Μακεδονία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°N 22°E / 41°N 22°E / 41; 22

Μακεδονία
Greater Macedonia.png
Η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.
Σημαντικές πόλεις Θεσσαλονίκη (Ελλάδα)
Σκόπια (π.Γ.Δ.Μ.)
Μοναστήρι (π.Γ.Δ.Μ.)
Μπλαγκόεβγκραντ (Βουλγαρια)
Πρίλαπος (π.Γ.Δ.Μ.)
Γλώσσες Ελληνικά
Σλαβομακεδονικά
Βουλγαρικά
Αλβανικά
Έκταση
- Σύνολο 67.000 km²
25.869 sq mi
Πληθυσμός
- εκτίμηση πάνω από 4.760.000

Η Μακεδονία είναι ιστορική περιοχή της βαλκανικής χερσονήσου στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Τα σύγχρονα γεωγραφικά της όρια, εμβαδού περίπου 67.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, τέθηκαν σε χαρτογραφική βάση τον 19ο αιώνα την περίοδο της αποδυνάμωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Χονδρικά, τα κοινώς αποδεκτά όρια της νεώτερης γεωγραφικής Μακεδονίας είναι βόρεια μέχρι το όρος Σκάρδος, βορείως της πόλης των Σκοπίων, ανατολικά την οροσειρά της Ροδόπης και την κοιλάδα του Νέστου, νότια το ορος Όλυμπος και δυτικά τον ορεινό όγκο της Πίνδου.[1][2] Η περιοχή περιλαμβάνει τις κοίτες (από τα δυτικά προς τα ανατολικά) των ποταμών Αλιάκμονα, Αξιού και του Στρυμώνα (από τους οποίους ο Αξιός καταλαμβάνει μακράν την μεγαλύτερη έκταση) και τις πεδιάδες γύρω από τη Θεσσαλονίκη και τις Σέρρες. Η Μακεδονία θεωρήθηκε «φυσική» γεωγραφική περιοχή, παρά το ότι η περιοχή δεν προσφέρεται από την άποψη της φυσικής γεωγραφίας ή της ιστορίας ως μία ενιαία γεωγραφική οντότητα.[3]

Στις αρχές του 19ου αιώνα η ύπαιθρος αγροτική ενδοχώρα της Μακεδονίας ήταν κατά κύριο λόγο σλαβόφωνη, ενώ η ελληνοφωνία επικρατούσε στα αστικά κέντρα και σε μία παράλια ζώνη στα νότια της περιοχής. Η αλλοφωνία των κατοίκων της και η σύγχυση για τα όριά της προσέδωσαν στη Μακεδονία μία αμφίβολη θέση στη γεωγραφία του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Τα δύο πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης ξέσπασαν εξεγέρσεις στην περιοχή, στη Χαλκιδική και τη Νάουσα, που γρήγορα κατεστάλησαν από τους Οθωμανούς, προξενώντας ένα κύμα προσφύγων στην ελεύθερη Ελλάδα, συμβάλλοντας στο να διεκδικηθεί η Μακεδονία ως αλύτρωτη ελληνική χώρα και να υποκινηθούν τις επομενες δεκαετίες μια σειρά ελληνικές εξεγέρσεις. Με την εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικού κινήματος, η Μακεδονία διεκδικήθηκε και από τους Βουλγάρους που ανταγωνίστηκαν την ελληνική εθνική δράση στην περιοχή στον εκκλησιαστικό και εκπαιδευτικό τομέα, αποσκοπώντας και οι δύο στον εθνικό προσεταιρισμό κυρίως των σλαβοφώνων κατοίκων της περιοχής. Ο ανταγωνισμός αυτός προσέλαβε ένοπλη διάσταση, αρχικά με τη δράση της αυτονομιστικής ΕΜΕΟ τη δεκαετία του 1890 και, μετά την αποτυχία της εξέγερσης του Ίλιντεν το 1903, με τον ελληνικό Μακεδονικό Αγώνα, που έπαυσε με την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908. Η Μακεδονία διαμοιράστηκε από τα γειτονικά εθνικά κράτη της Βαλκανικής με τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-3.

Σήμερα η περιοχή της Μακεδονίας εκτείνεται ως επί το πλείστον στην επικράτεια τριών γειτονικών κρατών: στην Ελλάδα ανήκει η μισή περίπου έκταση της περιοχής όπου κατοικεί ο μισός πληθυσμός της, στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανήκει σχεδόν το 40% της έκτασης και στη Βουλγαρία περίπου το το 10%, στην περιοχή του Μπλαγκόεβγκραντ.

Οριοθέτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχαιοελληνικό μακεδονικό βασίλειο (αριστερά) και η Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (δεξιά). Όρια κατά προσέγγιση. Το αρχαιοελληνικό μακεδονικό βασίλειο (αριστερά) και η Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (δεξιά). Όρια κατά προσέγγιση.
Το αρχαιοελληνικό μακεδονικό βασίλειο (αριστερά) και η Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (δεξιά). Όρια κατά προσέγγιση.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν υπήρχε διοικητικό διαμέρισμα με το όνομα «Μακεδονία».[4] Πριν την εμφάνιση του ελληνικού εθνικού κινήματος, η μη εγγράμματη πλειονότητα των κατοίκων των αρχαίων ελληνικών χωρών δε χρησιμοποιούσε τις αρχαίες ονομασίες τους, όπως «Μακεδονία»· οι περισσότεροι αναφέρονταν κυρίως σε περιοχές μικρότερης κλίμακας (όπως «Κοζάνη», «Βέροια» κ.ο.κ.), εντός των ορίων των οποίων περνούσαν ολόκληρη τη ζωή τους.[5] Την περίοδο της Αναγέννησης, δυτικοί λόγιοι ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν τα αρχαία ελληνικά τοπωνύμια, δίχως να έχουν ακριβή αντίληψη των εδαφών στα οποία αντιστοιχούσαν.[6] Με την εμφάνιση του ενδιαφέροντος για την κλασική αρχαιότητα, δυτικοί περιηγητές, με πρώτο τον Κυριακό τον Αγκωνίτη, ταξίδευαν στην περιοχή της Μακεδονίας ασχολούμενοι με και καταγράφοντας τα μνημεία του αρχαίου παρελθόντος της.[7] Τις αρχαίες ονομασίες γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν οι εγγράμματοι κοσμικοί και κληρικοί των ελληνικών χωρών, που διάβαζαν τους κλασικούς συγγραφείς και δυτικούς περιηγητές, δίχως, ωστόσο, να συμφωνούν μεταξύ τους ή να έχουν σαφή εικόνα για τα όρια των περιοχών αυτών. Η σύγχυση των κλασικών συγγραφέων σχετικά με τα όρια των ελληνικών χωρών αναπαράχθηκε από όσους ασχολούνταν με το ζήτημα ανατρέχοντας στις αρχαίες πηγές.[8] Η άγνοια των βαλκανικών γλωσσών και η έλλειψη τοπογραφικών ερευνών εξαιτίας της Οθωμανικής κατάκτησης είχαν ως αποτέλεσμα ως και τις αρχές του 19ου αιώνα οι δυτικοευρωπαίοι λόγιοι να αγνοούν τα ευρισκόμενα τότε σε χρήση τοπωνύμια και η μελέτη της γεωγραφίας των Βαλκανίων να γίνεται με τους όρους του Στράβωνα και του Κλαύδιου Πτολεμαίου.[9]

Η Μακεδονία σε λεπτομέρεια πτολεμαϊκού χάρτη της Ελλάδας στην έκδοση της Γεωγραφίας του Πτολεμαίου από το Φραντσέσκο Μπερλινγκιέρι (1482).

Ο Στράβων, που σε κάποιο σημείο των Γεωγραφικών του θεωρούσε τη Μακεδονία τμήμα της Ελλάδας (Ζ' 9: «Ἔστι μὲν οὖν Ἑλλὰς καὶ ἡ Μακεδονία»), ενώ αλλού έγραφε ότι η Ελλάδα έφτανε «μέχρι τῆς ἐκβολῆς τοῦ Πηνειοῦ» (Η' 1.3),[10] έθετε ως δυτικό όριο της Μακεδονίας τον Πυλώνα, σταθμός της Εγνατίας οδού στο λαιμό του όρους παρά την ανατολική όχθη της Λυχνίτιδας λίμνης που συνδέει τα βόρεια της Πίνδου με το μεσημβρινό κλάδο του Σκάρδου), διακρίνοντας και τη Μακεδονία της Ιλλυρίας (Ζ' 323). Ως ανατολικό όριο, ακολουθώντας τον Θουκυδίδη, θεωρούσε τον Στρυμώνα (Β' 99). Ως νότιο δε όριο έθετε αντί των φυσικών ορίων (Πηνειός, Όλυμπος, Καμβούνια όρη, Πίνδος) την από Θεσσαλονίκης προς Δυρράχιο Εγνατία οδό, αποκόπτοντας έτσι μέγα τμήμα και μάλιστα το αρχαιότερο της Μακεδονίας. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος έθετε ως βόρεια όρια το Δυρράχιο και τους Στόβους, ως ανατολικά τον Νέστο και ως νότια την Οίτη και τον Μαλιακό κόλπο, υπάγοντας έτσι στη Μακεδονία όλη τη Θεσσαλία και τη Φθιώτιδα (Πτολ. Γ' 13). Ο Τίτος Λίβιος προσεγγίζοντας ίσως περισσότερο παντός άλλου ανέφερε ότι «πόση είναι η Μακεδονία [...] και αυτοί ακόμη οι Μακεδόνες αγνοούσαν».[11] Για τους δυτικοευρωπαίους λογίους η Μακεδονία ήταν η ρωμαϊκή επαρχία, οριζόμενη από τα φυσικά όρια των οροσειρών της Πίνδου, του Σκάρδου και της Ροδόπης.[12] Έτσι, ο Γάλλος ιστορικός Desdevises du Dezert ονόμαζε Μακεδονία ολόκληρη τη περιοχή από Αδριατικό μέχρι τη Ροδόπη και από του Σκάρδου μέχρι το Πηνειό. Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας, αντιθέτως, περιόριζε τα βόρεια και δυτικά όρια της Μακεδονίας και ενώ παραδέχεται τα λοιπά ως ακριβή περιλάμβανε στη Μακεδονία και αυτή την Ιλλυρία λόγω των πολλών εκεί αποκιών της.[εκκρεμεί παραπομπή]

Τα σύνορα της Μακεδονίας σύμφωνα με Βαλκάνιους και δυτικοευρωπαίους συγγραφείς (1843-1927)

Οι αναζητήσεις των ορίων της Μακεδονίας από Έλληνες και μη γεωγράφους που ακολουθούσαν τον Στράβωνα είχαν ως αποτέλεσμα να τεθούν ως αδιαμφισβήτητα όρια της περιοχής προς βορρά τα όρη Σκάρδος και Όρβηλος και μέσα από τα γραπτά τους να ταυτιστεί με την αρχαία Μακεδονία η ευρύτερη αυτή γεωγραφική περιοχή.[13] Προς νότιο όριο της Μακεδονίας θεωρήθηκε το Αιγαίο από Νέστου μέχρι Πηνειού και ορέων Όλυμπος, Τιτάριο και Καμβούνια, (χώριζαν από τη Θεσσαλία τις επαρχίες Πιερίας και Ελιμίας). Προς δυσμάς η βόρεια οροσειρά της Πίνδου δηλαδή τα όρη Τύμφη, και Βόϊο που χώριζαν τις μακεδονικές επαρχίες Ελιμία και Ορεστίδα από την Ήπειρο, στη συνέχεια το όρος Πετρίνο παρά της Λυχνίτιδας λίμνης (Αχρίδας) και το όρος Τούρια που χώριζαν τις μακεδονικές Επαρχίες Λυγκιστίδα και Πελαγονία από την Ιλλυρία. Τέλος προς ανατολάς το όρος Όρβηλος και ο ποταμός Νέστος που χώριζαν από της Θράκης τις επαρχίες Σιντική, Οδομαντική και Ηδωνίδα.[εκκρεμεί παραπομπή]

Φυσική γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοπογραφικός χάρτης της Μακεδονίας.

Μορφολογία εδάφους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μακεδονία είναι περιοχή πολύμορφη με ψηλά όρη που περιβάλουν εκτεταμένες πεδιάδες και αρκετούς ποταμούς που μερικοί πηγάζουν στις γειτονικές χώρες. Με μια γρήγορη ματιά στο ανάγλυφο του χώρου της εύκολα διαπιστώνεται ότι κύριο χαρακτηριστικό της Μακεδονίας είναι ο συσσωρευμένος ορεινός όγκος στα δυτικά που απλώνει προς την ανατολή ένα μακρότατο βραχίονα με αλλεπάλληλες οροσειρές που επιστέφουν από βορρά όλη τη χώρα έως τη Θράκη κατά μήκος των βορείων συνόρων. Οι οροσειρές αυτές κόπτονται σε δύο ομάδες από τη βαθειά κοιλάδα του Αξιού (στο κέντρο της Μακεδονίας). Συνάμα σημαντικοί ποταμοί οι μεγαλύτεροι της Ελλάδας διασχίζουν τη γη αυτή που με τις υπάρχουσες αρκετές λίμνες παρέχουν το γενικό εκείνο μορφολογικό πλαίσιο που επιτρέπει τη διαίρεση του χώρου σε ακριβώς τρία χωριστά τμήματα, τη Δυτική Μακεδονία (εξαιρετικά ορεινή με σημαντικά οροπέδια), την Κεντρική Μακεδονία (με τις εκτεταμένες πεδιάδες) και την Ανατολική Μακεδονία (με τα εύφορα λεκανοπέδια που περικλείονται σε λοφοσειρές).

Όρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Δυτική Μακεδονία, δύο παράλληλες οροσειρές, από Β προς Ν (διακλάδωση του Σκάρδου) με κύριο όρος το Πέτρινο (ή Γκαλιτσίκα) (Βορειοδυτικό όριο), χωρίζουν τις λεκάνες των λιμνών Μεγάλης και Μικρής Βρυγηίδας (ή Πρέσπες) από της Αχρίδας (Λυχνιτίδας), το Τρικλάριο, το Γράμμο, τα Όντρια, το Βόιο, την Πίνδο (με υψηλότερη κορυφή, τη Βασιλίτσα) και το Σμόλικα, της δε προς Α. οροσειράς ο Βαρνούς (ή Περιστέρι), το Βέρνο ή Βίτσι, Σινιάτσικο ή Άσκιο, ο Βούρινος και το Βέρμιο. Ανατολικά το Καϊμακτσαλάν που στο Ελληνικό έδαφος ονομάζεται Βόρας, το Πίνοβο, η Τζένα και το Πάικο. Μια νότια διακλάδωση αποτελούν τα Καμβούνια και τα Πιέρια που συνδέονται με τα Θεσσαλικά όρη Χάσια, Αντιχάσια και Όλυμπο. Ανάμεσα στις αλλεπάλληλες αυτές οροσειρές το οροπέδιο της Εορδαίας που συνεχίζει προς Β με της Λυγκηστίδας (Φλώρινας και Μοναστηρίου) και προς Ν με της Κοζάνης και της Καστοριάς. Επίσης ανάμεσα στις οροσειρές αυτές κυλούν τα χειμαρρώδη νερά τους μικροί ποταμοί που τρέφουν καταλήγοντες στον Αλιάκμονα η κοιλάδα του οποίου αποτελούσε άλλοτε κόλπο που καλύφθηκε από τις προσχώσεις. (Πολλοί πιστεύουν ότι υπολείμματα εκείνου του κόλπου είναι η λίμνη της Καστοριάς).

Κορυφές του Βόρα στα σύνορα Ελλάδας και πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Στην Κεντρική Μακεδονία παρουσιάζεται μια εντελώς διαφορετική όψη με μια σειρά από πεδιάδες που στεφανώνονται από οροσειρές. Κορμός αυτής είναι η κοιλάδα του Αξιού, ανάμεσα στα όρη Βέρμιο δυτικά, Κρούσσια και Κερδύλια ανατολικά την Κερκίνη (ή Μπέλες) βορεινά και νότια του Χολομώντα στη Χαλκιδική, η ευφορώτερη της χώρας. Η Χαλκιδική, τραχεία προέκταση της Κεντρικής Μακεδονίας, αποτελεί τη μεγαλύτερη χερσόνησο της Ελλάδας, με έκταση 3.281 τετρ. χλμ. μεταξύ Θερμαϊκού - Στρυμονικού κόλπου και που χωρίζεται με δύο λίμνες, τη Βόλβη ή Λίμνη Μπεσικίων ανατολικά και την Κορώνεια ή του Λαγκαδά δυτικά που καταλήγει εισχωρούσα στο Αιγαίο ως Τρίαινα του Ποσειδώνα σε τρεις παράλληλες μικρότερες χερσονήσους, της Κασσάνδρας ή Παλλήνης (δυτ.), της Σιθωνίας ή του Λόγκου και της Ακτής ή Άθω ή Αγίου Όρους (ανατ.) με αντίστοιχα ακρωτήρια το Ποσείδαιο, το Δρέπανο και το Νυμφαίο ή Ακρόθωο και επιμέρους κόλπους της Κασσάνδρας και του Αγ. Όρους ή Σιγγιτικός. Η Χαλκιδική, στην οποία δεσπόζει η ορεινή τριάδα Χορτιάτης, Χολομώντας και Στρατονικό με σπουδαιότερο χείμαρρο τον Ρήχειο, είναι η πλουσιότερη μεταλλευτική περιοχή της Ελλάδας.

Το Αχλαδοχώρι και η νότια κλιτύς του Όρβηλου στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Στην Ανατολική Μακεδονία, αν ο ποταμός Αξιός κόβει στα δύο τη βόρεια στεφάνη της Μακεδονίας χωρίζοντάς την σε Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, ο ποταμός Στρυμών κόβει την ανατολική στεφάνη και χωρίζει έτσι την Κεντρική από την Ανατολική Μακεδονία που απλώνεται μέχρι το Νέστο ποταμό, φυσικό όριο με τη Θράκη. Ανάμεσα στους δύο αυτούς ποταμούς η Ανατολική Μακεδονία καλύπτεται από μια σειρά οροσειρών με ενδιάμεσες εύφορες κοιλάδες. Οι οροσειρές αυτές αρχίζουν από τα στενά της Κούλας που τα διασχίζει μεν ο Στρυμών αλλά και η εθνική οδός ΘεσσαλονίκηςΣερρώνΣόφιας. Την ανατολική πλευρά των στενών αποτελούν οι προσβάσεις του όρους Άγκιστρο ή Τσιγγέλι απέναντι της Κερκίνης. Κατόπιν το όρος Όρβηλος (που είναι συνέχεια των Βουλγαρικών ορεινών όγκων του Πιρίν) με την ψηλότερη κορφή του στο ελληνικό έδαφος, την Αλή-Μπουντούς. Συνέχεια προς Ν τα όρη Βροντούς, Μενοίκιο και Α. το Φαλακρό και η Λεκάνη. Και ενώ όλα συνδέονται μεταξύ τους σε ενιαίο όγκο της οροσειράς της Ροδόπης (με τα όρη Ελατιά, Φρακτό και το ορεινό συγκρότημα της Κούλας), όπου και ο κύριος κορμός της είναι εντός της Βουλγαρίας, περιέργως το Παγγαίο ορθώνεται τελείως απομονωμένο προς Ν με συντροφιά ένα μικρότερο όρος, το Σύμβολο. Η Βόρεια Μακεδονία, η οποία αποτελεί την πΓΔΜ, είναι κυρίως ορεινή, αλλά αποτελείται από πολλές λίμνες με μεγαλύτερη τη λίμνη Οχρίδα, την οποία μοιράζεται με την Αλβανία.

Η Μεγάλη Πρέσπα στη δυτική Μακεδονία είναι το σύνορο τριών κρατών: της Ελλάδας, της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και της Αλβανίας.

Ποταμοί και λίμνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυριότεροι ποταμοί της Μακεδονίας είναι οι Αξιός, Αλιάκμονας, Στρυμών, Γαλλικός, Λουδίας και Νέστος. Η Μακεδονία δεν είναι χώρα των λιμνών, αλλά αν αναλογισθεί κανείς ότι από το σύνολο των 23 ελληνικών λιμνών, εκτός τις 6 λιμνοθάλασσες συνολικής επιφάνειας 734 τετρ. χλμ. οι 10 βρίσκονται στη Μακεδονία με μια λιμναία έκταση 191 τ. χλμ. τότε ασφαλώς, για την Ελλάδα, μάλλον είναι χώρα των λιμνών.

Οι λίμνες της Μακεδονίας[3] διακρίνονται σε ορεινές και πεδινές. Ορεινές (κύριες) είναι: Η Αχρίδα (ή Λυχνιτίδα), η Μεγάλη Βρυγηίς (853/288(37)/50) – η μέγιστη των Βαλκανίων και η βαθύτερη επί ελληνικού τμήματος της Ελλάδας, και η Μικρή Βρυγηίς (-/44/-) (ή Πρέσπες), η Βεγορίτιδα (ή Βεγορίτις ή του Οστρόβου) (540/68/65) - με τρεις επιμέρους μικρότερες των Πετρών, τη Χειμαδίτιδα και την Ζάζαρη, της Δοϊράνη (–/43(17)/8) και η Ορεστιάς (ή Καστοριάς) 620/30/10. Πεδινές είναι: η άλλοτε Γιαννιτσών[4], της Αρτζάνης και του Αματόβου που αποξηράθηκαν, η Κερκίνη, η Κορώνεια (ή του Λαγκαδά ή του Αγ. Βασιλείου) (55/57/15), η Βόλβη 50/73/20 και η Πικρολίμνη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλωσσικές κοινότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η ελληνοφωνία επεκτάθηκε προς βορρά στην Ιλλυρία και τη Θράκη, αλλά οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών και επιδρομές που ακολούθησαν από τον 3ο μ.Χ. αιώνα κ.ε. μετέβαλαν την πληθυσμιακή σύνθεση της Βαλκανικής, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση συμπαγών θυλάκων Σλάβων ιδίως στα πεδινά των βόρειων ελληνικών χωρών.[14] Την περίοδο του Διαφωτισμού και της εμφάνισης του ελληνικού εθνικού κινήματος[15] στην περιοχή της Μακεδονίας η ελληνοφωνία περιοριζόταν στην παραλιακή της ζώνη (τα νότια τμήματα της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας), ενώ η ζώνη ομιλίας της σλαβικής εκτεινόταν προς νότο ως τα πεδινά της Ημαθίας και της Θεσσαλονίκης.[16]

Σερβικός (πάνω) και βουλγαρικός (κάτω) εθνογλωσσικός χάρτης της περιοχής της Μακεδονίας (1914).

Στις αρχές του 19ου αιώνα οι ζώνες ομιλίας της ελληνικής, της αλβανικής και της σλαβικής, συνέκλιναν στην περιοχή των λιμνών Αχρίδας, Πρεσπών και Καστοριάς,[17] ενώ όριο μεταξύ της ζώνης συμπαγούς ελληνοφωνίας και σλαβοφωνίας αποτελούσε μια νοητή γραμμή που από το Γράμμο διερχόταν νοτίως της Καστοριάς, βορείως της Κοζάνης και της Βέροιας, νοτίως της Έδεσσας και των Γιαννιτσών, και κατέληγε στην περιοχή των εκβολών του Αξιού, στη Θεσσαλονίκη.[18] Στην περιοχή βορείως αυτής της νοητής γραμμής επικρατούσε η σλαβοφωνία, ενώ σε όλη την έκτασή της υπήρχαν ετερόγλωσσες νησίδες, θύλακες όπου ομιλούνταν τα τούρκικα, τα ελληνικά και τα βλάχικα.[19] Στην ελληνόφωνη ζώνη περιλαμβανόταν ένα σύνολο χωριών ελληνόφωνων μουσουλμάνων, των Βαλαάδων, που είχαν ως κέντρο το Λαψίστι ή Λεψίστα, τη σημερινή Νεάπολη της Κοζάνης.[20] Ανατολικά της συστάδας των οικισμών των Βαλαάδων βρισκόταν μια ζώνη ελληνόφωνων χριστιανικών χωριών, ανάμεσα στα όρη Μουρίκι και Άσκιο, εκτεινόμενη από τους εξελληνισμένους βλαχόφωνους οικισμούς Βλαχοκλεισούρα και Βλάστη στο βορά, ως το Σισάνι, το Βογατσικό, την Εράτυρα και τη Σιάτιστα στο νότο.[21] Ανατολικότερα, η ζώνη της σλαβοφωνίας που ξεκινούσε από την περιοχή της Πελαγονίας συναντούσε βορείως της Κοζάνης και στα νότια της Πτολεμαΐδας τα τουρκόφωνα κονιαροχώρια ή «μπουτσάκια», μια εκτεταμένη ομάδα εγκαταστάσεων Τούρκων εποίκων.[22] Βόρεια αυτού του τουρκόφωνου θύλακα υπήρχαν σλαβόφωνα χωριά, ανάμεσα στα οποία εστίες ελληνοφωνίας αποτελούσαν χωριά εξελληνισμένων Βλάχων, όπως το Νυμφαίο, Αλβανών, όπως το Λέχοβο, ή Αλβανών και Βλάχων, όπως το Φλάμπουρο και η Δροσοπηγή.[23] Το δυτικό άκρο της συστάδας των τουρκόφωνων χωριών συναντούσε τη σλαβόφωνη ζώνη, ενώ στο όρος Βέρμιο υπήρχαν βλαχοχώρια απ' όπου ίσως διείσδυσε η ελληνική στο σλαβόφωνο χωριό Κατράνιτσα στους δυτικούς πρόποδες του βουνού. Στους ανατολικούς πρόποδες του Βερμίου, η Βέροια, η Νάουσα και αργότερα η Έδεσσα ήταν πόλεις που προσείλκυαν και ενσωμάτωναν στον ελληνόφωνο πυρήνα τους τους ορεσίβιους Βλάχους και τους σλάβους των πεδιάδων ανατολικά του όρους. Στα χωριά της Καρατζόβας, όπως τη Νώτια κ.ά, κατοικούσαν βλαχόφωνοι μουσουλμάνοι, ενώ τα Γιαννιτσά αποτελούσαν εστία τουρκοφωνίας.[24] Ανατολικά του Αξιού, η παρουσία της ελληνικής περιοριζόταν σε μια στενή παράλια ζώνη στα νότια, έως μια νοητή γραμμή που διερχόταν νοτίως του Κιλκίς και της Δράμας.[25]

Στην αλλόφωνη ενδοχώρα, τα αστικά κέντρα αποτελούσαν κέντρα ελληνοφωνίας, ενώ οι κάτοικοι της υπαίθρου ήταν κατά κανόνα σλαβόφωνοι.[26] Βορείως της νοητής γραμμής που διαχώριζε τις ζώνες συμπαγούς ελληνοφωνίας και σλαβοφωνίας, οι πόλεις της περιοχής των λιμνών στα δυτικά και πόλεις όπως η Καστοριά, το Μοναστήρι, ο Πρίλαπος, η Στρώμνιτσα, το Μελένικο, οι Σέρρες κ.ά. εξελλήνιζαν τους Βλάχους, Αλβανούς και Σλάβους χωρικούς που εγκαθίσταντο σε αυτές, σε μια διαδικασία στην οποία διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο οι μητροπόλεις και οι επισκοπές, τα εκκλησιαστικά και κοινοτικά σχολεία, καθώς και η αίγλη της ελληνοφωνίας, ως lingua franca του εμπορίου. Το φαινόμενο αυτό του εξελληνισμού πραγματοποιούνταν με ταχύτερους ρυθμούς από την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και εξής και εντονότερα στις πόλεις και τα μεγάλα χωριά ανατολικά του Αξιού, λόγω της εγγύτητας με την Κωνσταντινούπολη και ακμάζοντα ελληνικά κέντρα των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών.[27] Η πρόοδος, ωστόσο, αυτή της ελληνοφωνίας μεταξύ των αλλόγλωσων Χριστιανών της περιοχής δεν εξάλειψε την αλλοφωνία στα χωριά, όπου, με εξαίρεση τα μεγάλα βλαχοχώρια και όσα χωριά βρίσκονταν κοντά σε πόλεις, κατοικούσαν μικρές αμιγείς γλωσσικά κοινότητες, οι κάτοικοι των οποίων δε μάθαιναν παρά όσες ελληνικές και τουρκικές λέξεις ήταν απαραίτητες για τις συναλλαγές τους.[28]

Από τα μέσα του 18ου αιώνα και για έναν αιώνα, ιδίως τους χρόνους του Αλή πασά και της Ελληνικής Επανάστασης, υπό την πίεση Αλβανών ατάκτων και του Αλή πασά, προκλήθηκε μετανάστευση κατά κύματα προσφύγων από την Ήπειρο και την Αλβανία, Αλβανών, Βλάχων και Ελλήνων, που κατέφυγαν στη Μακεδονία.[29] Έλληνες και εξελληνισμένοι Αλβανοί από την Ήπειρο και την Αλβανία μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά και δημιούργησαν ελληνόφωνες εγκαταστάσεις σε τσιφλίκια, όπως στα νοτιοδυτικά της Καστοριάς, εξελληνισμένοι Βλάχοι της Μοσχόπολης κατέφυγαν σε πόλεις των δυτικών της Μακεδονίας, όπως το Μοναστήρι, ενισχύοντας το ελληνόφωνο στοιχείο τους,[30] ενώ όσοι εγκαταστάθηκαν σε σλαβόφωνους οικισμούς αναπόφευκτα αφομοιώθηκαν γλωσσικά, όχι χωρίς να προκληθούν εντάσεις με τους ντόπιους.[31]

Το ελληνικό όραμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μακεδονία στη νεοελληνική γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Μακεδονίας με συνδυασμό αρχαίων τοποθεσιών και τοπονυμίων του 18ου αιώνα, Χάρτα του Ρήγα, 1797

Χάρη στις λαϊκές παραδόσεις για το βασιλιά Αλέξανδρο, η αρχαία Μακεδονία είχε γίνει σύμβολο ανδρείας με ευρύτερη απήχηση, ελκύοντας ως και Βλάχους και Μουσουλμάνους, που αυτοπροσδιορίζονταν ως «Μακεδονίτες» ή «Μακεδόνες».[32] Η συγκρότηση της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας με αναφορά στην κλασική αρχαιότητα κατέστησε αναπόφευκτη την συμπερίληψη σε αυτή της Μακεδονίας.[33] Την περίοδο του ώριμου Διαφωτισμού δεν υπήρχε ομοφωνία μεταξύ των Ελλήνων λογίων για τη θέση της Μακεδονίας στην ελληνική γεωγραφία, καθώς άλλοτε απηχώντας απόψεις Δυτικών αρχαιομαθών θεωρούσαν τη Μακεδονία, μαζί με τη Θράκη και την Ήπειρο, χώρα ευρισκόμενη εκτός της κλασικής Ελλάδας, που αποτελούσε, ωστόσο, τμήμα της «Ελλάδας», εννοούμενης ως το σύνολο των ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και, ως περιοχή όπου απαντούσε η ελληνοφωνία και κατοικούσαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, συμπεριλαμβανόταν στη «Γραικία», τη νέα Ελλάδα που βρισκόταν ακόμη εν τω γίγνεσθαι.[34] Περισσότερο περίπλοκο ήταν το ζήτημα των ορίων της Μακεδονίας, λόγω αφενός της χρήσης στη γεωγραφία και τη χαρτογραφία όρων ασαφών προερχόμενων από την αρχαιότητα, αφετέρου λόγω της δυσκολίας σαφούς χωροθέτησης των χωρών με τις οποίες θεωρούνταν ότι συνόρευε η Μακεδονία, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και ιδίως της Αλβανίας ή Αρβανιτιάς στα δυτικά, που κάποιες φορές καταγραφόταν ως επαρχία της Μακεδονίας.[35] Ομοίως αξακολουθούσε η σύγχυση για το νόημα του όρου «Μακεδόνες», που δήλωνε τόσο τους αρχαίους Μακεδόνες όσο και τους συγκαιρινούς κατοίκους της περιοχής, που, όπως έγραφε στις αρχές του 19ου αιώνα ο Αθανάσιος Ψαλίδας αναπαράγοντας απόψεις που φαίνεται να ήταν διαδεδομένες ανάμεσα στους εγγράμματους της εποχής του, ήταν «ποταποί», «Βουργάροι, Τούρκοι και ολίγοι Έλληνες και Βλάχοι άποικοι από την Αρβανιτιά».[36]

Ελληνική Επανάσταση του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαία των Χαλκιδικιωτών κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821

Στη Μακεδονία, η επανάσταση εκδηλώθηκε αρχικά στη Χαλκιδική τον Ιούνιο του 1821, υπό τον Εμμανουήλ Παππά. Αφού κατάφεραν να απελευθερώσουν τη Χαλκιδική, τα Βασιλικά Θεσσαλονίκης και την περιοχή της Βόλβης, επιχείρησαν να επιτεθούν ταυτόχρονα από Νότο και Ανατολή στη Θεσσαλονίκη, αλλά ο ερχομός ισχυρών Οθωμανικών δυνάμεων τους ανάγκασε σε ήττα στη Μάχη της Ρεντίνας και τελικά οπισθοχώρηση στην Κασσάνδρα. Την ίδια περίοδο στα Γρεβενά, οι αδελφοί Ιωάννης και Θεόδωρος Ζιάκας ξεσήκωσαν την Πίνδο και προσπάθησαν να απελευθερώσουν την πόλη των Γρεβενών. Οι Ολύμπιοι οπλαρχηγοί Διαμαντής Νικολάου, Γεώργιος Ζαχίλας, ο Γούλας Δράσκος, οι Λαζαίοι κ.α., όντας αποδεκατισμένοι από την Εξέγερση του 1808, δίστασαν να συμμετέχουν περιμένοντας βοήθεια από τη νότια Ελλάδα. Μόνο ο Δημήτριος Λιακόπουλος, με τον Νικόλαο Κασομούλη μετέβησαν στη Χαλκιδική προκειμένου να βοηθήσουν τους εκεί επαναστάτες. Η οθωμανική απάντηση ήταν εδώ άμεση με συλλήψεις ομήρων και καταλήψεις πόλεων. Εξεγέρσεις σημειώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα (χωρίς όμως συντονισμό), στη Στρώμνιτσα (με τους Διακόπουλο και Διαμαντή), στη Γευγελή, τις Τίκφες.[37]

Η σημαία των επαναστατών υπό τον Νικόλαο Τσάμη το 1822.

Το 1822 άναψαν και νέες εστίες επανάστασης. Στις αρχές του χρόνου επαναστάτησαν η Νάουσα, η Βέροια, η Κατράνιτσα, η Χρούπιστα και οι περιοχές του Ολύμπου. Οι Τούρκοι απάντησαν άμεσα και με μία στρατιά του Πασά της Θεσσαλονίκης, κατέστρεψαν τη Νάουσα. Οι γυναίκες της πόλης κατέφυγαν στον ποταμό Αράπιτσα και για να αποφύγουν την αιχμαλωσία προτίμησαν να πέσουν στον γκρεμό. Στη συνέχεια προχώρησαν σε καταστροφές πολλών Ελληνικών χωριών και κωμοπόλεων της Κεντρικής Μακεδονίας, λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση, μεταξύ των οποίων, του Κιλκίς, του Καρασουλίου, του Λαγκαδά και της περιοχής γύρω από τη Νάουσα.[38] Στο μεταξύ, συστάθηκε τριμελής Επιτροπή Βορειομακεδόνων, εκπροσωπούμενη από το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και τη Βογδάντσα (από ένα μέλος), στην πρώτη Προσωρινή Ελληνική Κυβέρνηση του 1822.[39] Στις επιχειρήσεις της Νάουσας ηγετικό ρόλο είχαν ο Αναστάσιος Καρατάσος, ο Αγγελής Γάτσος και ο Ζαφειράκης Θεοδοσίου.

Τυφλός τραυματίας ή Ανάπηρος του Αγώνα (Εθνική Πινακοθήκη, 1850). Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη πιθανώς εμπνευσμένος από Μακεδόνα πολεμιστή.[40]

Αρματολοί από την περιοχή της Μακεδονίας, όπως και της Ηπειροθεσσαλίας, όπου η επανάσταση κατεστάλη και οι οποίοι δεν μπορούσαν πλέον να επανέλθουν στην υπηρεσία των οθωμανικών αρχών, έχοντας αντικατασταθεί από Τουρκαλβανούς, κατέφυγαν στις περιοχές που ήλεγχε η επαναστατική κυβέρνηση.[41] Σχηματίστηκε μία στρατιωτική ένωση προσφύγων «Μακεδονο-Θεταλλο-Θρακών», που βρισκόταν σε επαφή με τους «Θρακοσερβοβουλγάρους» έφιππους εθελοντές υπό το Χατζηχρήστο Βούλγαρη, πολλοί από τους οποίος προέρχονταν από τη «μακεδονική Ελλάδα», δηλαδή τη Χαλκιδική, την Έδεσσα και τη Νάουσα.[42] Η συμμετοχή της Μακεδονίας στην Επανάσταση οδήγησε στην ενθουσιώδη θεώρησή της ως ελληνικής επαρχίας.[43] Ενώ από τις αρχές της Επανάστασης έγινε αποδεκτή η διάκριση ανάμεσα στις επικράτεια του μελλοντικού κράτους και των ορίων του ελληνικού έθνους, ο περιορισμός προϊοντος του χρόνου της πολεμικής δραστηριότητας στις νότιες ελληνικές χώρες έτεινε στο να ταυτίζεται η Ελλάδα με την περιοχή αυτή.[44] Οι πληρεξούσιοι των εκτός «ελευθέρας Ελλάδος» περιοχών, όπως της Μακεδονίας, γίνονταν δεκτοί μεταξύ των εθνικών αντιπροσώπων στις πρώτες εθνοσυνελεύσεις, αλλά αργότερα συνήθως ως «πληρεξούσιοι παροίκων» και στην Ε΄ Εθνοσυνέλευση έγιναν δεκτοί μετά από πολλές παρακλήσεις.[45]

Όταν το 1828 στο πλαίσιο διπλωματικών διαπραγματεύσεων οι Μεγάλες Δυνάμεις ζήτησαν από τον κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια να προσδιορίσει χερσαία σύνορα της Ελλάδας που να είναι φύσει οχυρά και να διαχωρίζουν τους δύο λαούς, ο Καποδίστριας αφήσε εκτός Ελλάδας τη Μακεδονία και πρότεινε ως σύνορο τη γραμμή Ολύμπου-Ζυγού, θεωρώντας ότι «τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη» και, με βάση μαρτυρίες λογίων και περιηγητών της εποχής, πως η Μακεδονία είχε κυριευθεί «από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς».[46]

Αλυτρωτικές εξεγέρσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επαναστατικό λάβαρο της Δυτικής Μακεδονίας το 1878.

Μέσα στην πρώτη δεκαετία του βίου του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, εντός των ορίων του είχαν καταφύγει χιλιάδες πρόσφυγες από νησιά του Αιγαίου, αλλά κυρίως από τις βόρειες ελληνικές χώρες, την Ηπειροθεσσαλία και τη Μακεδονία. Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν σε τοποθεσίες κοντά στα βόρεια σύνορα του ελληνικού κράτους, όπως τη Λαμία, την Αταλάντη, το Μεσολόγγι κ.α. Συνήθως ενταγμένοι ως τότε στο αρματολικό σύστημα της έμμισθης παροχής ένοπλων υπηρεσιών στους Οθωμανούς και μη γνωρίζοντας άλλη τέχνη από εκείνη των όπλων, σχημάτιζαν ένοπλες ομάδες που επέδραμαν επέκεινα του ελληνοτουρκικού συνόρου σε περιόδους κρίσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ενώ κάποιοι από αυτούς είχαν στραφεί στη ληστεία. Σε αλυτρωτικές εφημερίδες των Αθηνών οι δραστηριότητές τους παρουσιάζονταν ως επιχειρήσεις απελευθέρωσης των αλύτρωτων ομοεθνών.[47] Οι πρόσφυγες αυτοί αποτέλεσαν το πρώτο κύμα προσφύγων από αλύτρωτες ελληνικές χώρες και συνέστησαν μια ισχυρή πολιτικά ομάδα που επηρέαζε τις ελληνικές κυβερνήσεις υποστηρίζοντας την υποδαύλιση αλυτρωτικών εξεγέρσεων στις περιοχές αυτές.[48] Κατά τη διάρκεια του 19ου αι. οι Μακεδόνες πήραν τα όπλα αρκετές φορές για να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό (με σημαντικότερες το 1854, το 1878 και το 1896), χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την ίδια εποχή η οθωμανική διοίκηση σκλήρυνε τη στάση της απέναντι στο ελληνικό στοιχείο. Παράλληλα, η γενικότερη παρακμή της οικονομίας και η αποσύνθεση της δημόσιας διοίκησης είχε ως αποτέλεσμα να επιδεινωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των χριστιανών (και ιδιαίτερα των Ελλήνων) της Μακεδονίας.[εκκρεμεί παραπομπή]

Εθνικοί ανταγωνισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Μακεδονικό ζήτημα

Η πρόοδος του βουλγαρικού εθνικού κινήματος είχε ως αποτέλεσμα τη διεκδίκηση και περιοχών που θεωρούνταν «ιστορικές ελληνικές χώρες», της Μακεδονίας και της Θράκης.[49] Η ίδια περιοχή που θεωρούνταν βόρεια Ελλάδα, γινόταν αντιληπτή ως δυτική Βουλγαρία ή νότια Σερβία.[50] Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, βουλγαρικής εθνικής εκκλησίας ανεξάρτητης από το Πατριαρχείο, το 1870 με την ενθάρρυνση και την υποστήριξη της Υψηλής Πύλης θορύβησε το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο, που, διεθνώς απομονωμένο την επαύριο της Κρητικής Επανάστασης αντιμετώπισε μόνο του την κρίση.[51] Η απόκτηση της Μακεδονίας έγινε ο σημαντικότερος εθνικός στόχος, το μακεδονικό ζήτημα σημαντικότερο ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που εξυπηρετούσε πλέον τη διπλή στοχοθεσία της απελευθέρωσης των ελληνικών χωρών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και της ανάσχεσης της βουλγαρικής κυριαρχίας στη Μακεδονίας.[52]

Μαθητές ελληνικού σχολείου στη Ζουπάνιστα (σημ. Λεύκη) της Καστοριάς.

Μήλο της έριδας μεταξύ των αντιδιεκδικητών της περιοχής υπήρξαν δευτερευόντως οι Βλάχοι, που παρά τον πρώιμο εξελληνισμό τους, διεκδικούνταν από τους Ρουμάνους ως λατινόφωνοι, και πρωτίστως οι σλάβοι της Μακεδονίας.[53] Οι ανταγωνιστές της Ελλάδας βάσιζαν τα επιχειρήματά τους κυρίως στη γλώσσα που μιλούσαν οι Σλάβοι της Μακεδονίας, κριτήριο που γινόταν αποδεκτό από τους δυτικούς και θεωρούνταν αξιόπιστο.[54] Αντιδρώντας στη διεκδίκηση χωριστής εθνικής ταυτότητας και εκκλησίας από τους Βουλγάρους, που ως τότε αντιμετωπίζοντας από τους Έλληνες ως ετερόγλωσσοι ομόδοξοι αδελφοί, και στη διεκδίκηση από μέρους τους ως ομοεθνών τους των σλάβων της Μακεδονίας, οι Έλληνες έπαψαν να αναφέρονται σε αυτούς ως «Βουλγάρους», αλλά αποκαλώντας τους «Σλάβους της Μακεδονίας», διατύπωσαν αρχαιολογικά και ιστορικά επιχειρήματα ότι ήταν εκσλαβισθέντες Έλληνες.[55] Κατ'επιταγήν των νέων ιδεολογικών αναγκών, που προέκυψαν από τον επανακαθορισμό της «Ελλάδας», αντί της κλασικής Ελλάδας των Ευρωπαίων, έγιναν αλλαγές στα ιστορικά εγχειρίδια, με την παράλειψη των κατηγοριών του Δημοσθένη για το «βάρβαρο» Φίλιππο και την απροβλημάτιστη ενσωμάτωση των Μακεδόνων στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.[56] Πέρα από τη δυσεξακρίβωτη καταγωγή αυτών των «βουλγαρόφωνων Ελλήνων» και τα ιστορικά δίκαια, σημαντικότερο επιχείρημα που προβλήθηκε από τους Έλληνες ήταν η «συνείδησις» ή το «φρόνημα» των σλαβοφώνων, που ήταν κριτήριο δυτικής προέλευσης, θεωρήθηκε δημοκρατικό και αποτελούσε μια επεξεργασμένη μορφή του θρησκευτικού κριτηρίου: η πνευματική υπακοή στον Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη έγινε απόδειξη ελληνικής ταυτότητας.[57]

Ο θρησκευτικός προσηλυτισμός στη Μακεδονία εξελίχθηκε σε ολομέτωπο εθνικιστικό αγώνα.[58] Οι διεκδικητές της Μακεδονίας επιδόθηκαν σε έναν ανταγωνισμό για τον έλεγχο των κοινοτικών σχολείων και των εκκλησιών, προξενώντας μία μοναδική για την περιοχή εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα.[59] Για την καταπολέμηση της βουλγαρικής κίνησης στο στο εκκλησιαστικό και εκπαιδευτικό επίπεδο, ιεράρχες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην περιοχή δέχτηκαν τη συνεργασία με εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης, π.χ. προξένους.[60] Η ελληνική εκπαίδευση, σε σχολεία όπου πέρα από τη γλώσσα διαμορφωνόταν η ταυτότητα σύμφωνα με τις εθνικές προσδοκίες της εποχής, έγινε ισχυρό όργανο στα χέρια των Ελλήνων που επέκτειναν τα όρια του έθνους στη Μακεδονία.[61]

Τα κράτη που ενδιαφέρονταν για τη Μακεδονία περιλάμβαναν σε αυτή τα εδάφη εκείνα για τη διεκδίκηση των οποίων μπορούσαν να προβάλλουν κάποιο επιχείρημα με βάση την ταυτότητα των κατοίκων τους. Οι Βούλγαροι απέκλειαν από τη Μακεδονία τη Χαλκιδική και τη νοτίως του Αλιάκμονα δυτική Μακεδονία, ενώ εκτός του ελληνικού λόγου για τη Μακεδονία αφηνόταν η λεγόμενη τότε «Άνω Μακεδονία», η περιοχή βορείως της Αχρίδας, του Μοναστηρίου, της Στρώμνιτσας και του Μελένικου.[62]

Επαναστάτες της ΕΜΕΟ στην Κλεισούρα της Καστοριάς κατά την εξέγερση του Ίλιντεν (7/1903).

Το 1893 ιδρύθηκε η ΕΜΕΟ, μία οργάνωση που αποσκοπούσε στο να αποκτήσει η Μακεδονία αυτόνομο status. Αν και κοσμική οργάνωση, συνεργαζόταν με την εξαρχική εκκλησία, καθώς και με το Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο.[63] Για την αντιμετώπιση του προσηλυτισμού υπό το κράτος της βίας, ιδρύθηκε το 1894 η Εθνική Εταιρεία, όμως το Πατριαρχείο γρήγορα έχανε έδαφος μπροστά στην προσηλυτιστική δράση της βουλγαρικής Εξαρχίας, που εκτεινόταν από τον Αλιάκμονα ως το Σκάρδο και από το Γράμμο ως το Νέστο.[64] Η ΕΜΕΟ προσανατολίστηκε στον προσεταιρισμό παραδοσιακών οπλαρχηγών και χωρικών και στην οικοδόμηση ενός παράλληλου κράτους στα σλαβικά χωριά της Μακεδονίας, χρησιμοποιώντας τρομοκρατικές μεθόδους για να εδραιώσει τη βάση της.[65] Η ΕΜΕΟ απέκτησε σημαντικά ερείσματα στους χωρικούς, που συντάχθηκαν μαζί της εξαιτίας κοινωνικών μεριμνών, βραχυπρόθεσμα εξαιτίας όσων αποσπούσαν με την απειλή της βίας ένοπλα σώματα της ΕΜΕΟ από μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων αλλά και χάρη στην προοπτική της κοινωνικής αλλαγής που υποσχόταν, ιδίως της ριζοσπαστικής αγροτικής μεταρρύθμισης.[66] Η δράση της EMEO κορυφώθηκε το 1903, όταν πραγματοποίησε την εξέγερση του Ίλιντεν, που γρήγορα καταπνίγηκε από τις οθωμανικές αρχές.[67] Πολλές πόλεις και κωμοπόλεις της βόρειας Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και το Κρούσοβο, καταστράφηκαν.[εκκρεμεί παραπομπή]

Ο απόηχος της αποτυχίας επίτευξης των αλυτρωτικών ελληνικών στόχων με συμβατικά μέσα κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και η δυναμικότητα της εξέγερσης του Ίλιντεν ώθησαν Έλληνες στρατιωτικούς και διπλωμάτες να προσπαθήσουν να βρουν διέξοδο μέσω της αναβίωσης του ηρωικού πνεύματος του '21 με τις μεθόδους του ανταρτοπολέμου.[68] Το 1904 ιδρύθηκε στην Αθήνα μια κατ' όνομα ιδιωτική οργάνωση, το Μακεδονικό Κομιτάτο, που λάμβανε ηθική και υλική υποστήριξη από την ελληνική κυβέρνηση. Έλληνες αξιωματικοί απομακρύνθηκαν από τις μονάδες τους για να λάβουν μέρος στον Αγώνα και το ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης έγινε το οργανωτικό κέντρο του.[69] Το φθινόπωρο του 1904, ένας αξιωματικός του ελληνικού στρατού, ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε στη Στάτιστα, επικεφαλής ανταρτοομάδας κατά την τρίτη του περιοδεία στην υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία. Ο θάνατος του Μελά κατά το πρότυπο του παραδοσιακού «παλληκαριού» τον κατέστησε εθνικό ήρωα, εξώθησε πολλούς εθελοντές να ακολουθήσουν το παράδειγμά του και κατέστησε αδύνατο για τις ελληνικές κυβερνήσεις να παραβλέψουν το ζήτημα. Από το 1904 ως το 1908 σώματα της ΕΜΕΟ συγκρούστηκαν με ελληνικές αντάρτικες ομάδες,[70] ντόπιων σλαβόφωνων συνταγμένων με την ελληνική πλευρά (που αποκαλούνταν υποτιμητικά από τους αντιπάλους τους «γραικομάνοι») και εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα (κυρίως την Κρήτη), πλαισιωμένων από έμπειρους αξιωματικούς και επιτελικούς του Ελληνικού Στρατού.[εκκρεμεί παραπομπή] Τα ελληνικά σώματα κατάφεραν να υπερισχύσουν, αναχαιτίζοντας τη βουλγαρική δραστηριότητα στη νότια και κεντρική Μακεδονία.[71]

Βαλκανικοί Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 οδήγησαν στον τερματισμό της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή και την απελευθέρωση μεγάλου τμήματός της. Από τον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας το 51% προσαρτήθηκε στην Ελλάδα, το 38% στη Σερβία και το 10% στη Βουλγαρία. Η νότια Μακεδονία, που περιήλθε στην Ελλάδα, ταυτιζόταν περίπου με τα όρια της Μακεδονίας των κλασικών χρόνων και περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της ζώνης για την οποία αντιδικούσαν Έλληνες και Βούλγαροι.

Σύγχρονη κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική Μακεδονία
Η σύγχρονη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας δεν ορίζεται επισήμως από κανένα διεθνή οργανισμό ή κράτος. Ειδικές αναφορές την εμφανίζουν να απλώνεται σε πέντε χώρες: Αλβανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, ΠΓΔΜ, και Σερβία.

        Κύρια τμήματα:

        Ελληνική ΜακεδονίαΣ-[1] (Αιγαιακή)
        Μακεδονία του ΠιρίνΣ-[2] (Βουλγαρική)
        Μακεδονία του Βαρδάρη (πρώην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία)

        Μικρότερες περιοχές:

        Μάλα Πρέσπα και Γκόλο Μπάρντο (Αλβανία)
        Γκόρα και Προχόρ Πετσίνσκι (Σερβία)

Η περιοχή της Μακεδονίας, υπερβαίνει την αρχαία Μακεδονία και εκτείνεται ως επί το πλείστον στην επικράτεια τριών γειτονικών κρατών. Στην Ελλάδα ανήκει έκταση ίση με το 52,4% της περιοχής, στην οποία κατοικεί το 52,9% του συνολικού πληθυσμού της περιοχής και η οποία διοικητικά χωρίζεται στις τρεις Περιφέρειες της Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης). Στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανήκει το 38%, και στη Βουλγαρία περιπου το 10%, στην περιοχή του Μπλαγκόεβγκραντ. Το ελληνικό κομμάτι ή διαμέρισμα της Μακεδονίας αναφέρεται κάποτε (αποκλειστικά από τους μη Έλληνες) σαν «Ελληνική Μακεδονία» ή «Μακεδονία του Αιγαίου», η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίαςως «Μακεδονία του Βαρδάρη» ή «Νότιoς Σερβία», και το βουλγαρικό κομμάτι ως «Μακεδονία του Πίριν» και ως περιοχή τoυ Μπλαγκόεβγκραντ.

Κατανομή πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ^ Οι λίμνες αναφέρονται με στοιχεία {υψόμετρο/έκταση σε τετραγωνικά χιλιόμετρα (ελληνική)/μέγιστο βάθος σε μέτρα}
  2. ^ Ελώδης λίμνη με πυκνούς καλαμιώνες περίφημη κρύπτη κατά τον Μακεδονικό αγώνα 1900-1908 και των αντάρτικων σωμάτων των Μακεδονομάχων και Βουλγάρων κομιτατζήδων βαμμένη με πολύ αίμα σε θανάσιμες ενέδρες αποφασιστικών αντιπάλων. Aποκαλύπτεται στο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα στα «Μυστικά του Βάλτου». Από το 1930 με πρωτοβουλία του Ε. Βενιζέλου ξεκίνησαν έργα αποξήρανσης με ίδια ευτυχώς τύχη της ελώδους λίμνης του Αχινού (Ανατ. Μακεδονία) και των δίδυμων λιμνών Αρζάνης - Αματόβου στο νομό Κιλκίς.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Livanios, Dimitris (2008). The Macedonian Question. Britain and the Southern Balkans 1939–1949. Οξφόρδη: Oxford University Press, σελ. 3. «For most scholars, the geographical boundaries of Macedonia are the ˇSar mountains to the north, the lakes of Ochrid and Prespa to the west, the Pindus range, Mount Olympos and the Aegean Sea to the south, and, to the east, the Rila and Rhodope mountains and the river Nestos.» 
  2. Koliopoulos, John S.. Thanos M. Veremis (2010). Modern Greece: A History since 1821. Chichester: Wiley-Blackwell, σελ. 48. «its northern limits were the extended boundaries of Roman times, as set down by the learned geographer of the first century AD Strabo on Scardus Mts or Shar Planina, well to the north of the boundaries in Philip’s time» 
  3. Wilkinson 1951, σελ. 1-3.
  4. Hatzopoulos 2011, σελ. 35
  5. Κολιόπουλος 2003, σελ. 41-2.
  6. Hatzopoulos 2011, σελ. 35
  7. Hatzopoulos 2011, σελ. 36
  8. Κολιόπουλος 2003, σελ. 42.
  9. Wilkinson 1951, σελ. 1.
  10. Κολιόπουλος 2003, σελ. 42.
  11. Τίτος Λίβιος, Ab Urbe Condita, XLV 30: «Quanta Macedonia esset [...] Macedones quoque ignorabant»
  12. Wilkinson 1951, σελ. 1.
  13. Κολιόπουλος 2003, σελ. 120-1.
  14. Κολιόπουλος 2003, σελ. 17-19.
  15. Κολιόπουλος 2003, σελ. 15-6, 79.
  16. Gounaris 1995, σελ. 410-1, Κολιόπουλος 2003, σελ. 80-1.
  17. Κολιόπουλος 2003, σελ. 80, 22.
  18. Γούναρης 1994, σελ. 211-212, Κολιόπουλος 2003, σελ. 104, 16.
  19. Γούναρης 1994, σελ. 211-212, Κολιόπουλος 2003, σελ. 81.
  20. Κολιόπουλος 2003, σελ. 108.
  21. Κολιόπουλος 2003, σελ. 108-9, 81.
  22. Κολιόπουλος 2003, σελ. 109-10.
  23. Κολιόπουλος 2003, σελ. 110.
  24. Κολιόπουλος 2003, σελ. 81.
  25. Γούναρης 1994, σελ. 211-212, Κολιόπουλος 2003, σελ. 16-17, 111-112
  26. Κολιόπουλος 2003, σελ. 16, Gounaris 1995, σελ. 410-1.
  27. Κολιόπουλος 2003, σελ. 80, 87, 104-5, 111-2
  28. Κολιόπουλος 2003, σελ. 81-82
  29. Κολιόπουλος 2003, σελ. 101-3, Gounaris 1995, σελ. 418.
  30. Κολιόπουλος 2003, σελ. 102-3.
  31. Gounaris 1995, σελ. 418.
  32. Γούναρης 2008, σελ. 185-6.
  33. Γούναρης 2008, σελ. 185.
  34. Γούναρης 2008, σελ. 186-8, Κολιόπουλος 2003, σελ. 42-7.
  35. Γούναρης 2008, σελ. 188-90.
  36. Γούναρης 2008, σελ. 190-1, Κολιόπουλος 2003, σελ. 61.
  37. History of Macedonia 1354-1833, A. Vacalopoulos
  38. Γεώργιος Χ. Χιονίδης, διάλεξη: Τα ληφθέντα υπό των Τούρκων μέτρα κατά των Ελλήνων επαναστατών του 1821 εις την Μακεδονίαν (ανάτυπον από Μακεδονικά ΙΑ΄ τεύχος. 27), Θεσσαλονίκη 1971
  39. "Η πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων της Πελαγονίας (1912-1930)", Νικόλαος Βασιλειάδης, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2004 [1] σελ. 205, 206
  40. Απόστολος Βακαλόπουλος (1978). «Η μορφή του Μακεδόνα αγωνιστή του 1821 εμπνέει τον ποιητή Αλεξ. Σούτσο και έμμεσα τον ζωγράφο Θεοδ. Βρυζάκη». Μακεδονικά 18 (1): 36-45. doi:10.12681/makedonika.486. https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/makedonika/article/view/6047/5785/. 
  41. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 25, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 201.
  42. Γούναρης 2008, σελ. 191.
  43. Γούναρης 2008, σελ. 191-2.
  44. Κολιόπουλος 2003, σελ. 49-51.
  45. Κολιόπουλος 2003, σελ. 51-2.
  46. Κολιόπουλος 2003, σελ. 56-62, Γούναρης 2008, σελ. 192.
  47. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 32, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 201.
  48. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 32
  49. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 47.
  50. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 49.
  51. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 47-8, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 280.
  52. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 49-50.
  53. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 49.
  54. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 49, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 253.
  55. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 48.
  56. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 245.
  57. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 253-4, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 337.
  58. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 280.
  59. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 49.
  60. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 49.
  61. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 337.
  62. Γούναρης, Βασίλης Κ. (2010). Το Μακεδονικό ζήτημα από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα: Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σελ. 15-6. 
  63. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 79, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 280.
  64. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 280-1.
  65. Livanios 2008, σελίδες 17–9, Kostopoulos 2016, σελίδες 143–5. Για μία ανάλυση της δράσης της ΕΜΕΟ με άξονα την τρομοκρατία, βλ. Perry 1988. Για κριτική, βλ. Kostopoulos 2016, σελίδες 146–9.
  66. Vermeulen 1984, σελ. 240, Kostopoulos 2016, σελίδες 145–6
  67. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 79.
  68. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 79.
  69. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 281.
  70. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 79, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 212-3.
  71. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 281.
  72. [2]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Μακεδονία (ελληνικό γεωγραφικό διαμέρισμα) (έκδοση 6798116) της Ελληνικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).