De jure

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η λατινική φράση de jure (από τις λατινικές λέξεις de (από) και jus-juris, της 3ης κλίσης, ουδέτερο, αφαιρετική jure (νόμος, δίκαιο), ελληνική προφορά «ντε γιούρε») σημαίνει «εκ του νόμου» ή «εκ του δικαίου». Στη νομοθεσία, συχνά σημαίνει «αυτό που επιβάλλεται από το δίκαιο ή το νόμο ή γενικά το ηθικά ορθό».

Χρησιμοποιείται συχνά σε αντίθεση με το de facto (το οποίο σημαίνει «κατά την πραγματικότητα») όταν γίνεται αναφορά σε θέματα νόμου, κυβέρνησης, ή καταστάσεων. Όταν χρησιμοποιείται σε νομικό περιεχόμενο, το de jure επισημαίνει αυτό που λέει ο νόμος, ενώ το de facto επισημαίνει εκείνο που συμβαίνει στην πράξη.

Παραδείγματα φράσεων: 1. Η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε de facto (στην πράξη) με επανάσταση αλλά, για να ενταχθεί στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, πρέπει να αναγνωρισθεί και de jure (κατά το νόμο) από μερικές ακόμα χώρες. 2. Μπορεί να ζείτε χώρια από πέρσι αλλά, όσο δεν προχωράτε στο διαζύγιο για να επισημοποιήσετε τον χωρισμό de jure, εξακολουθείτε να είστε παντρεμένοι και κατά συνέπεια η ερωτική σχέση σας με τρίτο πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιηθεί νομικά εναντίον σας ως «εξωσυζυγική σχέση».

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα: