Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα
Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei
Parteiadler der Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei (1933–1945).svg
Ηγέτης Καρλ Χάρερ (1919-1920)
Άντον Ντρέξλερ (1920-1921)
Αδόλφος Χίτλερ (1921-1945)
Μάρτιν Μπόρμαν (1945)
Ιδρύθηκε 1920
Διαλύθηκε 1945
Διάδοχος Κανένα (απαγορεύτηκε)·Η ιδεολογία συνεχίστηκε με τον νεοναζισμό
Εφημερίδα Völkischer Beobachter
Πτέρυγα νεολαίας Νεολαία Χίτλερ
Ιδεολογία Εθνικοσοσιαλισμός
Πολιτική θέση Ακροδεξιά
Πολιτικό σύστημα Γερμανίας
Πολιτικά κόμματα
Εκλογές
Η σβάστικα, σύμβολο του κόμματος

Το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (γερμ. Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei), γνωστότερο ως NSDAP, Ναζιστικό Κόμμα, Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών ή απλά Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, είναι το πολιτικό κόμμα που οδηγήθηκε στην εξουσία της Γερμανίας με την καθοδήγηση του Αδόλφου Χίτλερ το 1933. Ο όρος Ναζί είναι μια συντόμευση των γερμανικών λέξεων (NA)tionalso(ZI)alismus (Εθνικοσοσιαλισμός) - η ιδεολογία του NSDAP. Το NSDAP όρθωσε το Τρίτο Ράιχ (Τρίτο Κράτος) μετά την δημοκρατική εκλογή του ως γερμανική κυβέρνηση το 1933.

Το NSDAP χάρη σε μια οργανωμένη διαδικασία που ονομάστηκε Gleichschaltung κατάφερε να θέσει εκτός νόμου όλα τα υπόλοιπα κόμματα και να αποκτήσει απόλυτη κυριαρχία σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και οικονομίας της Γερμανίας από την πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης το 1933, ως το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου το 1945, οπότε κηρύχθηκε παράνομο, οι ηγέτες του συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην Δίκη της Νυρεμβέργης. Η ιδεολογία και οι πρακτικές του Ναζιστικού Κόμματος δημιούργησαν ένα νέο κλάδο στην πολιτική επιστήμη, που λέγεται 'ναζισμός'.

Προεδρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απαρχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο του 1919, ύστερα από Σύνοδο της Γερμανικής Εθνοσυνέλευσης για την εγκαθίδρυση νέου Συντάγματος στην χώρα, η οποία έγινε στην πόλη Βαϊμάρη (Weimar), εγκαθιδρύθηκε στην χώρα νέο, κοινοβουλευτικό καθεστώς, χωρίς Μονάρχη, το οποίο επονομάζεται Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Το νέο καθεστώς αντιμετώπισε εξ αρχής σημαντικά προβλήματα, προερχόμενα τόσο από την αριστερά όσο και από την άκρα δεξιά. Το βασικό πρόβλημα, όμως, προερχόταν από τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικοί για το Γερμανικό έθνος, όσο και από τις επακόλουθες πολεμικές αποζημιώσεις που απαιτούνταν - κυρίως από την πλευρά της Γαλλίας από την Γερμανία.

Γκάουε στη Γερμανία: 1926,1928,1933 & 1937

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέσα σε αυτή την έκρυθμη κατάσταση, στις 5 Ιανουαρίου 1919, οι ακροδεξιοί εθνικιστές Άντον Ντρέξλερ (Anton Drexler), Γκότφριντ Φέντερ (Gottfried Feder), Ντίτριχ Έκαρτ (Dietrich Eckart) και Καρλ Χάρρερ (Karl Harrer) ηγούνται μιας μικρής ομάδας είκοσι εργατών από το Μόναχο και πραγματοποιούν συναντήσεις, με σκοπό την δημιουργία ενός νέου πολιτικού Κόμματος. Οι βασικές αρχές για το Κόμμα αυτό απηχούσαν τις πεποιθήσεις κυρίως του Ντρέξλερ: Αντίθεση στους όρους των Βερσαλλιών, άκρατος εθνικισμός, αντισημιτισμός και αντίθεση κατά των Κομμουνιστών. Αρχικά, ο Ντρέξλερ ήθελε να ονομάσει το Κόμμα "Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα", οι υπόλοιποι, όμως, και κυρίως ο Χάρρερ, αντέδρασαν στον όρο "Σοσιαλιστικό", τον οποίο πέτυχαν να απαλείψουν. Έτσι, το κόμμα ονομάστηκε, τελικά, "Κόμμα των Γερμανών Εργατών" (Deutsche Arbeiterpartei, DAP). Η αρχική του δύναμη, αν και αυτοαποκαλούνταν "Κόμμα", δεν ξεπερνούσε τα εξήντα μέλη. Το καθεστώς, όμως, ανησυχώντας για την ανάπτυξη των ποικίλων ομάδων, έστειλε τον Αδόλφο Χίτλερ, δεκανέα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άεργο υποψήφιο καλλιτέχνη, να ενταχθεί στο Κόμμα για να το κατασκοπεύει. Συμμετέχοντας σε κάποια συζήτηση, ο Χίτλερ κατάφερε να εντυπωσιάσει τους παρευρισκόμενους με την ρητορική του δεινότητα. Ο Χίτλερ, ο οποίος ως τότε δεν είχε ούτε σταθερή εργασία ούτε βλέψεις για το μέλλον του, ανακαλύπτει για πρώτη φορά ένα ταλέντο, το οποίο δεν γνώριζε πως διέθετε, την ρητορική του δεινότητα, χάρη στην οποία μπορούσε να προσελκύει μέλη στο Κόμμα. Το ταλέντο αυτό, σε συνδυασμό με την αναλγησία του, δεν άργησαν να τον αναδείξουν σε ηγετική φυσιογνωμία. Το Κόμμα συνέχισε να προσελκύει νέα μέλη, αλλά παρέμενε στα επίπεδα ενός τοπικού, μικρού Κόμματος, παρά το γεγονός ότι τον Δεκέμβριο του 1920 κατάφερε να αποκτήσει το δικό του όργανο στον Τύπο, την εφημερίδα "Völkischer Beobachter" ("Λαϊκός Παρατηρητής").

Στις 24 Φεβρουαρίου 1920 το Κόμμα αποφασίζει να αλλάξει όνομα. Ο Χίτλερ προτείνει την ονομασία "Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα", όμως οι συναγωνιστές του τον πείθουν να συμφωνήσει στην ονομασία "Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών" (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei, NSDAP). Πρόεδρος του Κόμματος ορίζεται ο ιδρυτής του, Ντρέξλερ. Την περίοδο αυτή εγγράφονται στο Κόμμα οι Ρούντολφ Ες (Rudolf Hess) και οι αδελφοί Χανς Φρανκ Ρόζενμπεργκ και Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Hans Frank Rosenberg και Alfred Rosenberg).

Πρόγραμμα του Κόμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 24 Φεβρουαρίου εξαγγέλεται, επίσης, και το Πρόγραμμα του Κόμματος, γνωστό και ως "Πρόγραμμα των 25 σημείων". Το πλήρες κείμενο του Προγράμματος αυτού είναι το εξής:

Το Πρόγραμμα του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος έχει σχεδιαστεί ως περιορισμένης διάρκειας. Οι ηγέτες του δεν έχουν την πρόθεση, όταν οι στόχοι που αναφέρονται εδώ επιτευχθούν, να θέσουν νέους, απλά για να αυξήσουν, με τεχνητό τρόπο, τη δυσαρέσκεια της λαϊκής μάζας και να επιβεβαιώσουν την συνέχεια ύπαρξης του Κόμματος.

1. Απαιτούμε την ένωση ολόκληρης της Γερμανίας σε μια Μείζονα Γερμανία πάνω στη βάση του εθνικού αυτοπροσδιορισμού.

2. Απαιτούμε ισότητα δικαιωμάτων του Γερμανικού Λαού στις σχέσεις του με άλλα Έθνη και την κατάργηση των συνθηκών των Βερσαλλιών και του Σεν Ζερμέν (Saint-Germain).

3. Απαιτούμε γη και χώρο (αποικίες) για τη διατροφή του λαού μας και την εγκατάσταση του πλεονάζοντος πληθυσμού.

4. Μόνο μέλη του Έθνους μπορούν να είναι πολίτες του Κράτους. Μόνον αυτοί με γερμανικό αίμα, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων, μπορούν να είναι μέλη του Έθνους. Συνεπώς, κανείς Εβραίος δεν μπορεί να ανήκει στο Έθνος.

5. Οι μη πολίτες μπορούν να ζουν στην Γερμανία ως επισκέπτες και πρέπει να υπόκεινται στην περί ξένων νομοθεσία.

6. Του δικαιώματος του εκλέγειν την Κυβέρνηση και τα νομοθετικά όργανα του Κράτους πρέπει να απολαμβάνουν οι πολίτες του Κράτους και μόνον. Απαιτούμε, κατά συνέπεια, όλα τα δημόσια αξιώματα, οιουδήποτε τύπου, είτε εντός του Ράιχ είτε σε ελάσσονες περιοχές, να μην αποδίδονται σε άλλους ει μη σε πολίτες του Κράτους. Είμαστε αντίθετοι προς την διεφθαρμένη κοινοβουλευτική τακτική της πλήρωσης κρατικών θέσεων σύμφωνα με κομματικές πεποιθήσεις και χωρίς αναφορά στον χαρακτήρα ή στις ικανότητες.

7. Απαιτούμε το Κράτος να εκπληρώσει το πρωταρχικό του καθήκον για να εξασφαλίσει τα προς το ζην σε όλους τους πολίτες του. Αν αποδειχθεί αδύνατη η διατροφή ολόκληρου του πληθυσμού, οι μη πολίτες πρέπει να απελαθούν από το Ράιχ.

8. Η μετανάστευση όλων των μη Γερμανών προς την χώρα πρέπει να απαγορευθεί. Απαιτούμε όλοι οι μη Γερμανοί, που εισήλθαν στην χώρα μετά τις 2 Αυγούστου 1914, να κληθούν να εγκαταλείψουν άμεσα την Γερμανία.

9. Όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

10. Πρέπει να είναι πρωταρχικό καθήκον κάθε πολίτη να εκτελεί χειρωνακτική ή νοητική εργασία. Οι δραστηριότητες κάθε ατόμου δεν πρέπει να έρχονται σε σύγκρουση με το γενικό συμφέρον, αλλά πρέπει να συμπλέουν με το γενικό πλαίσιο της κοινότητας και για το καλό του συνόλου. Κατά συνέπεια, απαιτούμε: την κατάργηση της υποδούλωσης στους τόκους.

11. Την κατάργηση εισοδημάτων που δεν προέρχονται από εργασία.

12. Με την προοπτική των τρομακτικών θυσιών ζωών και περιουσιών που απαιτεί από κάθε έθνος ένας πόλεμος, ο ατομικός πλουτισμός από τον πόλεμο πρέπει να θεωρείται ως έγκλημα κατά του Έθνους. Απαιτούμε, κατά συνέπεια, την άμεση κατάσχεση όλων των κερδών που προήλθαν από τον πόλεμο.

13. Απαιτούμε την εθνικοποίηση όλων των εταιρειών που έχουν συμπήξει ενώσεις σχηματίζοντας τραστ.

14. Απαιτούμε την διανομή των κερδών μεγάλων βιομηχανικών εταιρειών.

15. Απαιτούμε εκτεταμένη ανάπτυξη της ασφάλισης των ατόμων μεγάλης ηλικίας.

16. Απαιτούμε την δημιουργία και διατήρηση υγιούς μεσαίας τάξης, την άμεση κοινωνικοποίηση των μεγάλων πολυκαταστημάτων και την παραχώρησή τους, με φθηνό αντίτιμο, σε μικρεμπόρους και ότι ο υπέρτατος σεβασμός θα επιδειχθεί στους μικρεμπόρους με την πρόταξη των Κρατικών και Κοινοτικών διαταγμάτων.

17. Απαιτούμε αναδιανομή της γης σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Έθνους μας και την ψήφιση νόμου για την απαλλοτρίωση γαιών με σκοπό την κοινοτική τους χρήση χωρίς αντάλλαγμα, την κατάργηση της εκμίσθωσης γης και την απαγόρευση κάθε κερδοσκοπίας από τη χρήση γης.

18. Απαιτούμε την αμείλικτη δίωξη όσων οι δραστηριότητες θίγουν το δημόσιο συμφέρον. Οι κοινοί εγκληματίες, οι τοκογλύφοι, οι κερδοσκόποι κλπ., πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων ή φυλετικής καταγωγής.

19. Απαιτούμε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, το οποίο υπηρετεί μια υλιστική παγκόσμια τάξη, να αντικατασταθεί από το κοινό Γερμανικό Δίκαιο.

20. Το Κράτος πρέπει να αναλάβει εκτεταμένη ανασυγκρότηση του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος (με σκοπό να καταστεί αυτό προσβάσιμο σε κάθε ικανό και σκληρά εργαζόμενο Γερμανό, δίνοντάς του τη δυνατότητα ανώτερης εκπαίδευσης και επιτυγχάνοντας, έτσι, πρόοδο). Το αναλυτικό πρόγραμμα όλων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων οφείλει να ευθυγραμμιστεί με τις πρακτικές απαιτήσεις της καθημερινής ζωής. Το σχολείο οφείλει να παράσχει στον μαθητή, εκκινώντας από την πρώτη ένδειξη ευφυίας του, την κατανόηση του Έθνους και του Κράτους (μέσω της μελέτης των πολιτικών υποθέσεων). Απαιτούμε η μόρφωση χαρισματικών παιδιών από φτωχές οικογένειες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη ή το επάγγελμά τους, να αναλαμβάνεται από το Κράτος.

21. Το Κράτος πρέπει να διασφαλίσει ώστε τα επίπεδα υγείας του Έθνους να ανέλθουν, προστατεύοντας μητέρες και παιδιά, απαγορεύοντας την παιδική εργασία, ενισχύοντας την φυσική δύναμη μέσω νομοθεσίας για υποχρεωτική γυμναστική και άθληση και με την εκτεταμένη υποστήριξη συλλόγων εμπλεκομένων στην φυσική αγωγή των νέων.

22. Απαιτούμε την κατάργηση του μισθοφορικού στρατού και την δημιουργία ενός λαϊκού στρατού.

23. Απαιτούμε σύννομη διαμάχη της σκόπιμης πολιτικής ψευδολογίας και της διασποράς της μέσω του Τύπου. Για την δημιουργία ενός Εθνικού Γερμανικού Τύπου απαιτούμε:

  • Όλοι οι εκδότες και συντάκτες/συνεργάτες των Γερμανόφωνων εφημερίδων να ανήκουν στο Έθνος
  • Ότι καμία μη Γερμανική εφημερίδα δεν μπορεί να κυκλοφορήσει χωρίς εκπεφρασμένη έγκριση του Κράτους. Δεν πρέπει να τυπώνεται στην Γερμανική γλώσσα
  • Οι μη-Γερμανοί πρέπει να εμποδίζονται από τον Νόμο να συμμετέχουν οικονομικά ή να επηρεάζουν Γερμανικές εφημερίδες και η ποινή για παράβαση αυτού του Νόμου πρέπει να είναι η απαγόρευση έκδοσης της εφημερίδας και η άμεση απέλαση των εμπλεκομένων μη-Γερμανών. Η έκδοση εφημερίδων που δεν προωθούν την εθνική πρόοδο πρέπει να απαγορεύεται. Απαιτούμε την δια Νόμου δίωξη όλων των τάσεων της τέχνης και της λογοτεχνίας που διαφθείρουν την εθνική ζωή και την απαγόρευση πολιτιστικών εκδηλώσεων που παραβιάζουν αυτή την απαίτηση.

24. Απαιτούμε ελευθερία όλων των θρησκευτικών δογμάτων ανά την Επικράτεια, υπό την προϋπόθεση ότι δεν απειλούν την ύπαρξή της και δεν προσβάλλουν το δημόσιο αίσθημα της Γερμανικής φυλής. Το Κόμμα υποστηρίζει το χριστιανικό δόγμα, αλλά δεν προσαρτά εαυτό σε κανένα συγκεκριμένο δόγμα. Αντιμάχεται την Ιουδαϊκή - υλιστική νοοτροπία, εσωτερική και εξωτερική, και είναι πεπεισμένο ότι το Έθνος μας μπορεί να επιτύχει την αέναη υγεία μόνο επί τη βάσει της εξής αρχής: Το κοινό συμφέρον είναι υπεράνω του ατομικού συμφέροντος.

25. Για να υλοποιηθούν όλα τα σημεία αυτού του Προγράμματος, απαιτούμε την δημιουργία ισχυρής κεντρικής διακυβέρνησης του Ράιχ, την άνευ όρων εξουσία του πολιτικού Κεντρικού Κοινοβουλίου σε ολόκληρο το Ράιχ και τις οργανώσεις του και τον σχηματισμό Ενώσεων βασισμένων σε κοινωνικά και επαγγελματικά κριτήρια για την εκτέλεση των Νόμων που ψηφίζονται από το Ράιχ σε όλα τα επιμέρους Γερμανικά κρατίδια.

Οι ηγέτες του Κόμματος υπόσχονται να εργαστούν ακατάπαυστα - μέχρι και να θυσιάσουν την ζωή τους - για να υλοποιήσουν το παρόν Πρόγραμμα.[1]

Το Κόμμα διανύει μια μικρή περίοδο στασιμότητας και ο Ντρέξλερ έχει την ευφυΐα να διακρίνει (ύστερα και από προτροπές άλλων μελών) ότι η στασιμότητα του Κόμματος οφείλεται στις δικές του περιορισμένες ικανότητες. Παραχωρεί, έτσι, στις 28 Ιουλίου 1921, την Προεδρία του Κόμματος στον Χίτλερ, παραμένοντας επίτιμος Πρόεδρος. Ο Χίτλερ θα γράψει αργότερα, στο βιβλίο του "Ο Αγών μου" (Mein Kampf) ότι ο Ντρέξλερ είχε πράγματι περιορισμένες ικανότητες και, οπωσδήποτε, δεν διέθετε ρητορική ούτε οργανωτική δεινότητα[2].

Περίοδος 1921-1923[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χίτλερ απαιτεί, και τελικά παίρνει, τον τίτλο του "Ηγέτη" (Φύρερ, Führer). Το Κόμμα διέρχεται μια σειρά εσωτερικών συγκρούσεων, μέσα από τις οποίες ο Χίτλερ καταφέρνει να περάσει την βασική του επιδίωξη, την "Αρχή του Ηγέτη" (Führerprinzip), την οποία θα τηρήσει απαρέγκλιτα μέχρι τον θάνατό του, το 1945: Ο Χίτλερ είναι ο μόνος Ηγέτης στο Κόμμα και μόνος αυτός αποφασίζει τόσο για την πολιτική του όσο και για την στρατηγική του. Η ρητορική του δεινότητα συνεχίζει να φέρνει οπαδούς στο Κόμμα, ωστόσο ο ίδιος το βλέπει όχι τόσο ως πολιτικό Κόμμα, όσο ως μια επαναστατική οργάνωση, η οποία αποσκοπεί στην βίαιη ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης: Στο σημείο αυτό οι πολιτικές απόψεις του ταυτίζονται απόλυτα με του Ντρέξλερ. Το 1921 δημιουργεί την παραστρατιωτική οργάνωση "Sturmabteilung" (επί λέξει "Θυελλώδεις μαχητές"), γνωστή ως SA ή "φαιοχίτωνες" (λόγω του φαιού χρώματος των υποκαμίσων τους). Σκοπός της SA είναι οι συγκρούσεις (μερικές φορές ένοπλες) με αντίστοιχες οργανώσεις των άλλων Κομμάτων, κυρίως της Αριστεράς.

Το βιβλιάριο μέλους του NSDAP

Η αύξηση των μελών του Κόμματος συνεχίζεται με σημαντικό ρυθμό, κάτι που οφείλεται τόσο στην ρητορική του Χίτλερ, όσο και στην έλξη που ασκεί η SA σε άνεργους νέους. Η οικονομική συγκυρία, επίσης, παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς στην Γερμανία έχουν αρχίσει να διαφαίνονται τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργούν οι πολεμικές αποζημιώσεις. Έτσι, στην Βαυαρία υπάρχει δυσαρέσκεια της ευρείας λαϊκής μάζας απέναντι στους Φιλελεύθερους και στους Σοσιαλιστές. Ο Χίτλερ το εκμεταλλεύεται και στρατολογεί στο Κόμμα παλαιούς στρατιωτικούς του πρώτου Πολέμου, προβάλλοντας τον εαυτό του ως παρασημοφορημένο παλαίμαχο, απογοητευμένους οπαδούς άλλων Κομμάτων, καθώς και μικροεπιχειρηματίες. Για να βοηθήσει στην στρατολόγηση νέων μελών, συχνά οργανώνει "συνέδρια" σε μπιραρίες, στα οποία η μπίρα προσφέρεται δωρεάν. Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για το Κόμμα, καθώς γίνονται μέλη του ο Λοχαγός του Α΄ Πολέμου Ερνστ Ρεμ, ο Χάινριχ Χίμλερ και ο άσσος της Πολεμικής Αεροπορίας Χέρμαν Γκέρινγκ.

Το 1922 πραγματοποιείται η Πορεία προς τη Ρώμη και η επικράτηση του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι στην Ιταλία. Με εξαίρεση τον αντισημιτισμό, οι απόψεις του Χίτλερ είναι ταυτόσημες με των Ιταλών φασιστών. Όπως είναι φυσικό, η επιτυχία τους τον επηρεάζει σημαντικά και βάζει στο νου του την ιδέα της πραγματοποίησης του δικού του πραξικοπήματος, που θα έφερνε τους Εθνικοσοσιαλιστές στην εξουσία. Στρέφει όλες του τις οργανωτικές προσπάθειες στην πραγματοποίηση αυτού του στόχου και, το 1923, επιχειρεί με τα στελέχη του Κόμματος και την υποστήριξη της SA το Πραξικόπημα της μπιραρίας.

Το Πραξικόπημα, ανοργάνωτο και χωρίς μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, όπως είναι φυσικό, συντρίβεται. Οι πρωτεργάτες του συλλαμβάνονται και ο Χίτλερ με τον Ες καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης. Το Κόμμα, έχοντας χάσει τον Ηγέτη του, τίθεται εκτός νόμου και η λειτουργία του απαγορεύεται. Ωστόσο, τα μέλη του είναι πλέον περισσότερα από 55.000 και η οργάνωσή του από τις αρτιότερες των πολιτικών σχηματισμών της εποχής. Η ύπαρξή του συνεχίζεται με την επωνυμία "Γερμανικό Κόμμα" (Deutsche Partei, DP) κατά το χρονικό διάστημα 1924 - 1925.

Περίοδος 1924-1933[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γκέρινγκ, Γκέμπελς, Χίτλερ. 1932. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου

Το διάδοχο Κόμμα είναι πλέον χωρίς Ηγέτη. Κατά την περίοδο 1924 - 25 το "Γερμανικό Κόμμα" διασπάται σε δύο σκέλη. Ηγέτης του ενός γίνεται ο Γιόζεφ Γκέμπελς, ονομάζοντάς το "Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα της Ελευθερίας". Παρά την αρχική καταδίκη του σε πενταετή φυλάκιση, ο Χίτλερ αποφυλακίζεται στις 24 Δεκεμβρίου 1924, έχοντας εκμεταλλευθεί το διάστημα της φυλάκισής του για να συγγράψει το βιβλίο του "Ο Αγών μου". Το πραξικόπημα και η δίκη του, όμως, έχουν λάβει μεγάλη δημοσιότητα, και το Κόμμα γίνεται ευρύτερα γνωστό σε ολόκληρη την Γερμανία. Ο Χίτλερ ασχολείται πλέον με την επανίδρυση του διαλυμένου Κόμματος, πράγμα το οποίο φέρνει λαμπρά σε πέρας. Η αποτυχία του πραξικοπήματος, ωστόσο, έχει αλλάξει την πρακτική που σκέπτεται να ακολουθήσει εφεξής ο Ηγέτης του Κόμματος: Αποκηρύσσει την δια της βίας κατάληψη της εξουσίας και, αντίθετα, στρέφει όλες του τις προσπάθειες για την επικράτησή του στις εθνικές εκλογές. Ακολουθεί, πλέον, την «στρατηγική της νομιμότητας» για να κατακτήσει την εξουσία με νόμιμα μέσα. Το Ναζιστικό Κόμμα έχει, το 1925, δύο "πτέρυγες" οργανωτικού χαρακτήρα, το "Σώμα της Πολιτικής Ηγεσίας" (Korps der politischen Leiter) και την πτέρυγα των "κοινών" μελών (Parteimitglieder). Στην ηγετική ομάδα αναπληρωτής ηγέτης είναι ο Ρούντολφ Ες, ο οποίος, όμως, δεν έχει πραγματική ισχύ στο Κόμμα: Ύστερα από τον ίδιο τον Χίτλερ, ηγετικές φυσιογνωμίες του Ναζιστικού Κόμματος είναι οι Χίμλερ, Γκέμπελς και Γκέρινγκ.

Στις εκλογές του Μαΐου 1924 το NSDAP δεν σημειώνει μεγάλη επιτυχία: Κερδίζει 12 μόλις έδρες στο Ράιχσταγκ, έναντι 131 του Σοσιαλιστικού Κόμματος (SPD) και 45 του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD). Το εκλογικό αυτό αποτέλεσμα οδηγεί τον Χίτλερ, ο οποίος αποφυλακίζεται και επανιδρύει το Κόμμα, να επιχειρήσει μεγαλύτερα ανοίγματα προς τις λαϊκές μάζες. Το πρώτο άνοιγμα, που πραγματοποιείται το 1925, είναι ο διαχωρισμός του Κόμματος από την SA, καθώς το μεγάλο βάρος ρίχνεται στις νόμιμες δραστηριότητές του. Ευρύτερο άνοιγμα πραγματοποιείται καθώς το Κόμμα δέχεται πλέον, ως μέλη, και γυναίκες. Η SA και η SS, που δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 1925 ως Σωματοφυλακή του Ηγέτη, με επικεφαλής τον Χίμλερ, αναφέρονται πλέον όχι ως Κομματικές οργανώσεις, αλλά ως "υποστηρικτικές ομάδες", και όλα τα μέλη τους υποχρεώνονται να εγγραφούν ως τακτικά μέλη στο Κόμμα για να παραμείνουν σε αυτές.

Εν τω μεταξύ το Κόμμα περνά τα όρια της Βαυαρίας. Επεκτείνεται και αποκτά οπαδούς και σε άλλα κρατίδια, όπως στην Νυρεμβέργη της Βυρτεμβέργης (όπου προεξάρχον στέλεχος είναι ο Γιούλιους Στράιχερ με την εφημερίδα του Der Stürmer), στην Ανατολική Πρωσία, την Πομερανία, το Σλέσβιχ-Χολστάιν κ.ά. Στις εκλογές του Μαΐου 1928 το NSDAP παίρνει μόνο το 2,6% των ψήφων και κερδίζει 12 έδρες. Το 1929 ο αριθμός των μελών του Κόμματος έχει φθάσει τις 130.000.

Για τα γερμανικά πληθυσμιακά δεδομένα, εν τούτοις, ο αριθμός αυτός δεν είναι σημαντικός. Ίσως το Ναζιστικό Κόμμα να μην είχε φτάσει ποτέ στην εξουσία, αν δεν έπληττε και την Γερμανία η διεθνής οικονομική κρίση (το "Κραχ"), που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το 1929 και έπληξε ολόκληρη την Ευρώπη. Στα τέλη της δεκαετίας των '20 ο πληθωρισμός στην Γερμανία έχει φτάσει σε τρομακτικά ύψη, όπως και η ανεργία. Συντείνουν σε αυτό και οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών.[3] Τα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας είναι διασπασμένα και αδυνατούν να παράσχουν λύση στην οικονομική ανέχεια, που πλήττει ολοένα και περισσότερους απλούς πολίτες και μικρές επιχειρήσεις. Η πολιτική του Χίτλερ, στο σημείο αυτό, είναι να αποδώσει στους Εβραίους οικονομικούς παράγοντες και στους Μπολσεβίκους τα δεινά της χώρας. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1930 το NSDAP παίρνει το 18,3% των ψήφων, εκλέγει 107 βουλευτές στο Ράιχσταγκ και αναδεικνύεται δεύτερο Κόμμα, ύστερα από το Σοσιαλιστικό (SPD). Ο Χίτλερ έχει καταφέρει να αναδείξει το Ναζιστικό Κόμμα σε κόμμα εξουσίας, ενώ ο ικανότατος στην προπαγάνδα Γκέμπελς ασχολείται με την διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας του Ηγέτη.

Προεκλογική εκστρατεία των Προεδρικών εκλογών. Βερολίνο, 10 Απριλίου 1932. Φωτ. Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο

Το 1931 και το 1932 η πολιτική κρίση βαθαίνει στην χώρα, καθώς η οικονομική κρίση είναι στο απόγειό της. Το 1932 ο Χίτλερ βάζει υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αντίπαλο τον Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Στον πρώτο γύρο καταφέρνει να συγκεντρώσει το 30% έναντι 49% του Χίντενμπουργκ και στον δεύτερο συγκεντρώνει περίπου 37%, χάνοντας την εκλογή από τον Χίντενμπουργκ, που συγκεντρώνει το 53%. Οι εκλογές αυτές αποτελούν ένα είδος δημοσκόπησης τόσο για το Κόμμα όσο και για τον Ηγέτη του. Από τον πολιτικό λόγο του Κόμματος έχει πέσει σε δεύτερη μοίρα ο έντονος αντισημιτισμός (χωρίς, ασφαλώς, να απαλειφθεί ποτέ ολοσχερώς). Οι Γερμανοί δίνουν την ψήφο τους στον Χίτλερ κατά κύριο λόγο επειδή υπόσχεται να αναθερμάνει την Οικονομία (χωρίς, ωστόσο, να εξαγγείλει συγκεκριμένα μέτρα) και επειδή υπόσχεται να αποκαταστήσει τον Νόμο και την τάξη. Αυτό είναι σημαντικό για τους πολίτες, καθώς η SA, αριθμώντας ήδη 400.000 μέλη, είναι μια από τις αντιμαχόμενες οργανώσεις (και τα άλλα μεγάλα Κόμματα, SPD και KPD, διαθέτουν αντίστοιχες ομάδες κρούσης), που μετατρέπουν πολλές γερμανικές πόλεις κυριολεκτικά σε πεδία μάχης. Κυρίως, όμως, υπόσχεται να αποκαταστήσει το Γερμανικό γόητρο, το οποίο είχε ταπεινωθεί από τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Κανένα στέλεχός του, βεβαίως, δεν παραλείπει να αναφέρει ότι το Κόμμα θα προστατεύσει (η έκφραση που χρησιμοποιείται είναι "θα σώσει") την χώρα από την "Κομμουνιστική απειλή".

Νέες εκλογές διεξάγονται τον Ιούλιο του 1932. Ο επικεφαλής της Προπαγάνδας του Κόμματος δρ. Γκέμπελς και η ρητορική δεινότητα του Χίτλερ καταφέρνουν να εκτοξεύσουν το ποσοστό του NSDAP στο 37,4% και 230 έδρες στο Ράιχσταγκ, φέρνοντάς το στην πρώτη θέση στην Γερμανία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παίρνει 14,6% αλλά, όπως είναι φυσικό, ο σχηματισμός Κυβέρνησης συνασπισμού είναι αδύνατος, καθώς οι ιδεολογικές διαφορές των δύο Κομμάτων είναι αγεφύρωτες. Σχηματίζονται, έτσι, Κυβερνήσεις μειοψηφίας, που αδυνατούν να επιλύσουν τα οξύτατα προβλήματα της Οικονομίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αναγνωρίζει ως κύριο αντίπαλο το NSDAP αλλά το Σοσιαλιστικό Κόμμα, κι αυτό κάνει χαλαρότερη την αντιπολίτευση απέναντι στους Ναζιστές.

Προεκλογικό περίπτερο του Ναζιστικού Κόμματος. Απρίλιος 1932. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου

Ο Καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν προκηρύσσει νέες εκλογές για τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ελπίζοντας να επιτύχει συσχετισμούς που να επιτρέπουν σχηματισμό ισχυρής Κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα για το NSDAP προκαλεί έκπληξη: Το ποσοστό του πέφτει στο 33% και 196 έδρες. Σε αυτό συνέβαλε η μερική υποχώρηση της οικονομικής κρίσης αλλά και ο φόβος των ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης, που το είχαν υποστηρίξει στις προηγούμενες εκλογές, ότι πράγματι το NSDAP μπορεί να ερχόταν στην εξουσία. Οι Ναζιστές, από την άλλη, έλαβαν το μήνυμα των εκλογών: Έπρεπε να πάρουν την εξουσία τώρα, πριν τα ποσοστά του Κόμματος μειωθούν ακόμη περισσότερο. Απαιτούν από τον Πρόεδρο να ονομάσει τον Χίτλερ Καγκελάριο, αφού είναι ο ηγέτης του πρώτου Κόμματος στις εκλογές. Ο φον Πάπεν, ο διάδοχός του Κουρτ φον Σλάιχερ και πολλοί μεγαλοεπιχειρηματίες, όπως οι Κρουπ, πιέζουν τον - σφοδρά αντιτιθέμενο - Χίντενμπουργκ προς αυτή την κατεύθυνση. Τελικά ο Πρόεδρος ενδίδει και ονομάζει τον Χίτλερ Καγκελάριο στις 30 Ιανουαρίου 1933. Η Κυβέρνηση που συγκροτείται περιλαμβάνει πολύ λίγους Ναζιστές, αλλά το Κόμμα ξέρει πολύ καλά τη δουλειά του: Στις 27 Φεβρουαρίου ξεσπά η πυρκαϊά στο Ράιχσταγκ, αλλά το Κόμμα κατηγορεί τους Κομμουνιστές, καθώς συλλαμβάνεται στον τόπο της πυρκαϊάς ως υπεύθυνος ο νεαρός Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe). Ο Χίτλερ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη θέση του και πείθει τον πρόεδρο φον Χίντενμπουργκ να εκδώσει το "Διάταγμα της Εξουσιοδοτήσεως" (γερμ. Ermächtigungsgesetz), με το οποίο αναστέλλονται οι δημοκρατικές ελευθερίες που είχε επιφέρει η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το πλήρες και ορθό όνομα του νόμου είναι «Νόμος για την σωτηρία του λαού και του Ράϊχ, 24.03.1933». Το Κομμουνιστικό Κόμμα κηρύσσεται εκτός Νόμου, οι ηγέτες του συλλαμβάνονται, τα μέλη του διώκονται.

Έχοντας απαλλαγεί από ένα βασικό ιδεολογικό αντίπαλο, ο Χίτλερ προκαλεί νέες εκλογές το Μάρτιο του 1933, με σκοπό να αποκτήσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Οι εκλογές διεξάγονται με τον Χίτλερ Καγκελάριο και το αποτέλεσμα δίνει το 44% των ψήφων και 288 έδρες στο NSDAP. Έχοντας υποστηρικτή το μικρό Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP), οι Εθνικοσοσιαλιστές επιτυγχάνουν την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο (52%). Η κυριαρχία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος αρχίζει. Θα λήξει μόνον με τον τερματισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, το Μάιο του 1945.

Στατιστική εκλογών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ημερομηνία Ψήφοι (σε εκατομμύρια) Ποσοστό
20 Μαΐου 1928  0.81  2,6%
14 Σεπτεμβρίου 1930  6.41 18,3%
31 Ιουλίου 1932 13.75 37,3%
6 Νοεμβρίου 1932 11.74 33,1%
5 Μαρτίου 1933 17.28 43,9%

Δομή του Κόμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα είχε δομή σε σχήμα πυραμίδας. Στην κορυφή βρισκόταν ο Πρόεδρος και Ηγέτης (Φύρερ), που είχε την απόλυτη εξουσία. Όλα τα υπόλοιπα αξιώματα ήταν υποδεέστερα και έπρεπε να πράττουν σύμφωνα με τις οδηγίες του. Υπό τον Χίτλερ οι Ράιχσλάιτερ (Reichsleiter), οι «καθοδηγητές του Ράιχ» θα γίνουν μέλη της «Καγκελαρίας του Φύρερ» και ο αριθμός τους ανέρχεται σταδιακά στους 18. Είχαν εξίσου μεγάλη δύναμη όπως και οι Ράιχσμίνιστερ (Reichsminister), οι Υπουργοί δηλαδή του Κράτους, και αυτό οδήγησε πολλές φορές σε επιθυμητές, για τον Χίτλερ, μάχες ανταγωνισμού.

Το NSDAP χωριζόταν (σε σειρά μεγέθους) σε Περιφέρειες (τα λεγόμενα Γκάουε ( Gaue)), Κύκλους (Κράιζε, (Kreise)), Τοπικές Ομάδες (Ορτσγκρούπεν, Ortsgruppen), Πυρήνες (Τσέλεν, Zellen) και Μπλοκ (Blocks). Ένα Μπλοκ ήταν η μικρότερη οργανωτική μονάδα και αντιστοιχούσε σε περίπου 40 με 60 νοικοκυριά.

Με τις οργανώσεις και τα συνδεόμενα σωματεία, το NSDAP κατάφερε να εισχωρήσει σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και να παρακολουθεί τον πληθυσμό. Ο κοινωνικός έλεγχος πετύχαινε κυρίως διαμέσου των τοπικών οργανώσεων, των πυρήνων και των μπλοκ του NSDAP, καθώς είχε δικαίωμα βέτο σε προαγωγές δημοσίων υπαλλήλων, υποψηφίων για θέσεις στο Δημόσιο και σε αιτήσεις για κοινωνική βοήθεια.

Στο Κόμμα υπάγονταν οι παρακάτω οργανώσεις:

Ορισμένες οργανώσεις είχαν δική τους νομική οντότητα και περιουσία. Και αυτές συνδέονταν με το κόμμα:

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • William Shirer, The Rise and Fall of the 3rd Reich, Touchstone Books (Simon and Schuster), New York, 1981.
  • Ian Kershaw, Hitler, 1889-1936: Hubris, W.W. Norton, 2000 ISBN 0-393-32035-9
  • Ian Kershaw, The Hitler Myth: Image and Reality in the Third Reich, Oxford University Press, 2001 ISBN 0-19-280206-2
  • Richard J. Evans, The Coming of the Third Reich, Penguin, 2004 ISBN 1-59420-004-1

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]