον 19ο αιώνα, πιστεύεται ότι ο βασιλιάς Κόλομαν δημιούργησε ένα είδος "προσωπικής" ένωσης ανάμεσα στα δύο βασίλεια. Η φύση της σχέσης αυτής ποίκιλλε στο χρόνο, με την Κροατία να διατηρεί έναν μεγάλο βαθμό εσωτερικής αυτονομίας συνολικά, με την αληθινή εξουσία στα χέρια της τοπικής κροατικής αριστοκρατίας.

Το 1222, ο βασιλιάς Ανδρέας Β΄ της Ουγγαρίας εξέδωσε το Χρυσό Διάταγμα, που περιείχε τις βασικές αρχές των νομικών διατάξεων του βασιλείου.

Μογγολική εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1241, επέδραμαν στην Ουγγαρία οι Μογγόλοι, και παρότι κατά τις πρώτες μικρότερες μάχες με τη σε ρόλο ανίχνευσης εμπροσθοφυλακή των δυνάμεων του Μογγόλου στρατηγού Σουμπουτάι, οι Ούγγροι σημείωσαν νίκες, οι Μογγόλοι τελικώς κατέστρεψαν τους ενωμένους στρατούς των Ούγγρων και Κουμάνων στη μάχη του Μούχι. Το 1242, μετά το τέλος της μογγολικής επιδρομής, κατασκευάστηκαν από τον βασιλιά Μπέλα Δ΄ πολλά κάστρα για την άμυνα των Ούγγρων ενόψει μελλοντικών εισβολών. Σε ανταπόδοση, οι Ούγγροι τον ανακήρυξαν ως "Δεύτερο Ιδρυτή της Πατρίδας", και το Βασίλειο της Ουγγαρίας αποτέλεσε ξανά μια σημαντική δύναμη στην Ευρώπη. Το 1260, ο Μπέλα Δ΄ ηττήθηκε στον Πόλεμο της Διαδοχής του Οίκου Μπάμπενμπεργκ, όταν ο στρατός του ηττήθηκε στη μάχη του Κρέσσενμπρουν από τις δυνάμεις του Βασιλείου της Βοημίας. Παρόλα αυτά, το 1278 ο Λαδίσλαος Δ΄ της Ουγγαρίας, με τη βοήθεια αυστριακών στρατευμάτων, κατέστρεψε ολοκληρωτικώς το στρατό της Βοημίας στη μάχη του Μάρχφελντ.

Ύστερα μεσαιωνικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εποχή των Ανδεγαυών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο βασιλιάς Λαδίσλαος Δ΄ δολοφονήθηκε το 1290, βασιλιάς της Ουγγαρίας έγινε ο ανιψιός του, Κάρολος Μαρτέλος του Ανζού. Ο Κάρολος Μαρτέλος ήταν γιος του βασιλιά Καρόλου Β΄ της Νεάπολης και της πριγκίπισσας Μαρίας της Ουγγαρίας, αδελφής του Λαδίσλαου Δ΄. Παρόλα αυτά, ο Αντρέας Γ΄, ανταγωνιστής του Καρόλου, σύντομα πήρε το στέμμα για τον εαυτό του, και κυβέρνησε χωρίς ενοχλήσεις μετά το θάνατο του Καρόλου Μαρτέλου το 1295.

Μετά το θάνατο του Ανδρέα Γ΄ το 1301, ο θρόνος διεκδικήθηκε από τον υιό του Καρόλου Μαρτέλου, τον Κάρολο Ροβέρτο. Μετά από μια περίοδο αστάθειας, τελικώς στέφθηκε βασιλιάς ως Κάρολος Α΄ το 1310. Εισήγαγε αξιοσημείωτες μεταρρυθμίσεις στο πεδίο της οικονομίας, και επικράτησε της υπάρχουσας αριστοκρατίας που αντιτίθετο στη συγκεντρωτική βασιλική εξουσία, υπό την ηγεσία του Ούγγρου ευγενή Ματθαίου Τσακ. Το βασίλειο της Ουγγαρίας υπό τον Κάρολο Α΄ απόλαυσε μια εποχή ευημερίας και σταθερότητας. Τα ορυχεία χρυσού του βασιλείου έτυχαν εντατικής εκμετάλλευσης και σύντομα η Ουγγαρία έφτασε σε υψηλά επίπεδα στην Ευρώπη στην παραγωγή χρυσού. Το φιορίνι (φόριντ) εισήχθη ως νόμισμα της Ουγγαρίας, αντικαθιστώντας το δηνάριο, και σύντομα με τις μεταρρυθμίσεις του Καρόλου Α΄ η οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται πάλι, κατόπιν της επικίνδυνης πτώσης που είχε σημειωθεί την εποχή μετά τη μογγολική εισβολή.

Ο Κάρολος Α΄ αποκατέστησε τη βασιλική εξουσία που είχε κατατμηθεί και περιέλθει στα χέρια φεουδαρχών αρχόντων, και ανάγκασε τους φεουδάρχες του βασιλείου να ορκιστούν υποταγή και πίστη σε αυτόν. Για το σκοπό αυτό, ισχυροποίησης της βασιλείας, ίδρυσε το 1326 το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου, το πρώτο κοσμικό ιπποτικό τάγμα στον κόσμο, το οποίο περιελάμβανε τους πιο σημαντικούς φεουδάρχες του ουγγρικού βασιλείου. Ο Κάρολος παντρεύτηκε τέσσερεις φορές. Η τέταρτη σύζυγός του, Ελισάβετ, ήταν κόρη του Λαδίσλαου Α΄ της Πολωνίας. Όταν ο Κάρολος πέθανε το 1342, ο μεγαλύτερος υιός του από την Ελισάβετ τον διαδέχθηκε στο θρόνο ως Λουδοβίκος Α΄. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, ο Λουδοβίκος είχε ως στενό του σύμβουλο τη μητέρα του, η οποία αναδείχθηκε σε μία από τις πιο ισχυρές σε επιρροή προσωπικότητες στο βασίλειο.

Ο Κάρολος Α΄ είχε κανονίσει το γάμο του δεύτερου υιού του, Ανδρέα, Δούκα της Καλαβρίας, με την εξαδέλφη του Ιωάννα, εγγονή του βασιλιά Ροβέρτου της Νεάπολης, το 1332. Ο Ροβέρτος πέθανε το 1343, μεταβιβάζοντας το βασίλειό του στην Ιωάννα, έχοντας απορρίψει όμως τα δικαιώματα του Αντρέα στο θρόνο της Νεάπολης. Το 1345, μια ομάδα Νεαπολιτάνων συνωμοτών δολοφόνησαν τον Αντρέα στην πόλη Αβέρσα της Καμπανίας. Σχεδόν αμέσως, ο αδελφός του βασιλιάς Λουδοβίκος της Ουγγαρίας κήρυξε τον πόλεμο στο βασίλειο της Νεάπολης, με μια πρώτη εκστρατεία το 1347-1348 και μια δεύτερη το 1350. Τελικώς, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με την Ιωάννα το 1352. Επίσης, ο Λουδοβίκος διεξήγαγε πολέμους εναντίον της Σερβικής Αυτοκρατορίας και της μογγολικής Χρυσής Ορδής, αποκαθιστώντας την εξουσία των Ούγγρων μοναρχών στις περιοχές κατά μήκος των ουγγρικών συνόρων που είχαν χαθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών.

Το 1370, ο θείος του Λουδοβίκου, βασιλιάς Καζιμίρ Γ΄ της Πολωνίας, πέθανε χωρίς άρρενα διάδοχο. Ο Λουδοβίκος τον διαδέχθηκε, εγκαθιδρύοντας έτσι την πρώτη πολιτική ένωση της Ουγγαρίας με την Πολωνία. Η ένωση αυτή κράτησε δώδεκα έτη, έως το 1382, όταν ο Λουδοβίκος απεβίωσε χωρίς επίσης άρρενα διάδοχο. Οι δύο του κόρες, Μαρία και Γιαντβίγκα, ανέβηκαν τότε στους θρόνους της Ουγγαρίας και Πολωνίας αντίστοιχα.

Η Εποχή του Σιγισμούνδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος Α΄ της Ουγγαρίας πάντοτε διατηρούσε καλές και στενές σχέσεις με τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Κάρολο Δ΄ του Λουξεμβούργου, και τελικώς ανακήρυξε τον γιο του Καρόλου, Σιγισμούνδο του Λουξεμβούργου, ως διάδοχο στο θρόνο του βασιλιά της Ουγγαρίας (1387).

Ο Σιγισμούνδος έγινε ένας ονομαστός βασιλιάς που εισήγαγε πολλές βελτιώσεις στο δικαιικό σύστημα της Ουγγαρίας και επανέκτισε τα παλάτια της Βούδας και του Βίσεγκραντ. Εισήγαγε υλικά από την Αυστρία και τη Βοημία και διέταξε τη δημιουργία του πιο πολυτελούς οικοδομήματος σε όλη την Κεντρική Ευρώπη. Στους νόμους του μπορεί κανείς να διαπιστώσει τα ίχνη του πρώιμου Μερκαντιλισμού. Εργάστηκε σκληρά για να κρατήσει την αριστοκρατία του βασιλείου του υπό τον έλεγχό του. Ένα μεγάλο μέρος της βασιλείας του αφιερώθηκε στη μάχη ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία άρχισε να επεκτείνει τα σύνορά της και την επιρροή της στην Ευρώπη. Το 1396 έγινε η μάχη της Νικόπολης στον ποταμό Δούναβη ενάντια στους Οθωμανούς, που κατέληξε στην καταστροφική ήττα του συνασπισμένου ουγγρογαλλικού στρατού υπό την ηγεσία του Σιγισμούνδου και του Φιλίππου του Αρτουά, κόμη του Ε. Παρόλα αυτά, ο Σιγισμούνδος επέτυχε τον περιορισμό των οθωμανικών στρατιών, κρατώντας τες εκτός της επικράτειας του βασιλείου του για το υπόλοιπο του βίου του.

Έχοντας απωλέσει τη δημοτικότητά του στην ουγγρική αριστοκρατία, ο Σιγισμούνδος σύντομα αποτέλεσε θύμα μιας προσπάθειας ενάντια στην εξουσία του, όταν ο Λαδίσλαος του Ανζού-Ντουράτσο (υιός του δολοφονηθέντος βασιλιά της Νεάπολης, Καρόλου Β΄ της Ουγγαρίας), κλήθηκε και στέφθηκε βασιλιάς της Ουγγαρίας. Επειδή όμως τόσο η ανακήρυξη δεν έγινε με τη σύμφωνη γνώμη όλων των ευγενών όσο και επειδή η τελετή δεν διεξήχθηκε στην πόλη Σεκεσφεχέρβαρ (όπου γίνονταν παραδοσιακά οι στέψεις των βασιλέων της Ουγγαρίας), θεωρήθηκε παράνομη. Ο Λαδίσλαος έμεινε στην ουγγρική επικράτεια μόλις λίγες ημέρες και σύντομα την εγκατέλειψε, μην αποτελώντας πλέον ενόχληση για τον Σιγισμούνδο. Το 1408 ο Σιγισμούνδος ίδρυσε το Τάγμα του Δράκου, που περιελάμβανε τους πιο επιφανείς μονάρχες και φεουδάρχες εκείνης της περιοχής της Ευρώπης του καιρού εκείνου. Αυτό αποτελούσε απλώς ένα πρώτο βήμα σε αυτό που ερχόταν. Το 1410, εκλέχθηκε αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθιστάμενος έτσι ο ανώτατος μονάρχης στα γερμανικά κρατίδια-εδάφη. Είχε να αντιμετωπίσει το κίνημα των Ουσσιτών, μια θρησκευτική ρεφορμιστική ομάδα που γεννήθηκε στη Βοημία, ενώ προήδρευσε στο Συμβούλιο της Κονστάνς, όπου δικάστηκε ο θεολόγος ιδρυτής των Ουσσιτών, Γιαν Χους. Το 1419, ο Σιγισμούνδος κληρονόμησε το στέμμα της Βοημίας μετά το θάνατο του αδελφού του, Βεντσεσλάου του Λουξεμβούργου, αποκτώντας τυπικώς τον επίσημο έλεγχο τριών μεσαιωνικών κρατιδίων, αλλά συνέχισε ν' αγωνίζεται για τον ουσιαστικό έλεγχο της Βοημίας μέχρι τη συμφωνία ειρήνης με τους Ουσσίτες και τη στέψη του το 1436. Το 1433 στέφθηκε αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Πάπα, και βασίλεψε έως το 1437, αφήνοντας ως μόνη διάδοχό του την κόρη του Ελισάβετ του Λουξεμβούργου και τον σύζυγό της, Δούκα Αλβέρτο Ε΄ της Αυστρίας, μετέπειτα βασιλιά της Ουγγαρίας.

Ο Οίκος του Ουνυάδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον καιρό της αρχικής προσπάθειας σφετερισμού των ουγγρικών εδαφών από τους Οθωμανούς, οι Ούγγροι αντιστάθηκαν επιτυχώς. Ο Ιωάννης Ουνυάδης ήταν ο αρχηγός της Σταυροφορίας της Βάρνας, κατά την οποία οι Ούγγροι προσπάθησαν να εκδιώξουν τους Οθωμανούς από τα Βαλκάνια. Αρχικώς, η προσπάθεια ήταν επιτυχής, αλλά αργότερα, στη μάχη της Βάρνας, οι Οθωμανοί επέτυχαν αποφασιστική, αν και "πύρρειο", νίκη. Ο σύμμαχος βασιλιάς της Πολωνίας, Λαδίσλαος Γ΄, αποκεφαλίστηκε μάλιστα σε εκείνη τη μάχη. Το 1456, ο Ιωάννης Ουνυάδης πέτυχε συντριπτική νίκη κατά των Οθωμανών στην πολιορκία του Βελιγραδίου.

Η Χρυσή Εποχή του ουγγρικού βασιλείου υπήρξε η περίοδος της βασιλείας του Ματθαίου Κορβίνου (1458-1490), υιού του Ιωάννη Ουνυάδη. Το προσωνύμιό του ήταν Ματθαίος ο Δίκαιος. Ο Ματθαίος Κορβίνος βελτίωσε περαιτέρω την ουγγρική οικονομία και εφήρμοσε οξυδερκή διπλωματία στη θέση της στρατιωτικής πολεμικής δράσης όπου αυτό ήταν δυνατό, χωρίς να σημαίνει ότι δεν διεξήγαγε πολεμικές εκστρατείες όποτε κρινόταν αναγκαίο. Από το 1485 μέχρι το θάνατό του, εξουσίαζε τη Βιέννη, σκοπεύοντας να περιορίσει την επιρροή και ανάμειξη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στις ουγγρικές υποθέσεις.

Τον 15ο αιώνα, ο Μαύρος Στρατός της Ουγγαρίας ήταν ένας σύγχρονος μισθοφορικός στρατός, με τους Ουσάρους ν΄ αποτελούν τις πιο εκπαιδευμένες μονάδες του ουγγρικού ιππικού. Το 1479, υπό την ηγεσία του στρατηγού Παλ Κινίσι, ο ουγγρικός στρατός συνέτριψε τα οθωμανικά και βλαχικά στρατεύματα στη μάχη του Μπρέντφιλντ στην Τρανσυλβανία. Ο ουγγρικός στρατός συνέτριβε τους αντιπάλους του σχεδόν κάθε φορά που τους αντιμετώπιζε τον καιρό της βασιλείας του Ματθαίου Κορβίνου.Απεβίωσε χωρίς να αφήσει νόμιμο διάδοχο, ως εκ τούτου τον διαδέχθηκε ο Λαδίσλαος Β΄ (1490–1516), υιός του Καζιμίρ Δ΄ της Πολωνίας, τον οποίο διαδέχθηκε με τη σειρά του ο υιός του, Λουδοβίκος Β΄ (1516–1526).

Το 1526, στη μάχη του Μοχάτς, οι δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Α΄, συνέτριψαν τον ουγγρικό στρατό. Προσπαθώντας να διαφύγει, ο Ούγγρος βασιλιάς Λουδοβίκος Β΄ πνίγηκε στο ρυάκι Τσέλε. Ο διοικητής του ουγγρικού στρατού, Παλ Τόμορι, επίσης σκοτώθηκε σε εκείνη τη μάχη.

Πρώιμη σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διαιρεμένο βασίλειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξαιτίας της σοβαρής ήττας από τους Οθωμανούς στη μάχη του Μοχάτς η κεντρική κυβέρνηση κατέρρευσε. Η πλειονότητα της ουγγρικής ηγετικής ελίτ εξέλεξε βασιλιά τον Ιωάννη Ζαπόλυα (10 Νοεμβρίου 1526). Μια μικρή μειονότητα αριστοκρατών συντάχθηκε με τον Φερδινάνδο Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο οποίος ήταν και Αρχιδούκας της Αυστρίας, και σχετιζόταν με τον Λουδοβίκο Β΄ μέσω γάμου. Εξαιτίας προηγούμενων συμφωνιών ότι οι Αψβούργοι θα έπαιρναν το θρόνο της Ουγγαρίας εάν ο Λουδοβίκος πέθαινε χωρίς διαδόχους, ο Φερδινάνδος εκλέχθηκε μεν βασιλιάς, αλλά από τη μειοψηφία της Δίαιτας, ως εκ τούτου η εκλογή κρίθηκε ως μη αντιπροσωπευτική και στερούμενη νομιμότητας, τον Δεκέμβριο του 1526.

Παρόλο που τα σύνορα άλλαζαν συχνά εκείνη την περίοδο, τα τρία κρατίδια-τμήματα της Ουγγαρίας που προέκυψαν μετά τη νίκη των Οθωμανών στο Μοχάτς, αναγνωρίζονται ως ακολούθως:

  • Η Βασιλική Ουγγαρία, που περιελάμβανε τα βόρεια και δυτικά εδάφη όπου ο Φερδινάνδος Α΄ είχε αναγνωριστεί ως βασιλιάς της Ουγγαρίας. Το τμήμα αυτό θεωρείτο ότι καθόριζε τη συνέχεια του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Η περιοχή υπέφερε πολύ από τους συνεχείς πολέμους στην περιφέρειά της.
  • Η Οθωμανική Ουγγαρία, που περιελάμβανε το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Ουγγαρίας, τη νοτιοανατολική Τρανσδουναβία και το Βανάτο, χωρίς τη σημερινή βορειοανατολική Ουγγαρία.
  • Το Ανατολικό Βασίλειο της Ουγγαρίας υπό τον Οίκο Ζαπόλυα. Η επικράτεια αυτή, συχνά υπό οθωμανική επιρροή, ήταν διαφορετική από την κυρίως Τρανσυλβανία και περιελάμβανε ποικίλα άλλα εδάφη αναφερόμενα κάποιες φορές με το γενικό όρο Πάρτιουμ (λατ.: Partium), ήτοι Των Τμημάτων. Αναφερόταν στην περιοχή στα βόρεια και δυτικά της Τρανσυλβανίας. Αργότερα, η πολιτική αυτή οντότητα αποκλήθηκε Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας.

Στις 29 Φεβρουαρίου 1528, ο βασιλιάς Ιωάννης Α΄ Ζαπόλυα της Ουγγαρίας έλαβε τη βοήθεια του Οθωμανού σουλτάνου. Μια τριμερής πολεμική σύρραξη ανέκυψε καθώς ο Φερδινάνδος Α΄ προέλασε για να βεβαιώσει την εξουσία του σε όσο μεγαλύτερο έδαφος του ουγγρικού βασιλείου εδύνατο. Μέχρι το 1529 το βασίλειο είχε χωριστεί σε δύο τμήματα: την Αψβουργική Ουγγαρία και το Ανατολικό Βασίλειο της Ουγγαρίας. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν οθωμανικά ή ουγγρικά εδάφη, όντας όλα διαφιλονικούμενα, εκτός από τα σημαντικά κάστρα στην περιοχή του Σρεμ. Το 1532, ο Νίκολα Τζούρισιτς υπερασπίστηκε την πόλη Κιόσεγκ και αναχαίτισε μια ισχυρή οθωμανική στρατιά. Το 1541, η πτώση της Βούδας στους Οθωμανούς σημάδεψε μια νέα διαίρεση της Ουγγαρίας σε τρεις περιοχές. Η χώρα παρέμεινε δαιρεμένη μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα.

Τους επόμενους αιώνες έγιναν πολλές απόπειρες για να αναχαιτιστούν οι οθωμανικές δυνάμεις, όπως ο Μακρύς Πόλεμος ή ο Δεκατριετής Πόλεμος (29 Ιουλίου 1593 – 1604/11 Νοεμβρίου 1606) υπό την ηγεσία ενός χριστιανικού συνασπισμού. Το 1644 η Χειμερινή Εκστρατεία από τον Μίκλος Ζρίνυ έκαψε την κρίσιμης στρατηγικής σημασίας γέφυρα του Σουλεϊμάν στο Όσιγιεκ στην ανατολική Σλαβονία, διακόπτοντας τις γραμμές εφοδιασμού των Τούρκων στην Ουγγαρία. Στη μάχη του Αγίου Γοτθάρδου (1664), οι Αυστριακοί και οι Ούγγροι νίκησαν τον Οθωμανικό στρατό.

Μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης από τους Οθωμανούς το 1683, οι Αψβούργοι πέρασαν στην επίθεση εναντίον των Τούρκων. Με το τέλος του 17ου αιώνα, κατάφεραν να εισβάλουν στα απομεινάρια του ιστορικού Βασιλείου της Ουγγαρίας και του Πριγκιπάτου της Τρανσυλβανίας. Για λίγο διάστημα το 1686, η πρωτεύουσα Βούδα υπήρξε ξανά ανεξάρτητη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τη βοήθεια άλλων Ευρωπαίων. Το 1699, με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, οι τελευταίοι Οθωμανοί έφυγαν από την Ουγγαρία.

Η Εποχή των Κουρούτς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας του Ράκοτσι (1703–1711) ήταν η πρώτη σημαντική ένοπλη απόπειρα ανεξαρτησίας στην Ουγγαρία ενάντια στην απολυταρχική εξουσία των Αψβούργων. Του πολέμου ηγήθηκε μια ομάδα ευγενών, υψηλά ιστάμενων στην κρατική ιεραρχία, πλουσίων και με προοδευτικές-φιλελεύθερες αντιλήψεις, που ήθελαν να τερματίσουν την ανισότητα στις σχέσεις εξουσίας, υπό την ηγεσία του Φραγκίσκου Β΄ Ράκοτσι. Οι κύριοι σκοποί της ομάδας ήταν η προστασία των δικαιωμάτων των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, και η διασφάλιση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της Ουγγαρίας. Εξαιτίας της δυσμενούς ισορροπίας δυνάμεων, της πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη και των εσωτερικών συγκρούσεων, ο αγώνας για την ανεξαρτησία και ελευθερία τελικώς έτυχε σκληρής καταστολής, αλλά επέτυχε στο να αποφύγει η Ουγγαρία ν' αποτελέσει "εσωτερικό" τμήμα της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, διατηρώντας το Σύνταγμά της και μερική αυτονομία, το οποίο αν και αποτελούσε κυρίως μια τυπικότητα, διασφάλιζε δικαιώματα που μπορούσαν να τύχουν διεύρυνσης στο μέλλον.

Μετά την αναχώρηση των Οθωμανών, οι Αψβούργοι κυριάρχησαν στο Βασίλειο της Ουγγαρίας. Η ανανεωμένη επιθυμία των Ούγγρων για ανεξαρτησία οδήγησε στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας του Ράκοτσι. Οι πιο σημαντικοί λόγοι του πολέμου αυτού ήταν οι νέοι και υψηλότεροι φόροι καθώς και ένα ανανεωμένο προτεσταντικό κίνημα. Ο Ράκοτσι ήταν ένας Ούγγρος ευγενής, υιός της θρυλικής ηρωίδας κόμησσας Ιλόνας Ζρίνυ. Πέρασε ένα τμήμα της εφηβείας του ως αιχμάλωτος των Αυστριακών. Τα Κουρούτς ήταν τα επαναστατικά στρατεύματα του Ράκοτσι. Αρχικώς, ο στρατός των Κουρούτς (Ούγγρων εξεγερμένων) πέτυχε αρκετές σημαντικές νίκες εξαιτίας του ανώτερου ελαφρύ ιππικού του. Τα όπλα των Κουρούτς ήταν κυρίως πιστόλες, ελαφριές σπάθες και πελέκεις (ουγγρικά: φόκος). Στη μάχη του Αγίου Γοτθάρδου (1705), ο στρατηγός των Κουρούτς, Γιάνος Μπόττγιαν, πέτυχε αποφασιστική νίκη εναντίον του αυστριακού στρατού. Ο Ούγγρος συνταγματάρχης Άνταμ Μπάλογκ σχεδόν αιχμαλώτισε τον βασιλιά της Ουγγαρίας και αυτοκράτορα της Αυστρίας, Ιωσήφ Α΄.

Το 1708, οι Αψβούργοι τελικώς νίκησαν το κύριο σώμα του ουγγρικού στρατού στη μάχη του Τρέντσιν, γεγονός που εξαφάνισε την περαιτέρω αποτελεσματικότητα του στρατού των Κουρούτς. Ενώ οι Ούγγροι ήταν αποκαμωμένοι από τις πολεμικές συγκρούσεις, οι Αυστριακοί νίκησαν τον γαλλικό στρατό στον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής. Ως εκ τούτου, ήταν ελεύθεροι να στείλουν περισσότερα στρατεύματα στην Ουγγαρία εναντίον των επαναστατών.

H Εποχή του Διαφωτισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1711, ο Αυστριακός αυτοκράτορας Κάρολος ΣΤ΄ έγινε ο νέος ηγεμόνας της Ουγγαρίας. Το Βασίλειο της Ουγγαρίας είχε τη δική του Δίαιτα και Σύνταγμα, αλλά τα μέλη του Κυβερνητικού Συμβουλίου διορίζονταν από τον Αψβούργο μονάρχη, και ο ανώτερος οικονομικός θεσμός, το Ουγγρικό Επιμελητήριο, υπαγόταν απευθείας στο Επιμελητήριο της Αυλής της Βιέννης.

Η μεταρρύθμιση της Ουγγρικής γλώσσας ξεκίνησε υπό τη βασιλεία του Ιωσήφ Β΄. Η εποχή συνολικής μεταρρύθμισης της Ουγγαρίας ξεκίνησε από τον Ίστβαν Σέτσενι, έναν Ούγγρο ευγενή, που έκτισε μία από τις σπουδαιότερες γέφυρες της Ουγγαρίας, την Αλυσιδωτή Γέφυρα Σέτσενι (Αλυσιδωτή Γέφυρα της Βουδαπέστης). Η επίσημη γλώσσα του βασιλείου παρέμεινε η Λατινική μέχρι το 1844. Μεταξύ του 1844 και 1849, και από το 1867 και έπειτα, τα Ουγγρικά είναι πλέον η επίσημη γλώσσα.

Η Ουγγρική Επανάσταση του 1848[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύμα των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848 σάρωσε την Ουγγαρία επίσης. Η Ουγγρική Επανάσταση του 1848 αναζητούσε να ανταποκριθεί στην επί μακρόν καταπιεσμένη επιθυμία για πολιτική αλλαγή, κυρίως με τη μορφή της πολυπόθητης ανεξαρτησίας. Το 1848 δημιουργήθηκε από νεαρούς Ούγγρους πατριώτες η Ουγγρική Εθνοφρουρά. Στη λογοτεχνία, το όλο κλίμα της εποχής εκφράστηκε από τον σπουδαιότερο ποιητή της επανάστασης, Σάντορ Πέτιοφι.

Καθώς ο πόλεμος ξέσπασε με την Αυστρία, οι ουγγρικές στρατιωτικές επιτυχίες, που περιελάμβαναν τις εκστρατείες του Ούγγρου στρατηγού, Αρτούρ Γκιόργκεϊ, ανάγκασαν τους Αυστριακούς να περιέλθουν σε αμυντική θέση. Μία από τις πιο διάσημες μάχες της επανάστασης υπήρξε η μάχη του Πάκοζντ στις 29 Σεπτεμβρίου 1848, όταν οι Ούγγροι επαναστάτες υπό τον αντιστράτηγο Γιάνος Μόγκα νίκησαν τα στρατεύματα του βάνου (διοικητή) της Κροατίας Γιόσιπ Γιέλατσιτς. Φοβούμενοι την ήττα, οι Αυστριακοί έκαναν έκκληση στους Ρώσους για βοήθεια. Οι συνδυασμένες δυνάμεις των δύο αυτοκρατοριών συνέτριψαν την επανάσταση. Οι επιθυμητές πολιτικές αλλαγές του 1848 κατεστάλησαν μέχρι τον Αυστροουγγρικό Συμβιβασμό του 1867 που καθιέρωσε τη δυαδική μοναρχία της Αυστροουγγαρίας.