Κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας Μίλαν Νέντιτς 1941

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας του Μίλαν Νέντιτς (σερβικά : Влада народног спаса Милана Недића), επίσης γνωστή ως κυβέρνηση Νέντιτς, ήταν κυβέρνηση μαριονέτα που έχει συσταθεί από τους Γερμανούς εισβολείς του Β΄ παγκοσμίου πολέμου στην κατεχόμενη από τους Ναζί Σερβία. Η κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας σχηματίστηκε στις 29 Αυγούστου 1941 και αντικατέστησε την κυβέρνηση του Μίλαν Ατσίμοβιτς.

Η κυβέρνηση καθ' όλη τη διάρκεια της κατοχής ήταν εξαρτώμενη από τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση που ιδρύθηκε το 1941 μετά την Γερμανική εισβολή στο Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας[1][2].

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν παύθηκε η κυβέρνηση Ατσίμοβιτς οι Γερμανοί αξιωματούχοι στο Βελιγράδι για να εδραιώσουν τον έλεγχο της Σερβίας και την ελαχιστοποίηση της λαϊκής δυσαρέσκειας προέβησαν στη δημιουργία μιας νέας ισχυρότερης σερβικής κυβέρνησης που θα εξαρτάται από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχικής. Ο Χίτλερ υπαγόρευσε τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να δημιουργηθεί η νέα κυβέρνηση της Σερβίας.

Η πρόταση για το σχηματισμό της κυβέρνησης έγινε σε μια κοινή συνεδρίαση του Τζιούρα Ντόκιτς, Λαζάρ Μάρκοβιτς, Κόστα Κουμανούδι, Βέλιμπορ Τζόνιτς, Λιότιτς, Μιχαήλο Οκνάν πρόεδρος της Σερβικής βασιλικής ακαδημίας επιστημών, και ο Αλεξάνταρ Μάρκοβιτς Τσίντσαρος . Αρχικά πρότειναν την πρωθυπουργία στον Μίλαν Νέντιτς ο οποίος είχε μεγάλη εξουσία στο έθνος αλλά αρνήθηκε. Έπειτα έγινε πρόταση σε άλλους πολιτικούς που επίσης αρνήθηκαν, μετά από αρκετές συναντήσεις ο Νεντιτς συμφώνησε να δεχτεί τη θέση του προέδρου της σερβικής κυβέρνησης, την οποία αποκάλεσε η «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας». Ο Νέντιτς έχοντας την υποστήριξη των πιο σεβαστών ανθρώπων της Σερβίας αποφάσισε να πάει την επόμενη μέρα στο γενικό Γερμανό διοικητή και να ορκιστεί. Πριν από το σχηματισμό της κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας έθεσε ως προϋπόθεση για την εργασία της κάποιους όρους. Οι όροι είχαν ως εξής:

Να δημιουργηθούν Σερβικές ένοπλες δυνάμεις χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να προσφέρει η κυβέρνηση ασφάλεια νόμου και τάξης στη χώρα, και συγκεκριμένα: δημιουργία σώματος χωροφυλακής με δύναμη των 10.000. Να απελευθερωθούν οι αιχμάλωτοι πολέμου άνω των 55 ετών, και όσοι αιχμάλωτοι απαιτούνται για την ανοικοδόμηση της χώρας που θα είναι υπό την ευθύνη της κυβέρνησης. Την αποστολή των απαραίτητων προμηθειών για την σίτιση του λαού. Τη βελτίωση των τρεχόντων οικονομικών και διοικητικών ορίων της Σερβίας. Να σταματήσει η θανάτωση και οι διώξεις των Σέρβων υπό την Κροατία, τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία. Υποστήριξη των Γερμανικών ένοπλων δυνάμεων στην εκδίωξη των κομουνιστών και στην περίπτωση της δολιοφθοράς κατά του γερμανικού στρατού τα κατασταλτικά μέτρα να είναι μόνο στους πραγματικούς ενόχους και όχι σε αθώους ανθρώπους.

Η Γερμανική στρατιωτική διοίκηση έκανε δεκτούς τους όρους του Νέντιτς κι έγινε ορκωμοσία και ο επίσημος σχηματισμός της κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας στο Βελιγράδι. Η κυβέρνηση σχηματίστηκε στις 29 Αυγούστου 1941 και η πρώτη υπουργική συνεδρίαση έγινε στις 30 Αυγούστου.

Σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχική σύσταση κυβέρνησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύνθεση της κυβέρνησης Εθνικής Σωτηρίας από τον Αύγουστο του 1941 έως τον Οκτώβριος 1942 :

Ανασχηματισμός της 1 Σεπτεμβρίου 1941[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 7 Δεκέμβριου 1941 η Γκεστάπο συνέλαβε μέλη της κυβέρνησης για οπλισμό και εφοδιασμό των ανταρτών του Ντράζα Μιχαΐλοβιτς. Προσήχθησαν ενώπιον του γερμανικού στρατιωτικού στρατοδικείου στο Βελιγράδι και καταδικάστηκαν σε θάνατο από εκτελεστικό απόσπασμα. Μόνο με παρέμβαση του Μίλαν Νέντιτς, ο οποίος απείλησε την παραίτησή του, ο συνταγματάρχης Μουζίσκι γλίτωσε από την θανατική ποινή και καταδικάστηκε σε ένα έτος φυλάκιση[3].

Ο Μίλαν Νέντιτς έκανε ανασχηματισμό του υπουργικού συμβουλίου του στις 8 Οκτωβρίου 1942. Στη συνέχεια υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους o Μιχαήλο Ολκάν, ο Γιόβαν Μιούσκοβιτς και ο Μίλαν Ατσίμοβιτς.

*μετά το θάνατο του αντικαθίσταται από τον Μίοντραγκ Νταμιάνοβιτς

Ο συνταγματάρχης Μίλος Μασάλοβιτς σκοτώθηκε από τους Τσέτνικ στο Βελιγράδι στις 6 Μαρτίου του 1944 και στη θέση του διορίσθηκε ο Μίοντραγκ Νταμιάνοβιτς. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1944 η κυβέρνηση ήρθε σε συμφωνία με τους Τσέτνικ του Ίβο Παύλοβιτς και του Ντράζα Μιχαΐλοβιτς για να σχηματίσουν ένα κοινό μέτωπο στον αγώνα κατά των ανταρτών.

Οι εργασίες της κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας κατά τη διάρκεια της εργασίας της ήταν υπό τις διαταγές της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης. Πέρασε πάνω από 100 νόμους με διαφορετικό περιεχόμενο, προσπαθούσε να «ενισχύσει» την οικονομία, την εκπαίδευση, την πολιτιστική ζωή στο Βελιγράδι, και να αποκαταστήσει την υποδομή που καταστράφηκε στους Γερμανικούς βομβαρδισμούς του Απριλίου 1941.

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Γερμανίας δημιουργήθηκαν το 1942 κοινότητες. Στο έδαφος της Σερβίας εισήχθη υποχρεωτική εξάμηνη εθελοντική εργασία για την ανοικοδόμηση της χώρας από Σέρβους 17 έως 45 ετών. Εισήγαγε υποχρεωτική αγορά του πλεονάσματος γεωργικών προϊόντων σε τιμές προσαρμοσμένες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου το επτά φορές μικρότερο σε έκταση Βανάτο έδωσε δύο φορές περισσότερα γεωργικά προϊόντα από ότι η ίδια η Σερβία[4].

Σύμφωνα με την εντολή της κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας υπήρχαν ένοπλοι σχηματισμοί γνωστοί ως "Σερβικό σώμα εθελοντών" "φρουρά του Σερβικού κράτους" και "φύλακες των συνόρων" οι μονάδες αυτές πολέμησαν στο πλευρό των δυνάμεων του άξονα. Μυστικά η κυβέρνηση κρατούσε επαφές με τους Τσέτνικ του Ντράζα Μιχαΐλοβιτς και οτυς βοηθούσε με όπλα και χρήματα, μόνο κατά την περίοδο Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1941 στον Ντράζα Μιχαΐλοβιτς δόθηκαν 3,5 εκατομμύρια σημερινά ευρώ[5]. Κατά τη λειτουργία της κυβέρνησης 80 έως 100.000 Σέρβοι εργάστηκαν υπό την αιγίδα της κυβέρνησης, στη βιομηχανία και στη γεωργία του τρίτου Ράιχ[6].

Πρόσφυγες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω του πολέμου και τις διώξεις σε Κοσσυφοπέδιο, σε Μπάτσκα και ΠΓΔΜ, μεγάλος αριθμός προσφύγων εισρεύσει στη Σερβία και η κυβέρνηση εργάστηκε εντατικά για τη φροντίδα τους. Ακόμη και κατά την έναρξη της κυβέρνησης στη Σερβία υπήρχαν πάνω από 100.000 πρόσφυγες, σύμφωνα με επιστολή του Νέντιτς τον Σεπτέμβριο του 1942 στη Σερβία βρίσκονταν 400.000 πρόσφυγες, σύμφωνα με άλλες αναφορές, ο αριθμός αυτός ήταν 420.000 (86.000 παιδιά)[7].

Σχετικά με τους πρόσφυγες εργαζόταν η ειδική αρμοστεία για τους πρόσφυγες με επικεφαλής τον μηχανικό Τομά Μακσίνοβιτς[6].

Στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σερβία κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολιτική εξόντωσης των Εβραίων και Ελευθεροτεκτόνων είχε σχεδιαστεί στο Βερολίνο και ήταν αποκλειστική ευθύνη των εκπροσώπων της ναζιστικής Γερμανίας στο κατεχόμενο τμήμα της Σερβίας. Η εγχώρια κυβέρνηση δοσίλογων δεν παρεμβαίνει αλλά παρέχει την «τεχνική βοήθεια» στην εφαρμογή της. Εγκλήματα κατά των Εβραίων και άλλων ήταν υπεύθυνοι: ο Φέλιξ Μπένσλερ, πληρεξούσιος του Γερμανικού υπουργείου εξωτερικών στο Βελιγράδι, ο Χάραλντ Τάρνερ αρχηγός του διοικητικό προσωπικού της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης στη Σερβία, ο Βίλχεμ Φάσς συνταγματάρχης των ες ες και επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης ασφαλείας και της υπηρεσία ασφαλείας, ο Πάουλ Μπάντερ πληρεξούσιος της Βέρμαχτ στη Σερβία και ο Φράντζ Νεχάουζεν εκπρόσωπος του γενικού επιτελείου στη Σερβία[8].

Τον Νοέμβριο του 1941 δημοσιεύτηκε μια έκθεση η οποία αναφέρεται στην υποτιθέμενη εβραϊο-μασονική και κομμουνιστική συνωμοσία. Το καλοκαίρι του 1942 οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής ανέφεραν ότι το Βελιγράδι ήταν η πρώτη μεγάλη πόλη χωρίς Εβραίους στην Ευρώπη και η Σερβία, μετά την Εσθονία, ήταν η δεύτερη χώρα στην κατεχόμενη Ευρώπη, όπου έφτασε στην τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος[9].

Από τους 16.700 Εβραίους στο Βανάτο της Σερβίας περίπου οι 15.000 σκοτώθηκαν. Υπολογίζεται ότι περίπου 80.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σερβίας του Νέντιτς[10].

Τύπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της κατοχής της Σερβίας βγήκε στα γερμανικά και σερβική γλώσσα ημερήσιες και 40 εβδομαδιαίες εφημερίδες, που δόξαζαν τη ναζιστική νίκη, την επίθεση στην Μόσχα και είχαν αντι μασονική και εβραϊκή προπαγάνδα[11].

Διάλυση της κυβέρνησης Εθνικής Σωτηρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αυξανόμενη απειλή των σοβιετικών δυνάμεων και των Παρτιζάνων στη Σερβία ο Νέντιτς συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση της κυβέρνησης, τα μεσάνυχτα της 4ης Οκτωβρίου 1944 . Κατά τη συνάντηση αποφασίστηκε να διαλύσει την κυβέρνηση και να διαφύγουν στην Αυστρία όπου θα συνεχίσουν τη δράση τους. Την επόμενη μέρα ο Νέντιτς με αυτοκίνητο έφυγε για την Αυστρία και άλλοι υπουργοί που είχαν πάρει μαζί τους τις εκθέσεις και τα αρχεία των υπουργείων τους. Τελευταίος ο Λιότιτς άφησε το Βελιγράδι.

Η μοίρα των υπουργών της κυβέρνησης Εθνικής Σωτηρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απελευθέρωση του Βελιγραδίου από τις κομματικές δυνάμεις εκτελέστηκαν 105 άτομα, συνεργάτες των Γερμανών[12]. Πέντε πρώην υπουργοί εκτελέστηκαν, τρεις καταδικάστηκαν σε μακροχρόνια φυλάκιση. Οι περισσότεροι υπουργοί επέστρεψαν από την Αυστρία και παραδόθηκαν στις γιουγκοσλαβικές αρχές για να δικαστούν για προδοσία. Ο Μίλαν Ατσίμοβιτς σκοτώθηκε το 1945 σε μάχη, ο Λιότιτς σκοτώθηκε σε τροχαίο στην Σλοβενία και ο Νέντιτς αυτοκτόνησε στις 15 Ιουλίου 1946. Έξι ακόμα πρώην υπουργοί από αυτούς που επέστρεψαν εκτελέστηκαν και δυο φυλακίστηκαν. Μόνο ο Μποριβόιε Τζόνιτς και ο διέφυγαν στη Γαλλία, και στη Γερμανία το 1956 όπου και πέθαναν στην εξορία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Влада народног спаса Милана Недића της Σερβικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).