Κρίση της Αβυσσηνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η κρίση της Αβυσσηνίας ήταν διπλωματικό επεισόδιο του μεσοπολέμου που κατέληξε σε ένοπλη σύρραξη μεταξύ του Βασιλείου της Ιταλίας και της Αυτοκρατορίας της Αβυσσηνίας (σήμερα Αιθιοπία). Η κρίση ξεκίνησε από ένα θερμό επεισόδιο ανάμεσα στις δυο χώρες, το οποίο χρονολογείται από το φθινόπωρο του 1934 και που έμεινε στην ιστορία ως το «Επεισόδιο του Ουόλγουολ». Το συμβάν εκμεταλλεύτηκε ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι, προβάλλοντας απαιτήσεις επέκτασης της χώρας του σε αφρικανικά εδάφη, με πρόσχημα την ανάγκη αποικισμού. Ως ιδανικό τόπο για αυτό επέλεξε την Αβυσσηνία προς την οποία απηύθυνε κατηγορίες, προκαλώντας έτσι διεθνείς παρεμβάσεις. Ωστόσο, η αντίδραση της ΚτΕ αλλά και των άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων της εποχής (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) όπως και των ΗΠΑ υπήρξε χαλαρή, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της κρίσης. Περαιτέρω, οι διαμαρτυρίες του αυτοκράτορα της Αβυσσηνίας Χαϊλε Σελασιέ δεν εισακούστηκαν και η χώρα του παρέμεινε, ουσιαστικά, αβοήθητη και στη διάθεση των Ιταλικών βλέψεων. Η κρίση αποδυνάμωσε το θεσμό της ΚτΕ και οδήγησε ταχύτερα στην επίτευξη συμφωνίας της Ιταλίας με τη Ναζιστική Γερμανία.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αβυσσηνία αποτελούσε στόχο της ιταλικής επεκτατικής πολιτικής ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όμως ο Α΄ Ιταλο-Αβυσσηνιακός Πόλεμος (18951896) έληξε με ταπεινωτική ιταλική ήττα, στη Μάχη της Άντουα (1 Μαρτίου 1896). Ο Μουσολίνι, ο οποίος κατέλαβε την εξουσία με πραξικοπηματικό τρόπο στην Ιταλία το 1922 με την ανοχή του βασιλέα Βίκτωρα Εμμανουήλ θέλησε να επαναφέρει το ζήτημα της προσάρτησης της αφρικανικής αυτής χώρας, εκμεταλλευόμενος μια συνθήκη του 1928, η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ των δυο μερών, έπειτα από διεθνή μεσολάβηση. Το Μάιο του 1935 και κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας του στην ιταλική βουλή, διακήρυξε ότι η Αβυσσηνία είχε προκαλέσει την Ιταλία, προβαίνοντας σε στρατιωτικές προετοιμασίες από το έτος 1929 με τη βοήθεια Ευρωπαίων αξιωματικών σε ρόλο εκπαιδευτών, ενώ από το 1930 προμηθεύονταν σύγχρονο πολεμικό υλικό, προερχόμενο από τις βιομηχανίες ευρωπαϊκών κρατών. Τόνισε ακόμη ότι στόχευε σε ειρηνική επέκταση στα Αιθιοπικά εδάφη, με απώτερο σκοπό τον εκπολιτισμό των γηγενών και την πρόοδο της χώρας.[1]

Eπεισόδιο του Ουόλγουολ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιταλο-Αιθιοπική συνθήκη του 1928 καθόριζε τα σύνορα μεταξύ της Ιταλικής Σομαλίας και της Αιθιοπίας στον 21ο παράλληλο, περίπου στα 118 χλμ. από την ακτή Μπεναντίρ. Στα 1930 η Ιταλία κατασκεύασε ένα φρούριο στην Όαση του Ουόλγουολ (στα αγγλικά:Walwal ή Welwel, στα ιταλικά: Ual-Ual) στην περιοχή του Ογκαντέν, παραβιάζοντας το όριο που είχε τεθεί. Το φρούριο βρέθηκε έτσι εντός μιας συνοριακής ζώνης (σήμερα 130 χλμ εντός της Αιθιοπίας). Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1934 οι δυο χώρες προχώρησαν στην έκδοση επιθετικών ανακοινώσεων. Στις 22 Νοεμβρίου μια δύναμη αποτελούμενη από 1.000 Αιθίοπες στρατιώτες έφθασε στην περιοχή και ζήτησε από τη Σομαλική φρουρά (60 άνδρες) που στάθμευε εκεί, να αποχωρήσει. Οι Σομαλοί αρνήθηκαν και ειδοποίησαν το διοικητή τους που βρισκόταν 20 χλμ. μακριά, σχετικά με το συμβάν.[2] Την επόμενη μέρα μια Βρετανο-Αιθιοπική συνοριακή αποστολή κατέφτασε στο σημείο, αλλά βρέθηκε μπροστά σε μια άρτι αφιχθείσα Ιταλική μονάδα. Τα μέλη της μικτής αποστολής που ήταν Βρετανοί διαμαρτυρήθηκαν για την Ιταλική παρουσία αλλά απέφυγαν να επιμείνουν για να μην προκληθεί διεθνής περιπλοκή και αποχώρησαν. Αντίθετα, οι Αιθίοπες παρέμειναν.[3] Μεταξύ 5 και 7 Δεκεμβρίου, για αδιευκρίνιστους λόγους, υπήρξε ανταλλαγή πυρών μεταξύ της Σομαλικής φρουράς, η οποία υπηρετούσε για λογαριασμό των Ιταλών και μιας ένοπλης ομάδας Αιθιόπων. Σύμφωνα με Ιταλικές πηγές, οι Αιθίοπες επιτέθηκαν στους Σομαλούς με τη χρήση τουφεκιών και πυροβόλων όπλων[4] Από τη μεριά τους, οι Αιθίοπες υποστήριξαν ότι προσβλήθηκαν εκείνοι πρώτοι από Ιταλικά πυρά, με τη συνδρομή δυο τεθωρακισμένων και τριών αεροπλάνων.[5] Τελικά, περίπου 100 Αιθίοπες και 50 Ιταλο-Σομαλοί έπεσαν νεκροί. Καμία πλευρά δεν έπραξε το παραμικρό για την αποφυγή της σύγκρουσης, τουναντίον είχαν προηγουμένως αναλωθεί σε εκατέρωθεν προκλήσεις.

Διεθνείς παρεμβάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1935 ξεκίνησαν τριμερείς συνομιλίες στη Γενεύη, έδρα της ΚτΕ, μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας με θέμα την εξεύρεση κάποιας λύσης στην Ιταλο-Αβυσσηνιακή διαφορά.[6] Παράλληλα, στο μουσουλμανικό κόσμο εκδηλώθηκαν σαφείς τάσεις υπέρ της Αιθιοπίας, καθώς μεγάλος αριθμός Αιγυπτίων, Τούρκων αλλά και Ινδών αξιωματικών εκδήλωσαν την επιθυμία να καταταγούν εθελοντικά στο στρατό της Αβυσσηνίας.[7] Αρνητική στην ενδεχόμενη επέκταση των Ιταλών στην Ανατολική Αφρική εμφανιζόταν και η Μεγάλη Βρετανία, που δεν ήθελε να δει να τίθεται σε αμφισβήτηση η κυριαρχία της στη λεκάνη της νοτιοανατολικής Μεσογείου, κάτι που θα απειλούσε τα παγιωμένα οικονομικά και εμπορικά της συμφέροντα στη Μέση Ανατολή και τις Ινδίες. (Λονδίνο, Αθηναϊκό Πρακτορείο, ανακοίνωση της 30/9/1935). Η Γαλλία, από την πλευρά της, τηρούσε επαμφοτερίζουσα στάση, από τη μία τασσόμενη στο πλευρό της Ιταλίας για να αποκομίσει διπλωματικά οφέλη κι απ’ την άλλη επιδιώκοντας η διαφορά να επιλυθεί εκτός της ΚτΕ, προκειμένου να μην διαταραχθεί η ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη.[8]

Επιδείνωση της κρίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη Αυγούστου του 1935 η κρίση είχε περάσει σε οξεία φάση. Ο Μουσολίνι, με συνέντευξη που παραχώρησε στη βρετανική εφημερίδα «Νταίηλυ Μαίηλ» εμφανίσθηκε αποφασισμένος να μην υποχωρήσει στην απαίτησή του για άμεση κατάκτηση της Αιθιοπίας με κάθε κόστος, απειλώντας ότι θα αγνοούσε οποιοαδήποτε κύρωση του επιβάλλονταν και υποσχόμενος ότι θα αντιδρούσε με δυναμικό τρόπο στην προσπάθεια διεθνοποίησης της διαφοράς του με την Αφρικανική χώρα.[9] Οι δηλώσεις του Ιταλού δικτάτορα οδήγησαν σε κινητοποίηση τη Βρετανική πλευρά, που απάντησε με στρατιωτική ενίσχυση των βάσεών της στη Μάλτα, το Άντεν και το Σουδάν, ενώ εκφράσθηκε η επιθυμία της να απαγορεύσει τη δίοδο μέσω του Σουέζ για τα Ιταλικά πολεμικά πλοία.[10] Από τη μεριά της, η Αβυσσηνία διαμαρτυρήθηκε στην ΚτΕ για την αδυναμία της τελευταίας να εξασφαλίσει μια ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος. Ο αυτοκράτορας Χαϊλέ Σελασιέ εξέφρασε την απογοήτευσή του για την απαγόρευση προμήθειας πολεμοφοδίων από τρίτες χώρες, κάτι που όπως πρόσθεσε, σήμαινε ότι η χώρα του εγκαταλειπόταν αβοήθητη, ενώ δεχόταν άδικη επίθεση.

Προς τη σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιταλία, όπως εκτιμούσε η «Γενική Γερμανική Εφημερίδα» πίστευε ότι θα επικρατούσε άνετα στη σύγκρουση με την Αιθιοπία, χάρις στην υπεροπλία της σε υποβρύχια και αεροσκάφη. Σε περίπτωση πολέμου θα παρέτασσαν 7-8 εκατομμύρια έμπειρων στρατιωτών, ενώ σκέφτονταν να μεταφέρουν στρατεύματα στην Κυρηναϊκή για να απειλήσουν έτσι την Αίγυπτο, το Σουδάν και την Παλαιστίνη και εντέλει τη διώρυγα του Σουέζ, ώστε να εξουδετερώσουν αγγλική εμπλοκή.[11] Ο απλός, άμαχος λαός της Αβυσσηνίας αντιμετώπιζε με αρκετή αισιοδοξία την ιταλική απειλή, ένα συναίσθημα το οποίο πήγαζε από την εδαφική διαμόρφωση της χώρας τους (που πίστευαν ότι θα προκαλούσε μεγάλα προβλήματα στους εισβολείς) αλλά και λόγω των έμφυτων χαρακτηριστικών του, όπως η πραότητα, η ψυχραιμία, η τόλμη και η αυτοπεποίθηση. Η πολεμική τακτική των Αβυσσηνών θα στηριζόταν, κυρίως, στον κλεφτοπόλεμο μέσω του οποίου ανέμεναν ότι θα έφθειραν τις ιταλικές δυνάμεις.[12] Σύμφωνα μάλιστα με εκτιμήσεις, πίστευαν ότι θα μπορούσαν να προβάλουν επιτυχημένη αντίσταση για χρονική διάρκεια έως και μιας διετίας, χωρίς τη βοήθεια άλλης χώρας.[13] Στις 30 Αυγούστου του 1935 συγκλήθηκε νέα, έκτακτη σύνοδος της ΚτΕ για να ασχοληθεί με το πρόβλημα. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της, έγινε σαφής η εφεκτική προς τα ιταλικά συμφέροντα, Γαλλική στάση.[14] Στις 19 Σεπτεμβρίου του 1935 δημοσιεύθηκε νέα συνέντευξη του Μουσολίνι στον Αγγλικό Τύπο, με την οποία ο «Ντούτσε» χαρακτήριζε «γελοίες» τις προτάσεις μιας 5-μελούς ειδικής επιτροπής της ΚτΕ, η οποία είχε επιφορτισθεί με το ρόλο του μεσολαβητή. Ακόμη είπε ότι η χώρα του δεν ήταν ποτέ δυνατό να απεμπολήσει τις επιδιώξεις, λαμβάνουσα «... δύο ερήμους, την μίαν αμμώδη και την άλλην αλμυράν...» και ακόμη ότι εάν η επιτροπή με την πρότασή της αυτή απέβλεπε στην απόσυρση των ιταλικών στρατευμάτων απ’ την Ανατολική Αφρική, η Ιταλία δεν επρόκειτο να δεχτεί τέτοια εξέλιξη. Οι «Τάιμς» του Λονδίνου χαρακτήρισαν το προτεινόμενο απ’ την επιτροπή σχέδιο ως ευνοϊκό για την Αβυσσηνία. Ο Μουσολίνι αντιπρότεινε την παραχώρηση στην Ιταλία των ευφορότερων Αιθιοπικών εδαφών και συγκεκριμένα μιας εκτάσεως συνολικά 100.000 τετραγωνικών μιλίων ανατολικά της Αντίς Αμπέμπα προς σύνδεση των Ιταλικών αποικιών της Ερυθραίας και της Σομαλίας. Τη δε αξίωσή του να αφοπλισθεί ο Αιθιοπικός στρατός απέκρουσε κατηγορηματικά η Αβυσσηνία.[15] Στις 24 Σεπτεμβρίου σημειώθηκε διπλωματικό επεισόδιο στην πρωτεύουσα Αντίς Αμπέμπα, όταν ο εκεί Ιταλός πρεσβευτής διέταξε την αποχώρηση όλων των προξένων από τη χώρα, αλλά συνάντησε την άρνηση των Αιθιοπικών αρχών να παραχωρήσουν τη σχετική άδεια, λόγω του ότι δεν μπορούσαν να εγγυηθούν για την ασφάλειά τους. Ακολούθως ο Ιταλός πρεσβευτής ζήτησε με διάβημά του την αναχώρηση με καραβάνια, αλλά οι αποσκευές και οι διπλωματικοί σάκοι του υπό-πρόξενου στο Γκοντάρ δόκτωρα Ντι Λάουρο κατασχέθηκαν προσωρινά, κάτι που προκάλεσε την έντονη διαμαρτυρία της ιταλικής διπλωματικής αντιπροσωπείας.[16] Στις 30 Σεπτεμβρίου μια δύναμη 30.000 Ιταλών στρατιωτών συγκεντρώθηκε στο όρος Μουσσαλί, κοντά στη συμβολή των συνόρων της Ερυθραίας, της Αιθιοπίας και της Γαλλικής Σομαλίας, ενώ μια ημέρα νωρίτερα η Αβυσσηνιακή κυβέρνηση ειδοποίησε το γενικό γραμματέα της ΚτΕ για την πρόθεσή της να κηρύξει γενική επιστράτευση. Στις 2 Οκτωβρίου και χωρίς προηγούμενη κήρυξη πολέμου, ο Ιταλικός στρατός εισέβαλε από την προαναφερόμενη περιοχή στην Αιθιοπία, προκαλώντας έκκληση του Αιθίοπα αυτοκράτορα προς την ΚτΕ για την αποστολή διεθνών παρατηρητών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Φύλλο εφημερίδας «Έθνος» της 26 Μαΐου 1935, μέσω του Αθηναϊκού Πρακτορείου, σε ανταπόκριση από τη Ρώμη: «Ο κ. Μουσσολίνι δια την παραδουνάβιον διάσκεψιν και τα Ιταλοαβησσυνιακά»
  2. Domenico Quirico. Lo Squadrons Bianco. σελ. 267. ISBN 88-04-50691-1. & σελ. 271
  3. Shinn, σελ. 392
  4. Quirico. σελ. 272.
  5. Barker. The Rape of Ethiopia 1936. σελ. 17
  6. Χρ. Καίσαρης από Λονδίνο σε ιδ.τηλ. «Έθνους»: «Ελπίδες συνδιαλλαγής Ιταλίας και Αβησσυνίας. Η επέμβασις της Κοινωνίας»
  7. Εφημερίδα «Έθνος» της 30 Ιουλίου 1935, ανταπόκριση από το Παρίσι: «Υπέρ των Αιθιόπων»
  8. Φύλλο εφημερίδας «Ριζοσπάστης» της 4 Αυγούστου 1935: «Κρίσιμες στιγμές για την ειρήνη»
  9. Φύλλο εφημερίδας «Έθνος» της 26 Αυγούστου 1935, σελ. 6: «2α έκδοσις. Ο Μουσσολίνι εννοεί να προσαρτήσει την Αβησσυνίαν-Ουδεμία διάθεσις υποχωρήσεως-Η ευθύνη δια τον πόλεμον» (μέσω Αθ. Πρακτορείου από Λονδίνο)
  10. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης» στο φύλλο της 27/8/1935: «Μεγάλη κινητοποίηση αγγλικών δυνάμεων» (ανταπόκριση από Λονδίνο, είδηση της 26 Αυγούστου 1935
  11. Φύλλο εφημερίδας «Ριζοσπάστης» της 27 Αυγούστου 1935, σελ. 1, με τίτλο: «Τα σχέδια και τα όνειρα του ιταλικού φασισμού»
  12. Φύλλο της εφημερίδας «Έθνος» της 27 Σεπτεμβρίου του 1935, με τίτλο: «Οι Αβησσυνοί θεωρούν αναπότρεπτον τον πόλεμον»
  13. Φύλλο εφημερίδας «Έθνος» της 1 Σεπτεμβρίου 1935, σελ. 3, με τίτλο: «Το ‘ΕΘΝΟΣ’ στην Αντίς Αμπέμπα. Πως θα αντιμετωπισθή η επιδρομή»
  14. Αντρέ – Ζερώ («Περτινάξ») σε άρθρο του για λογαριασμό της εφημερίδας ‘Έθνος» της 4 Σεπτεμβρίου 1935
  15. Φύλλο εφημερίδας ‘Έθνος’ της 23 Σεπτεμβρίου 1935
  16. Φύλλο εφημερίδας «Έθνος» της 24/9/1935, με τίτλο: «Νέον Ιταλοαιθιοπικόν διπλωματικόν επεισόδιον»