Ομοφυλοφιλία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ομοφυλοφιλία
Δύο εραστές, περσική μινιατούρα του Ρεζά Αμπασί, περίπου 1630.

Ομοφυλοφιλία (ομο- + φύλο + φιλία) είναι η ερωτική έλξη και η σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ δύο ατόμων του ίδιου φύλουκοινωνικού φύλου). Ως σεξουαλικός προσανατολισμός, η ομοφυλοφιλία είναι το "διαρκές μοτίβο συναισθηματικής, ερωτικής και/ή σεξουαλικής έλξης" προς άτομα του ίδιου φύλου. Επίσης αναφέρεται στην ταυτότητα ενός ατόμου, σχετικά με την έλξη αυτή, και στη συμμετοχή σε κοινότητα ατόμων με την ίδια έλξη.[1][2]

Μαζί με την αμφιφυλοφιλία και την ετεροφυλοφιλία, η ομοφυλοφιλία είναι μία από τις τρεις βασικές κατηγορίες σεξουαλικού προσανατολισμού στο ετερο-ομοφυλοφιλικό φάσμα.[1] Η επιστήμη δεν γνωρίζει τις ακριβείς αιτίες που διαμορφώνουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά πιστεύεται ότι οφείλεται σε μία περίπλοκη αλληλεπίδραση γενετικής, ορμονών και περιβαλλοντικών επιρροών,[3][4][5] και δεν τη θεωρούν επιλογή.[3][4][6] Οι επιστήμονες δείχνουν να συμφωνούν με θεωρίες βασισμένες στη βιολογία,[3] οι οποίες κατευθύνονται προς γενετικούς παράγοντες, το πρώιμο μητρικό περιβάλλον, και τα δύο ή την συμπερίληψη γενετικών και κοινωνικών παραγόντων.[7][8] Δεν υπάρχουν ουσιαστικές μαρτυρίες που να υποδηλώνουν ότι η ανατροφή ή η πρώιμη παιδική ηλικία παίζουν κάποιο ρόλο όσον αφορά το σεξουαλικό προσανατολισμό.[7] Ενώ κάποιοι πιστεύουν ότι η ομοφυλοφιλική συμπεριφορά δεν είναι φυσιολογική,[9] επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι η ομοφυλοφιλία είναι μία φυσική και φυσιολογική μορφή ανθρώπινης σεξουαλικότητας και δεν προκαλεί από μόνη της αρνητικά ψυχολογικά φαινόμενα.[1][10] Δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να στηρίζουν ότι η χρήση ψυχολογικών παρεμβάσεων αλλάζει το σεξουαλικό προσανατολισμό.[11]

Οι πιο συχνοί όροι που αφορούν τα ομοφυλόφιλα άτομα είναι λεσβία για τις γυναίκες και γκέι για τους άντρες, αν και ο όρος γκέι μπορεί να αναφέρεται και σε άντρες και σε γυναίκες. Ο αριθμός των ατόμων που προσδιορίζονται ως γκέι ή λεσβίες και το ποσοστό των ανθρώπων που έχουν ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές εμπειρίες είναι δύσκολο να υπολογιστεί από τους ερευνητές με αξιοπιστία για διάφορους λόγους, όπως το γεγονός ότι πολλοί γκέι και λεσβίες δεν αυτοπροσδιορίζονται ανοιχτά λόγω της ομοφοβίας και της ετεροσεξιστικής διάκρισης.[12] Η ομοφυλοφιλική συμπεριφορά έχει καταγραφεί και παρατηρηθεί επίσης και σε πολλά είδη ζώων.[13][14][15][16][17]

Πολλοί γκέι και λεσβίες αναπτύσσουν σχέσεις, αν και μόλις πρόσφατα άρχισαν να καταγράφονται και να διαμορφώνονται πολιτικές συνθήκες που να θεμελιώνουν την ορατότητα και την απαρίθμησή τους.[18] Αυτές οι σχέσεις είναι ισοδύναμες με τις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις από ψυχολογική άποψη.[2] Ομοφυλοφιλικές σχέσεις και δράσεις έχουν θαυμαστεί, αλλά και καταδικαστεί, μέσα στην ιστορία, ανάλογα με τη μορφή που είχαν και τον πολιτισμό στον οποίο αναπτύσσονταν.[19] Από τα τέλη του 19ου αιώνα, υπήρξε ένα παγκόσμιο κίνημα υπέρ της αυξημένης ορατότητας, αναγνώρισης και νόμιμων δικαιωμάτων για τα ομοφυλόφιλα άτομα, μεταξύ των οποίων ο γάμος ομοφύλων και το σύμφωνο συμβίωσης, η υιοθεσία και η άσκηση του γονικού ρόλου, η εργασία, η στράτευση, η ίση πρόσβαση στην υγεία και η εισαγωγή νόμου κατά της βίας και του εκφοβισμού για την προστασία των γκέι μειονοτήτων.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος ομοφυλοφιλία είναι νεότερο, λόγιο μεταφραστικό δάνειο. Πλάστηκε στην Ελληνική κατά τον 19ο αι. ως απόδοση του γερμ. Homosexualität. Τον γερμανικό όρο είχε πλάσει ο Αυστριακός νευρολόγος-ψυχίατρος von Krafft-Ebing, ο οποίος μελέτησε συστηματικά τις σεξουαλικές αποκλίσεις. Η γερμανική λέξη είναι, εν μέρει, ελληνογενής (ως προς το λεξικό πρόθεμα Homo-, το οποίο ανάγεται στο αρχ. επίθετο ὁμός «κοινός, ο ίδιος»).

Συνεπώς, η ελληνική λέξη, αποδίδοντας τη γερμανική, πλάστηκε από το λεξικό πρόθεμα ομο- (< επίθ. ὁμός), το ουσιαστικό φύλον και το λεξικό επίθημα -φιλία, γνωστό από την ήδη αρχ. ομοφυλία «κοινή καταγωγή». Το ουσιαστικό ομοφυλόφιλος πλάστηκε αργότερα ως υποχωρητικός σχηματισμός (retrograde Bildung) από τη λ. ομοφυλοφιλία.

Σεξουαλικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμπεριφορά και επιθυμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρία, η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία και o Εθνικός Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών ορίζουν το σεξουαλικό προσανατολισμό ως "κάτι παραπάνω από ένα προσωπικό χαρακτηριστικό που διακρίνεται μεμονωμένα. Αντ' αυτού, ο σεξουαλικός προσανατολισμός ενός ατόμου είναι το φάσμα των ανθρώπων με τους οποίους πιστεύει ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει ικανοποιητικούς και πλήρεις δεσμούς.":[2]

Ο σεξουαλικός προσανατολισμός θεωρείται από πολλούς ατομικό χαρακτηριστικό, όπως το βιολογικό φύλο, η ταυτότητα φύλου ή η ηλικία. Αυτή η αντίληψη είναι ημιτελής επειδή ο σεξουαλικός προσανατολισμός αφορά πάντα πλαίσια συντροφικότητας και απαραιτήτως εμπλέκει σχέση με άλλα άτομα. Οι σεξουαλικές δράσεις και οι ερωτικές έλξεις διακρίνονται σε ομοφυλοφιλικές ή ετεροφυλοφιλικές σύμφωνα με το βιολογικό φύλο των ατόμων που εμπλέκονται. Πράγματι, μέσω των πράξεων - ή της επιθυμίας για πράξεις - με άλλα άτομα εκφράζει ένα άτομο την ετεροφυλοφιλία, την ομοφυλοφιλία ή την αμφιφυλοφιλία του. Αυτές οι πράξεις μπορεί να είναι το κράτημα των χεριών ή το φίλημα σε ένα άτομο. Άρα, ο σεξουαλικός προσανατολισμός συνδέεται ολοκληρωτικά με τις οικείες προσωπικές σχέσεις που συνάπτουν οι άνθρωποι για να συναντήσουν τις πραγματικές τους ανάγκες για αγάπη, αφοσίωση και οικειότητα. Επιπρόσθετα με την σεξουαλική συμπεριφορά, αυτοί οι δεσμοί περικλείουν μη σεξουαλική σωματική επίδραση μεταξύ των συντρόφων, κοινούς στόχους και αξίες, αμοιβαία υποστήριξη και συνεχή αφοσίωση.[2]

Η κλίμακα Κίνσεϊ αποπειράται να περιγράψει το σεξουαλικό ιστορικό ενός ανθρώπου ή επεισόδια της σεξουαλικής του δραστηριότητας σε μια δεδομένη στιγμή. Χρησιμοποιεί μία κλίμακα από το 0, που σημαίνει αποκλειστικά ετεροφυλόφιλος, μέχρι το 6, που σημαίνει αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. Και στους Θηλυκούς και στους Αρσενικούς τόμους στις Αναφορές του Κίνσεϋ, είχε ερμηνευθεί ένας επιπλέον βαθμός, με την ένδειξη Χ, από τους μελετητές για να υποδηλώσουν την ασεξουαλικότητα.[20]

Σε μία μελέτη του 2004, οι γυναίκες (γκέι και στρέιτ) είχαν ερεθιστεί σεξουαλικά όταν είδαν ετεροφυλοφιλικές και λεσβιακές ερωτικές ταινίες. Μεταξύ των ανδρών όμως, οι στρέιτ άνδρες είχαν ερεθιστεί μόνο με ερωτικές ταινίες με γυναίκες, ενώ οι γκέι άνδρες μόνο με ταινίες με άνδρες. Ο πρωτεύων ερευνητής της μελέτης είπε ότι η σεξουαλική επιθυμία των γυναικών έχει λιγότερο άκαμπτη τάση προς ένα συγκεκριμένο φύλο σε σχέση με τους άνδρες και είναι πιο μεταβλητή στο χρόνο.[21]

Σεξουαλικός προσανατολισμός και σεξουαλική ρευστότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολύ συχνά, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα του σεξουαλικού προσανατολισμού (γκέι, λεσβία, αμφί κτλ) είναι το ίδιο και αυτό μπορεί να αποτελέσει σαφή εκτίμηση της σεξουαλικής ταυτότητας και κατά πόσο μπορεί να αλλάξει ή όχι ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Η ταυτότητα του σεξουαλικού προσανατολισμού μπορεί να αλλάξει κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου και ενδέχεται να ταιριάζει με το φύλο, τη σεξουαλική συμπεριφορά ή και τον ίδιο το σεξουαλικό προσανατολισμό.[22][23][24] Ενώ το Κέντρο Εξάρτησης και Ψυχικής Υγείας και η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία υποστηρίζουν ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι έμφυτος, συνεχής ή σταθερός κατά τη διάρκεια της ζωής για μερικά άτομα, αλλά για άλλους είναι ρευστός ή αλλάζει κατά καιρούς για κάποιους,[25][26] η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρία ξεχωρίζει το σεξουαλικό προσανατολισμό (μία έμφυτη τάση) από την ταυτότητα σεξουαλικού προσανατολισμού (που μπορεί να αλλάξει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση στη ζωή ενός ανθρώπου).[27]

Μία μελέτη του 2012 έδειξε ότι το 2% ενός δείγματος 2.560 ενήλικων συμμετεχόντων ανέφεραν αλλαγή στην ταυτότητα σεξ. προσανατολισμού ύστερα από μία δεκαετή περίοδο. Για τους άντρες, αναφέρθηκε αλλαγή στο 0,78% εκείνων που αυτοπροσδιορίζονταν ως ετεροφυλόφιλοι, στο 9,52% των ομοφυλοφίλων και στο 47% των αμφιφυλοφίλων. Για τις γυναίκες, αναφέρθηκε αλλαγή στο 1,36% των ετεροφυλοφίλων, στο 63,6% των λεσβιών και στο 64,7% των αμφιφυλοφίλων. Οι ερευνητές εισηγήθηκαν ότι η ετεροφυλοφιλία ίσως είναι πιο σταθερή ταυτότητα εξαιτίας του κανονιστικού καθεστώτος της.[28]

Η διετής μελέτη της Λίζα Ντάιμοντ (Lisa M. Diamond) σε ένα δείγμα 80 μη ετεροφυλόφιλων ενήλικων γυναικών (ηλικίας 16-23) ανέφερε ότι οι μισές συμμετέχουσες είχαν αλλάξει ταυτότητες μειονοτικών σεξουαλικών προσανατολισμών (λεσβία, αμφί, κουήρ κτλ.) παραπάνω από μία φορά, το ένα τρίτο από τις οποίες έγινε κατά τη διάρκεια της έρευνας. Η Ντάιμοντ συμπέρανε ότι "αν και οι σεξουαλικές έλξεις μοιάζουν αρκετά σταθερές οι σεξουαλικές ταυτότητες και συμπεριφορές είναι πιο ρευστές."[29]

Ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίστηκε αρχικά από την επιστήμη της ψυχολογίας ως ψυχική νόσος. Το 1952 κατά την κατάρτιση του εγχειριδίου διαγνωστικής και στατιστικής των νοητικών ασθενειών (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, η ομοφυλοφιλία συμπεριλήφθηκε ανάμεσα στις ψυχικές διαταραχές. Το 1974 το λήμμα που αφορά στην ομοφυλοφιλία απαλείφθηκε από το συγκεκριμένο εγχειρίδιο, λόγω σφοδρής κριτικής από την ψυχιατρική κοινότητα. Η ομοφυλοφιλία πλέον θεωρείται από την επιστήμη ως «κανονική και θετική παραλλαγή της ανθρώπινης σεξουαλικότητας».      

Αρνητική αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ομοφοβία

Η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται από πολλούς ως κάτι αρνητικό. Πολλές θρησκείες την αντιμετωπίζουν ως αμαρτία και σε πολλές κοινωνίες είναι στιγματισμένη ως ανεπιθύμητο φαινόμενο.

Χριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιησούς Χριστός ποτέ δεν αναφέρθηκε στην ομοφυλοφιλία ούτε και δίδαξε κάτι σχετικά με αυτήν. Ο Απόστολος Παύλος στην επιστολή του κατά Ρωμαίους καταδικάζει την ομοφυλοφιλική πράξη και όχι τον ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό την οποία κατατάσσει μαζί με την ειδωλολατρία στο παρά φύσιν κτίσμα. Σήμερα ορισμένες Προτεσταντικές εκκλησίες έχουν αποδεχτεί την τέλεση ομοφυλοφιλικων θρησκευτικών γάμων ενώ χειροτονούν πλέον και ομοφυλόφιλους ιερείς. Αντίθετα οι δύο μεγαλύτερες εκκλησίες του κόσμου η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κάθετα αντίθετες στην αποδοχή της. Ωστόσο σε αρκετά κράτη που αποτελούν κυρίαρχη θρησκευτική ομάδα υφίσταται πλέον νομική αναγνώριση των ομοφύλων ζευγαριών (π.χ Γαλλία,Ισπανία,Βραζιλία,Γερμανία,πρόσφατα και στην Ελλάδα). Εξαίρεση αποτελούν χώρες που η εκκλησίες διαθέτουν πολύ ισχυρή επιρροή και στις οποίες η ομοφυλοφιλία είτε είναι παράνομη είτε βρίσκεται στο κοινωνικό περιθώριο και υφίσταται πολύ σημαντική καταπίεση με την σύμφωνη γνώμη πολλές φορές και των κυβερνήσεων των κρατών αυτών όπως η Ρωσία, η Σερβία, η Αρμενία, η Κένυα, η ΝιγηρίαΣιγκαπούρη και αλλά κράτη.

Ισλάμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα τα δόγματα του Ισλάμ θεωρούν την ομοφυλοφιλία θανάσιμο αμάρτημα. Ο Μωάμεθ μέσα από τη διδασκαλία του καταδίκασε έντονα την ομοφυλοφιλία ως αμαρτωλή πράξη αναφέροντας την ώς έναν από τους λόγους καταστροφής των πόλεων Σόδομα και Γόμορα(παρόμοια αντίληψη έχουν ο Χριστιανισμός και ο Ιουδαϊσμός) ενώ σύμφωνα με την Μωαμεθανική διδασκαλία μπορεί να προκαλέσει ακόμα και την επέμβαση του Αλλάχ (Θεού) με καταστροφικές συνέπειες για όσους διαπράττουν ομοφυλοφιλικές πράξεις ενώ όσοι πραγματοποιούν ομοφυλοφιλικές πράξεις θα υποστούν μια φρικτή τιμωρία στην κόλαση. Τα περισσότερα μουσουλμανικά κράτη θεωρούν παράνομη την ομοφυλοφιλία. Εξαίρεση αποτελούν κράτη όπως η Τουρκία, η Ιορδανία, η Παλαιστίνη κ.α που η κοινωνία είναι σχετικά πιο ανεκτική. Ωστόσο σε κανένα κράτος που να έχει το Ισλάμ ως επικρατέστερη θρησκεία δεν υφίσταται νομική κάλυψη των ομοφύλων ζευγαριών.

Ιουδαϊσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιουδαϊσμός θεωρεί την ομοφυλοφιλία αμαρτία που εναντιώνεται στα σχέδια του Θεού αναφέροντας το παράδειγμα των βιβλικών πόλεων Σόδομα και Γόμορα που καταστραφηκαν από τον Γιαχβέ. Οι παραδοσιακές συναγωγές αντιμετωπίζουν εχθρικά την ομοφυλοφιλία, ενώ οι μεταρρυθμιστικές υποστηρίζουν την νομιμοποίηση τής αλλά όχι την νομική κάλυψη της.

Η τεκμηρίωση της ομοφυλοφιλίας ως φυσιολογικής ερωτικής και σεξουαλικής συμπεριφοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δύο κυριότερα επιχειρήματα προέρχονται από τη φύση και τις θεωρούμενες σήμερα φυσιολογικές πρακτικές του ανθρώπινου είδους. Το επιχείρημα από τη φύση είναι ότι η ομοφυλοφιλία συναντάται και σε μερικά ζώα (οι εκτιμήσεις ποικίλουν),πολλά από από τα οποία κινδυνεύουν να εξαφανιστούν αλλά αυτό μάλλον οφείλεται στον άνθρωπο. Κατά τα άλλα, σε πολλές περιπτώσεις θεωρείται αρετή η επικυριαρχία πάνω στα φυσικά ένστικτα. Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι το σεξ με προφυλάξεις (που στοχεύει μόνο στην ηδονή) και γίνεται από ετερόφυλα ή/και άτεκνα με τη θέλησή τους ζευγάρια, δεν αντιμετωπίζει την ίδια εχθρότητα όπως το σεξ των ομοερωτικών ζευγαριών.

Επιπροσθέτως, στο ζωικό βασίλειο η εμφάνιση της ομοφυλοφιλίας έχει παρατηρηθεί ότι αποσκοπεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα (κάτι το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν αποκλείεται και στον άνθρωπο να εμφανίζεται τουλάχιστον περιοδικά ενστικτωδώς για να επιφέρει συγκεκριμένα οφέλη στην εξέλιξη του είδους). Για παράδειγμα, έχει παρατηρηθεί ότι σε συγκεκριμένα είδη τα αρσενικά εμποδίζουν την σπερματική αποτελεσματικότητα άλλων αρσενικών με το να ζευγαρώνουν μαζί τους. Παρομοίως σε άλλα το ζευγάρωμα με άλλο αρσενικό αποσκοπεί στην μεταφορά γενετικού υλικού, το οποίο θα μεταφερθεί σε θηλυκό με το οποίο ο αποδέκτης θα ζευγαρώσει αργότερα (συνεπώς ένα είδος εξελικτικού ανταγωνισμού). Η στάση ζευγαρώματος παρόμοιας με εκείνη των θηλυκών έχει παρατηρηθεί σε άλλα, όταν επικρατεί ήττα από άλλο αρσενικό, λειτουργία που πιθανόν αποσκοπεί στην παραδοχή και αρμονική συνύπαρξη προς όφελος της ομάδας. Ζευγάρια θηλυκών γλάρων είναι κοινότυπα, κάτι το οποίο συνήθως πιστεύεται ότι οφείλεται στην έλλειψη αρσενικών στο είδος σε σχέση με τις ανάγκες μεγαλώματος των νεογνών.

Σύμφωνα με τη θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά, οι Αβρααμικές θρησκείες (η ιουδαϊκή, η χριστιανική και η ισλαμική) αντιτίθενται με βάση τα ιερά κείμενά τους στην ομοφυλοφιλία.

Στις Εβραϊκές Γραφές (Παλαιά Διαθήκη) γίνεται η εξής αναφορά στην ομοφυλοφιλία: «Καὶ ὃς ἂν κοιμηθῇ μετά ἄρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα ἐποίησαν ἀμφότεροι· θανάτῳ θανατούσθωσαν, ἔνοχοί εἰσιν». (Λευιτικό 18:22· 20:13, Ο') Παρόμοια, στην Καινή Διαθήκη η ομοφυλοφιλία χαρακτηρίζεται ως αφύσικη συνήθεια: «Ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες». (Ρωμαίους 1:27) Μάλιστα όσοι εμμένουν σε αυτή την πορεία «βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι». (1 Κορινθίους 6:9, 10) Εκκλησιαστικοί πατέρες αντιμετώπισαν την αρσενοκοιτία — πολύ πιο σπάνια ασχολήθηκαν με το λεσβιασμό — ως αμαρτία, ενώ κάτι τέτοιο απαγορεύει και το Κοράνι.

Αντεπιχειρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασικό θεολογικό αντεπιχείρημα στα θρησκευτικά επιχειρήματα είναι ότι τα θρησκευτικά κείμενα πρέπει να ερμηνεύονται υπό τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Απαγορεύοντας οι θρησκείες την αρσενοκοιτία είχαν κυρίως κατά νου την πολλές φορές σκοτεινή και ανομολόγητη σαρκική της πλευρά, την αναζήτηση δηλαδή καθαρά σαρκικής ηδονής, αφού τις εποχές που γράφτηκαν οι κοινωνικά αποδεκτές ενώσεις ομοφύλων που στόχευαν σε αληθινή κοινωνία μεταξύ των συμμετεχόντων (όπως ο γάμος) ήταν μάλλον σπάνιες. Στην εποχή μας όμως τα ζευγάρια ομοφυλοφίλων που δε στοχεύουν μόνο στην πρόσκαιρη σαρκική ηδονή, αλλά και στην ένωση ψυχής και σώματος είναι πολύ περισσότερα (καθώς η διαρκής και επίσημη συμβίωση ομοφύλων εραστών είναι περισσότερο αποδεκτή). Οπότε απαγορεύοντας οι θρησκείες την ομοφυλοφιλία, στην ουσία δεν απαγόρευαν τίποτε άλλο από άλλη μια μορφή υποδούλωσης της ψυχής στο σώμα. Έτσι, απαγόρευσαν τη λαιμαργία, χωρίς, όμως, να απαγορεύσουν και το φαγητό. Επίσης ενώ τα θρησκευτικά κείμενα καταδικάζουν τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ανδρών δεν κάνουν καμία αναφορά στις σεξουαλικές σχέσεις και τον έρωτα μεταξύ γυναικών.

Άλλα αντεπιχειρήματα μπορούν να ενταχθούν στη γενικότερη συζήτηση για τον ρόλο των θρησκειών στη σύγχρονη κοινωνία, όπως για παράδειγμα το επιχείρημα ότι ένα σύγχρονο κράτος θα πρέπει να είναι κοσμικό και όχι θεοκρατικό, με τους θρησκευτικούς κανόνες να ισχύουν στην καλύτερη περίπτωση -μόνο και εθελοντικά- για τους πιστούς της εκάστοτε θρησκείας. Ένα ακόμα επιχείρημα υπέρ της απόρριψης των θρησκευτικών κειμένων -ως οδηγών για τη σεξουαλική συμπεριφορά και τη θέσπιση νόμων- αναφέρει την γενικότερη απαξίωση και δαιμονοποίηση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, ακόμη και απολύτως φυσιολογικών συμπεριφορών μεταξύ ετεροφυλόφιλων, από κοινωνίες, εποχές και κοινωνικές τάξεις που θεωρούσαν ως αποκλειστικό σκοπό της σεξουαλικής πράξης την τεκνοποίηση.

Η ομοφυλοφιλία στην ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απόψεις κατά της ομοφυλοφιλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την Σπάρτη αναφέρει ο Πλούταρχος "ο ψυχικός δεσμός μεταξύ των νέων δεν είχε καμία σχέση με τις σωματικές επαφές και οτί εστερείτο τα πολιτικά του δικαιώματα δυνάμει νόμου όποιος προσπαθούσε να ασελγήσει εις βάρος άλλου"Λακεδ.Επιτηδ.7,237C

Ο Αίσωπος αναφέρει «Ο Ζευς πλάθοντας τους ανθρώπους, έβαλε μέσα τους διάφορες ψυχικές αρετές και μόνο την ντροπή λησμόνησε να βάλει. Γι' αυτό, μη έχοντας άλλο δρόμο να την τοποθετήσει, την πρόσταξε να μπει απ' τον πισινό των ανθρώπων. Εκείνη αρχικά αρνήθηκε και διαμαρτυρήθηκε για τη προσβολή. Επειδή όμως ο Ζευς τη ζόρισε πολύ, είπε: «Ας είναι, θα μπω, υπό τον όρο ότι από κει δε θα μπει ο έρωτας. Γιατί αν τύχει και μπει, εγώ θα βγω αμέσως» Αισώπου Μύθοι,"ΖΕΥΣ ΚΑΙ ΝΤΡΟΠΗ"

Ο Αριστοφάνης στο Νεφέλες αναφέρει συνεχώς υποτιμητικά την λέξη "εὐρύπρωκτος" και βάζει τον Στρεψιάδη να βρίζει τον γίο του επειδή τον βάρεσε λεγοντάς τον "λακκόπρωκτον".

Ο δε Πλάτων αναγράφει:"Είναι λοιπόν κατανοητό ότι η φύσις ωθεί τα θηλυκά να είναι σε επαφή με τα αρσενικά από την γέννηση τους και η ηδονή σε αυτά είναι φανερό ότι έχει δοθεί σύμφωνα με την φύσιν, ενώ των αρσενικών με τα αρσενικά και θηλυκών με τα θηλυκά παρά φύσιν"Νόμοι 636c και πιο κάτω αναφέρει "Καλύτερα την μεταξύ ανδρών επαφή να την απαγορεύσουμε εντελώς"

Η άποψη του Σωκράτους για το θέμα αναφέρεται από τον Ξενοφώντα "Αντιθέτως όμως όταν αντελήφθεί πως ο Κριτίας ήταν ερωτευμένος με τον Ευθύδημο και επροσπαθούσε να τον χρησιμοποιήσει καθώς εκείνοι που απολαμβάνουν τα σώματα αφροδισιακά, τον απέτρεπεν ο Σωκράτης λέγοντας ότι και ανάξιο για ελεύθερον άνθρωπο είναι και ανάρμοστο για έναν άνδρα μορφωμένον ενάρετα , εκείνον που αγαπάς , χαρίν του οποίου θέλει να φαίνεται πως αξίζει πολύ, να τον ζητιανεύει ικετευοντάς να τον στηρίξει σε κάτι που μάλιστα κάθε άλλο παρά αγαθό είναι.Επειδή δε ο Κριτίας δεν άκουσε αυτά τα λόγια και δεν απομακρυνόταν απο τον σκοπό του λέγεται ότι ο Σωκράτης παρουσίαν και πολλών άλλων και του Ευθυδήμου είπεν ότι του φαίνεται πως ο Κριτίας υποφέρει από κάτι που παθαίνουν οι χοίροι αφού επιθυμεί να τρίβεται επάνω στον Ευθύδημο όπως ακριβώς τρίβονται τα χοιρίδια στις πέτρες.Εξ αιτίας αυτών ακριβώς ο Κριτίας εμισούσε τον Σωκράτη" Απομνημονεύματα Α II30

Απόψεις υπέρ της ομοφυλοφιλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μισέλ Φουκώ στο βιβλίο του L' usage de plaisir (κεφάλαιο ΙV, 1), από βιβλία ιστορικών σχετικά με τα ήθη των αρχαίων, βγάζει το συμπέρασμα ότι η οροθετική, ηθική γραμμή στην Ελλάδα, δεν περνούσε ανάμεσα στους ομοφυλόφιλους και τους ετεροφυλόφιλους, αλλά ανάμεσα στους εγκρατείς και τους έκφυλους. Το να μην μπορείς να αντισταθείς στους άνδρες δεν ήταν περισσότερο σοβαρό από το να ενδίδεις στα θέλγητρα μιας γυναίκας και μόνο η έλλειψη αυτοελέγχου επέσυρε την αποδοκιμασία. Αντίστροφα, για να εγκωμιάσουν την εγκράτεια ενός άντρα, υπογράμμιζαν ότι ήταν ικανός να απέχει τόσο από τους άντρες όσο κι από τις γυναίκες.

Ο ιστορικός Ξενοφών βάζει τον τύραννο Ιέρωνα να λέει: Ο έρωτάς μου για τον Δαΐλαχο συνδέεται ίσως με την ανθρώπινη φύση που μας αναγκάζει ν' αναζητούμε τα πλάσματα που είναι ωραία, αλλά διακαής μου επιθυμία είναι να μη χρωστώ το αντικείμενο των πόθων μου παρά στον έρωτά του για μένα και στην ελεύθερη βούλησή του. (Ιέρων, Ι, 33).

Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης εκφράζει για την ανθρώπινη φύση, την απαλλαγμένη από κάθε ηθική εκτίμηση, κρίση για την ομοφυλοφιλία: Όταν αιτία είναι η φύση, κανείς δεν θα ονόμαζε αυτά τα άτομα ανήθικα, όπως δεν ονομάζει ανήθικες τις γυναίκες επειδή έχουν παθητικό και όχι ενεργητικό ρόλο κατά την ερωτική συνομιλία. (Ηθικά Νικομάχεια, 7, 5, 3).

Στους Νόμους του ο Πλάτων καταδικάζει την ομοφυλοφιλία στο όνομα της φύσης. Μια καλή νομοθεσία, προτείνει, πρέπει να απαγορεύει αυτή τη μορφή σχέσεων. Εκείνο που περισσότερο μέμφεται στην ομοφυλοφιλία είναι περισσότερο το αναιτιολόγητο της ηδονής, η ασέλγεια στην ηδονή (Ι, 636), η θορυβώδης αναζήτηση της ηδονής, παρά ο αντρικός έρωτας.

Στο έργο του Συμπόσιο ο Πλάτων βάζει τον Αριστοφάνη να λέει για τους ομοφυλόφιλους τα εξής: Και είν' αυτοί οι εκλεκτοί μεταξύ των παιδιών και των εφήβων, επειδή έχουν στην φύση τους πολύ ανδρισμό. Μερικοί βέβαια τους αποκαλούν αδιάντροπους. Αλλά δεν είν' αλήθεια. Διότι το κάνουν όχι από αναισχυντία, αλλ' από θάρρος και από γενναιότητα και από τον αρρενωπό τους χαρακτήρα. Τους ενθουσιάζει ό,τι είναι όμοιο προς την φύση τους.

Επιστημονικές μελέτες για την ομοφυλοφιλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ζήτημα αν η ομοφυλοφιλία είναι κάτι που μαθαίνεται ή είναι έμφυτη τάση διάφορες μελέτες προτείνουν μια πιθανή γενετική βάση για την ομοφυλοφιλική συμπεριφορά. Είναι πολύ δύσκολο, εντούτοις, να καθιερωθεί αποφασιστικά η γενετική προέλευση για οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά, και η μελέτη της ομοφυλοφιλίας παρουσιάζει μερικά μοναδικά προβλήματα (McGuire, 1995).

Οι μελέτες για την ομοφυλοφιλία παρουσιάζουν δυσκολία στην κατάταξη των ατόμων ως έχοντα τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τους ομοφυλόφιλους. Οι ερευνητές θα πρέπει να αποφασίσουν εάν θα στηριχθούν στη συχνότητα της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς, στην ηλικία στην οποία άρχισε ή στην παρουσία των ομοφυλοφιλικών φαντασιώσεων. Το πρόβλημα γίνεται δυσκολότερο επειδή πολλοί άνθρωποι είναι απρόθυμοι να αναγνωρίσουν το σεξουαλικό προσανατολισμό τους (Billings & Beckwith, 1993).

Η έρευνα στη βιολογική βάση της ομοφυλοφιλίας έχει εστιάσει σε τέσσερις περιοχές:

  • δομικές μετρήσεις του εγκεφάλου
  • των γενετικών δεδομένων
  • των οικογενειακών τάσεων και
  • των ανατομικών ομοιοτήτων.

Σε μια μελέτη εγκεφάλου, οι LeVay και Hamer το 1994 ανέφεραν ότι ένα τμήμα μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο αποτελεί βιολογικό δεδομένο για την αρσενική ομοφυλοφιλία. Εξέτασαν τμήμα του υποθαλάμου του εγκεφάλου σε δείγματα αυτοψίας από 19 ομοφυλόφιλους και 16 ετεροφυλόφιλους άνδρες και 6 γυναίκες άγνωστου σεξουαλικού προσανατολισμού. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η περιοχή που μελετήθηκε ήταν δύο φορές μεγαλύτερη στους ετεροφυλόφιλους άνδρες απ' ό,τι στις γυναίκες, ενώ ήταν δύο ή τρεις φορές μεγαλύτερη στους ετεροφυλόφιλους άνδρες από την αντίστοιχη στους ομοφυλόφιλους.

Βέβαια, υποστηρίχθηκε επίσης ότι τα δείγματα ίσως ήταν προβληματικά επειδή όλα τα άτομα πέθαναν από AIDS και οι διαφορές στον εγκέφαλο μπορεί να προήλθαν από ορμονικές ανωμαλίες που συνδέονται με το AIDS, αφού μερικά απο τα συμπτώματα του AIDS είναι οι νευρολογικές αλλοιώσεις. Επιπλέον, οι μελέτες είναι δύσκολο να γίνουν και πολύ δύσκολο να επαναληφθούν.

Άλλα ερευνητικά συμπεράσματα προτείνουν ότι μια περιοχή του χρωμοσώματος Χ μπορεί να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στον καθορισμό του αρσενικού σεξουαλικού προσανατολισμού (Hamer, Hu, Magnuson, HU & Pattatucci, 1993, Hu, Pattatucci & Hamer 1995, LeVay & Hamer, 1994). Οι ερευνητές ανέφεραν ότι 33 από τα 40 ζεύγη ομοφυλόφιλων αδελφών είχαν τους ίδιους q28 δείκτες στα χρωμοσώματα Χ. Η κριτική που ασκήθηκε στην μελέτη αυτή (Byne 1994) ανέφερε πως καλύφθηκε ένα μικρό μόνο δείγμα ομοφυλόφιλων ανδρών, χωρίς να γίνουν εξετάσεις στα ετεροφυλόφιλα αδέλφια τους.

Ο Cherny, εντούτοις, παρουσίασε μια μελέτη, που όχι μόνο επιβεβαίωσε τα πορίσματα σε ένα νέο δείγμα 33 ζευγαριών ομοφυλοφίλων, αλλά επιπλέον διαπίστωσε ότι ο δείκτης Xq28 δεν υπήρχε στους ετεροφυλόφιλους αδελφούς τους (Holden, 1995). Έτσι, δημιουργήθηκε η υπόθεση ότι η μητρική επιρροή ήταν σημαντική στην ομοφυλοφιλία ως πιθανός γενετικός φορέας κάποιου γονιδίου που σχετίζεται με την ομοφυλοφιλία.

Οι μελέτες που έγιναν σε διδύμους και τις οικογένειές τους είναι βασισμένες στην αρχή ότι τα γενετικά γνωρίσματα συνοδεύουν την οικογένεια. Οι Bailey και Bell (1993) εξέτασαν μια μεγάλη ομάδα αρρένων ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων, συμπεριλαμβανομένων και ομοζυγωτικών και ετεροζυγωτικών διδύμων, μη δίδυμων αμφιθαλών και υιοθετημένων αμφιθαλών αδελφών. Τα αποτελέσματά έδειξαν ότι 52% των ομοζυγωτών δίδυμων ήταν και οι δύο ομοφυλόφιλοι, έναντι 24% των διδύμων ετεροζυγωτών. Δεδομένου ότι οι ομοζυγώτες δίδυμοι μοιράζονται 100% των γονιδίων και οι ετεροζυγώτες δίδυμοι το 50% περίπου, τα αποτελέσματα αυτά πρότειναν μια βιολογική βάση για την ομοφυλοφιλία.

Επιπλέον, βρέθηκε ότι στους μη δίδυμους αδελφούς (που μοιράζονται επίσης το 50% περίπου των γονιδίων τους), μόνο το 9% ήταν και οι δύο ομοφυλόφιλοι. Επιπλέον, τα υιοθετημένα αδέλφια που δεν μοιράζονται οποιαδήποτε γονίδια, σε ποσοστό 11% ήταν και τα δύο ομοφυλόφιλοι. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματά αυτά δείχνουν πως η ομοφυλοφιλία αφορά ένα μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων από το 1-5% που αναφέρουν συνήθως οι στατιστικές, ενώ θεωρούν ότι κάτι στο περιβάλλον διαδραματίζει ενεργό ρόλο στη σεξουαλική προτίμηση.

Έτσι, το σύνολό των αποτελεσμάτων δείχνουν ότι ενώ η γενετική είναι πιθανό να διαδραματίσει τον ρόλο της στην ομοφυλοφιλία, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες συμβάλλουν επίσης στο σεξουαλικό προσανατολισμό (Byne 1994, Haynes, 1995).

Σε άλλες μελέτες, ορισμένα ανατομικά και φυσιολογικά γνωρίσματα συνδέθηκαν με την ομοφυλοφιλία. Για παράδειγμα, σε σχέση με την τάση χρήσης ενός μόνο χεριού, διαπιστώθηκε ότι πολύ λιγότεροι ομοφυλόφιλοι ήταν δεξιόχειρες (Holtzen 1994). Επίσης, οι McCormick και Witelson (1994) επίσης ανέφεραν ότι τα ομοφυλόφιλα άτομα, ανεξαρτήτου φύλου, ήταν συχνότερα αριστερόχειρες. Κάποτε διατυπώθηκε η σύγκριση αυτού του γεγονότος με το ότι οι αριστερόχειρες είναι άτομα αυξημένης ευφυίας αλλά οι επιστήμονες δεν μπόρεσαν να βρουν τον λόγο της σύνδεσης Ομοφυλοφιλία <=> Αριστερόχειρας <=> Αυξημένη ευφυΐα (τουλάχιστον μέχρι σήμερα).

Τοξικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει μια συσχέτιση τοξικού περιβάλλοντος με την αύξηση της πιθανότητας ομοφυλοφιλίας σε ζώα και σε ανθρώπους. Όπως υδράργυρος[30] στα ζώα και τα πλαστικά [31] να αλλάζουν την δομή ανάπτυξης του εγκεφάλου[32] προ γέννησης στους ανθρώπους. Επίσης τοξικά όπως ο Χλωρπίριφος[33] (Chlorpyrifos).

Οι έρευνες αυτές αμφισβητούνται από πολλούς. Συγκεκριμένα η έρευνα που αφορά τα πλαστικά και τον άνθρωπο, αμφισβητείται λόγω του μικρού δείγματος στην μετέπειτα αξιολόγηση σε σχέση με τον αρχικό αριθμό, αφού το ποσοστό αυτό ήταν 45%.[34]

Επιπλέον ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φυτράκης Ευτ., σε: Ν.Παρασκευόπουλο/Ε.Φυτράκη, Αξιόποινες σεξουαλικές πράξεις, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 364-395
  • Gay Science: The Ethics of Sexual Orientation Research, Columbia University Press, 1997
  • Childhood Education Journal, Vol. 73, 1996
  • Handbook of Gay, Lesbian Bisexual and Transgender Administration and Policy, Marcel Dekker, 2004
  • Massimo Consoli, "ΙΔΟΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ - Η ομοφυλοφιλία στη Βίβλο", επιμέλεια Νίκος Κλειτσίκας (http://www.nikosklitsikas.gr/), Προσκήνιο, Αθήνα 2001. http://www.nikosklitsikas.gr/ecce.html
  • Για την ενότητα Ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα, τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του Dominique Fernandez "Η αρπαγή του Γανυμήδη", εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1995, σελίδες 9-11, ISBN 960-256-220-X

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «Sexual orientation, homosexuality and bisexuality». American Psychological Association. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις August 8, 2013. https://web.archive.org/web/20130808032050/http://www.apa.org/helpcenter/sexual-orientation.aspx. Ανακτήθηκε στις August 10, 2013. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 «Case No. S147999 in the Supreme Court of the State of California, In re Marriage Cases Judicial Council Coordination Proceeding No. 4365(...) – APA California Amicus Brief — As Filed» (PDF), σ. 30. http://www.courts.ca.gov/documents/Amer_Psychological_Assn_Amicus_Curiae_Brief.pdf. Ανακτήθηκε στις 21 December 2010. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Frankowski BL; American Academy of Pediatrics Committee on Adolescence (June 2004). «Sexual orientation and adolescents». Pediatrics 113 (6): 1827–32. doi:10.1542/peds.113.6.1827. PMID 15173519. http://pediatrics.aappublications.org/content/113/6/1827.long. 
  4. 4,0 4,1 Mary Ann Lamanna, Agnes Riedmann, Susan D Stewart (2014). Marriages, Families, and Relationships: Making Choices in a Diverse Society. Cengage Learning, σελ. 82. ISBN 1305176898. https://books.google.com/books?id=fofaAgAAQBAJ&pg=PA82. Ανακτήθηκε στις February 11, 2016. «The reason some individuals develop a gay sexual identity has not been definitively established  – nor do we yet understand the development of heterosexuality. The American Psychological Association (APA) takes the position that a variety of factors impact a person's sexuality. The most recent literature from the APA says that sexual orientation is not a choice that can be changed at will, and that sexual orientation is most likely the result of a complex interaction of environmental, cognitive and biological factors...is shaped at an early age...[and evidence suggests] biological, including genetic or inborn hormonal factors, play a significant role in a person's sexuality (American Psychological Association 2010).» 
  5. Gail Wiscarz Stuart (2014). Principles and Practice of Psychiatric Nursing. Elsevier Health Sciences, σελ. 502. ISBN 032329412X. https://books.google.com/books?id=ivALBAAAQBAJ&pg=PA502. Ανακτήθηκε στις February 11, 2016. «No conclusive evidence supports any one specific cause of homosexuality; however, most researchers agree that biological and social factors influence the development of sexual orientation.» 
  6. Gloria Kersey-Matusiak (2012). Delivering Culturally Competent Nursing Care. Springer Publishing Company, σελ. 169. ISBN 0826193811. https://books.google.com/books?id=X8O_wGedAYoC&pg=PA169. Ανακτήθηκε στις February 10, 2016. «Most health and mental health organizations do not view sexual orientation as a 'choice.'» 
  7. 7,0 7,1 «Submission to the Church of England's Listening Exercise on Human Sexuality». The Royal College of Psychiatrists. http://www.rcpsych.ac.uk/workinpsychiatry/specialinterestgroups/gaylesbian/submissiontothecofe.aspx. Ανακτήθηκε στις 13 June 2013. 
  8. Långström, N.; Rahman, Q.; Carlström, E.; Lichtenstein, P. (2008). «Genetic and Environmental Effects on Same-sex Sexual Behavior: A Population Study of Twins in Sweden». Archives of Sexual Behavior 39 (1): 75–80. doi:10.1007/s10508-008-9386-1. PMID 18536986. 
  9. Robinson, B. A. (2010). «Divergent beliefs about the nature of homosexuality». Religious Tolerance.org. http://www.religioustolerance.org/hom_fixe.htm. Ανακτήθηκε στις 12 September 2011. 
  10. «"Therapies" to change sexual orientation lack medical justification and threaten health». Pan American Health Organization. http://new.paho.org/hq/index.php?option=com_content&task=view&id=6803&Itemid=1926. Ανακτήθηκε στις 26 May 2012.  archived here [1].
  11. American Psychological Association: Resolution on Appropriate Affirmative Responses to Sexual Orientation Distress and Change Efforts
  12. LeVay, Simon (1996). Queer Science: The Use and Abuse of Research into Homosexuality. Cambridge: The MIT Press ISBN 0-262-12199-9
  13. «Same-sex Behavior Seen In Nearly All Animals, Review Finds». ScienceDaily. http://www.sciencedaily.com/releases/2009/06/090616122106.htm. 
  14. 1,500 animal species practice homosexuality. The Medical News, 23 October 2006
  15. Sommer, Volker & Paul L. Vasey (2006), Homosexual Behaviour in Animals, An Evolutionary Perspective. Cambridge University Press, Cambridge. ISBN 0-521-86446-1
  16. (Bagemihl 1999)
  17. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Biological_Exuberance:_Animal.
  18. Sexual Orientation. American Psychiatric Association.
  19. Mary Zeiss Stange, Carol K. Oyster, Jane E. Sloan (2011). Encyclopedia of Women in Today's World. Sage Pubns, σελ. 2016. ISBN 1-4129-7685-5. https://books.google.com/books?id=bOkPjFQoBj8C&pg=PA158&dq=Kinsey+and+asexuality+Encyclopedia+of+Women+in+Today%27s+World&hl=en&sa=X&ei=Ae_sTuuxKYfg2QWJ4bGlDw&sqi=2&ved=0CDAQ6AEwAA#v=onepage&q&f=falsee. Ανακτήθηκε στις 17 December 2011. 
  20. «Why women are leaving men for other women». CNN. 23 April 2009. http://www.cnn.com/2009/LIVING/personal/04/23/o.women.leave.menfor.women/. Ανακτήθηκε στις 19 May 2009. 
  21. Sinclair, Karen, About Whoever: The Social Imprint on Identity and Orientation, NY, 2013 ISBN 9780981450513
  22. Rosario, M.; Schrimshaw, E.; Hunter, J.; Braun, L. (2006). «Sexual identity development among lesbian, gay, and bisexual youths: Consistency and change over time». Journal of Sex Research 43 (1): 46–58. doi:10.1080/00224490609552298. 
  23. Ross, Michael W.; Essien, E. James; Williams, Mark L.; Fernandez-Esquer, Maria Eugenia. (2003). «Concordance Between Sexual Behavior and Sexual Identity in Street Outreach Samples of Four Racial/Ethnic Groups». Sexually Transmitted Diseases (American Sexually Transmitted Diseases Association) 30 (2): 110–113. doi:10.1097/00007435-200302000-00003. PMID 12567166. 
  24. «Question A2: Sexual orientation». Centre for Addiction and Mental Health. http://knowledgex.camh.net/amhspecialists/Screening_Assessment/assessment/ARQ2/Pages/arq2_question_a2.aspx. Ανακτήθηκε στις 3 February 2015. 
  25. "LGBT-Sexual Orientation: What is Sexual Orientation?", the official web pages of APA. Accessed April 9, 2015
  26. Appropriate Therapeutic Responses to Sexual Orientation. American Psychological Association. 2009, σελ. 63, 86. http://www.apa.org/pi/lgbc/publications/therapeutic-response.pdf. Ανακτήθηκε στις February 3, 2015. 
  27. Mock, S. E., & Eibach, R. P. (2012). «Stability and change in sexual orientation identity over a 10-year period in adulthood». Archives of Sexual Behavior 41 (3): 641–648. doi:10.1007/s10508-011-9761-1. http://midus.wisc.edu/findings/pdfs/1153.pdf. 
  28. Diamond, L. M. (2000). «Sexual identity, attractions, and behavior among young sexual-minority women over a 2-year period». Developmental Psychology 36 (2): 241–250. doi:10.1037/0012-1649.36.2.241. PMID 10749081. http://www.psych.utah.edu/people/people/diamond/Publications/Sexual%20identity,%20attractions,%20and%20behavior.pdf. 
  29. http://news.nationalgeographic.com/news/2010/12/101203-homosexual-birds-mercury-science/
  30. http://www.dailymail.co.uk/news/article-1228095/Toxins-plastics-feminise-boys-play-like-little-girls-say-scientists.html
  31. Weiss, Bernard (1 December 2012). «The intersection of neurotoxicology and endocrine disruption». NeuroToxicology 33 (6): 1410–1419. doi:10.1016/j.neuro.2012.05.014. 
  32. Venerosi, A.; Ricceri, L.; Tait, S.; Calamandrei, G. (1 December 2012). «Sex dimorphic behaviors as markers of neuroendocrine disruption by environmental chemicals: The case of chlorpyrifos». NeuroToxicology 33 (6): 1420–1426. doi:10.1016/j.neuro.2012.08.009. 
  33. http://www.poolmedical.nhs.uk/Library/bth/articles/2009/november/plastic-harms-baby-claim

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Homosexuality της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).