Βασίλειο της Βουλγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βασίλειο της Βουλγαρίας
Царство България

 

 

1908 – 1946
Σημαία Έμβλημα
Ύμνος
Σούμι Μάριτσα
Πρωτεύουσα Σόφια
Γλώσσες Βουλγαρικά
Πολίτευμα Συνταγματική Μοναρχία
Ιστορική εποχή Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος - Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
 -  Ίδρυση 5 Οκτωβρίου 1908
 -  Κατάλυση 15 Σεπτεμβρίου 1946
Έκταση
 -  1946 110,994 km²
Πληθυσμός
 -  1946 εκτ. 7,029,349 
     Πυκνότητα 0,1 /km²
Νόμισμα Λέβα

Το Βασίλειο της Βουλγαρίας (Βουλγαρικά Царство България, Τσάρστβο Μπαλγκάριγια) ήταν συνταγματική μοναρχία που ιδρύθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1908 (Π.Η. 22 Σεπτεμβρίου), όταν το βουλγαρικό κράτος αναβαθμίστηκε από πριγκιπάτο σε βασίλειο. Ο Φερδινάνδος Α΄ στέφθηκε Τσάρος κατά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, κυρίως λόγω των στρατιωτικών σχεδίων του και της επιδίωξης ευκαιριών για την ενοποίηση όλων των εδαφών των Βαλκανίων με εθνοτικά Βουλγαρική πλειοψηφία (εδάφη που είχαν αφαιρεθεί από τη Βουλγαρία και επιστραφεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με τη Συνθήκη του Βερολίνου (1878)).

Το κράτος ήταν σχεδόν συνεχώς σε εμπόλεμη κατάσταση καθ 'όλη την ύπαρξή του, παίρνοντας το προσωνύμιο "Βαλκανική Πρωσία". Για αρκετά χρόνια η Βουλγαρία κινητοποίησε έναν στρατό άνω του ενός εκατομμυρίου ανδρών από τον 5 εκατομμυρίων πληθυσμό της και την επόμενη δεκαετία (1910-1920) ενεπλάκη σε τρεις πολέμουςπάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι από τον πληθυσμό της περίπου 5 εκατομμύρια ευρώ και κατά την επόμενη δεκαετία (1910-1920) ενεπλάκη σε τρεις πολέμους - τον Α΄ και το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Βουλγαρικός στρατός διαλύθηκε και απαγορεύτηκε η επανασύστασή του από τις Συμμαχικές δυνάμεις και όλα τα σχέδια για εθνική ενοποίηση των βουλγαρικών εδαφών απέτυχαν. Λιγότερο από δύο δεκαετίες αργότερα, η Βουλγαρία και πάλι πήγε στον πόλεμο για εθνική ενοποίηση στο πλαίσιο του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και για άλλη μια φορά βρέθηκε στην πλευρά των ηττημένων, μέχρι να ταχθεί στο πλευρό των Συμμάχων το 1944. Το 1946, η μοναρχία καταργήθηκε, ο τελευταίος Τσάρος της εξορίστηκε και το Βασίλειο αντικαταστάθηκε από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνορα των Βαλκανίων μετά τον Πρώτο και το Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913)

Παρά τη δημιουργία ενός Βουλγαρικού κράτους το 1878 και τον εν συνεχεία βουλγαρικό έλεγχο της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885 υπήρχε ακόμη σημαντικός βουλγαρικός πληθυσμός στα Βαλκάνια που ζούσε υπό Οθωμανική κυριαρχία, ιδιαίτερα στη Μακεδονία. Τα πράγματα περιπλέκονταν, καθώς η Σερβία και η Ελλάδα διεκδικούσαν επίσης τμήματα της Μακεδονίας, ενώ η Σερβία, ως σλαβικό έθνος, θεωρούσε επίσης τους Σλαβομακεδόνες ανήκοντες στο Σερβικό έθνος. Έτσι ξεκίνησε ένας πολυμερής αγώνας για τον έλεγχο αυτών των περιοχών, που διήρκεσε μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1903 υπήρξε μια Βουλγαρική εξέγερση στην Οθωμανική Μακεδονία και ο πόλεμος φαινόταν πιθανός. Το 1908 ο Φερδινάνδος εκμεταλλεύτηκε τον ανταγωνισμό μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων για να ανακηρύξει τη Βουλγαρία πλήρως ανεξάρτητο βασίλειο, με τον εαυτό του ως Τσάρο, πράγμα που έκανε στις 5 Οκτωβρίου (αν και εορτάζεται στις 22 Σεπτεμβρίου, καθως η Βουλγαρία είχε επίσημα το Ιουλιανό ημερολόγιο μέχρι το 1916) στην Εκκλησία των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων, στο Βελίκο Τίρνοβο.

Το 1911 ο Εθνικιστής Πρωθυπουργός Ιβάν Γκέσωφ επιχείρησε το σχηματισμό μιας συμμαχίας με την Ελλάδα και τη Σερβία και οι τρεις σύμμαχοι συμφώνησαν να παραμερίσουν τους ανταγωνισμούς τους για να σχεδιάσουν μια κοινή επίθεση εναντίον των Οθωμανών.

Το Φεβρουάριο του 1912 υπεγράφη μυστική συνθήκη μεταξύ της Βουλγαρίας και της Σερβίας και το Μάιο του 1912 μια παρόμοια συνθήκη υπεγράφη με την Ελλάδα. Το Μαυροβούνιο επίσης προσχώρησε στο σύμφωνο. Οι συνθήκες προέβλεπαν το διαμελισμό της Μακεδονίας και της Θράκης μεταξύ των συμμάχων, αν και τα όρια του διαμελισμού έμεναν επικίνδυνα ασαφή. Μετά την άρνηση των Οθωμανών να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις στις αμφισβητούμενες περιοχές, ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος τον Οκτώβριο του 1912. (Βλέπε Βαλκανικοί πόλεμοι για λεπτομέρειες.)

Bούλγαροι νεκροί στην Επίθεση κατά της Αδριανούπολης, 1912

Οι σύμμαχοι είχαν εκπληκτική επιτυχία. Ο Βουλγαρικός στρατός κατέφερε αρκετές συντριπτικές νίκες επί των Οθωμανικών δυνάμεων και προέλαυνε απειλητικά εναντίον της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι Σέρβοι και οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της Μακεδονίας. Οι Οθωμανοί έκαναν εκκληση για ειρήνη το Δεκέμβριο. Οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν αποτέλεσμα και οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν το Φεβρουάριο του 1913. Οι Οθωμανοί απέδωσαν την Αδριανούπολη Βουλγαρικό στρατιωτικό σώμα. Μια δεύτερη ανακωχή ακολούθησε το Μάρτιο, με τους Οθωμανούς να χάνουν όλες τις ευρωπαϊκές κτήσεις τους δυτικά της γραμμής Μήδειας-Αίνου, που δεν απέχει πολύ από την Κωνσταντινούπολη. Η Βουλγαρία πήρε υπό την κατοχή της το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, συμπεριλαμβανομένων της Αδριανούπολης και στο Αιγαίο του λιμανιού Δεδεαγάτς (σήμερα Αλεξανδρούπολη). Η Βουλγαρία κέρδισε επίσης μια λωρίδα της Μακεδονίας, βόρεια και ανατολικά της Θεσσαλονίκης, αλλά μόνο κάποιες μικρές περιοχές κατά μήκος των δυτικών συνόρων της.

Οι περιοχές όπου οι Βούλγαροι ήταν πλειοψηφία του πληθυσμού (σε ανοιχτό πράσινο) το 1912

Η Βουλγαρία υπέστη τις μεγαλύτερες απώλειες από όλους τους συμμάχους και στη βάση αυτή αισθανόταν ότι είχε το δικαίωμα στο μεγαλύτερο μερίδιο της λείας. Οι Σέρβοι κυρίως δεν συμφωνούσαν και αρνήθηκαν να εγκαταλείψει οποιαδήποτε από τα εδάφη που είχαν καταλάβει στη βόρεια Μακεδονία (δηλαδή, το έδαφος περίπου που αντιστοιχεί στην σύγχρονη πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, δηλώνοντας ότι ο Βουλγαρικός στρατός είχε αποτύχει να ολοκληρώσει τους προπολεμικούς του στόχους στην Αδριανούπολη (δηλαδή να την καταλάβει χωρίς σερβική βοήθεια) και ότι οι προπολεμικές συμφωνίες σχετικά με την κατανομή της Μακεδονίας έπρεπε να αναθεωρηθούν. Ορισμένοι κύκλοι στην Βουλγαρία ήθελαν πόλεμο με τη Σερβία και την Ελλάδα για το θέμα αυτό. Τον Ιούνιο του 1913 η Σερβία και η Ελλάδα σχημάτισαν μια νέα συμμαχία, εναντίον της Βουλγαρίας. Ο Πρωθυπουργός της Σερβίας, Νικόλα Πάσιτς, δήλωσε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να πάρει τη Θράκη, εάν η Ελλάδα βοηθούσε τη Σερβία να αποκλείσει τη Βουλγαρία από το Σερβικό τμήμα της Μακεδονίας, και ο Έλληνας Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος συμφώνησε. Θεωρώντας αυτό ως παραβίαση των συμφωνιών πριν από τον πόλεμο και διακριτικά ενθαρρυνόμενος από τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, ο Τσάρος Φερδινάνδος κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία και την Ελλάδα και ο Βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε στις 29 Ιουνίου. Οι Σερβικές και οι Ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν αρχικά στα δυτικά σύνορα, αλλά σύντομα πήραν την πρωτοβουλία και ανάγκασαν τη Βουλγαρία σε υποχώρηση. Οι μάχες ήταν πολύ σκληρές, με πολλές απώλειες, ιδιαίτερα κατά την αποφασιστική Μάχη της Μπρεγκάλνιτσα. Σύντομα η Ρουμανία εισήλθε στον πόλεμο και επιτέθηκε στη Βουλγαρία από το βορρά, όπως και η Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα νότιοανατολικά. Ο πόλεμος είχε πλέον χαθεί οριστικά για τη Βουλγαρία, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις περισσότερες από τις αξιώσεις της επί της Μακεδονίας από τη τη Σερβία και την Ελλάδα, ενώ οι αναγεννημένοι Οθωμανοί ανακατέλαβαν την Αδριανούπολη. Η Ρουμανία κατέλαβε τη Νότια Δοβρουτσά.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μέγιστη εδαφική έκταση του Βασιλείου της Βουλγαρίας και γενικά του Τρίτου Βουλγαρικού Κράτους (1915-18) κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (περιλαμβάνονται κατεχόμενα εδάφη)

Στον απόηχο των Βαλκανικών Πολέμων η Βουλγαρική κοινή γνώμη στράφηκε κατά της Ρωσίας και των δυτικών δυνάμεων, που οι Βούλγαροι ένιωθαν ότι δεν είχαν κάνει τίποτα για να τους βοηθήσουν. Η κυβέρνηση του Βασίλ Ραντοσλάβοφ ευθυγράμμισε τη Βουλγαρία με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε, επίσης ότι γινόταν σύμμαχος των Οθωμανών, παραδοσιακών εχθρών της Βουλγαρίας. Αλλά η Βουλγαρία δεν είχε πλέον καμία αξίωση κατά των Οθωμανών, ενώ η Σερβία, η Ελλάδα και η Ρουμανία (σύμμαχοι του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας) κατείχαν και οι τρεις εδάφη θεωρούμενα στη Βουλγαρία ως βουλγαρικά. Η Βουλγαρία, ανακάμπτοντας από τους Βαλκανικούς Πολέμους, απείχε το πρώτο έτος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά όταν η Γερμανία υποσχέθηκε να αποκαταστήσει τα σύνορα της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, η Βουλγαρία, που είχε το μεγαλύτερο στρατό στα Βαλκάνια, κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία τον Οκτώβριο του 1915. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ρωσία στη συνέχεια κήρυξαν τον πόλεμο στη Βουλγαρία.

Η Βουλγαρία, σε συμμαχία με τη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία και τους Οθωμανούς, πέτυχε στρατιωτικές νίκες εναντίον της Σερβίας και της Ρουμανίας, καταλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της Σερβικής Μακεδονίας (τα Σκόπια τον Οκτώβριο), προωθούμενη στην Ελληνική Μακεδονία και καταλαμβάνοντας τη Δοβρουτσά από τους Ρουμάνους το Σεπτέμβριο του 1916. Ωστόσο ο πόλεμος σύντομα έγινε αντιδημοφιλής στην πλειοψηφία του βουλγαρικού λαού, που υφίστατο μεγάλες οικονομικές στερήσεις, αλλά και δυσφορούσε να πολεμάει αδελφούς του Ορθόδοξους Χριστιανούς σε συμμαχία με Μουσουλμάνους Οθωμανούς. Ο ηγέτης του Αγροτικού Κόμματος, Aλέξανδρος Σταμπολίσκι, φυλακίστηκε για την αντίθεσή του στον πόλεμο. Η Ρωσική Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 είχε μεγάλη επίδραση στη Βουλγαρία, διαδίδοντας το αντιπολεμικό και αντιμοναρχικό συναίσθημα μεταξύ των στρατιωτών και στις πόλεις. Τον Ιούνιο παραιτήθηκε η κυβέρνηση του Ραντοσλάβοφ. Ανταρσίες ξέσπασαν στο στρατό, ο Σταμπολίσκι αφέθηκε ελεύθερος και ανακηρύχθηκε δημοκρατία.

Τα χρόνια του μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σεπτέμβριο του 1918, οι Γάλλοι, Σέρβοι, Βρετανοί, Ιταλοί και Έλληνες διέσπασαν το Μακεδονικό Μέτωπο και ο Τσάρος Φερδινάνδος αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη. Ο Σταμπολίσκι ευνοούσε τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, όχι μια επανάσταση. Προκειμένου να αποτρέψει τους επαναστάτες, έπεισε το Φερδινάνδο να παραιτηθεί υπέρ του γιου του Μπορίς Γ΄. Οι επαναστάτες είχαν κατασταλεί και ο στρατός διαλύθηκε. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (Νοέμβριος 1919) η Βουλγαρία έχασε τη Δυτική Θράκη από την Ελλάδα και σχεδόν το σύνολο των Μακεδονικής της περιοχής από το νέο κράτος του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και αναγκάστηκε να επιστρέψει τη Δοβρουτσά στο Βασίλειο της Ρουμανίας. Οι εκλογές του Μαρτίου του 1920 έδωσε στους Aγροτικούς μεγάλη πλειοψηφία και ο Σταμπολίσκι σχημάτισε την πρώτη πραγματικά δημοκρατική κυβέρνηση της Βουλγαρίας.

Παρά το γεγονός ότι δεν είχε χάσει πάρα πολλά εδάφη, το έθνος είχε και πάλι αγωνιστεί σκληρά για το τίποτα. Τα χαμένα εδάφη, ειδικά της Δοβρουτσάς και της Μακεδονίας, θεωρήθηκαν αναπόσπαστο μέρος της Βουλγαρίας και η πίεση για την ανάκτησή τους έγινε τελικά μοιραία εμμονή που οδήγησε τη χώρα στα χέρια της ναζιστικής Γερμανίας. Ωστόσο, σε αντίθεση με το άλλο ηττημένο Ανατολικοευρωπαϊκό κράτος, την Ουγγαρία, η Βουλγαρία συνέχισε με την ίδια ουσιαστικά κυβέρνηση όπως και πριν.

Ο Σταμπολίσκι αντιμετώπιζε τεράστια κοινωνικά προβλήματα σε μια φτωχή ακόμη χώρα, που κατοικείτο κυρίως από μικροκαλλιεργητές αγρότες. Η Βουλγαρία επιβαρύνθηκε με τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις προς τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία και έπρεπε να ασχοληθεί με το πρόβλημα των προσφύγων, καθώς οι βουλγαρόφιλοι Μακεδόνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Παρ' όλα αυτά ο Σταμπολίσκι μπόρεσε να φέρει σε πέρας πολλές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αν και η αντιπολίτευση, από τον Τσάρο, τους γαιοκτήμονες και τους αξιωματικούς του πολύ μειωμένου αλλά ακόμα με επιρροή στρατού, ήταν ισχυρή. Αλλος ένας σκληρός εχθρός ήταν η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΒMRO), που ευνοούσε έναν πόλεμο για να επανακτήσει η Βουλγαρία τη Μακεδονία. Αντιμέτωπος με όλους αυτούς τους εχθρούς ο Σταμπολίσκι συμμάχησε με το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα και συνήψε σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση.

Η Βουλγαρία του μεσοπολέμου υστερούσε πολύ από οικονομική άποψη. Η βαριά βιομηχανία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, λόγω έλλειψης σημαντικών φυσικών πόρων, και όποια μεταποίηση υπήρχε αποτελείτο σχεδόν αποκλειστικά από κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και χειροτεχνήματα. Ακόμη και αυτή όμως απαιτούσε εκτεταμένη δασμολογική προστασία για να επιβιώσει. Υπήρχαν πράγματι κάποιοι φυσικοί πόροι αλλά οι ανεπαρκείς εσωτερικές συγκοινωνίες καθιστούσαν αδύνατη την εκμετάλλευσή τους και σχεδόν όλα τα σημαντικά βιομηχανικά αντικείμενα εισάγονταν. Γεωργικά μηχανήματα και χημικά λιπάσματα ήταν σχεδόν ανήκουστα. Τα γεωργικά προϊόντα ήταν σχεδόν το μόνο που η Βουλγαρία μπορούσε να εξάγει και μετά το 1929 έγινε πολύ δύσκολο ακόμη και αυτό.

Η Βουλγαρία ήταν τυχερή στο ότι δεν είχε εγγενή τάξη γαιοκτημόνων, δεδομένου ότι ιστορικά οι γαιοκτήμονες ήταν όλοι Τούρκοι, που εκτοπίσθηκαν μετά την ανεξαρτησία το 1878. Ως εκ τούτου η Βουλγαρική γεωργία ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου μικροϊδιοκτητών αγροτών. Τα αγροτεμάχια ήταν μικρά και σχεδόν αποκλειστικά κάτω των 50 στρεμμάτων, αλλά καλλιεργούντο εντατικά και ακόμη και οι πιο μικρές εκμεταλλεύσεις των 5 στρεμμάτων συχνά παρήγαν προϊόντα για πώληση. Οι Βούλγαροι αγρότες είχαν επίσης καλύτερη εργασιακή ηθική από τους ομολόγους τους στη Ρουμανία ή την Ουγγαρία, για ιστορικούς λόγους. Οι Τούρκοι γαιοκτήμονες τα παλαιότερα χρόνια ήταν συχνά σκληροί και διεφθαρμένοι, αλλά και σπάνια έκαναν τον κόπο να επισκεφθούν τα κτήματά τους. Και δεδομένου ότι συνήθως απαιτούσαν την πληρωμή από τους αγρότες με τη μορφή χρημάτων ή προϊόντων αντί με εργασία, αυτό δημιούργησε ένα πρόσθετο κίνητρο για να δουλέουν σκληρά, που έλειπε από αλλού στην Ανατολική Ευρώπη.

Όπως και αλλού στην Ανατολική Ευρώπη οι Βούλγαροι αγρότες καλλιεργούσαν παραδοσιακά δημητριακά για τους γαιοκτήμονές τους, που μετά τον πόλεμο δεν μπορούσαν να διατεθούν στην αγορά αποτελεσματικά λόγω του ανταγωνισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δυτική Ευρώπη. Ωστόσο ήταν εύκολο να στραφούν χωρίς μεγάλη δυσκολία σε κηπευτικά και καπνά σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου η αγροτιά υπέφερε χειρότερα εξαιτίας της συνεχιζόμενης εξάρτησης από το καλαμπόκι και το σιτάρι.

Αν και επιτυχέστερη από ό, τι στην υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη, η Βουλγαρική γεωργία εξακολουθούσε να υποφέρει από τα μειονεκτήματα της πεπαλαιωμένης τεχνολογίας και κυρίως του αγροτικού υπερπληθυσμού και της μεγάλης διασποράς του κλήρου (λόγω της παραδοσιακής πρακτικής των αγροτών να ισομοιράζουν τη γη τους σε όλους τους επιζώντες γιους τους). Και όλες οι γεωργικές εξαγωγές είχαν θιγεί από την έναρξη της Μεγάλης Ύφεσης. Από την άλλη πλευρά, ως υπανάπτυκτη οικονομία η Βουλγαρία είχε μικρό πρόβλημα με το χρέος και τον πληθωρισμό. Ξένες εταιρείες κατείχαν κατά τι λιγότερο από το μισό της βιομηχανίας, σε αντίθεση με το σχεδόν 80% της ρουμανικής βιομηχανίας.

Δεδομένου ότι ο πληθυσμός ήταν 85% Βούλγαροι, υπήρχε σχετικά μικρή κοινωνική διαμάχη πέρα ​​από τη σύγκρουση μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Σόφιας διατηρεί στενούς δεσμούς με την ύπαιθρο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε ένα ρήγμα μεταξύ των αγροτών και της αστικής τάξης (δηλαδή της Σόφιας έναντι όλων των άλλων), αν και εν μέρει αυτό ήταν το αποτέλεσμα της σκόπιμης χειραγώγησης από τους πολιτικούς που επιδίωκαν να επωφεληθούν από την παραδοσιακή δυσπιστία των αγροτών για τους "θηλυπρεπείς απατεώνες της πόλης". Κυρίως όμως αυτό οφειλόταν σε μια διαμάχη μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Περίπου 14% του πληθυσμού ήταν Μουσουλμάνοι, κυρίως Τούρκοι (δηλαδή το υπόλοιπο της τάξης των γαιοκτημόνων), αλλά και μια χούφτα των λεγόμενων Πομάκων (Βούλγαρων που είχαν ασπασθεί το Ισλάμ). Οι Μουσουλμανικός πληθυσμός είχε αποξενωθεί από τους κυρίαρχους Ορθόδοξους Χριστιανούς τόσο για θρησκευτικούς όσο και ιστορικούς λόγους. Ούτε πίεζαν για μειονοτικά δικαιώματα, ούτε προσπάθησαν να δημιουργήσουν τα δικά τους σχολεία, αντίθετα δεν ζητούσαν τίποτα περισσότερο από το να τους αφήσουν να κάνουν τη δουλειά τους.

Σε σύγκριση με την οικονομία, το εκπαιδευτικό σύστημα της Βουλγαρίας ήταν άκρως επιτυχημένο και οι αναλφάβητοι ήταν λιγότεροι από το ήμισυ του πληθυσμού. Οκτώ χρόνια σχολικής εκπαίδευσης ήταν υποχρεωτικά και πάνω από το 80% των παιδιών τα παρακολουθούσαν. Για τους λίγους μαθητές που ξεχώριζαν και συνέχιζαν μετά το δημοτικό σχολείο, τα γυμνάσια βασίστηκαν στο Γερμανικό γυμνάσιο. Γίνονταν διαγωνιστικές εξετάσεις για να κριθούν οι υποψήφιοι για ανώτερες σχολές και η Βουλγαρία είχε μια σειρά από τεχνικές και εξειδικευμένες σχολές εκτός από το Πανεπιστήμιο της Σόφιας. Πολλοί Βούλγαροι πήγαιναν επίσης φοιτητές στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία και την Αυστρία (οι εκπαιδευτικοί δεσμοί με τη Ρωσία τερματίστηκαν το 1917). Γενικά η εκπαίδευση έφτανε στις κατώτερες τάξεις περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά από την άλλη πλευρά πάρα πολλοί φοιτητές έπαιρναν πτυχία σε καλές τέχνες και άλλα αφηρημένα αντικείμενα και μπορούσαν να βρουν δουλειά μόνο στην κρατική γραφειοκρατία. Πολλοί από αυτούς προσελκύονταν από το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Η Βουλγαρική κυβέρνηση είχε το ίδιο μειονέκτημα με τις περισσότερες συνταγματικές μοναρχίες, που ήταν η ασαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ των εξουσιών του βασιλιά και εκείνων του Κοινοβουλίου. Το σύνταγμα του 1879 είχε ως στόχο να μεταφέρει την εξουσία στα χέρια του δεύτερου, αλλά επέτρεπε ακόμη σε ένα αρκετά έξυπνο μονάρχη να αποκτήσει τον έλεγχο της κυβέρνησης. Τέτοια ήταν η περίπτωση του πανούργου Τσάρου Φερδινάνδου, που όμως είχε αναγκαστεί να παραιτηθεί μετά τις διαδοχικές απώλειες των Βαλκανικών και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε ο γιος του Μπόρις τον διαδέχθηκε στο θρόνο, αλλά ο νεαρός βασιλιάς δεν μπορούσε να αντικαταστήσει την πατρική εξουσία που είχε διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες ίντριγκας. Ως εκ τούτου το Κοινοβούλιο επικράτησε όταν ο Μπόρις διόρισε πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Σταμπολίσκι. Το Αγροτικό Κόμμα του Σταμπολίσκι κυριάρχισε σύντομα στο Κοινοβούλιο με πάνω από τις μισές έδρες. Τις υπόλοιπες έδρες πήρε το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα της χώρας και το μόνο άλλο σημασίας (υπήρχαν μια ντουζίνα ή έτσι μικρών κομμάτων, αλλά δεν είχαν καμία εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο ή οποιαδήποτε πραγματική σημαντικό). Το Αγροτικό Κόμμα εκπροσωπούσε κυρίως τους αγρότες, και ιδιαίτερα εκείνους που ήταν δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση στη Σόφια, καθώς επί της βασιλείας του Φερδινάνδου υπήρξε εκτεταμένη διαφθορά και την κλοπή χρημάτων από τους αγρότες. Επίσης, ενώ οι περισσότερες από τις κατώτερες τάξεις στη Βουλγαρία υποστήριζαν την προσάρτηση της Μακεδονίας, ήταν δυσαρεστημένοι από το βαρύ φόρο αίματος που κατέβαλαν σε δύο ανεπιτυχείς πολέμους για να την ξαναπάρουν. Πράγματι, ο Σταμπολίσκι πέρασε τα χρόνια του πολέμου στη φυλακή λόγω της σφοδρής κριτικής του για αυτό. Όσο για την BΚΚ, είχε στελεχωθεί κυρίως από διανοούμενους και αστούς επαγγελματίες, αλλά κυρίως ψηφοφόροι του ήταν οι φτωχότεροι αγρότες και άλλες μειονότητες, ενώ το AΚ εκπροσωπούσε τους πλουσιότερους αγρότες. Υπό αυτό το κλίμα ο Σταμπολίσκι θέσπισε βιαστικά μια αγροτική μεταρρύθμιση το 1920, που σχεδιάστηκε για να διανείμει μερικά κρατικά κτήματα, γαίες της εκκλησίας καθώς και των πλουσιότερων αγροτών. Όπως ήταν αναμενόμενο αυτό του έδωσε ευρεία υποστήριξη και ανάγκασε το ΒΚΚ σε μια συμμαχία μαζί του, κυρίως για να αποκτήσει φωνή στο Κοινοβούλιο.

Ωστόσο ο Σταμπολίσκι ήταν πεπεισμένος αντικομμουνιστής και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα διεθνές κίνημα για την καταπολέμηση του Μαρξισμού. Αυτή ήταν η λεγόμενη "Πράσινη Διεθνής" του, σε αντίθεση με την "Κόκκινη Διεθνη". Ταξίδεψε σε πρωτεύουσες της Ανατολικής Ευρώπης προωθώντας την άποψή του για μια συμμαχία των αγροτών. Αλλά το πρόβλημα άρχισε όταν προσπάθησε να τη διαδόσει στη Γιουγκοσλαβία, μια χώρα που είχε πολύ παρόμοιες συνθήκες με τη Βουλγαρία (δηλαδή πολύ μικρή βιομηχανία και μεγάλη κομμουνιστική παρουσία). Ο Σταμπολίσκι έγινε ευμενώς δεκτός στο Βελιγράδι λόγω της υποστήριξης μιας ειρηνικής λύσης του προβλήματος της Μακεδονίας. Επίσης υποστήριξε τη συνένωση όλων των σλαβόφωνων εθνών της Ανατολικής Ευρώπης σε μια μεγάλη Γιουγκοσλαβική συνομοσπονδία. Αλλά μπήκε σε μπελάδες εξαιτίας της στρατιωτικής πτέρυγας της ΕΜΕΟ στην πατρίδα του. Πολλοί Σλαβομακεδόνες ηγέτες ζούσαν στη Σόφια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του 1903 εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τώρα ενώθηκαν με άλλους που εγκατέλειψαν τη Γιουγκοσλαβία (που η κυβέρνησή της διατηρούσε ως επίσημη θέση της ότι οι Σλαβομακεδόνες ήταν Σέρβοι). Δεδομένου ότι η Βουλγαρία είχε αναγκαστεί να περιορίσει το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεών της μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οπλαρχηγοί της ΕΜΕΟ απέκτησαν τον έλεγχο μεγάλου μέρους της περιοχής στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία.

Τον Μάρτιο του 1923 ο Σταμπολίσκι υπέγραψε συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία αναγνωρίζοντας τα νέα σύνορα και συμφωνώντας να καταστείλει την ΕΜΕΟ. Αυτό προκάλεσε μια εθνικιστική αντίδραση,και στις 9 Ιουνίου έγινε ένα πραξικόπημα που οργανώθηκε από την ΕΜΕΟ μετά τον έλεγχο από το ΑΚ του 87% του Κοινοβουλίου στις εκλογές του ίδιου έτους. Η βουλγαρική κυβέρνηση μπορούσε να συγκεντρώσει μόνο μια χούφτα στρατευμάτων για να αντισταθεί και ακόμη χειρότερος ήταν ένας όχλος αγροτών χωρίς όπλα που κινητοποίησε ο Σταμπολίσκι. Στους δρόμους της Σόφιας επικράτησε χάος και ο δύσμοιρος πρωθυπουργός λυντσαρίστηκε εν μέσω επιθέσεων σε άοπλους χωρικούς. Η όλη υπόθεση αμαύρωσε σοβαρά τη διεθνή εικόνα της Βουλγαρίας. Μια δεξιά κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Τσάνκοφ ανέλαβε την εξουσία, υποστηριζόμενη από τον Τσάρο, το στρατό και την ΕΜΕΟ και εξαπέλυσε Λευκή τρομοκρατία εναντίον των Aγροτικών και τους Κομμουνιστών. Ο Κομμουνιστής ηγέτης Γκεόργκι Δημητρόφ κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση. Υπήρχε άγρια ​​καταστολή το 1925 μετά τη δεύτερη αποτυχημένη απόπειρα κατά της ζωής του Τσάρου σε βομβιστική επίθεση στον καθεδρικό ναό της Σόφιας (η πρώτη έγινε στο ορεινό πέρασμα του Aραμπάκονακ). Αλλά το 1926 ο Τσάρος έπεισε τον Τσάνκοφ να παραιτηθεί και ανέλαβε τα καθήκοντά της μια πιο μετριοπαθής κυβέρνηση υπό τον Αντρέι Λιάπτσεφ. Κηρύχθηκε αμνηστία, παρόλο που οι Κομμουνιστές παρέμειναν εκτός νόμου. Οι Aγροτικοί αναδιοργανώθηκαν και κέρδισαν τις εκλογές του 1931 υπό την ηγεσία του Νικόλα Μουσάνωφ.

Μόλις είχε αποκατασταθεί η πολιτική σταθερότητα, χτύπησαν τη Βουλγαρία οι πλήρεις επιπτώσεις της Μεγάλης Ύφεσης και οι κοινωνικές εντάσεις αυξήθηκαν και πάλι. Το Μάιο του 1934 έγινε νέο πραξικόπημα, οι Αγροτικοί πατάχθηκαν ξανά και σχηματίσθηκε ένα αυταρχικό καθεστώς με επικεφαλής τον Κίμωνα Γκεοργκίεφ, με την υποστήριξη του τσάρου Μπόρις. Τον Απρίλιο του 1935 ο Μπόρις ανέλαβε ο ίδιος την εξουσία, κυβερνώντας μέσω των εικονικών Πρωθυπουργών Γκεόργκι Kιοσεγιάνοφ (1935-1940) και Μπογκντάν Φίλοφ (1940-1943). Το τσαρικό καθεστώς απαγόρευσε όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης και έσυρε τη Βουλγαρία σε συμμαχία με τη Ναζιστική Γερμανία και Φασιστική Ιταλία. Αν και η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου το 1938 αποκατέστησε καλές σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα το εδαφικό ζήτημα συνέχισε να σιγοκαίει.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουλγαρία κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Αντιμέτωπη με μια εισβολή, η Βουλγαρία σύρθηκε στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό την κυβέρνηση του Φίλοφ. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1940 η Βουλγαρία είχε δωροδοκηθεί με την επιστροφή της νότιας Δοβρουτσάς από το Βασίλειο της Ρουμανίας, υπό την εντολή του Γερμανού δικτάτορα Αδόλφου Χίτλερ με τη Συνθήκη της Κραϊόβα.

Την 1η Μαρτίου 1941, η Βουλγαρία υπέγραψε επίσημα το Τριμερές Σύμφωνο και έγινε σύμμαχος της Ναζιστικής Γερμανίας, της Αυτοκρατορίας της Ιαπωνίας, και του Βασιλείου της Ιταλίας. Γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στη χώρα στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία. Όταν η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία νικήθηκαν επετράπη στη Βουλγαρία να καταλάβει όλη την Ελληνική Θράκη και το μεγαλύτερο μέρος της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Η Βουλγαρία κήρυξε τον πόλεμο στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αντιστάθηκε στη γερμανική πίεση να κηρύξει τον πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση, φοβούμενη φιλορωσικά αισθήματα του λαού.

Τον Αύγουστο του 1943 ο Τσάρος Μπορίς πέθανε ξαφνικά μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία (πιθανώς δολοφονήθηκε, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί ποτέ) και τον διαδέχθηκε ο εξαετής γιος του Συμεών Β΄. Την εξουσία κατείχε ένα συμβούλιο αντιβασιλέων με επικεφαλής το θείο του νεαρού Τσάρου, Πρίγκιπα Κύριλλο. Ο νέος Πρωθυπουργός, Ντόμπρι Μποζίλοφ, ήταν κατά το πλείστον ενεργούμενο των Γερμανόών.

Από το 1943 ήταν ευρεία η αντίσταση στους Γερμανούς και στο Βουλγαρικό καθεστώς, συντονιζόμενη κυρίως από τους Κομμουνιστές. Μαζί με τους Αγροτικούς, τώρα με επικεφαλής τον Νίκολα Πέτκοφ, τους Σοσιαλδημοκράτες και ακόμη και πολλούς αξιωματικούς του στρατού ίδρυσαν το Πατριωτικό Μέτωπο. Οι παρτιζάνοι δρούσαν στα ορεινά δυτικά και νότια. Από το 1944 ήταν προφανές ότι η Γερμανία έχανε τον πόλεμο και το καθεστώς άρχισε να αναζητά μια διέξοδο. Ο Μποζίλοφ παραιτήθηκε το Μάιο και ο διάδοχός του Ιβάν Ιβάνοφ Μπαγκριάνοφ προσπάθησε να οργανώσει διαπραγματεύσεις με τους Δυτικούς Συμμάχους.

Εν τω μεταξύ, η πρωτεύουσα Σόφια βομβαρδίστηκε από τα Συμμσχικά αεροσκάφη στα τέλη του 1943 και στις αρχές του 1944, ενώ επιδρομές σε άλλες μεγάλες πόλεις ακολούθησαν αργότερα. Αλλά προς τη Βουλγαρία προέλαυνε ταχύτατα ο σοβιετικός στρατός. Τον Αύγουστο η Βουλγαρία ανακοίνωσε μονομερώς την αποχώρησή της από τον πόλεμο και ζήτησε από τα γερμανικά στρατεύματα να φύγουν:, ενώ τα βουλγαρικά στρατεύματα αποσύρθηκαν βιαστικά από την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία. Το Σεπτέμβριο οι Σοβιετικοί πέρασαν τα βόρεια σύνορα. Η κυβέρνηση, αγωνιώντας να αποφύγει μια σοβιετική κατοχή, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία, αλλά οι Σοβιετικοί δεν μπορούσαν να ανασχεθούν και στις 8 Σεπτεμβρίου κήρυξαν τον πόλεμο στη Βουλγαρία - που βρέθηκε έτσι για λίγες μέρες σε πόλεμο και με τη Γερμανία και με τη Σοβιετική Ενωση. Στις 16 Σεπτεμβρίου ο σοβιετικός στρατός εισήλθε Σόφια.

Κομμουνιστκό πραξικόπημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πατριωτικό Μέτωπο ανέλαβε καθήκοντα στη Σόφια, μετά από πραξικόπημα, για τη δημιουργία μιας ευρείας συμμαχίας υπό τον πρώην κυβερνήτη Κίμωνα Γκεοργκίεφ και συμπεριλαμβανομένων των Σοσιαλδημοκρατών και των Aγροτικών. Σύμφωνα με τους όρους της ειρηνευτικής συμφωνίας η Βουλγαρία επετράπη να κρατήσει τη Νότια Δοβρουτσά, αλλά παραιτήθηκε επίσημα όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις της από την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία. 150.000 Βούλγαροι απελάθηκαν από την Ελληνική Θράκη. Οι κομμουνιστές κράτησαν ηθελημένα μικρό ρόλο στη νέα κυβέρνηση αρχικά, αλλά οι Σοβιετικοί αντιπρόσωποι ήταν η πραγματική εξουσία στη χώρα. Συστάθηκε μια Λαϊκή Πολιτοφυλακή, ελεγχόμενη από τους Κομμουνιστές, που παρενοχλούσε και εκφόβιζε τα μη-κομμουνιστικά κόμματα.

Την 1η Φεβρουαρίου 1945 οι νέες πραγματικότητες της εξουσίας στη Βουλγαρία φάνηκαν όταν ο Αντιβασιλέας Πρίγκιπας Κύριλλος, ο πρώην πρωθυπουργός Μπόγκνταν Φίλοφ και εκατοντάδες άλλοι αξιωματούχοι του παλαιού καθεστώτος συνελήφθησαν με κατηγορίρες για εγκλήματα πολέμου. Μέχρι τον Ιούνιο ο Κύριλλος και οι άλλοι Αντιβασιλείς, είκοσι δύο πρώην υπουργοί και πολλοί άλλοι είχαν εκτελεστεί. Το Σεπτέμβριο του 1946 η μοναρχία καταργήθηκε με δημοψήφισμα και ο νέος Τσάρος Συμεών εξορίστηκε. Οι Κομμουνιστές κατέλαβαν τώρα ανοιχτά την εξουσία, με Πρόεδρο το Βασίλ Κολάρωφ και Πρωθυπουργό το Δημητρόφ. Οι υπεσχημένες ελεύθερες εκλογές του 1946 ήταν κατάφωρα στημένες και η αντιπολίτευση απείχε. Οι Aγροτικοί αρνήθηκε να συνεργαστούν με το νέο καθεστώς και τον Ιούνιο του 1947 ο αρχηγός τους Nίκολα Πέτκοφ συνελήφθη. Παρά τις έντονες διεθνείς διαμαρτυρίες εκτελέστηκε το Σεπτέμβριο. Αυτό σηματοδότησε την οριστική εγκαθίδρυση Κομμουνιστικού καθεστώτος στη Βουλγαρία.