Επίθεση στο Περλ Χάρμπορ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 21°21′43″N 157°57′13″W / 21.3619°N 157.9536°W / 21.3619; -157.9536

Άποψη του Περλ Χάρμπορ, στο σημείο όπου έγινε η επίθεση του 1941.

Η αεροπορική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ πραγματοποιήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1941, κατά της Αμερικανικής Ναυτικής Βάσης στην ομώνυμη λιμνοθάλασσα της Χαβάης. Εξαπολύθηκε από την Ιαπωνική αεροπορία εναντίον του Αμερικανικού στόλου που βρισκόταν αγκυροβολημένος εκεί, με μεγάλες απώλειες για τις ΗΠΑ (με ζημιές σε πολλά πλοία και περίπου 2.400 νεκρούς). Το γεγονός αυτό έθεσε τέλος στην εσωστρέφεια και ουδετερότητα των ΗΠΑ και οδήγησε στην ενεργό εμπλοκή της χώρας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Την επόμενη μέρα κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας και στις 11 Δεκεμβρίου εναντίον της Γερμανίας και της Ιταλίας. Αμέσως μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, οι Ιάπωνες κατέλαβαν την νήσο Γουαίηκ, την νήσο Γκουάμ και το Χονγκ Κονγκ.

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιαπωνία είχε εμπλακεί σε πόλεμο με την Κίνα ήδη από το 1937. Έχοντας καταλάβει μεγάλο μέρος της χώρας, κυβερνάται ουσιαστικά από μια ομάδα στρατιωτικών με ισχυρές επεκτατικές βλέψεις. Οι ΗΠΑ δυσφορούν από την επέκταση της Ιαπωνίας και προσπαθούν, με εμπορικούς αποκλεισμούς και άλλα μέτρα, να την περιορίσουν. Οι Ιάπωνες, ωστόσο, δεν είναι διατεθειμένοι να απεμπολήσουν τις κατακτήσεις τους, ούτε να εγκαταλείψουν την επεκτατική τους πολιτική. Εκμεταλλεύονται τις συγκυρίες και μεγαλώνουν την σφαίρα των κατακτήσεών τους, εκδιώκοντας ουσιαστικά τους Γάλλους από την Ινδοκίνα. Το σκεπτικό των Ιαπώνων είναι, σε γενικές γραμμές, το εξής: Η Ιαπωνία εξαρτάται κατά το 90% της βιομηχανικής παραγωγής της από πόρους εκτός της χώρας. Κατά συνέπεια, οι πόροι αυτοί πρέπει να βρεθούν εντός της Ιαπωνικής επικράτειας. Οι ΗΠΑ, σκέπτονται οι στρατιωτικοί στο Τόκιο, ασφαλώς θα αντιδράσουν σε αυτό, όπως έχουν ήδη κάνει. Κατά συνέπεια, αργά ή γρήγορα, θα εμπλακούν σε πόλεμο. Ο εμπορικός αποκλεισμός, όμως, θέτει το πρόβλημα των πρώτων υλών και, ιδιαίτερα, των καυσίμων: Η Ιαπωνία έχει δημιουργήσει αποθέματα επαρκή για επιχειρήσεις για ένα έτος. Αν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν επιτύχει τους στόχους της, τότε θα βρεθεί, παρά τον πανίσχυρο στόλο και τη λαμπρή αεροπορία που έχει δημιουργήσει, σε πολύ δυσχερή θέση. Κατά συνέπεια, όσο πιο γρήγορα αρχίσει η κατάκτηση πλουτοπαραγωγικών πηγών, τόσο καλύτερα. Ο Αρχηγός του ιαπωνικού στόλου Ιζορόκου Γιαμαμότο προτείνει την καταστροφή του Αμερικανικού στόλου του Ειρηνικού, που εδρεύει στο Περλ Χάρμπορ, χωρίς να προηγηθεί κήρυξη πολέμου. Αν ο στόχος επιτευχθεί, η Ιαπωνία θα έχει απόλυτη ελευθερία κινήσεων σε ολόκληρο τον Ειρηνικό. Ο Γιαμαμότο δεν εθελοτυφλεί: Προβλέπει ότι οι ΗΠΑ θα αντικαταστήσουν - και με το παραπάνω - τα κατεστραμμένα σκάφη τους[1]. Γι' αυτό, όμως, θα απαιτηθούν ένα έως δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η Ιαπωνία θα έχει πλέον στην κατοχή της ό,τι χρειάζεται για την αντιμετώπιση των αμερικανικών δυνάμεων. Ύστερα από αρκετούς δισταγμούς, το Γενικό Επιτελείο αποδέχεται το σχέδιο του Γιαμαμότο για επίθεση στο Περλ Χάρμπορ.

Οι Αμερικανοί δεν περίμεναν να τους επιτεθούν οι Ιάπωνες, επειδή πίστευαν ότι τα πλοία τους δεν ήταν ευάλωτα σε τορπίλες, αφού τα νερά ήταν ρηχά. Ομως, οι Ιάπωνες καινοτόμησαν και κατασκεύασαν τορπίλες με πτερύγια. Έτσι, οι Αμερικανοί υπέστησαν στρατηγικό και τακτικό αιφνιδιασμό.

Η προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την επίτευξη του στόχου ο Γιαμαμότο κρίνει ότι απαιτείται πολύ προσεκτική προετοιμασία και άριστη εκπαίδευση των αεροπόρων που θα συμμετάσχουν. Επιλέγεται, ως τόπος εκπαίδευσης, η ακτή της Καγκοσίμα (Kagoshima Bay) λόγω των ομοιοτήτων που παρουσιάζει με το Περλ Χάρμπορ. Οι πιλότοι εκπαιδεύονται εντατικά, ωστόσο παρουσιάζεται μια τεχνική δυσχέρεια: Η απόφαση συμμετοχής τορπιλοβόλων αεροπλάνων είναι ήδη ειλημμένη, αλλά μια τορπίλη που ρίπτεται από αεροπλάνο βυθίζεται περίπου 20 μέτρα και ύστερα ανεβαίνει καθώς πλησιάζει το στόχο της. Το Περλ όμως έχει μόνο 12 μέτρα βάθος. Κατά συνέπεια οι τορπίλες δεν θα πλήξουν στόχους, αλλά θα «καρφωθούν» στο βυθό. Την επίλυση του προβλήματος αναλαμβάνει ο πλωτάρχης Μινόρου Γκέντα. Με υπόδειξή του, κατασκευάζονται τορπίλες με ειδικά πτερύγια ανάσχεσης της βύθισης, οι οποίες έγινε δυνατό να παραδοθούν μόλις δύο ημέρες πριν την αναχώρηση του στόλου. Η επιτυχία τους δεν είναι ιδιαίτερα εξασφαλισμένη, καθώς δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για δοκιμές. Η πράξη, ωστόσο, έδειξε ότι η σχεδίαση ήταν απόλυτα επιτυχής.

Από την πλευρά των Αμερικανών δεν υπάρχει η παραμικρή ανησυχία. Η αμερικανική διοίκηση θεωρεί ότι η Χαβάη απέχει πολύ από τις ιαπωνικές βάσεις, ώστε Οι Ιάπωνες να τολμήσουν εναντίον της οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια. Ως συνέπεια, δεν τοποθετούν τα ανθυποβρυχιακά δίκτυα ούτε απλώνουν επάνω από τη βάση το φράγμα αεροστάτων. Το τελευταίο γίνεται ύστερα από παραίνεση του Γενικού Επιτελείου, που συνιστά να αποφεύγεται η λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να ανησυχήσουν τον αμερικανικό πληθυσμό. Τα σκάφη, όπως συνηθίζεται, είναι ελλιμενισμένα το Σαββατοκύριακο, ώστε να μη στερηθούν οι αμερικανοί ναύτες την έξοδό τους. Η αντιαεροπορική άμυνα δεν ενισχύεται (είναι, βέβαια, επαρκής για την αντιμετώπιση αεροπορικής επίθεσης) ούτε καμουφλάρονται οι εγκαταστάσεις της βάσης, τα αεροδρόμια ή οι δεξαμενές καυσίμων. Κανείς δεν υποπτεύεται ότι ένα ιαπωνικό κατασκοπευτικό δίκτυο μεταδίδει πληροφορίες υπό μορφή καθημερινών προγραμμάτων τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού. Η βάση συνεχίζει την ειρηνική της ζωή με βάση το σκεπτικό «αυτό δεν πρόκειται να συμβεί σε μένα!» («It will not happen to me!»). Έτσι, ο Ναύαρχος Χάσμπαντ Κίμελ (Husband E. Kimmel) και ο Στρατηγός Γουόλτερ Σορτ (Walter C. Short) δεν έχουν λάβει κανένα απολύτως μέτρο για την προστασία της βάσης, εκτός από την επαύξηση της επαγρύπνησης εναντίον δολιοφθορών από τον εντόπιο ιαπωνικής καταγωγής πληθυσμό. Η κατοπινή παραπομπή τους σε Στρατοδικείο δεν θα αποκαλύψει παρά μόνο την άγνοια της αμερικανικής ηγεσίας προς τα διεθνώς τεκταινόμενα της εποχής [2].

Οι Αμερικανοί έχουν, ωστόσο, ένα σοβαρό στρατηγικό πλεονέκτημα: Έχουν καταφέρει να αποκρυπτογραφήσουν τον ιαπωνικό κώδικα ανταλλαγής μηνυμάτων. Με τον τρόπο αυτό η Ουάσιγκτον πληροφορείται την επίθεση, όταν, όμως, στέλνει το σήμα συναγερμού στο Περλ είναι ήδη αργά. Διαθέτουν, επίσης, ραντάρ. Η δυσπιστία, όμως, των αξιωματικών προς την νέα αυτή εφεύρεση είναι τόση, ώστε η προειδοποίηση της επίθεσης από το ραντάρ απλά αγνοήθηκε, όπως επισημαίνεται πιο κάτω. Επίσης, υπήρξε μία σειρά από παθολογίες και εμπόδια στον τομέα των υπηρεσιών πληροφοριών, που οδήγησαν στον αιφνιδιασμό. Ένα από αυτά ήταν η «στεγανοποίηση», δηλαδή ο περιορισμός της πρόσβασης στα δεδομένα. Το ναυτικό θεωρούσε το πεζικό κατώτερο και δεν του έδινε τις απαραίτητες πληροφορίες. Κυριαρχούσε το σκεπτικό «need to know», δηλαδή «θα μάθεις μόνον ό,τι είναι απαραίτητο».

Η επίθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίθεση προγραμματίζεται να διεξαχθεί στις 7 Δεκεμβρίου 1941, ημέρα Κυριακή. Την επιχείρηση αναλαμβάνει η 1-η μοίρα αεροπλανοφόρων του Ιαπωνικού στόλου με επικεφαλής τον Ναύαρχο Τσουίτσι Ναγκούμο[3]. Η δύναμή του περιλαμβάνει έξι αεροπλανοφόρα (Ακάγκι, Κάγκα, Χιριού, Σοριού, Σοκακού, Ζουϊκακού), τα οποία μεταφέρουν, συνολικά, 423 αεροσκάφη, καταδιωκτικά, βομβαρδιστικά οριζοντίου επιθέσεως και καθέτου εφορμήσεως καθώς και βομβαρδιστικά μεταποιημένα σε τορπιλοβόλα. Επικεφαλής αυτής της αεροπορικής δύναμης είναι ο πλοίαρχος Μιτσούο Φουσίντα. Περιλαμβάνει, επίσης, τα απαραίτητα καταδρομικά και αντιτορπιλικά καθώς και οκτώ πετρελαιοφόρα σκάφη, τα οποία είναι μεν απαραίτητα, επιβάλλουν όμως σχετικά βραδεία πορεία. Έξι από τα μεγαλύτερης ακτίνας δράσης υποβρύχια της μοίρας μεταφέρουν πέντε «υποβρύχια τσέπης», με πλήρωμα δύο ανδρών το καθένα και δύναμη πυρός από δύο μικρές τορπίλες, ώστε στο αεροπορικό όπλο εναντίον της βάσης να προστεθεί και το υποβρύχιο.

Ο στόλος ξεκινά από την Ιαπωνία στις 2 Δεκεμβρίου 1941. Έχει αποφασιστεί, για την αποφυγή επισήμανσής του, να ακολουθηθεί πορεία από τη βόρεια πλευρά του Ειρηνικού, η οποία είναι σχεδόν έρημη από σκάφη. Αυτό έχει ως συνέπειες τη δυσχερέστατη πορεία των σκαφών λόγω των πολύ κακών καιρικών συνθηκών και την εξασφάλιση της απόλυτης μυστικότητας της πορείας του: Οι Αμερικανοί δεν καταφέρνουν να εντοπίσουν τον ιαπωνικό στόλο ούτε όταν αυτός έχει πλέον λάβει πορεία προς Ιαπωνία: Αγνοούν πώς κατάφερε να προσεγγίσει το Περλ και να επιστρέψει αλώβητος στη βάση του. Οι εντολές του Ναγκούμο ορίζουν ότι αν ανακαλυφθεί η μοίρα 4 ημέρες πριν την επίθεση, οφείλει να ματαιώσει την αποστολή. Αν ανακαλυφθεί 2 ή 3 ημέρες πριν, θα αποφασίσει ο ίδιος αν θα την εκτελέσει ή όχι και αν ανακαλυφθεί σε λιγότερο από 2 ημέρες πριν, θα την εκτελέσει ανεξάρτητα από την επισήμανσή του. Τον πραγματικό στόχο της αποστολής γνωρίζουν μόνον τα πληρώματα των αεροσκαφών και, φυσικά, ο Ναύαρχος και το επιτελείο του. Η πορεία του στόλου δεν επισημαίνεται, αλλά εν πλω φθάνουν δύο σήματα από τον ραδιοφωνικό - κατασκοπευτικό σταθμό: Το ένα διευκρινίζει το ανεμπόδιστο, από φράγμα αεροστάτων, της προσέγγισης των αεροπλάνων. Το άλλο προκαλεί αντιπαράθεση μεταξύ Ναγκούμο και Φουσίντα: Τα αεροπλανοφόρα Σαρατόγκα, Λέξιγκτον και Εντερπράιζ[2], κύριος στόχος της επίθεσης, δεν βρίσκονται πλέον στο Περλ: Το τελευταίο επισκευάζεται στο Σαν Ντιέγκο, τα άλλα δύο παραδίδουν αεροπλάνα σε άλλες αμερικανικές βάσεις του Ειρηνικού. Ο Φουσίντα θεωρεί ότι ο κύριος στόχος της επίθεσης δεν υφίσταται πλέον και προτείνει την ματαίωση της επιχείρησης. Ο Ναγκούμο, ωστόσο, θεωρεί ότι οκτώ θωρηκτά, τρία καταδρομικά, τέσσερα αντιτορπιλικά και πολλά βοηθητικά σκάφη παραμένουν αξιολογότατος στόχος, καθώς τα αεροπλανοφόρα θα στερηθούν την απαραίτητη υποστήριξη από σκάφη επιφανείας, αν δοκιμάσουν να αναλάβουν δραστηριότητα. Η πορεία δεν ανακόπτεται. Ο Ναγκούμο, δύο μέρες πριν την άφιξη της μοίρας στο προκαθορισμένο σημείο αποκαλύπτει στους ναυτικούς τον πραγματικό στόχο της αποστολής. Επικρατεί πολύ μεγάλος ενθουσιασμός.

Στο μεταξύ τα «υποβρύχια τσέπης» φθάνουν στο Περλ. Έφεδρος Σημαιοφόρος της ναρκοθέτιδας «Κόντορ» επισημαίνει ένα από αυτά και ειδοποιεί το σκάφος περιπολίας - έχει βάρδια το αντιτορπιλικό «Γουόρντ». Αυτό, ωστόσο, δεν καταφέρνει να εντοπίσει το άγνωστο υποβρύχιο και εγκαταλείπει την προσπάθεια, αφού ο κυβερνήτης του υποθέτει ότι ο Σημαιοφόρος στο «Κόντορ» έσφαλε. Στις 07:02 το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου δύο νεαροί έφεδροι έχουν βάρδια στο σταθμό ραντάρ. Το όχημα που θα τους μεταφέρει στο κέντρο της βάσης έχει καθυστερήσει, κι έτσι δεν έχουν αποχωρήσει ακόμη, όταν μένουν άφωνοι ρίχνοντας μια ματιά στην οθόνη του ραντάρ: Πολυάριθμα μαύρα στίγματα έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε αυτήν. Επικοινωνούν με τον υπολοχαγό Τάιλερ, αξιωματικό υπηρεσίας, αναφέροντας την επισήμανση. Ο Τάιλερ αποκρίνεται με δυο λέξεις, που έμελλε να μείνουν ιστορικές για τη βάση: «Forget 'em» («ξεχάστε τα»). Λίγα λεπτά αργότερα, ωστόσο, τα «μαύρα στίγματα», που είναι το πρώτο κύμα των ιαπωνικών αεροπλάνων, με επικεφαλής τον ίδιο τον Φουσίντα, έχουν φθάσει στο Οάχου και βλέπουν τους στόχους τους εκεί που περίμεναν να είναι: Στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και κατά μήκος μιας αποβάθρας που αποκαλείται «Battleship Row» (στοίχος πολεμικών). Ο Φουσίντα στέλνει στη μοίρα το συμφωνημένο σύνθημα ότι οι στόχοι είναι στη θέση τους και η επίθεση αρχίζει: «Tora, tora, tora». (Tora στα ιαπωνικά σημαίνει τίγρη). Το σήμα φθάνει όχι μόνον στη μοίρα, αλλά και 5.000 μίλια μακρύτερα, στη ναυαρχίδα του Γιαμαμότο, ο οποίος ενθουσιάζεται. Τα ιαπωνικά αεροσκάφη αναπτύσσονται και αρχίζουν το έργο τους, κτυπώντας όλα τα σκάφη που βρίσκονται ελλιμενισμένα. Παράλληλα, ένα μέρος των αεροπλάνων έχει εντολή να επιλέξει ως στόχο τα αμερικανικά αεροπλάνα που βρίσκονται το ένα πλάι στο άλλο (για να μπορούν να καλυφθούν εύκολα, αν παρίστατο ανάγκη!), ώστε τα ιαπωνικά να δράσουν χωρίς εναέριο αντίπαλο. Πλήττουν τα αεροδρόμια της βάσης και καταστρέφουν στο έδαφος σχεδόν το σύνολο της αμερικανικής αεροπορίας.

Το πρώτο κύμα ολοκληρώνει το έργο του και σε δυάδες ή τριάδες τα αεροσκάφη αποχωρούν για να τα διαδεχθεί το δεύτερο κύμα, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τορπιλοβόλα. Επικεφαλής του δεύτερου κύματος είναι ο υπαρχηγός του Φουσίντα, Σικεγκάζου Σιμαζάκι. Οι δυσκολίες του δεύτερο αυτού κύματος είναι πολύ μεγαλύτερες, καθώς ο ουρανός καλύπτεται από σύννεφα καπνού από την κατεστραμμένη βάση και τα καιόμενα σκάφη. Παράλληλα, η αντιαεροπορική άμυνα έχει αρχίσει τη δράση της - αν και πάσχει από έλλειψη πυρομαχικών: Για λόγους ασφαλείας, όπως σε καιρό ειρήνης, τα πυρομαχικά βρίσκονται όχι κοντά στα πυροβόλα, αλλά στις αποθήκες και (πολύ λίγα) αμερικανικά αεροπλάνα έχουν απογειωθεί για την αντιμετώπιση του εισβολέα. Αυτοί οι παράγοντες συντελούν ώστε το δεύτερο κύμα να μην έχει τα εντυπωσιακά αποτελέσματα του πρώτου: Ολοκληρώνει, απλά, τις ζημίες στα σκάφη και αφήνει μια από τις πλέον βασικές εγκαταστάσεις, αυτή των καυσίμων (την επιλεγόμενη «φάρμα δεξαμενών», tank farm) ανέπαφη. Τα αεροσκάφη εξαντλώντας τις βόμβες τους αποχωρούν. Οι απώλειές τους είναι απίστευτα ελαφρές: 9 καταδιωκτικά, 15 βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης και 5 τορπιλοβόλα (σύνολο ανδρών 55), όταν το Τόκιο υπολόγιζε ότι η αποστολή θα εθεωρείτο επιτυχής με την απώλεια του 50% των αεροσκαφών και του 30% των πλοίων.

Με την επιστροφή των αεροπλάνων στη μοίρα γίνεται απολογισμός της επιχείρησης από τον Φουσίντα, ο οποίος, έχοντας επισημάνει την ακεραιότητα στόχων όπως η «tank farm» προτείνει τον ανεφοδιασμό των αεροπλάνων και την εξαπόλυση τρίτου κύματος επίθεσης. Όμως ο Ναγκούμο είναι υπερβολικά σώφρων: Τα σκάφη των ΗΠΑ καταστράφηκαν, οι ίδιες απώλειες είναι ελάχιστες, δεν υπάρχουν λόγοι να επαυξηθούν για στόχους χωρίς μεγάλη αξία. Ο Φουσίντα προτείνει να προηγηθεί αναγνώριση της ευρύτερης περιοχής για να εντοπισθούν τα αεροπλανοφόρα, όμως ο Ναγκούμο έχει πάρει την απόφασή του και έχει ήδη δώσει την εντολή στη μοίρα να ανακρούσει πρύμνα. Οι διαμαρτυρίες και οι προτάσεις του Φουσίντα δεν τον μεταπείθουν και η μοίρα παίρνει το δρόμο της επιστροφής.

Τα αποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απώλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σκάφη που βρέθηκαν στο Περλ Χάρμπορ τη στιγμή της επίθεσης ήταν τα εξής[4]:

Το θωρηκτό West Virginia βαριά κτυπημένο.
Θα βυθιστεί λίγο αργότερα.

Θωρηκτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • USS Arizona (BB-39) - Βυθίστηκε. Βρίσκεται και σήμερα στο βυθό του όρμου και από πάνω του έχει δημιουργηθεί πλωτή αποβάθρα, ώστε να είναι επισκέψιμο.
  • USS Oklahoma (BB-37) Ανατράπηκε. Ολική απώλεια.
  • USS West Virginia (BB-48) Βυθίστηκε. Ανελκύσθηκε, επισκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Ιούλιο του 1944
  • USS California (BB-44) Βυθίστηκε. Ανελκύσθηκε, επισκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Μάϊο του 1944
  • USS Nevada (BB-36) - Υπεστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Δεκέμβριο του 1942
  • USS Pennsylvania (BB-38) - Βρισκόταν στη δεξαμενή. Υπέστη ελαφρές σχετικά ζημίες, επισκευάσθηκε και εντάχθηκε ξανά στο στόλο τον Αύγουστο του 1942
  • USS Maryland (BB-46) - Υπεστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Φεβρουάριο του 1942
  • USS Tennessee (BB-43) - Υπέστη ελαφρές σχετικά ζημίες, επισκευάσθηκε και εντάχθηκε ξανά στο στόλο τον Μάρτιο του 1942

Καταδρομικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • USS Helena (CL-50) - Υπεστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Ιούνιο του 1942
  • USS Honolulu (CL-48) - Υπέστη ελαφρές σχετικά ζημίες, επισκευάσθηκε και εντάχθηκε ξανά στο στόλο τον Ιανουάριο του 1942
  • USS Raleigh (CL-7) - Yπέστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Ιούλιο του 1942

Αντιτορπιλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • USS Cassin (DD-372) - Βρισκόταν στη δεξαμενή. Υπέστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Φεβρουάριο του 1944
  • USS Downes (DD-375) - Βρισκόταν στη δεξαμενή. Υπέστη σοβαρότατες ζημίες. Ανακατασκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Νοέμβριο του 1943
  • USS Helm (DD-388) - Υπέστη ζημίες, επισκευάσθηκε και ξαναεντάχθηκε στο στόλο τον Ιανουάριο του 1942
  • USS Shaw (DD-373) - Βρισκόταν στη δεξαμενή. Υπέστη σοβαρότατες ζημίες.

Ζημιές υπέστησαν επίσης και όλα τα βοηθητικά σκάφη και σκάφη συνοδείας που βρίσκονταν στο Περλ.

Λοιπές απώλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταστράφηκαν επί του εδάφους 92 αεροσκάφη του αμερικανικού ναυτικού, 31 έπαθαν ζημιές, ενώ καταστράφηκαν και 77 αεροσκάφη του αμερικανικού στρατού και άλλα 128 υπέστησαν ζημίες. Ουσιαστικά, η αεροπορική δύναμη στον Ειρηνικό είχε απομείνει με ελάχιστες δυνάμεις, που απέτρεπαν τη συμμετοχή της σε μεγάλες επιχειρήσεις.

Σε ανθρώπινες ζωές, οι ΗΠΑ θρήνησαν 2.500 περίπου νεκρούς και είχαν, επίσης, περισσότερους από 1.000 τραυματίες. Οι Ιάπωνες είχαν συνολικά 64 νεκρούς (55 αεροπόρους και εννέα από τα υποβρύχια τσέπης).

Πολιτικές συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πολιτικά αποτελέσματα της επίθεσης ήταν κατά πολύ σημαντικότερα από τα στρατιωτικά / στρατηγικά. Η επίθεση αυτή προκάλεσε ισχυρότατο κύμα αγανάκτησης στις ΗΠΑ. Ο Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ εκφωνεί έναν από τους πλέον διάσημους λόγους του, στηλιτεύοντας την άνανδρη επίθεση με τη φράση «...a date which will live in infamy» («η ημέρα αυτή θα καταγραφεί ως ημέρα ντροπής στην Ιστορία»). Η φράση του Προέδρου απηχεί το λαϊκό αίσθημα: Οι Αμερικανοί αποκαλούν τους Ιάπωνες «yellow bastards» και η κοινή γνώμη, που πριν μερικές ώρες ήταν κατά οποιασδήποτε εμπλοκής σε εχθροπραξίες, τώρα μεταστρέφεται και ζητά την κήρυξη πολέμου στην Ιαπωνία. Αφουγκραζόμενος το λαϊκό αίσθημα, ο Πρόεδρος κηρύσσει αυθημερόν τον πόλεμο στην Ιαπωνία (μερικές ημέρες αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου, θα κάνει το ίδιο και στη Γερμανία) και η απόφασή του επικυρώνεται με μία μόνο ψήφο κατά (της Τζάνετ Ράνκιν, Γερουσιαστού της Μοντάνα) από την Γερουσία. Η πολιτική αυτή απόφαση είναι από μόνη της πολύ σημαντική: Ανατρέπει τα μέχρι τότε δεδομένα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αφού εισάγει σε αυτόν την μεγαλύτερη, σε οικονομική ισχύ, χώρα του πλανήτη. Ασφαλώς θα χρειάζονταν πολλοί μήνες ακόμη για την εμπλοκή των ΗΠΑ στον Πόλεμο. Η ιαπωνική ενέργεια τις έθεσε σε αυτόν, βγάζοντάς τις από τον απομονωτισμό, τον οποίο επιθυμούσε η ευρεία μάζα του πληθυσμού μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου. Η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο ενθουσιάζει τον Βρετανό Πρωθυπουργό Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος στήριζε την πολιτική και τις ελπίδες του στην είσοδο των ΗΠΑ στη σύρραξη. Αντίθετα, στη Γερμανία η είσοδος των ΗΠΑ στον Πόλεμο γίνεται δεκτή με σκεπτικισμό και εκνευρισμό: Ο Χίτλερ και οι περί αυτόν - και ιδιαίτερα ο Γκέρινγκ - δεν θεωρούν τις ΗΠΑ σημαντική στρατιωτική δύναμη. Ο Γκέρινγκ δηλώνει «Δεν υποτιμώ τους Αμερικανούς. Είναι ασυναγώνιστοι στην κατασκευή ξυριστικών λεπίδων. Μην ξεχνάτε, ωστόσο, ότι η λέξη "bluff" είναι το κλειδί της κοινωνίας τους...». Η Γερμανική ηγεσία, ωστόσο, δεν παραβλέπει ότι οι ΗΠΑ θα είναι αρωγός, έστω και οικονομικός, της Βρετανίας, άρα απομακρύνεται η δυνατότητα να καταβληθεί ο έσχατος εχθρός σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Στην Ιαπωνία η μοίρα του Ναγκούμο γίνεται δεκτή με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. Ογδόντα εκατομμύρια άτομα παραληρούν για την μεγάλη νίκη, ο Φουσίντα γίνεται εθνικός ήρωας και ο Αυτοκράτωρ απαιτεί να τον δεχθεί σε ακρόαση κατά παράβαση του πρωτοκόλλου (ο Φουσίντα είναι ταπεινής καταγωγής). Ο πολεμικός παροξυσμός φθάνει στο αποκορύφωμά του. Ένας άνθρωπος μόνον παραμένει βλοσυρός: Ο ίδιος ο δημιουργός της επιχείρησης Γιαμαμότο. Σε σχετικές ερωτήσεις των συνεργατών του απαντά ότι δεν είναι ευχαριστημένος. Τα αεροπλανοφόρα, ο κύριος στόχος της επιχείρησης δεν επλήγησαν. Οι ΗΠΑ αντέδρασαν με μεγαλύτερη ταχύτητα και βιαιότητα από όση αναμενόταν. Εν τούτοις, η Ιαπωνία είχε επιτύχει τον στόχο που είχε θέσει, σχεδιάζοντας την επίθεση: Είχε κερδίσει τον χρόνο που της ήταν απαραίτητος για να επεκτείνει την Αυτοκρατορία της στην νοτιοανατολική Ασία, χωρίς να χρειαστεί να εμπλακεί σε μάχες με τις ΗΠΑ. Μπόρεσε, έτσι, να καταλάβει ανενόχλητη τις Φιλιππίνες, την Ινδονησία και όλες τις περιοχές που θεωρούσε απαραίτητες για να επιτύχει τον μακροπρόθεσμο στόχο της, την αυτονομία της σε πλουτοπαραγωγικές περιοχές και πρώτες ύλες. Αποδείχθηκε, όμως, ότι η άποψη του Φουσίντα για εξαπόλυση τρίτου κύματος ήταν, στρατηγικά, ορθότερη της άποψης που επέβαλε ο Ναγκούμο: Πριν περάσουν έξι μήνες, οι ΗΠΑ επιφέρουν την πρώτη ήττα στις Ιαπωνικές δυνάμεις στη Ναυμαχία του Μίντγουεϊ και ανατρέπουν τη στρατηγική κατάσταση στον Ειρηνικό. Αν το τρίτο κύμα, που είχε προτείνει ο Φουσίντα, είχε εξαπολυθεί και επιτύχει τον στόχο του, οι ΗΠΑ θα είχαν αναγκασθεί να εγκαταλείψουν όλες τις βάσεις τους στον Ειρηνικό και να αποσυρθούν στη δυτική ακτή της χώρας τους, αυξάνοντας κατά 2.200 μίλια την απόστασή τους από το θέατρο επιχειρήσεων της Ιαπωνίας.

Πηγές, αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964, τόμος Α΄
  2. 2,0 2,1 StudyWorld
  3. Imperial War Museum
  4. PearlHarbor.org
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα