Καρλ Γκούσταφ Έμιλ Μάνερχαϊμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καρλ Γκούσταφ Έμιλ Μάνερχαϊμ
Carl Gustaf Emil Mannerheim.jpg
6ος Πρόεδρος της Φινλανδίας
Περίοδος
4 Αυγούστου 1944 – 8 Μαρτίου 1946
Πρωθυπουργός Γιούχο Κούστι Παασίκιβι
Προκάτοχος Ρίστο Ρίτι
Διάδοχος Γιούχο Κούστι Παασίκιβι
2ος Αντιβασιλέας της Φινλανδίας
Περίοδος
12 Δεκεμβρίου 1918 – 27 Ιουλίου 1919
Προκάτοχος Περ Έβιντ Σβίνχουφβουντ
(1ος Αντιβασιλέας της Φινλανδίας)
Φρειδερίκος-Κάρολος της Έσσης-Κάσσελ (Βασιλιάς της Φινλανδίας)
Διάδοχος Κάαρλο Γιούχο Στάλμπεργκ
(1ος Πρόεδρος της Φινλανδίας)
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 4 Ιουνίου 1867
Άσκαϊνεν, Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας (Ρωσική Αυτοκρατορία)
Θάνατος 27 Ιανουαρίου 1951 (83 ετών)
Λωζάνη (Ελβετία)
Εθνικότητα Φινλανδική
Επάγγελμα Στρατάρχης
Υπογραφή CGE Mannerheim autograph.svg

Ο βαρόνος Καρλ Γκούσταφ Έμιλ Μάνερχαϊμ (Carl Gustaf Emil Mannerheim, Άσκαϊνεν, 4 Ιουνίου 1867Λοζάνη, Ελβετία, 27 Ιανουαρίου 1951) ήταν Φινλανδός στρατάρχης και πολιτικός.

Αντιβασιλέας της Φινλανδίας το 1918, ήταν ανώτατος στρατιωτικός διοικητής των φινλανδικών δυνάμεων στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θέση την οποία και διατήρησε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τέλος, διετέλεσε Πρόεδρος της Φινλανδίας το διάστημα μεταξύ του 1944 και του 1946.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα επτά παιδιά της οικογένειας Μάνερχαϊμ, ο στρατάρχης είναι όρθιος στα δεξιά.

Ο Μάνερχαϊμ γεννήθηκε στο αρχοντικό του Βίλνας-Λουχισάαρι, στην κοινότητα του Άσκαϊνεν, στην Φινλανδία. Ήταν γόνος φινλανδοσουηδικής οικογένειας ολλανδικής καταγωγής η οποία έλαβε τίτλο ευγενείας το 1768. Τρίτο παιδί παραδοσιακής αριστοκρατικής οικογένειας εντός της οποίας ο μεγαλύτερος γιος λάμβανε τον τίτλο του κόμη και οι νεαρότεροι τον τίτλο του βαρόνου (Vapaaherra στα φινλανδικά και Friherre στα σουηδικά), βαπτίστηκε ως Καρλ Γκούσταφ Έμιλ. Ωστόσο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Μάνερχαϊμ χρησιμοποιούσε το δεύτερό του όνομα, Γκούσταφ (Kustaa στα φινλανδικά), υπογράφοντας την ιδιωτική του αλληλογραφία ως Gustaf ή G..

Πέραν της μητρικής του γλώσσας, τα σουηδικά, ομιλούσε τα ρώσικα, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τα πολωνικά, ενώ χρησιμοποιούσε πάντα τα γαλλικά στην επικοινωνία με την γυναίκα και τα παιδιά του. Παραδόξως, ο Μάνερχαϊμ δεν είχε ποτέ πλήρη γνώση των φινλανδικών.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικογένεια Μάνερχαϊμ κατάγεται από Ολλανδό επιχειρηματία, ιδιοκτήτη μύλων Χένρικ Μάρχαϊν, ο οποίος μετανάστευσε στο Γκέβλε της Σουηδίας, την εποχή κατά την οποία η Σουηδία και η Φινλανδία αποτελούσαν μια ενιαία και αδιαίρετη κρατική οντότητα (δείτε λήμμα ιστορία της Φινλανδίας).

Ο γιος του, Αουγκουστίν Μάρχαϊν, έλαβε τίτλο ευγενείας με βασιλικό διάταγμα το 1693, και επέλεξε με αυτή την ευκαιρία — όπως συνηθιζόταν τότε στην Σουηδία — ένα νέο όνομα για την οικογένειά του : Μάνερχαϊμ. Ο γιος του Αουγκουστίν, συνταγματάρχης πυροβολικού και ιδιοκτήτης μύλων, Γιόχαν Αουγκουστίν Μάνερχαϊμ, έλαβε τον τίτλο του βαρόνου, μαζί με τον αδερφό του το 1768.

Ήταν τότε που οι Μάνερχαίμ εγκαταστάθηκαν στην Φινλανδία, κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Ο προπάππος του στρατάρχη Μάνερχαϊμ, βαρόνος, και μετέπειτα κόμης Καρλ Γκούσταφ Μάνερχαϊμ, κατείχε διάφορες θέσεις στη δημόσια διοίκηση κατά τα πρώτα χρόνια ανεξαρτησίας της Φινλανδίας, η οποία είχε περάσει υπό ρωσικό έλεγχο από το 1809. Υπήρξε μέλος της Γερουσίας (κυβέρνησης) του Μεγάλου Δουκάτου της Φινλανδίας.

Ο πατέρας του μελλοντικού Στρατάρχη Μάνερχαϊμ, ο κόμης Καρλ Ρόμπερτ (1835-1914) ήταν ποιητής, αλλά και επιχειρηματίας. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις του χρεοκόπησαν, κάτι που τον ώθησε στο να χωρίσει την γυναίκα του, γεννημένη ως Χέντβιγκ Καρλότα φον Γιούλιν (1842-1881), μητέρα του στρατάρχη, προτού εγκαταλείψει την χώρα για να ασχοληθεί με τις τέχνες στο Παρίσι μαζί με την νέα του σύζυγο.

Η μητέρα του Μάνερχαϊμ, γεννημένη ως Χέντβιγκ Καρλότα φον Γιούλιν, ανήκε σε οικογένεια η οποία είχε πλουτίσει χάρη στην βιομηχανική επανάσταση. Παρά τα έσοδα αυτά, το αρχοντικό του Λουχισάαρι τελικά πωλήθηκε το 1880 για να αποπληρωθούν τα χρέη του κόμη Καρλ Ρόμπερτ μετά την αναχώρηση του τελευταίου για το Παρίσι. Την αμέσως επόμενη χρονιά, η μητέρα του Καρλ Γκούσταφ πέθανε και τα παιδιά της μεγάλωσαν κοντά στην οικογένεια της Χέντβιγκ Καρλότα.

Σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης της οικογένειας, ο Γκούσταφ Μάνερχαϊμ στάλθηκε στη Σχολή Φινλανδών Ευελπίδων στο Φρέντρικσχαμν το 1882. ήταν τότε ηλικίας 15 ετών. Το 1886, αποβλήθηκε από την σχολή λόγω παραβάσεων του εσωτερικού πειθαρχικού κώδικα συμπεριφοράς. Εγγράφηκε τότε στο Χέλσινγκφορς (σημερινό Ελσίνκι) σε μια ιδιωτική σχολή, όπου και πέρασε εξετάσεις για την είσοδό του σε πανεπιστημιακό ίδρυμα το 1887.

Μετά τις εξετάσεις αυτές, αναχώρησε με προορισμό την Αγία Πετρούπολη, όπου έγινε δεκτός στην διάσημη Σχολή Ιππικού του Νικολάου και είχε ως καθηγητή τον στρατηγό-βαρόνο φον Μπίλντερινγκ, με τον οποίο και διατήρησε στενή φιλική σχέση. Εκείνη την εποχή, η Φινλανδία αποτελούσε ακόμη τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, υπό την μορφή Μεγάλου Δουκάτου, μέσω ενώσεως. Ο Γκούσταφ Μάνερχαϊμ αποφοίτησε ως κάτοχος διπλώματος το 1889, έχοντας τον βαθμό του σαλπιγκτή, και στάλθηκε να υπηρετήσει στο 15ο σύνταγμα δραγόνων του Αλεξάνδρου στην Πολωνία. Ήλπιζε να μετατεθεί στην Έφιππη Φρουρά.

Η έναρξη της στρατιωτικής του καριέρας στη Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καρλ Γκούσταφ Έμιλ Μάνερχαϊμ
Carl Gustaf Emil Mannerheim.jpg
Γέννηση
Εν ενεργεία Flag of Russian Empire for private use (1914–1917) 3.svg: 1899 Flag of Finland.svg: 1917 -
Flag of Russian Empire for private use (1914–1917) 3.svg: 1917 Flag of Finland.svg: 1946
Βαθμός Στρατάρχης
Μονάδες 12η Μεραρχία Ρωσικού Ιππικού
6ο Σώμα Ρωσικού Ιππικού
Ανώτατος Στρατιωτικός Διοικητής Φινλανδικών Ενόπλων Δυνάμεων
Μάχες/πόλεμοι Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος
Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Ρωσοφινλανδικός Πόλεμος
Πόλεμος Συνεχείας
Τιμές Μάχη του Μούκντεν
Σύζυγος Anastasia Mannerheim
Ιδιότητα Αντιβασιλέας της Φινλανδίας (1918)
Αντιβασιλέας κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1945-46)

Γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας γίνει αξιωματικός στον ρωσικό αυτοκρατορικό στρατό, μετατέθηκε τον Ιανουάριο του 1891 στο σώμα της έφιππης φρουράς της αυτοκρατορικής της μεγαλειότητος, Μαρία Φεοντόρβνα στην Αγία Πετρούπολη. Για έναν αξιωματικό της φρουράς, ο τρόπος ζωής στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα ήταν ιδιαιτέρως ακριβός: η οικογένειά του καθώς και οι φίλοι του τον ώθησαν να νυμφευθεί. Ήταν λοιπόν για οικονομικούς, πρωτίστως, λόγους που ο βαρώνος Μάνερχαϊμ νυμφεύθηκε την Αναστασία Αράποβα, κόρη ενός Ρώσου στρατηγού και ιδιαιτέρως πλούσια κληρονόμο. Η γαμήλια τελετή έλαβε χώρα στην Σουηδική Εκκλησία της Αγίας Πετρούπολης. Δύο κόρες γεννήθηκαν από αυτόν τον γάμο: η Σοφία και η Αναστασία. Επισήμως ο γάμος αυτός έλαβε τέλος το 1902, ωστόσο το τυπικό μέρος του διαζυγίου δεν έλαβε χώρα παρά μόνο το 1919.

Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βαρώνος Μάνερχαϊμ υπηρέτησε στην έφιππη φρουρά έως το 1904, έχοντας υπηρετήσει στην αυτοκρατορική διοίκηση των στάβλων της αυλής το διάστημα μεταξύ του 1897 και του 1903. Ο Μάνερχαϊμ εξειδικεύτηκε ως ειδικός επί του ιππικού, και η αποστολή του ήταν η αγορά αλόγων για τον ρωσικό αυτοκρατορικό στρατό. Έπειτα, ανέλαβε την διοίκηση μίας ίλης και έγινε μέλος του συμβουλίου ιππικής εκπαιδεύσεως των συνταγμάτων ιππικού.

Τον Οκτώβριο του 1904, ο Μάνερχαϊμ μετατέθηκε, κατόπιν δικού του αιτήματος, στο 52ο σύνταγμα των Νεζίν-Δραγόνων στην Μαντζουρία, με το αξίωμα του αντισυνταγματάρχη. Έλαβε μέρος στις μάχες του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου και έλαβε το αξίωμα του συνταγματάρχη, έπειτα από την μάχη του Μούκντεν, στη διάρκεια της οποίας διακρίθηκε για την ανδρεία του. Η εμπειρία του αυτή από τον πόλεμο αποδείχτηκε ιδιαιτέρως ωφέλιμη: κατάφερε, με αυτό τον τρόπο, να διαπιστώσει τις αδυναμίες του ρωσικού στρατού, ενώ, ταυτόχρονα, έμαθε πολλά στο κομμάτι της στρατηγικής τακτικής.

Με το τέλος του πολέμου, ο βαρώνος Μάνερχαϊμ επέστρεψε στην Σουηδία και την Φινλανδία (1905-1906), όπου η Επανάσταση στη Ρωσία είχε πολύ μεγάλο αντίκτυπο. Ο Μάνερχαϊμ, ο οποίος ήταν παρών ως εκπρόσωπος της τάξης των ευγενών κατά τη διάρκεια της τελευταίας συνόδου της Δίαιτας στη Φινλανδία, συμμετείχε στις μεταρρυθμίσεις που υπερψηφίστηκαν από την τελευταία και αποδέχτηκε την δημιουργία ενός νέου κοινοβουλίου με μονάχα ένα νομοθετικό σώμα, καθώς και την δυνατότητα συμμετοχής σε εκλογές για οποιονδήποτε άνδρα και γυναίκα άνω των 21 ετών.

Αποστολή στην Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θείος του Μάνερχαϊμ, ο βαρόνος (Νιλς) Άντολφ Έρικ Νόρντενσκιελντ (γεννημένος στις 18 Νοεμβρίου 1832 στο Ελσίνκι και πεθαμένος στις 12 Αυγούστου 1901 στο Ντάλμπι) ήταν μεγάλος εξερευνητής ο οποίος συνεισέφερε σημαντικά στην εξερεύνηση και χαρτογράφηση της Σιβηρίας. Ο Γκούσταβ Μάνερχαϊμ πρέπει, το δίχως άλλο, να εμπνεύστηκε από αυτόν όταν σχεδίαζε την αποστολή του στην Κεντρική Ασία.

Η Κεντρική Ασία βρισκόταν τότε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τριών δυνάμεων, της Κίνας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ρωσίας. Το ρωσικό στρατιωτικό επιτελείο, έχοντας απομακρυνθεί από την Άπω Ανατολή μετά την ήττα του στον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο, είχε λάβει την απόφαση να μετατοπίσει τις στρατηγικές του βλέψεις προς αυτή την κατεύθυνση και να λάβει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες μπορούσε σχετικά με την περιοχή αυτή.

Επισήμως, το ταξίδι αυτό παρουσιαζόταν ως μια ιδιωτική εξερεύνηση που πραγματοποιούνταν από έναν Φινλανδό (και όχι έναν Ρώσο) με στόχο κυρίως ανθρωπολογικό και εθνογραφικό. Όπως ήταν λογικό, για το ρωσικό στρατιωτικό επιτελείο, το ταξίδι αυτό είχε κυρίως ως σκοπό την εκτέλεση αποστολών κατασκοπείας οι οποίες θα βοηθούσαν στην ρωσική επέκταση προς την Κεντρική Ασία. Σύμβουλός του σε αυτή την αποστολή ήταν ο πρώην διευθυντής του στην Σχολή Ιππικού του Νικολάου (ο οποίος είχε διατελέσει διοικητής της 3ης στρατιάς της Μαντζουρίας, κατά τη διάρκεια της μάχης του Μούκντεν), ο στρατηγός Αλεξάντερ φον Μπίλντερλινγκ.

Ωστόσο, οι Φινλανδοί παρέμειναν προσηλωμένοι στην επιστημονική φύση του ταξιδιού αυτού και Μάνερχαϊμ, αργότερα, τους αντάμειψε γι'αυτό, καθώς το Εθνικό Μουσείο της Φινλανδίας σημαντικές εθνογραφικές και ανθρωπολογικές συλλογές οι οποίες και προέρχονται από την αποστολή αυτή. Ένα modus vivendi τελικώς βρέθηκε, με τα έξοδα της αποστολής αυτής να μοιράζονται μεταξύ του ρωσικού στρατιωτικού επιτελείου και της φινλανδικής κυβέρνησης.

Οι ταξιδιώτες ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1906 από την Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν, απ'όπου και κατευθύνθηκαν προς την αποστολή του Πωλ Πελιό, η οποία τους περίμενε στην Μπουχάρα. Συνάντησαν στην Γιαρκάνδη, τον διάσημο Σουηδό γλωσσολόγο Γκέστα Ρακέτ, ο οποίος και διατήρησε μια μακρά φιλία με τον μελλοντικό στρατάρχη. Η αποστολή συνεχίστηκε μέχρι το φθινόπωρο του 1908 και τους οδήγησε έως το Πεκίνο. Μετά το ταξίδι αυτό, το 1909, ο Μάνερχαϊμ διορίστηκε διοικητής του 13ου συντάγματος Ουλάνων στο Βλαντίμιρ.

Την επόμενη χρονιά (1910), ο Μάνερχαϊμ ανέλαβε το αξίωμα του στρατηγού της ταξιαρχίας και του ανατέθηκε η διοίκηση του συντάγματος των Ουλάνων της Αυτοκρατορικής Φρουράς, με έδρα την Βαρσοβία. Το 1912, ήταν στρατηγός εντός της Αυτοκρατορικής Αυλής, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε διοικητής της ταξιαρχίας του αυτοκρατορικού ιππικού το 1913.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μάνερχαϊμ υπηρέτησε ως διοικητής ιππικού στο αυστρο-ουγγρικό και ρουμάνικο μέτωπο. Το θάρρος που επέδειξε στις μάχες ενάντια στις αυστρο-ουγγρικές δυνάμεις είχε ως αποτέλεσμα τον Δεκέμβριο του 1914 να λάβει ένα από τα πλέον τιμητικά παράσημα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, τον Σταυρό του Αγίου Γεωργίου, Δ΄ Τάξεως. Το 1915, ο Μάνερχαϊμ ανέλαβε την διοίκηση της 12ης μεραρχίας ιππικού, έγινε Αντιστράτηγος το 1917, ενώ μετά την "Επανάσταση του Φεβρουαρίου", ανέλαβε την διοίκηση της 6ης μονάδας ιππικού μετά το καλοκαίρι.

Ωστόσο, ο Μάνερχαϊμ δεν τύχαινε της εύνοιας της νέας προσωρινής κυβέρνησης, η οποία τον θεωρούσε ως έναν αξιωματικό αντίθετο στην επανάσταση. Τον Σεπτέμβριο, κι ενώ ανάρρωνε έπειτα από μία πτώση από άλογο, απομακρύνθηκε των καθηκόντων του. Έχοντας τοποθετηθεί σε εφεδρεία, αναχώρησε για να ακολουθήσει θεραπεία στην Οδησσό. Από εκείνη την στιγμή, ξεκίνησε, ήδη, να σκέφτεται την συνταξιοδότησή του, σχεδιάζοντας να επιστρέψει στην Φινλανδία.

Η επιστροφή στην Φινλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμφύλιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επανάσταση ξεκίνησε στην Φινλανδία το φθινόπωρο του 1917, αλλά η θέση των διαφορετικών πολιτικών κομμάτων αναφορικά με το μέλλον της χώρας - και της ανεξαρτησίας της - ήταν αρκετά μεταβαλλόμενη. Οι κόκκινοι φρουροί (σοσιαλδημοκράτες) και οι άσπροι (συντηρητικοί) επιχείρησαν, ο καθένας τους, να συγκεντρώσει γύρω του τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό υποστηρικτών.

Ωστόσο, η Γερουσία (κυβέρνηση) πρότεινε στις 4 Δεκεμβρίου στο κοινοβούλιο (Eduskunta) μία χάρτα ανεξαρτησίας, η οποία έγινε αποδεκτή χάρη σε μια πλειοψηφία ψήφων προερχόμενη από τα κόμματα της δεξιάς και των σοσιαλδημοκρατών. Η Γερουσία (κυβέρνηση) του Περ Έβιντ Σβίνχουφβουντ όρισε τότε τον στρατηγό Μάνερχαϊμ, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει στην Φινλανδία, αρχιδιοικητή ενός στρατού ο οποίος ήταν, σχεδόν, ανύπαρκτος.

Σε αυτή την περίοδο μεγάλης αστάθειας, η κύρια αποστολή που είχε να φέρει εις πέρας ο στρατηγός Μάνερχαϊμ ήταν η υπεράσπιση της κυβέρνησης. Ωστόσο, έπρεπε ταυτόχρονα να προχωρήσει στον αφοπλισμό των ρωσικών στρατευμάτων που βρισκόντουσαν σταθμευμένα στην Φινλανδία.

Ωστόσο, καθώς η κυβέρνηση του Περ Έβιντ Σβίνχουφβουντ ήταν φίλα προσκείμενη στη Γερμανία, ο Μάνερχαϊμ διατήρησε ορισμένες επιφυλάξεις αναφορικά με την πολιτική που ακολουθούσε η κυβέρνηση. Αποδέχτηκε, ωστόσο, την πρόταση που του έγινε και σύστησε το στρατιωτικό του επιτελείο στο Σεϊναγιόκι, απ'όπου και ξεκίνησε τις επιχειρήσεις του για αφοπλισμό των ρωσικών φρουρών που παρέμεναν στην Φινλανδία (περίπου 40.000 με 50.000 άνδρες).

Η ήττα της Τσαρικής Αυτοκρατορίας στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε προκαλέσει την ολική κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Σε αυτή την κρίση της Ρωσίας αντιστοιχούσε μία αντίστοιχη κατάρρευση της φινλανδικής κοινωνίας η οποία έλαβε χώρα στη διάρκεια του έτους 1917. Οι σοσιαλδημοκράτες από την αριστερά και οι συντηρητικοί από την δεξιά έδιναν σκληρή μεταξύ τους μάχη για την ανάληψη της διεύθυνσης της Γερουσίας και του κοινοβουλίου, που πέρασε από τον έλεγχο της αριστεράς σε αυτόν της δεξιάς το 1917.

Κι ενώ μετά τον Μάρτιο του 1917 δεν υφίστατο πλέον στην Φινλανδία καμία στρατιωτική ή αστυνομική δύναμη που να είναι κοινής αποδοχής για την επιβολή της τάξεως, τόσο η αριστερά όσο και η δεξιά ξεκίνησαν την στελέχωση δικών τους σωμάτων ασφαλείας, κάτι που οδήγησε στη δημιουργία δύο διαφορετικών και μεταξύ τους ανεξάρτητων στρατιωτικών σωμάτων, την άσπρη και κόκκινη φρουρά. Μία ατμόσφαιρα πολιτικής βίας και φόβου άρχισε, τότε, ραγδαία να αυξάνεται μεταξύ των Φινλανδών. Οι συγκρούσεις ξέσπασαν στη διάρκεια του Ιανουαρίου του 1918, λόγω ενεργειών που πραγματοποιούνταν τόσο από τους κόκκινους όσο και τους άσπρους σε μία κλιμάκωση της βίας τόσο σε στρατιωτικό όσο και πολιτικό επίπεδο.

Στη διάρκεια της σύγκρουσης αυτής, εκμεταλλεύτηκε τη δυνατότητα στρατολόγησης των Φινλανδών στρατιωτών που ήταν αιχμάλωτοι στην Γερμανία (στα φινλανδικά jääkärit), ενώ ο γερμανικός στρατός αποβιβάστηκε στην Φινλανδία προκειμένου να προσφέρει βοήθεια στους Άσπρους, κάτι που παρ'όλα αυτά ο Μάνερχαϊμ είχε ιδιαίτερη δυσκολία να αποδεχτεί. Ωστόσο, καθώς ο ίδιος ήταν φανατικός αντικομμουνιστής, διατήρησε υπό την διοίκησή του τις κυβερνητικές δυνάμεις, τις οποίες και οδήγησε στην νίκη. Αν και ήρωας για τους άσπρους, ωστόσο, η εικόνα του ήταν αυτή ενός αιμοδιψούς σφαγέα για τους κόκκινους, παρά την ξεκάθαρη αντίθεσή του στην υπέρμετρη χρήση βίας από τους άσπρους και την απουσία του κατά την διάρκεια της περιόδου του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών που ακολούθησε την νίκη των άσπρων.

Η αντιβασιλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όντας σε πλήρη αντίθεση με την ολοένα και αυξανόμενη επιρροή των Γερμανών στις φινλανδικές υποθέσεις, ο Μάνερχαϊμ αποχώρησε προσωρινά από την χώρα τον Ιούνιο του 1918. Ο Μάνερχαϊμ βρισκόταν εκτός της χώρας κατά τη διάρκεια του τελικού σταδίου του εμφυλίου πολέμου, αυτού του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, του λιμού και της φυλακίσεως σε στρατόπεδα συγκέντρωσης - όπου υφίσταντο υψηλά ποσοστά θνησιμότητας - των μαχητών και των συμπαθούντων των κόκκινων. Στη διάρκεια του εμφυλίου, είχε ήδη προσπαθήσει να αποτρέψει την "άσπρη τρομοκρατία" και είχε αντιτεθεί στην μαζική φυλάκιση των κόκκινων.

Το φθινόπωρο του 1918, ο Μάνερχαϊμ πραγματοποίησε σειρά διαλέξεων στο Λονδίνο και το Παρίσι. Τον Σεπτέμβριο βρισκόταν στο Παρίσι όταν και του ζητήθηκε να επιστρέψει στην Φινλανδία για να γίνει "προστάτης" της ή αντιβασιλέας. Αποδέχτηκε, τότε, και ανέλαβε το αξίωμα του αντιβασιλέα στις 12 Δεκεμβρίου 1918.

Στην χώρα, οι φιλοβασιλικοί επιθυμούσαν να τον καταστήσουν ως τον νέο βασιλιά της Φινλανδία. Ο λόγος αυτής της επιθυμίας ήταν το γεγονός ότι ο νέος βασιλιάς, ο οποίος είχε εκλεγεί προσφάτως, ο Φρίντριχ Καρλ Λούντβιχ Κόνσταντιν φον Χέσσεν-Κάσσελ πρίγκηπας γερμανικής καταγωγής, δεν έκανε για τους νικηφόρους στον πόλεμο Συμμάχους και υποχρεώθηκε να παραιτηθεί της διεκδικήσεως του θρόνου.

Στη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο Μάνερχαϊμ κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε η Φινλανδία να αναγνωριστεί ως ανεξάρτητο κράτος από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ). Ζήτησε, επίσης, και έλαβε επισιτιστική βοήθεια προκειμένου η χώρα να αποφύγει τον λιμό. Με την βοήθειά του να έχει ζητηθεί από τους άσπρους στρατηγούς στην μάχη κατά των μπολσεβίκων στα πλαίσια του ρωσικού εμφυλίου πολέμου, ωστόσο, ο ίδιος αρνήθηκε να συνδράμει. Αυτή η άρνηση οφείλεται στο γεγονός ότι οι πρώτοι αρνούνταν να αναγνωρίσουν την φινλανδική ανεξαρτησία, κάτι που, παρ'όλα αυτά, είχε ήδη γίνει από τον Λένιν και το σοβιέτ του Πέτρογκραντ (το οποίο έχει σήμερα εκ νέου μετονομαστεί σε Αγία Πετρούπολη).

Το 1919, ο Μάνερχαϊμ ηττήθηκε στις προεδρικές εκλογές απέναντι στον Κάαρλο Γιούχο Στάλμπεργκ, με αποτέλεσμα την προσωρινή του απόσυρση από την δημόσια ζωή της χώρας.

Η περίοδος του Μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι δραστηριότητες του Μάνερχαϊμ περιορίστηκαν στον ανθρωπιστικό τομέα. Παρείχε στήριξη στον φινλανδικό Ερυθρό Σταυρό, ενώ ίδρυσε το Ίδρυμα Μάνερχαϊμ για τα παιδιά.

Το 1929, αρνήθηκε πρόταση των πλέον ριζοσπαστικών στοιχείων της φινλανδικής δεξιάς να αναλάβει, κατά κάποιον τρόπο, έναν άτυπο ρόλο στρατιωτικού δικτάτορα, κι αυτό παρά το γεγονός ότι είχε εκφράσει κατά καιρούς μια ορισμένη συμπάθεια απέναντι στο ημι-φασιστικό δεξιό κίνημα Lapua.

Εκλεγμένος το 1931, ο Πρόεδρος Περ Έβιντ Σβίνχουφβουντ, το όρισε πρόεδρο του Συμβουλίου Εθνικής Αμύνης της Φινλανδίας.

Το 1933, έλαβε τον τιμητικό τίτλο του στρατάρχη (sotamarsalkka, fältmarsalk). Ως επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Αμύνης, ο Μάνερχαϊμ υποστήριξε την στρατιωτική βιομηχανία της Φινλανδίας και προσπάθησε να συνάψει μια αμυντική στρατιωτική συμμαχία με την Σουηδία, δίχως ωστόσο επιτυχία. Καθώς το πρόγραμμά του για τον επανεξοπλισμό του φινλανδικού στρατού δεν εξελισσόταν με τους ρυθμούς που ο ίδιος επιθυμούσε, έρχονταν συχνά σε ρήξη με τα διάφορα υπουργικά γραφεία, απειλώντας με παραίτηση, στις περισσότερες περιπτώσεις, ώστε να πετύχει να λάβει επιπλέον χρήματα για τους σκοπούς του.

Οι καθυστερήσεις αυτές στον εξοπλισμό του στρατού τον έκαναν εξαιρετικά αρνητικό αναφορικά με τις πιθανότητες που θα είχε η Φινλανδία να αντέξει μια εισβολή με την προοπτική ενός προσεχούς πολέμου: επιχείρησε τότε να λάβει από τον Πρόεδρο Κιόστι Κάλιο (διάδοχο του Σβίνχουφβουντ) την γραπτή του δέσμευση ότι σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης ο ίδιος θα αναλάμβανε τον ρόλο του στρατιωτικού αρχιδιοικητή, κάτι που έγινε άμεσα, το 1939.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατάρχης Μάνερχαϊμ στο γενικό του επιτελείο.

Ο Χειμερινός Πόλεμος (1939-1940)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς η Σοβιετική Ένωση διεκδικούσε σημαντικά τμήματα των φινλανδικών εδαφών (Καρελία, Λαπωνία) και μία ναυτική βάση σε λιμάνι το οποίο θα ήταν ελεύθερο πάγων, η φινλανδική κυβέρνηση απέρριψε τα αιτήματα αυτά.

Έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης και του πολέμου που πλησίαζε και λυπούμενος για την έλλειψη εξοπλισμού και προετοιμασίας του στρατού, ο Μάνερχαϊμ απείλησε ακόμη μία φορά με παραίτηση στις 17 Οκτωβρίου 1939, δηλώνοντας ότι δεν θα επέστρεφε παρά μόνο άμα αναλάμβανε τον ρόλο του γενικού διοικητή του φινλανδικού στρατού, κάτι που έγινε κι επίσημα.

Εγκατέστησε τότε το γενικό του επιτελείο στην πόλη Μικέλι. Επισήμως, δεν έγινε ανώτατος στρατιωτικός διοικητής των φινλανδικών δυνάμεων παρά μόνο μετά την σοβιετική επίθεση, στις 30 Νοεμβρίου 1939.

Υπασπιστής του ήταν ο Αντιστράτηγος Άξελ Αΐρο (πρώην φοιτητής στην Ειδική Στρατιωτική Σχολή του Σαιν-Συρ το διάστημα 19201921, και μετέπειτα στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου το διάστημα 19211923). Ο Μάνερχαϊμ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του χειμερινού πολέμου και του πολέμου συνεχείας στο γενικό του επιτελείο στο Μικέλι, ωστόσο πραγματοποίησε αρκετές επισκέψεις στο μέτωπο.

Η ηρωική φινλανδική αντίσταση, στις οχυρώσεις της Γραμμής Μάνερχαϊμ καθώς και στις δασικές εκτάσεις στα βόρεια, μέσω της τακτικής των "motti" στοίχισε ιδιαιτέρως στον Κόκκινο Στρατό κατά τις πρώτες εβδομάδες πολέμου. Ωστόσο, μετά την διάλυση της Πολωνίας, η Σοβιετική Ένωση ήταν σε θέση να μεταφέρει στο φινλανδικό μέτωπο επιπλέον στρατεύματα που δημιούργησαν υπέρ της αριθμητικό πλεονέκτημα. Η φινλανδική κυβέρνηση ζήτησε τότε την κήρυξη εκεχειρίας.

Μετά το σύμφωνο ειρήνης της Μόσχας, το οποίο υπεγράφη στις 12 Μαρτίου 1940, ο Μάνερχαϊμ διατήρησε την θέση ως ανώτατος στρατιωτικός διοικητής του φινλανδικού στρατού, το οποίο ωστόσο θα έπρεπε να είχε εγκαταλείψει όπως αυτό προβλεπόταν από τους όρους του συμφώνου ειρήνης.

Ο Πόλεμος Συνεχείας (1941-1944)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του πολέμου συνεχείας, η Φινλανδία βρέθηκε να πολεμά στο πλευρό της Γερμανίας σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στην ΕΣΣΔ, χωρίς ωστόσο να έχει συνάψει μαζί της οποιαδήποτε συμμαχία.

Ο Μάνερχαϊμ διατήρησε αυτές τις σχέσεις με την κυβέρνηση της ναζιστικής Γερμανίας όσο πιο τυπικές γινόταν, ενώ, με επιτυχία, κατάφερε να τεθεί αντίθετος σε όσες προτάσεις συμμαχίας του έγιναν από γερμανικής πλευράς. Επίσης, αρνήθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την συμμετοχή φινλανδικών στρατευμάτων στην πολιορκία του Λένινγκραντ.

Αφότου τα σοβιετικά στρατεύματα κατάφεραν να σπάσουν την πολιορκία του Λένινγκραντ, το βόρειο μέτωπο έγινε σταδιακά το θέατρο δευτερεύουσας τάξεως στρατιωτικών επιχειρήσεων, με την κατάσταση να παραμένει σταθερή ως το 1944, ημερομηνία κατά την οποία η σοβιετική προέλαση στην Καρελία και την Λαπωνία κατέστη ιδιαιτέρως δύσκολη για οποιασδήποτε μορφής αντίσταση.

Ο Χίτλερ σε επίσκεψη στην Φινλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μάνερχαϊμ με τον Χίτλερ.

Τα εβδομηκοστά πέμπτα γενέθλια του Μάνερχαϊμ (4 Ιουνίου 1942) ήταν ένα σημαντικό γεγονός. Η κυβέρνηση του παραχώρησε τον μοναδικό τίτλο του Στρατάρχη της Φινλανδίας (Suomen Marsalkka), ο οποίος δεν είχε ποτέ παραχωρηθεί κατά το παρελθόν (και δεν έχει παραχωρηθεί ξανά έκτοτε). Ωστόσο, ο Χίτλερ, ο οποίος βρισκόταν σε επίσκεψη στην Φινλανδία, επιθυμούσε να μεταβεί ο ίδιος να ευχηθεί ιδιαιτέρως τον Μάνερχαϊμ για τα γενέθλιά του.

Ο Μάνερχαϊμ αρνήθηκε να συναντηθεί με τον Χίτλερ, τόσο στο γενικό του επιτελείο στο Μικέλι, όσο και στην πρωτεύουσα της Φινλανδίας το Ελσίνκι, καθώς δεν ήθελε να καταστήσει την επίσκεψη αυτή ως μια επίσημη επίσκεψη. Προς αυτή την κατεύθυνση, οργάνωσε την μεταξύ τους συνάντηση σε ένα βαγόνι τρένου κοντά στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ίμολα, στα νοτιοανατολικά της Φινλανδίας, με την επίσκεψη αυτή να έχει οργανωθεί μυστικά.

Ο Χίτλερ, ο οποίος ήταν κατά πολύ κοντύτερος του Μάνερχαϊμ (ο Μάνερχαϊμ είχε ύψος άνω του 1,90 μ.), είχε φορέσει τακούνια για την περίσταση αυτή, ενώ είχε ζητήσει από τους φωτογράφους του να βρουν μία κατάλληλη οπτική γωνία για την επίσημη φωτογράφιση. Έπειτα από μία συγχαρητήρια ομιλία του Χίτλερ και ένα γεύμα το οποίο διεξήχθη υπό τεταμένο κλίμα, ο Χίτλερ επέστρεψε στην Γερμανία, ύστερα από μόλις πέντε ώρες παραμονής στην Φινλανδία.

Στρατιωτικός ή πολιτικός;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ρόλος του Μάνερχαϊμ κατά την διάρκεια του πολέμου θα πρέπει να χωρίζεται σε δύο πλήρως διακριτέους μεταξύ τους ρόλους: ο Μάνερχαϊμ ως στρατιωτικός διοικητής και ο Μάνερχαϊμ ως πολιτικός.

Ως στρατιωτικός διοικητής, ο Μάνερχαϊμ έφερε σε πέρας με επιτυχία την αποστολή του. Υπό την διοίκησή του οι φινλανδικές δυνάμεις διεξήγαγαν έναν επιτυχημένο ως προς το αποτέλεσμα πόλεμο, σε δύο περιπτώσεις, σώζοντας την Φινλανδία από τον σοβιετικό κίνδυνο. Χρησιμοποιώντας μία στρατηγική που συνδύαζε στοιχεία οργανωμένης σε οχυρώσεις άμυνας και ανταρτοπόλεμου, ο Μάνερχαϊμ έδειξε ιδιαίτερη προσοχή στο να μην σπαταλήσει τις ζωές των στρατιωτών του, αποφεύγοντας την λήψη αχρείαστων ρίσκων, καθώς η πηγή στρατολόγησής του ήταν ιδιαιτέρως περιορισμένη.

Το σημαντικότερό του μειονέκτημα ήταν το γεγονός ότι απέφευγε να μεταθέτει την λήψη αποφάσεων σε άλλα στελέχη του στρατιωτικού του επιτελείου. Ενώ διέθετε ορισμένο αριθμό ιδιαιτέρως ικανών αξιωματικών, όπως ο στρατηγός Άξελ Αΐρο, ο Μάνερχαϊμ επέμενε για να κρατείται ενήμερος από όλους τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές των φινλανδικών στρατευμάτων για τις όποιες εξελίξεις, εξουδετερώνοντας με αυτό τον τρόπο τον στρατηγό πεζικού Έρικ Χάινρικς. Ως αποτέλεσμα, ο Μάνερχαϊμ βρέθηκε να έχει υπερβολικό φόρτο εργασίας, ενώ η συνεργασία μεταξύ των διάφορων σωμάτων του γενικού του επιτελείου δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή. Οι στρατιωτικοί ιστορικοί εκτιμούν ότι η συμπεριφορά αυτή και η μορφή αυτής αλυσίδα διαταγών δεν ήτανε άσχετες με την πλήρη έκπληξη που κατάφεραν να πετύχουν οι Σοβιετικοί το 1944 με την προέλασή τους στην Καρελία.

Εάν οι στρατιωτικές του αποφάσεις σε καιρό πολέμου δεν μπορούν να δεχτούν παρά λίγη μονάχα κριτική, η συμμετοχή του Μάνερχαϊμ στην πολιτική ζωή της χώρας, ωστόσο, χρίζει πολύ περισσότερης. Παρά τις διακρίσεις του ως στρατιωτικός, ο Μάνερχαϊμ δεν προβλεπόταν να συμμετέχει τόσο ενεργά στην πολιτική ζωή της χώρας. Ωστόσο, βρέθηκε να χειραγωγεί την κυβέρνηση στο παρασκήνιο, κυρίως στα πλαίσια των σχέσεων με την ΕΣΣΔ.

Οι σχέσεις με την Σοβιετική Ένωση αποτέλεσαν εξαρχής πεδίο διπλωματικών τριβών: καθώς η Φινλανδία δεν εθελοτυφλούσε αναφορικά με την έκβαση ενός ενδεχόμενου πολέμου απέναντι στην ΕΣΣΔ, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα σε όλη τη διάρκεια του πολέμου ήταν να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για την σύναψη ειρήνης. Το να προχωρούσε νωρίς σε αυτή την ενέργεια θα σήμαινε ότι η ναζιστική Γερμανία θα προχωρούσε σε αντίποινα, όπως συνέβη άλλωστε και στην περίπτωση της Ουγγαρίας. Αντιθέτως, η παράταση της διάρκειας του πολέμου θα είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την κατάληψη της Φινλανδίας από τα σοβιετικά στρατεύματα, λύση την οποία τόσο ο Μάνερχαϊμ όσο και η κυβέρνηση έκαναν τα πάντα για να αποφύγουν από το 1917 και την ανεξαρτησία της χώρας.

Αν και κατάφερε να αντιληφθεί σε σύντομο διάστημα (το 1942) ότι η Γερμανία δεν θα κατάφερνε να νικήσει την ΕΣΣΔ, ωστόσο ο Μάνερχαϊμ δεν θέλησε να εμπλακεί αμέσως με την πολιτική, προτιμώντας να αφοσιωθεί στην διεξαγωγή του πολέμου και, επιπλέον, να εμφανιστεί ως ένα άτομο το οποίο θα ήταν ικανό να αναλάβει την διοίκηση του κράτους και να το οδηγήσει σε καιρό ειρήνης.

Μπόρεσε να διαπραγματευτεί με τους Γερμανούς ώστε να διατηρήσει την βιομηχανική και στρατιωτική τους υποστήριξη, χωρίς ωστόσο να χρειαστεί να προχωρήσει η Φινλανδία στην σύναψη μετέπειτα επιβλαβών συμμαχικών συμφωνιών. Κυρίως, ο Μάνερχαϊμ ήθελε να αποφύγει με κάθε κόστος μια κατάσταση στην οποία θα έπρεπε να λάβει διαταγές από το Βερολίνο: ως αποτέλεσμα, αρνήθηκε την πρόταση που του έγινε από τους Γερμανούς να πάρει υπό τις διαταγές του (αλλά ευρισκόμενος υπό τον έλεγχο της OKW) τις γερμανικές δυνάμεις που ήσαν στρατοπεδευμένες στην Φινλανδία.

Ωστόσο, προκειμένου να αντισταθεί στις σημαντικές σοβιετικές επιθέσεις του 1944, ο Μάνερχαϊμ προσπάθησε να λάβει ισχυρότερη γερμανική υποστήριξη. Καθώς οι Γερμανοί επιθυμούσαν την σύναψη μιας συμφωνίας με σκληρότερους όρους για την φινλανδική κυβέρνηση, ο Φινλανδός πρόεδρος Ρίστο Ρίτι υποχρεώθηκε να υπογράψει την συγκεκριμένη συμφωνία, γνωστή επίσης και ως το σύμφωνο Ρίτι-Ρίμπεντροπ (και το οποίο είχε ως συνέπεια την καταδίκη του Ρίτι μετά το πέρας του πολέμου).

Έχοντας αναλάβει καθήκοντα προέδρου της Δημοκρατίας τον Αύγουστο του 1944 διαδεχόμενος τον Ρίτι — κι ενώ γινόταν ολοένα και πιο επείγον ο απεγκλωβισμός της Φινλανδίας από την ναζιστική Γερμανία — ο Μάνερχαϊμ δεν δίστασε να καταγγείλει το υπογραφέν σύμφωνο μεταξύ των δύο πλευρών, του οποίο δεν του ήταν, πλέον, καμίας χρησιμότητας, καθώς η θερινή σοβιετική επίθεση είχε αναχαιτιστεί, κάτι που του έδινε την δυνατότητα εκκίνησης ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Η απόφαση αυτή οδήγησε στο ξέσπασμα του « Πολέμου του Βορρά » ή Πολέμου της Λαπωνίας (1944-1945) μεταξύ Σοβιετικών, Φινλανδών και Γερμανών, καθώς γερμανικά στρατεύματα παρέμεναν απομονωμένα στα βόρεια της χώρας.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • mannerheim-museo.fi, ιστοσελίδα του Μουσείου Μάνερχαϊμ στο Ελσίνκι. (Φινλανδικά)
(Σουηδικά) (Αγγλικά)
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Carl Gustaf Emil Mannerheim της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).