Φασισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το ρωμαϊκό "fascio littorio".

Ο φασισμός είναι ριζοσπαστική, αυταρχική και εθνικιστική πολιτική ιδεολογία που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει μια κινητοποιημένη εθνική κοινότητα.[1]

Η έννοια της λέξης «φασισμός» σήμερα χρησιμοποιείται πολλές φορές για να χαρακτηρίσει πρόσωπα, θεσμούς ή καταστάσεις που μπορεί να μην έχουν καμιά σχέση με την αρχική έννοια του όρου. Οι όροι «φασισμός» και «φασίστας» χρησιμοποιούνται σήμερα πολλές φορές, εκτός από τον αρχικό ορισμό, δηλαδή την εθνικιστική και φυλετική πολιτική ιδεολογία που πρωτοεμφανίζεται στην Ιταλία του Μουσολίνι και αναπτύσσεται από τους Γερμανούς ναζιστές και άλλους και που προτείνει έναν απολυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης, από έναν συγκεκριμένο Αρχηγό. Αυτός είναι που θα συνενώσει όλες τις τάξεις σε ένα Έθνος, που μάλιστα είναι το ανώτερο έθνος και έχει προορισμό να κυριαρχήσει στα άλλα, "κατώτερα" έθνη και φυλές). Σε μια πολύ ευρύτερη χρήση, προσδιορίζεται -λανθασμένα- ως «φασισμός» γενικά κάθε άδικη, αντιδημοκρατική και βίαιη πράξη, ιδεολογία, συναίσθημα, συνήθεια στο χώρο της πολιτικής, της κοινωνίας, της οικογένειας, και των σχέσεων. Η υπερβολική χρήση αυτού του δεύτερου ορισμού έχει εν μέρει υποκαταστήσει τον αρχικό ορισμό (ότι φασισμός είναι μόνο η ονομασία του κινήματος του Μουσολίνι).

Κύρια χαρακτηριστικά του Ιταλικού Φασισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κορπορατισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Κορπορατισμός

Το διακριτικό χαρακτηριστικό του φασισμού είναι η ιδέα του κορπορατισμού, την οποία ο Μουσολίνι διακήρυξε πως είναι ο Τρίτος Δρόμος μεταξύ του καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αυτού του είδους η σκέψη υιοθετήθηκε από τον Όσβαλντ Μόσλι στην Μεγάλη Βρετανία και τον Περόν στην Αργεντινή. Ο Κορπορατισμός αντιτίθεται στην ελεύθερη αγορά και στην απεριόριστη επιδίωξη κέρδους από τα άτομα, ενώ βασίζεται σε συγκεκριμένη γραμμή που θέτει τους επιχειρηματίες και το εργατικό δυναμικό συνδεδεμένους στενά μαζί σε ένα οργανικό και πνευματικά ενοποιημένο σύνολο. Ως μορφή οικονομίας χαρακτηρίζεται από την επέκταση του άμεσου πολιτικού και παρεμβατικού σχεδιασμού και ελέγχου πάνω στην βιομηχανία και την οργανωμένη εργατική τάξη για το κοινό συμφέρον.[2] Ο Φασισμός αρνείται την πάλη των τάξεων.

Είναι βάσιμη η αντίληψη που θεωρεί ότι τόσο ο φασισμός των Ιταλών φασιστών όσο και ο ναζισμός των Γερμανών εθνικιστών λειτούργησαν σταθεροποιώντας της κυριαρχία του καπιταλισμού και της αστικής τάξης των χωρών αυτών. Συνέτριψαν τις εργατικές συλλογικότητες των χωρών του (σωματεία, συνδικάτα, κόμματα), κατέστειλαν με ωμή βία τις απεργίες των εργαζομένων των χωρών αυτών και τελικά αποκατέστησαν την τάξη υπέρ της καπιταλιστικής κυριαρχίας.[3][4][5]

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος φασισμός προέρχεται από την ιταλική λέξη Fascismo που ετυμολογείται από την λατινική «fasces» (φάσκες, ενικός: fascis, ιταλικά fascio :φάσο) που ονομάζονταν συγκεκριμένο αρχαίο ρωμαϊκό έμβλημα εξουσίας, που απεικόνιζε «ράβδους δεμένες γύρω από έναν πέλεκυ». Η λέξη παραπέμπει στους «littores» (λιτόρες) που ήταν ένα είδος ομάδων σωματοφυλάκων των γερουσιαστών της αρχαίας Ρώμης οι οποίοι διακρίνονταν από μια ράβδο που κρατούσαν και η οποία ήταν το σύμβολο της εξουσίας τους. Οι fasces ήταν στην αρχαία Ρώμη σύμβολο της εξουσίας των δικαστών και συμβόλιζαν την «ισχύν εν τη ενώσει»: μια μόνο ράβδος σπάζει εύκολα, ενώ μια δέσμη πολύ δύσκολα. Οι ράβδοι δεμένες γύρω από έναν διπλό πέλεκυ που έγινε το σύμβολο του φασισμού.

Πριν τον Μουσολίνι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος φασιστικό κίνημα εμφανίστηκε το 1915 στην εφημερίδα Il Popolo, για να ορίσει μια πολιτική τάση, η οποία πρότεινε ριζοσπαστικές κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, την έμπρακτη βία και την υιοθέτηση της λεγόμενης «πολιτικής της πλατείας» (ιτ. politica della piazza), χάριν της προστασίας των ιταλικών εδαφικών αξιώσεων, ενώ παράλληλα εναντιωνόταν στον κλήρο, στον κοινοβουλευτισμό και τον μπολσεβικισμό.[6] Oι πρώτες σημαντικές ομάδες φασιστών (με την κλασσική έννοια) σχηματίστηκαν το 1919 και ονομάστηκαν fasci di combattimento, δηλαδή ομάδες ή δέσμες μάχης). Ενωρίτερα (Δεκ. 1914) οι Μουσολίνι, Anceste de Ambris, Angelo Olivetti κ.α. είχαν ιδρύσει την οργάνωση Fascio d'azione rivoluzionaria (Φάσιο Επαναστατικής Δράσης) στο Μιλάνο[7] το οποίο προήλθε από το ελάχιστα προγενέστερο Fascio Rivoluzionario d' Azione Internazionalista (Επαναστατικό Φάσιο Διεθνιστικής Δράσης). Και οι δύο αυτές οργανώσεις είχαν στόχο να προωθήσουν την εμπλοκη της Ιταλίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.[8]

Γέννηση του φασισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φασισμός γεννήθηκε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ιταλία από τον Μπενίτο Μουσολίνι το 1919 χωρίς ακόμα ν΄ αποτελεί δόγμα ή να προσδιορίζει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα.Ο Μουσολίνι ίδρυσε την οργάνωση Fasci di Combattimento στο Μιλάνο στις 13 Μαρτίου 1919 και αρχικά, τα πρώτα λίγα μέλη ήταν πρώην στρατιώτες που ήταν δυσαρεστημένοι από την έκβαση του πολέμου. Το 1921 ιδρύθηκε το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα και εκλέχθηκε στην βουλή των Αντιπροσώπων, αμέσως το επόμενο έτος επήλθε το χάος όταν φασιστικές ομάδες άρχισαν να καταλαμβάνουν διάφορα δημόσια κτήρια. Όταν οι αρχηγοί του σοσιαλιστικού κόμματος κήρυξαν απεργία, ο Μουσολίνι απαίτησε από την κυβέρνηση να την διακόψει απειλώντας ότι οι φασίστες θα έκαναν Πορεία προς την Ρώμη. Ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ φοβούμενος την αναταραχή και τον εμφύλιο παρέδωσε την εξουσία στον Μουσολίνι η οποία επισκιάστηκε τελικά από την Πορεία στην Ρώμη. Το 1926 το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα έγινε το μοναδικό νόμιμο πολιτικό κόμμα και το κοινοβούλιο αντικαταστάθηκε από την βουλή των Συντεχνιών σύμφωνα με το Κορπορατιστικό σύστημα.[9]

Μελέτη του φασισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κίνημα του φασισμού μελετήθηκε από πολλούς ξένους ερευνητές μεταξύ των οποίων οι πιο γνωστοί είναι ο Ρόμπερτ Πάξτον (Robert Paxton) και ο Εμίλιο Τζεντίλε. Από τους πιο έγκυρους Έλληνες μελετητές του φαινομένου θεωρείται ακόμη ο Νίκος Πουλαντζάς.

Ταυτισμένος με τη νεωτερικότητα του μεσοπολέμου (βλ. Ε.Τζεντίλε "φασισμός και νεωτερικότητα"), από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο φασισμός είναι στιγματισμένος και πολύ λίγες πολιτικές ομάδες τα τελευταία 60 χρόνια τόλμησαν να ταυτιστούν ανοιχτά μαζί του.

Σε αντίθεση με άλλες ιδεολογίες, ο φασισμός δεν ανέπτυξε ποτέ πλήρες δόγμα ή πολιτική θεωρία και, κυρίως, δεν γράφτηκαν οποιαδήποτε σημαντικά πολιτικά κείμενα από φασιστική σκοπιά μετά το 1945. Έτσι, σχεδόν όλα τα κείμενα πάνω στο θέμα της φασιστικής ιδεολογίας έχουν γραφτεί από μη φασίστες και αντιφασίστες συγγραφείς, και έτσι είναι συχνά δύσκολο να καθορίσει κανείς τη θέση του φασισμού πάνω σε διάφορα σημαντικά θέματα.

Δημόσια και πολιτική χρήση του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη δεκαετία του 1920 ο όρος είχε υιοθετηθεί από κομμουνιστικά κόμματα προσκείμενα στον Στάλιν, στα πλαίσια της αντιπαλότητας κατά των σοσιαλδημοκρατών, ειδικά στη Γερμανία. Το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD) κατηγορούσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα (SPD) για "σοσιαλ-φασισμό", ενώ χρησιμοποιούσε (χρήση που έχει χαρακτηριστεί «άκριτη») τον όρο «φασισμός» για να περιγράψει όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους που βρίσκονταν δεξιότερά του. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ο εθνικοσοσιαλισμός (ναζισμός) και η σοσιαλδημοκρατία ήταν δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. Ειδικά η αριστερή πτέρυγα των σοσιαλδημοκρατών θεωρείτο ότι παραπλανούσε τους εργάτες με ψευτο-επαναστατική ρητορεία. Η συντριβή του "σοσιαλφασισμού" ήταν το προαπαιτούμενο για την συντριβή του ναζισμού. Σήμερα θεωρείται ότι αυτή η αντιπαλότητα άνοιξε το δρόμο για την επικράτηση του ναζισμού.[10]

Στη μεταπολεμική εποχή, πέρα από την ιστορική σημασία που αναφέρεται στον ιταλικό φασισμό, ο όρος χρησιμοποιείται στον πολιτικό λόγο με μια έννοια η οποία εξαρτάται από τον ομιλούντα. Ο όρος αποδίδεται όχι μόνο σε κινήματα που έχουν κάποια ισχυρή ομοιότητα με τον φασισμό του μεσοπολέμου, αλλά και σε αυταρχικά καθεστώτα της δεξιάς ή της αριστεράς, ανάλογα με την ιδεολογική τοποθέτηση αυτού που τον χρησιμοποιεί. Στη λαϊκή φαντασία ο όρος σχετίζεται χαλαρά με τις μνήμες του Β’ ΠΠ και τις ναζιστικές φρικαλεότητες, καθώς και με την δίψα για εξουσία και κατάκτηση, φυλετικό μίσος, γενοκτονία, αγριότητα, σαδισμό και γενικά το κακό.[11]

Ο Kevin Passmore, ιστορικός ειδικευόμενος στον φασισμό, παρατηρεί ότι δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός ορισμός του φασισμού και ότι στη σύγχρονη εποχή «είναι ένα χρήσιμο πολιτικό όπλο να αποκαλείς ένα σύγχρονο πολιτικό κίνημα ως παρόμοιο με το φασισμό». Ο ίδιος θεωρεί περισσότερο σημαντική την έρευνα γύρω από τη χρήση του όρου, παρά την αναζήτηση ακριβούς ορισμού. Επίσης σημειώνει τη δεύτερη ερμηνεία που υπάρχει σε σύγχρονα αγγλικά λεξικά ως "ατόμου με μεγάλη έλλειψη ανοχής ή εξουσιαστικό σε κάποιον τομέα"[12]

Η Manuela Cadelli, πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών του Βελγίου[13], υποστηρίζει ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι είδος φασισμού και εξτρεμισμού, διότι επιδιώκει να θέσει υπό τον έλεγχο της οικονομίας όχι μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και κάθε τομέα της σκέψης και της κοινωνίας. [14]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμοί του φασισμού

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kevin Passmore, Fascism: A Very Short Introduction, σελ. 25-31. Oxford University Press, 2002
  2. Πολιτικές Ιδεολογίες, Andrew Heywood, εκδόσεις επίκεντρο, Φασισμός, σελ, 381
  3. Μαζικές Ιδεολογίες και καπιταλισμός(4).
  4. Οι καπιταλιστές και ο Χίτλερ, rednotebook
  5. William E., Scheuerman. «The Frankfurt School at War». http://www.foreignaffairs.com/articles/139466/william-e-scheuerman/the-frankfurt-school-at-war. Ανακτήθηκε στις 28 November 2014. 
  6. Εγκυκλοπαίδεια Treccani, λ. "fascismo".
  7. Sternhell, M.Sznajder, M.Asheri, The Birth of Fascist Ideology: From Cultural Rebellion to Political Revolution, Princeton University Press, 1994, σ. 303, σημ. 89.
  8. Jeffrey Thompson et al., A Primer of Italian Fascism, U of Nebraska Press, 2000, σ.xvii
  9. Φασισμός, Richard Tames, Εκδόσεις Σαββάλας
  10. Florian Wilde, "Divided they fell: the German left and the rise of Hitler", παράγραφος "Militant but sectarian: the KPD", 2013, Ιστοχώρος " International Socialism".
  11. Stephen Shenfield, Russian Fascism: Traditions, Tendencies and Movements, Routledge, 12 Φεβ 2015, σ. 3, 4 [1]
  12. What is a fascist? BBC News, Magazine, 20 Οκτ. 2009.
  13. Democratiser les structures judiciaries, Σεμινάριο, Universite Libre de Bruxelles, 10-3-2016
  14. Manuela Cadelli, Le néolibéralisme est un fascisme, Le Soir, 3-3-2016 Ελληνική μετάφραση [2]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ρόμπερτ Παξτον, Η ανατομία του Φασισμού
  • Εμίλιο Τζεντίλε, Φασισμός, ιστορία και ερμηνεία
  • GEORGI DIMITROV, "ΦΑΣΙΣΜΟΣ"

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Fascism της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).