Γενικό Κυβερνείο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με την ονομασία Γενικό Κυβερνείο (γερμ. Generalgouvernement, πολων. Generalne Gubernatorstwo) αναφέρεται η περιοχή της Κεντρικής Πολωνίας, την οποία οι Ναζιστές κατέστησαν "ημιαυτόνομη", εγκαθιστώντας εκεί πολιτική και στρατιωτική Διοίκηση. Δεν αποτέλεσε κράτος - μαριονέτα, όπως η Νορβηγία του Βίντκουν Κουίσλιγκ. Αντίθετα, όλες οι αρχές του νέου "κράτους" επανδρώθηκαν από Γερμανούς πιστούς στον Εθνικοσοσιαλισμό.

Διοικητικός χάρτης του Γενικού Κυβερνείου (1941)

Η δημιουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939, τις δυνάμεις της οποίας κατέβαλε μέσα σε δεκαοκτώ ημέρες. Στις 18 Σεπτεμβρίου η Σοβιετική Ένωση, σύμφωνα με το μυστικό πρωτόκολλο του Συμφώνου Ρίμπεντροπ - Μολότωφ εισβάλλει από ανατολικά στην Πολωνία, η οποία, έτσι, διαμελίζεται σε τρία τμήματα: To δυτικό, το οποίο προσαρτάται άμεσα στο Μείζον Ράιχ με την ονομασία "Wartherland" (Περιοχή της Βάρτα) αποτελώντας το Γκάου της Βάρτα. Το ανατολικό προσαρτάται στην Σοβιετική Ένωση. Το κεντρικό παραμένει υπό γερμανική κατοχή, χωρίς να προσαρτηθεί στο Ράιχ. Εκεί, με Διάταγμα του Χίτλερ, που εκδόθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1939,[1] δημιουργείται το Γενικό Κυβερνείο.[2]

Αρχικά αποτελέστηκε από τέσσερις πολωνικές επαρχίες: Βαρσοβίας, Ράντομ, Λούμπλιν και Κρακοβίας. Τον Αύγουστο του 1941, με διάταγμα του Χίτλερ, προσαρτήθηκε και η επαρχία της Γαλικίας, που αποσπάσθηκε από την Σοβιετική Ένωση. Διοικητικό κέντρο ορίστηκε η Κρακοβία.

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ίδιο Διάταγμα σύστασης τοποθετήθηκε ως "Γενικός Κυβερνήτης" ο Χανς Φρανκ με αναπληρωτή τον Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ. Σύμφωνα με το Διάταγμα, όλες οι αρχές του Κυβερνείου υπάγονται στον Γενικό Κυβερνήτη, ο οποίος αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον στον ίδιο τον Χίτλερ. Νομοθετική εξουσία έχουν, εκτός του Γενικού Κυβερνήτη, ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας του Ράιχ και ο επικεφαλής του "τετραετούς Σχεδίου", ενώ το κόστος λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών επωμίζονται οι κατακτημένες περιοχές.

Το επίσημο διάταγμα της σύστασης του Γενικού Κυβερνείου (στα Πολωνικά). Υπογράφει ο Χανς Φρανκ

Στην πραγματικότητα, αυτό που ο Χίτλερ σχεδιάζει δεν είναι η ορθή και ενδελεχής διοίκηση μιας κατακτημένης χώρας. Το σχέδιό του έχει διπλό στόχο: Την εξολόθρευση των Εβραίων - πρώτα της Πολωνίας και στη συνέχεια όλων των κατακτημένων - και προσαρτημένων - περιοχών και την άντληση εργατικού δυναμικού από την "αποθήκη εργατικών χειρών", όπως θεωρεί την κατακτημένη Πολωνία. Όταν αυτοί οι δύο στόχοι επιτευχθούν, στην περιοχή του Γενικού Κυβερνείου θα έχουν παραμείνει μόνον κάτοικοι γερμανικής καταγωγής, ώστε, τελικά, το Γενικό Κυβερνείο να αποτελέσει επαρχία του Ράιχ.[3] Χαρακτηριστικά, ο Χίτλερ είχε αναφέρει ότι "Το Γενικό Κυβερνείο πρέπει, σε διάστημα 15 - 20 ετών, να γίνει τόσο Γερμανικό, όσο και η Ρηνανία".

Το Γενικό Κυβερνείο διέθετε πλήρως οργανωμένες διοικητικές υπηρεσίες.[4] Επιπλέον, διέθετε τη δική του Κεντρική Τράπεζα, την Τράπεζα Εμισίζνι (Bank Emisyjny w Polsce), η οποία εξέδιδε ειδικό συνάλλαγμα σε Ζλότι (το τότε πολωνικό νόμισμα) και διέθετε τις δικές του υπηρεσίες οικονομικής διαχείρισης και εξέδιδε κρατικά ομόλογα, των οποίων την κυκλοφορία επέβαλε, καθώς οι Τράπεζες, οι ασφαλιστικές και οι μεγάλες εμποροβιομηχανικές εταιρείες υποχρεώθηκαν να προμηθευτούν ομόλογα μέχρις ενός ορισμένου ορίου, σε ποσοστιαία αναλογία με το υπάρχον κεφάλαιό τους.[5]

Οι Πολωνοί κάτοικοι του Γενικού Κυβερνείου ζουν υπό καθεστώς συνεχούς τρομοκρατίας. Το δικαστικό σύστημα αναδιοργανώνεται αλλά στα πολωνικά δικαστήρια επιτρέπεται μόνον η εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν σε Πολωνούς πολίτες και εφόσον δεν εμπλέκεται σε αυτές πολίτης του Ράιχ. Για τέτοιου είδους υποθέσεις δημιουργείται Γερμανικό δικαστικό σύστημα, το οποίο, σε περίπτωση επικαλυπτόμενων υποθέσεων, έχει τον πρώτο και κυρίαρχο λόγο. Ο Φρανκ δημιουργεί πολλά νέα νομοθετήματα, κυριότερο από τα οποία είναι η δημιουργία νέου ποινικού νόμου, ο οποίος επινοεί νέα "εγκλήματα", τα οποία έχουν, στην πλειοψηφία τους, ως προβλεπόμενη ποινή αυτήν του θανάτου. Μεταξύ αυτών είναι "οποιαδήποτε ενέργεια κατά της Γερμανικής Κυβέρνησης", "η μετάδοση σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων", η παροχή οποιασδήποτε βοήθειας προς Εβραίους (περιλαμβανομένης και της προσφοράς τροφής), η μη απόδοση των προκαθορισμένων ποσοτήτων προϊόντων από τους αγρότες, η άρνηση ένταξης σε ομάδες υποχρεωτικής εργασίας, ενώ, επιπλέον, για κάθε άνδρα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής που δολοφονείται, καθορίζεται η εκτέλεση, σε αντίποινα, 50 έως 100 Πολωνών πολιτών.

Οι πολίτες διαχωρίζονται σε κατηγορίες:

  • Αμιγώς Γερμανοί πολίτες, προερχόμενοι από την Γερμανία (Reichdeutsche). Αυτοί περιλαμβάνουν, κυρίως, τις δυνάμεις Κατοχής.
  • Γερμανοί όχι κάτοικοι της Γερμανίας (Volksdeutsche), χωρισμένοι σε 4 υποκατηγορίες
  • Ουκρανοί (κύρια για την περιοχή της Γαλικίας)
  • Γκοράλ (Goralenvolk, σε ελεύθερη απόδοση "ορεσείβιοι"), πολωνική εθνική ομάδα
  • Πολωνοί πολίτες
  • Αθίγγανοι
  • Εβραίοι

Η Αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως είναι φυσικό, αυτή η μορφή διοίκησης επέφερε την σχεδόν άμεση εμφάνιση αντιστασιακών κινημάτων από τους Πολωνούς. Το κυριότερο αντιστασιακό κίνημα ήταν η "Armia Krajowa" (πολων. ο Στρατός της Πατρίδας), προσκείμενος στην εξόριστη Πολωνική Κυβέρνηση του Λονδίνου, που σχημάτισαν όσοι αξιωματικοί του Πολωνικού Στρατού κατάφεραν να διαφύγουν της σύλληψης και πλαισιώθηκαν από πολλούς εθελοντές (το 1944 η "Armia Krajowa" αριθμούσε περίπου 400.000 άνδρες). Πολύ μικρότερη σε δύναμη ήταν η "Armia Ludowa" (πολων. Λαϊκός Στρατός), που υποστηριζόταν από την Σοβιετική Ένωση και το (παράνομο) Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Υπολογίζεται ότι κατά την διάρκεια της Κατοχής οι Γερμανοί έχασαν περίπου 150.000 άτομα. Το τίμημα, όμως, για τους Πολωνούς ήταν κατά πολύ βαρύτερο: Χάθηκαν περίπου επτά εκατομμύρια άνθρωποι, από τα οποία τα τρία ήταν Πολωνοεβραίοι που θανατώθηκαν είτε στα πολλά γκέτο που είχε δημιουργήσει το Γενικό Κυβερνείο στις μεγαλύτερες πόλεις του ελέγχου του είτε στα στρατόπεδα εξόντωσης. Το 1943 οι Γερμανοί άρχισαν τις εκτοπίσεις και από το μεγαλύτερο γκέτο, αυτό της Βαρσοβίας, προκαλώντας την εξέγερση του Γκέτο της Βαρσοβίας, η οποία διήρκεσε από τις 19 Απριλίου έως τις 16 Μαΐου και, τελικά, συνετρίβη. Νέα εξέγερση ολόκληρης της Βαρσοβίας έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 1944, ύστερα από προτροπή της εξόριστης Κυβέρνησης. Με επικεφαλής τον Ταντέους Κομορόβσκι (Tadeusz Komorowski), πρώην αξιωματικό του Πολωνικού Στρατού, που είχε λάβει το ψευδώνυμο "Μπορ", η πόλη εξεγέρθηκε την 1η Αυγούστου. Εδώ παίχτηκε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά δράματα του Πολέμου: Οι Σύμμαχοι είχαν υποσχεθεί βοήθεια στους εξεγερμένους, όπως αρχικά είχαν κάνει και οι Σοβιετικοί. Όμως, μολονότι τα Σοβιετικά στρατεύματα απείχαν μόνο 18 km από την πόλη, δεν επενέβησαν καθόλου και, επιπλέον, αρνήθηκαν να παραχωρήσουν βάσεις για τα συμμαχικά αεροσκάφη, που προσπαθούσαν να εφοδιάσουν τους εξεγερμένους με όπλα. Ο Ρεϊμόν Καρτιέ [6] αναφέρει χαρακτηριστικά: "Ο Στάλιν αφήνει να συντριβούν οι επαναστάτες της Βαρσοβίας". Η εξέγερση άντεξε 63 ημέρες και οι ηγέτες της, χωρίς όπλα, τρόφιμα, νερό και ηλεκτρική ενέργεια στην πόλη, πέτυχαν να παραδοθούν υπό όρους στην Βέρμαχτ, ώστε να τους επιφυλαχθεί μεταχείριση αιχμαλώτων πολέμου. Σε αντίθετη περίπτωση τους περίμενε εκτέλεση. Ο Πολωνικός πληθυσμός της πόλης που είχε απομείνει (περίπου 180.000 άτομα) αναγκάσθηκε να εξοριστεί.

Το Ολοκαύτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια της Διάσκεψης της Βάνζεε, στις 20 Ιανουαρίου 1942, ο Γιόζεφ Μπύλερ (Josef Bühler), ο Αναπληρωτής Κυβερνήτης που είχε αντικαταστήσει τον Ζάις-Ίνκβαρτ ήδη από τις 22 Μαΐου 1940 και Υπουργός Εσωτερικών του Κυβερνείου, πρότεινε (στην πραγματικότητα πίεσε) στον Ράινχαρντ Χάιντριχ να γίνει εφαρμογή της Τελικής λύσης του Εβραϊκού ζητήματος στην περιοχή του Γενικού Κυβερνείου,[7] προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι η μεταγωγή Εβραίων εκεί δεν θα παρουσίαζε, λόγω του πυκνού σιδηροδρομικού δικτύου, σχεδόν κανένα πρόβλημα. Η πίεση αυτή εξηγείται όταν ληφθεί υπόψιν ότι το Γενικό Κυβερνείο, εκμεταλλευόμενο την περιοχή στο έπακρο, είχε προκαλέσει την ιδιαίτερα έντονη εμφάνιση του φαινομένου της "μαύρης αγοράς". Η πρόταση έγινε δεκτή και, από το 1942 ξεκίνησε η εφαρμογή της "Τελικής λύσης", με την δημιουργία έξι στρατοπέδων εξόντωσης στην περιοχή του Γενικού Κυβερνείου. Εκεί μεταφέρθηκαν κυρίως Πολωνοεβραίοι, αλλά και Εβραίοι από άλλες χώρες[8] και από την Ελλάδα.

Τη δημιουργία και λειτουργία των Στρατοπέδων εξόντωσης καθώς και της Αστυνόμευσης είχαν αναλάβει άνδρες της SS, με επικεφαλής αρχικά τον Φρίντριχ Βίλχελμ Κρύγκερ (Friedrich Wilhelm Krüger) και μετέπειτα τον Βίλχελμ Κόππε (Wilhelm Koppe). Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε, επίσης, και ο Οντίλο Γκλομπότσνικ.

Το Τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προέλαση του Ερυθρού Στρατού στα τέλη του 1944 έθεσε τέλος στην ύπαρξη του Γενικού Κυβερνείου, το οποίο έκλεισε τις υπηρεσίες του και μετακίνησε όλο το προσωπικό τους προς τα δυτικά.[9] Ο ίδιος ο Φρανκ διέφυγε επίσης προς τα δυτικά, όπου, όμως, συνελήφθη από τα αμερικανικά στρατεύματα τον Μάιο του 1945 και παραπέμφθηκε στην Δίκη της Νυρεμβέργης, όπου και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό (1η Οκτωβρίου 1946). Η ποινή εκτελέστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1946.

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα