Άρης Βελουχιώτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αθανάσιος Κλάρας
Velouhiotis-lamia-1944-10-19.jpg
Γέννηση
Λαμία
Θάνατος 15 Ιουνίου 1945 (39 ετών)
Άρτα
Εθνικότητα Ελληνική
Υπηκοότητα Ελλάδα
Ιδιότητα Καπετάνιος του ΕΛΑΣ
Ψευδώνυμο Άρης Βελουχιώτης
Πολιτικό κόμμα ΚΚΕ
Πολιτικό κίνημα ΕΑΜ

O Άρης Βελουχιώτης (ψευδώνυμο του Αθανάσιου Κλάρα, 27 Αυγούστου 190515 Ιουνίου 1945), ήταν στέλεχος του ΚΚΕ και ηγέτης του ΕΛΑΣ, της μεγαλύτερης αντιστασιακής οργάνωσης κατά την περίοδο της Κατοχής. Χαρισματικός και αμφιλεγόμενος, ο Βελουχιώτης είναι μια απο τις πλέον τραγικές φυσιογνωμίες της Νεοελληνικής Ιστορίας. Για ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας θεωρείται μέχρι και σήμερα ένας ήρωας ή προδομένος ήρωας, ενώ για ένα άλλο τμήμα της ένας βίαιος εγκληματίας.

Γεννήθηκε στη Λαμία, όντας γόνος εύπορης οικογένειας. Σπούδασε γεωπόνος αλλά σύντομα εγκατέλειψε το επάγγελμά του και μετέβη στην Αθήνα. Εκεί μυήθηκε στην κομμουνιστική ιδεολογία και το 1924 έγινε μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας Αθήνας. Στην διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στάλθηκε στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου. Στις γραμμές του ΚΚΕ ανέπτυξε έντονη δράση, ενώ στο τέλος του 1928 έγινε αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη. Φυλακίστηκε στου Συγγρού, στην Αίγινα και στη Γυάρο και ως στέλεχος του ΚΚΕ έδρασε στην Θράκη. Κατά την μεταξική δικτατορία φυλακίστηκε στην Αίγινα και στην Κέρκυρα, όπου υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο υπηρέτησε στο πυροβολικό και μετά την κατάρρευση του μετώπου ζήτησε από το ΚΚΕ την οργάνωση αντάρτικου κατά των κατακτητών. Μετά την ίδρυση του ΕΛΑΣ τον Φεβρουάριο του 1942, τέθηκε επικεφαλής μικρής ένοπλης ομάδας αλλάζοντας το όνομα τού σε Άρης Βελουχιώτης. Με δικές του ενέργειες το τμήμα του αναπτύχθηκε εντυπωσιακά και έγινε ο πυρήνας του ΕΛΑΣ στην κεντρική Ελλάδα.

Τον Νοέμβριο του 1942 συνεργάστηκε με τον Ναπολέοντα Ζέρβα και Βρετανούς σαμποτέρ στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, μιας επιχείρησης δολιοφθοράς από τις μεγαλύτερες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έγινε καπετάνιος του Γενικού Αρχηγείου Ρούμελης τον Μάρτιο του 1943 και τον Μάιο του ίδιου έτους έγινε καπετάνιος του ΓΣ του ΕΛΑΣ, όπου και παρέμεινε μέχρι την διάλυσή του. Με το ξέσπασμα των εμφυλίων συγκρούσεων με τον ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο του 1943, ο Βελουχιώτης διοίκησε τα τμήματα του ΕΛΑΣ που επιτέθηκαν στην Ήπειρο κατά του Ζέρβα. Κατά το διάστημα Απριλίου - Σεπτεμβρίου 1944 στάλθηκε στην Πελοπόννησο όπου διεύθυνε τις επιχειρήσεις κατά των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας. Για την προσφορά του η Κυβέρνηση του Βουνού ΠΕΕΑ τον Μάιο του 1944 του απένειμε τον βαθμό του Υποστράτηγου. Στα Δεκεμβριανά στάλθηκε, μαζί με τον Στέφανο Σαράφη στην 'Ηπειρο, όπου διάλυσε με ευκολία τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ. Παρότι μετά την ήττα του ΚΚΕ και την Συμφωνία της Βάρκιζας υπέγραψε την διαταγή αποστράτευσης του ΕΛΑΣ, αντιτάχθηκε στην εντολή του κόμματος για αφοπλισμό και συγκρότησε ένοπλη ομάδα από πιστούς συντρόφους του. Διαγράφηκε και αποκηρύχτηκε από το ΚΚΕ και διωκόμενος από κυβερνητικές δυνάμεις αυτοκτόνησε στις 15 Ιουνίου 1945 στη Μεσούντα Άρτας .

Στις 16 Ιουνίου 2011 το ΚΚΕ απεκατέστησε πολιτικά τον Βελουχιώτη, χωρίς όμως να αποκαταστήσει την κομματική του ιδιότητα.

Πίνακας περιεχομένων

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Αθανάσιος Κλάρας γεννήθηκε στη Λαμία στις 27 Αυγούστου του 1905 από εύπορη και ευυπόληπτη οικογένεια της ρουμελιώτικης αυτής πόλης[1]. O πατέρας του, Δημήτριος, ήταν δικηγόρος που είχε διατελέσει πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Λαμίας. Η μητέρα του, Αγλαΐα, το γένος Ζέρβα (με πιθανή μακρινή συγγένεια με τον Ναπολέοντα Ζέρβα), ήταν από οικογένεια συμβολαιογράφου. Ο Κλάρας δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο γυμνάσιο, όπου λόγω διαγωγής τον απέκλεισαν. Σπούδασε οικότροφος στην Αβερώφειο Μέση Γεωργική Σχολή της Λάρισας στην οποία εισήχθη το 1919 σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Μετά την αποφοίτησή του, το 1922, επέστρεψε στην Λαμία αλλά αρνήθηκε να ασχοληθεί με τα κτήματα του πατέρα του και επέλεξε να δουλέψει δημόσιος υπάλληλος στη Γεωργική Υπηρεσία. Υπηρέτησε πρώτα στη Δράμα, αλλά επειδή αρνήθηκε να «συμμετάσχει στα ρουσφέτια της εποχής» μετατέθηκε στα Τρίκαλα. Ούτε όμως εκεί μπόρεσε να σταθεί και απογοητευμένος παραιτήθηκε [2].

Η κάθοδος στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τάκης Φίτσιος σε ομιλία του στην Λαμία. Στα δεξιά ο Άρης Βελουχιούτης

Το 1923 κατέβηκε στην Αθήνα και ήρθε σε επαφή με τον κομμουνιστή συμπατριώτη του και πολιτικό του μέντορα Τάκη Φίτσιο[3]. Το 1924, και μετά από μια περίοδο δοκιμής, εντάχθηκε ως μέλος της Τοπικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Αθήνας και αφοσιώθηκε στον αγώνα για τη διάδοση των αρχών του κομμουνισμού. Ένα χρόνο μετά κατατάχθηκε στο στρατό και λόγω των γραμματικών του γνώσεων έγινε Δεκανέας Πυροβολικού. Όταν όμως έγινε αντιληπτή η κομμουνιστική του δράση καθαιρέθηκε και στάλθηκε στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου να εκτίσει ποινή τριών μηνών[4]. Μετά από ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια απολύθηκε απ' το στρατό επανήλθε στην Αθήνα και εγκατέλειψε κάθε άλλη δραστηριότητα για να γίνει «επαγγελματίας αγωνιστής». Από το 1925[α] πρωταγωνίστησε μέσα από της γραμμές της Κομμουνιστικής Νεολαίας σε πολλές επιχειρήσεις αποδράσεως κομμουνιστών. Μάλιστα βοήθησε δύο φορές το τότε ηγετικό στέλεχος της νεολαίας, Νίκο Ζαχαριάδη, να δραπετεύσει. Πλέον χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο "Μιζέριας". Οι πιθανότερες εκδοχές αυτού του προσωνύμιου είναι ότι έτσι τον αποκαλούσαν οι φίλοι του λόγω της μεγάλης ευταξίας του ακόμα και στα απλούστερα πράγματα που χρησιμοποιούσε[6] ή η συνεχής αναφορά του στη μιζέρια των ανθρώπων[7]. Από τότε και στο εξής η ζωή του είναι ταυτισμένη με τον κομμουνιστικό αγώνα και τις πολιτικές διώξεις.

Με πειθαρχία στο ΚΚΕ και αντοχή σε συμπλοκές και τους ξυλοδαρμούς, ο Κλάρας συμμετείχε σε περιφρουρήσεις διαδηλώσεων και συγκεντρώσεων, διανομή του Ριζοσπάστη, μοίρασμα προκηρύξεων και κοινωνικής εργασίας για την βοήθεια των οικογενειών των φυλακισμένων ή εκτοπισμένων κομμουνιστών. Επιπλέον ανέλαβε κάθε είδους πρακτική εργασία στα γραφεία του Ριζοσπάστη και του Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου και επιμελήθηκε μαρξιστικές εκδόσεις, αφήνοντας «εντυπωσιακές αναμνήσεις» χάρη στο μεγάλο ενδιαφέρον που έδειξε για τα συγκεκριμένα βιβλία που πίστευε ότι διαπαιδαγωγούσαν τους συναγωνιστές του. Εκτός από τα μαρξιστικά βιβλία ο Κλάρας διάβασε με μεγάλη προσοχή το έργο του Κλαούζεβιτς «Περί Πολέμου», το οποίο τον βοήθησε σημαντικά στις στρατιωτικές ικανότητες που ανέδειξε κατά την περίοδο της Κατοχής[8]

Στα τέλη του 1928 ο Κλάρας έγινε συντάκτης του εργατικού ρεπορτάζ στον Ριζοσπάστη και για ένα μεγάλο διάστημα αντικατέστησε τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας, ο οποίος είχε συλληφθεί. Παράλληλα συνέχισε τη δραστηριότητά του στην κομματική ασφάλεια και τις εμπιστευτικές υποθέσεις. Τον Φεβρουάριο του 1929 η ηγεσία του ΚΚΕ τον συμπεριέλαβε στους έμπιστους που θα περιφρουρούσαν το συνέδριο της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, μιας κομμουνιστικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που είχε συγκροτηθεί ως αντίδραση στην τότε φιλοβενιζελική πολιτική των εργατικών συνδικάτων. Συμμετείχε δυναμικά στα αιματηρά επεισόδια που έγιναν στο συνέδριο και καθιερώθηκε στις συνειδήσεις των συνοδοιπόρων του ως «σκληρό» και των αντιπάλων του ως «αλήτικο στοιχείο»[9].

«...Αν στη ζωή μου υπάρχει ένα σημείο που με συγκίνηση και με υπερηφάνεια αφάνταστη από καιρού σε καιρό γυρίζω και βλέπω, είναι ακριβώς η εποχή που μπήκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Διαπαιδαγωγήθηκα ταξικά, έμαθα το συμφέρο μου, πέταξα τον κεφαλαιοκρατικό πολιτισμό στα μούτρα της λωποδύτριας μπουρζουαζίας και ρίχτηκα με πίστη, με θέληση, με ηρωισμό στον αγώνα για τις εργαζόμενες μάζες. Έκτοτε δεν έχω στο ενεργητικό μου παρά φυλακίσεις για πάλη επαναστατική. .... Στο κόμμα αυτό έδωσα όλη μου τη ζωή και θα συνεχίσω να δίνω όσες δυνάμεις μου απομείναν στον αγώνα του, για το ψωμί των εργαζομένων, κατά των φόρων και των πολέμων, για την επανάσταση». Απάντηση Κλαρα για την κλοπή του 1924[10].
Θανάσης Κλάρας

Η μαχητική δράση του Κλάρα τον έφερε αντιμέτωπο με τις Αρχές Ασφαλείας, οι οποίες εφαρμόζοντας το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου τον συνέλαβαν. Καταδικάστηκε για αντίσταση κατά της Αρχής και έκτισε την ποινή του στις Φυλακές Ιτζεδίν στην Κρήτη. Συνελήφθη ξανά στις 23 Νοεμβρίου 1930 διότι συμμετείχε στην απαγορευμένη διαδήλωση υπέρ της ΕΣΣΔ και καταδικάστηκε σε 1,5 χρόνια φυλάκιση. Λίγο διάστημα μετά την αποφυλάκισή του στάλθηκε σε δεκάμηνη εκτόπιση στην Γυάρο. Επιστρέφοντας από την εξορία το ΚΚΕ τον στέλνει εκτός Αθηνών για να καθοδηγήσει περιφερειακές οργανώσεις στην Μυτιλήνη, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη και Κομοτηνή[11].

Λίγο πριν την μεταξική δικτατορία, ο νεαρός Κλάρας, με την τόσο πλούσια δράση του, είχε αναδειχθεί σε ένα από τους καλύτερους οργανωτές του κόμματος, μια πληθωρική και πολυσύνθετη προσωπικότητα που συνέβαλε σε πολλές επιτυχίες του ΚΚΕ. Μια τέτοια μεγάλη επιτυχία στην οποία συμμετείχε ήταν η απόδραση 8 βαρυποινιτών συντρόφων του από τις φυλακές Αίγινας τον Μάιο του 1934[12].

Στη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έναρξη της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936 υποχρέωσε τον Κλάρα να επιστρέψει στην Αθήνα. Στα τέλη του 1936 συνελήφθη για διανομή αντιφασιστικού υλικού από την Ειδική Ασφάλεια και φυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας. Στις αρχές του 1937 τον μετέφεραν στα κρατητήρια της Ασφάλειας Αθηνών, όπου βασανίστηκε. Έπειτα από λίγες μέρες επέστρεψε στην Αίγινα, απ' όπου θα τον μεταφέρουν ξανά στην Αθήνα για να δικαστεί στα δικαστήρια του «Αρσακείου». Εκεί βρήκε την ευκαιρία να δραπετεύσει μαζί με άλλους συγκρατούμενους. Ελεύθερος πια ανέλαβε κομματικά καθήκοντα στη Δράμα αλλά γρήγορα συλλαμβάνεται εκ νέου, καταδικάζεται σε 3 μήνες φυλάκιση και μεταφέρεται ως υπόδικος του μεταξικού νόμου 117/1936, που είχε αντικαταστήσει το Ιδιώνυμο, στην Αίγινα. Το Πλημμελειοδικείο των Αθηνών καταδίκασε τον Κλάρα σε 4 χρόνια φυλακή[13].

Στις φυλακές της Αίγινας ο Κλάρας προσπάθησε να διαφωτίσει ιδεολογικά και να εξυψώσει το μορφωτικό επίπεδο των φυλακισμένων. Επιπλέον, ανέλαβε με μεγάλο ζήλο την διερεύνηση των συνθηκών κάτω απ' τις οποίες είχαν συλληφθεί οι σύντροφοί του με σκοπό να εντοπίσει τους πιθανούς χαφιέδες. Όμως η έρευνα αυτή θα διακοπεί προσωρινά τον Ιούνιο του 1939 γιατί τον μεταφέρουν στις φυλακές της Κέρκυρας, στην απομόνωση της περιβόητης "Ακτίνα Θ'". Εκεί είναι φυλακισμένος και ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, με τον οποίο ο Κλάρας πιθανόν ήρθε σε επαφή [14]. Τον Ιούλιο του 1939 αποφυλακίστηκε, αφού προηγουμένως είχε υπογράψει την Δήλωση Μετάνοιας, δηλαδή την επίσημη βεβαίωση δημόσιας απόρριψης του κομμουνισμού και του ΚΚΕ. Αυτή η αμφιλεγόμενη πράξη πιθανολογείται ότι έγινε λόγω της ψυχικής και σωματικής καταπόνησης από τα βασανιστήρια[11] είτε γιατί θεωρούσε πως ήταν σημαντικότερο να συνεχίσει τον αγώνα του εκτός φυλακής[15][16].

Επέστρεψε στην Αθήνα και για τα επόμενα δύο χρόνια βρίσκεται στο περιθώριο του κόμματος, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ψυχολογικά και να καταφύγει στην οινοποσία[17]. Παράλληλα, μετά την αποφυλάκισή του μαζί με τον Ορφέα Οικονομίδη θα οργανώσουν ένα παράνομο τυπογραφείο που θα το παραδώσουν στη λεγόμενη "Νέα Κεντρική Επιτροπή", που συγκροτήθηκε τον Μάιο-Ιούνιο του 1941 από εξόριστα μέλη του ΚΚΕ.[18] Επίσης ο Κλάρας μετά την αποφυλάκισή του πέρασε από τους κόλπους της Προσωρινής Διοίκησης του ΚΚΕ και κατήγγειλε το ρόλο της[19].

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος - Κατοχή - Αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου θα δώσει την ευκαιρία στον Κλάρα να επανέλθει στην δράση, αφού καλείται να υπηρετήσει στο Μακεδονικό Μέτωπο, ως στρατιώτης της 10ης Πυροβολαρχίας του 3ου Συντάγματος του αντιαεροπορικού πυροβολικού. Η πυροβολαρχία αυτή διακρίθηκε για την ευστοχία, την πειθαρχεία και το θάρρος των ανδρών της. Όταν τον Απρίλιο του 1941 το μέτωπο κατέρρευσε από την γερμανική εισβολή, επέστρεψε με την μονάδα του στην Αθήνα, πριν μπουν εκεί τα γερμανικά στρατεύματα, και ζήτησε από τους συνστρατιώτες του να συνεχίσουν τον πόλεμο. Λίγο μετά μίλησε σε μια συγκέντρωση αποστρατευμένων φαντάρων ζητώντας τους να μην παραδώσουν τα όπλα τους γιατί ο αγώνας για την πατρίδα τώρα αρχίζει. Λίγες μέρες μετά, στις 15 Μαίου, μίλησε σε μια συγκέντρωση κομμουνιστών σε δασύλλιο μεταξύ Ζωγράφου-Καισαριανής-Κουπονίων στην Αθήνα, επιμένοντας «πως ο πόλεμος συνεχίζεται…Μην αμφιβάλλετε πως γρήγορα θα το σκάσουν και τα παλικάρια του κόμματος από τα ξερονήσια και τις φυλακές και θα βρεθούν στις πρώτες γραμμές του εθνικολαϊκού αγώνα που θα αρχίσουμε».[20]

Την ίδια εποχή έφτασαν στην Αθήνα, αφού δραπέτευσαν από τους τόπους εξορίας τους, μερικά μέλη της προπολεμικής Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) του ΚΚΕ από το 6ο Συνέδριο του κόμματος το 1935. Ο Κλάρας, μέσω του Ανδρέα Τζήμα, ο οποίος ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου και «Υπεύθυνος για την ανάπτυξη του Αντάρτικου», ήρθε σε επαφή με την ΚΕ ζητώντας να εργασθεί ως τυπογράφος, εκμεταλλευόμενος τα τυπογραφικά στοιχεία που είχε κλέψει από ένα τυπογραφείο όπου είχε δουλέψει παλιότερα.[21] Πίστευε όμως ότι θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα στο κόμμα αν ξεκινούσε αντάρτικο αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής. Την πρόταση αυτή του Κλάρα απέρριψε ομόφωνα η ΚΕ, η οποία τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία και επιφυλακτικότητα λόγω της δήλωσης μετάνοιας που είχε κάνει, άλλα και το ότι είχε συγκρουστεί στο παρελθόν σχεδόν με όλα τα μέλη της. Τον Νοέμβριο, όμως, ο Τζήμας παρέκαμψε την ΚΕ και εκμεταλλευόμενος την θέση του ως γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ), τον έστειλε στην Ρούμελη για να διερευνήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης αντάρτικου και δευτερευόντως να εξασφαλίσει τρόφιμα για τον παράνομο μηχανισμό και την ηγεσία του ΚΚΕ[22]. Έτσι ο Κλάρας ξεκίνησε την επαφή με κομματικά στελέχη από την Λαμία και στην συνέχεια σε άλλα χωριά της περιοχής, όπως και στην υπόλοιπη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία. Έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του με επιτυχία επέστρεψε στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου 1942 και ενημέρωσε το κόμμα.

Η απόφαση της 8ης Ολομέλειας στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 για την «οργάνωση ειδικών μαχητικών τμημάτων σ΄όλα τα βασικά κέντρα τις χώρας, ικανών να αντιμετωπίσουν την ένοπλη βία του κατακτητή», ως βασικό καθήκον στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και η ανάληψη της Γραμματείας της ΚΕ από τον Γιώργη Σιάντο, του μοναδικού μέλους της που είχε πολεμική πείρα, στρέφουν το ΚΚΕ προς τον ανταρτοπόλεμο[23]. Λίγο καιρό μετά την ολομέλεια, ο Σιάντος, μετά από επίμονη παρότρυνση του Τζήμα θα δώσει την συγκατάθεσή του για την ανάπτυξη αντάρτικης ομάδας στην Ρούμελη από τον Κλάρα. Και πάλι όμως αντέδρασαν ορισμένα μέλη της ΚΕ θεωρώντας πως ο Κλάρας δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο που έπρεπε να είναι ο ηγέτης του Αντάρτικου. Τελικά ο Κλάρας, μετά από επίπονες προσπάθειες, κατάφερε να μεταπείσει την ηγεσία του ΚΚΕ και τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο έλαβε την συγκατάθεση της ΚΕ και του ΕΛΑΣ.[β][26]

Τα πρώτα βήματα του ΕΛΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εγώ παιδί του Ελληνικού Λαού, ορκίζομαι να αγωνιστώ πιστά από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, χύνοντας και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, σαν γνήσιος πατριώτης για το διώξιμο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του Λαού μας, κι ακόμα να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία και το βιος του αγρότη. Δέχομαι προκαταβολικά την ποινή του θανάτου αν ατιμάσω την ιδιότητά μου ως πολεμιστής του Έθνους και του Λαού και υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην το παραδώσω αν δεν ξεσκλαβωθεί η Πατρίδα μου και δε γίνει ο Λαός νοικοκύρης στον τόπο του.
Ο όρκος της πρώτης αντάρτικης ομάδας στη Ρούμελη που έγραψε ο Άρης Βελουχιώτης και δόθηκε το 1942 στη Γραμμένη Οξιά.

Αμέσως έφυγε για τη Ρούμελη όπου στα τέλη Μαΐου του 1942 συγκρότησε στη Σπερχειάδα την πρώτη ένοπλη ομάδα του ΕΛΑΣ από 15 άνδρες, πολύ λιγότερους από όσους περίμενε ο Κλάρας. Αυτoί οι πρώτοι αντάρτες φορούσαν τμήματα από στρατιωτικές στολές και ο οπλισμός τους ήταν ελάχιστος. Πρώτη απόφαση που πήραν ήταν να αλλάξουν τα ονόματά τους ώστε να αποφευχθούν αντίποινα κατά των οικογενειών τους[27]. Ο Κλάρας επέλεξε το όνομα Άρης, από το θεό του πολέμου, και Βελουχιώτης από το βουνό της Ευρυτανίας που θα τον φιλοξενούσε. Επίσης, για να δώσει μεγαλύτερο κύρος στην παρουσία του, απέδωσε στον εαυτό του τον βαθμό του ταγματάρχη Πυροβολικού[28]. Δικής του έμπνευσης ήταν και το σχήμα τριπλής διοίκησης (Καπετάνιος, Στρατιωτικός διοικητής και Πολιτικός) που εφάρμοσε ο ΕΛΑΣ, ενώ καθιέρωσε και την προσφώνηση συναγωνιστής, θεωρώντας πως είναι πιο οικεία από το σύντροφος που χρησιμοποιούσε το ΚΚΕ[27].

Χωρίς να έχει ξεκάθαρους στόχους για το πώς θα λειτουργούσε και πια θα ήταν η δράση της, η ομάδα του Βελουχιώτη περιπλανιόνταν στην ύπαιθρο προσπαθώντας να κρυφτεί από την Χωροφυλακή και από τους Ιταλούς. Η ελλιπής πληροφόρηση και ο ανεπαρκής εφοδιασμός από τις κομματικές οργανώσεις, οι ατέλειωτες πορείες και το συνεχές κρύψιμο εξουθένωσαν τους ελασίτες, οδηγώντας πολλούς από αυτούς σε λιποταξία και φέρνοντας στα όρια της διάλυσης το μικρό τμήμα τους. Ακριβώς αυτή την στιγμή ο Βελουχιώτης έλαβε αποφάσεις που που όχι μόνο έσωσαν το τμήμα του άλλα έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη του ΕΛΑΣ. Οι αντάρτες προσπαθώντας να διαφοροποιηθούν από τις φυγόδικες οπλοφόρες ομάδες που κρύβονταν στα βουνά, αλλά και απο την συνωμοτική «αφάνεια» που τηρούσαν οι κομμουνιστές, θα σταματούσαν να κρύβονται, θα έμπαιναν φανερά στα χωριά διακηρύσσοντας ανοιχτά τις προθέσεις τους και θα δημιουργήσουν τις οργανώσεις που θα τους εφοδίαζαν[29].

Για να δοκιμάσει αυτήν την επιλογή, στις 7 Ιουνίου η ένοπλη ομάδα με αναπεπταμένη την ελληνική σημαία παρέλασε τραγουδώντας στο χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας. Ο «ταγματάρχης πυροβολικού» Βελουχιώτης ασπάστηκε το χέρι του παπά και ζήτησε την άδεια από τον πρόεδρο να μιλήσει στους έκπληκτους κατοίκους . Με απαλή αλλα επιβλητική φωνή ανέλυσε τους στόχους του ΕΛΑΣ και τόνισε την ομοιότητα των ελασιτών με τους κλέφτες της επανάστασης του 1821[30]. Αμέσως μετά κωδωνοκρουσίες και εθνικός ύμνος έκλεισαν την συγκέντρωση. Τις επόμενες μέρες, με διαρκείς μετακινήσεις ώστε η ολιγομελής ομάδα να δείχνει μεγαλύτερη, ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες εμφανίσεις στα γύρο χωριά προκαλώντας μεγάλο ενθουσιασμό στις ορεινές αυτές κοινότητες που είχαν έντονες αναμνήσεις από τον πόλεμο στην Αλβανία. Όταν μάλιστα στις 21 Ιουνίου ένα βρετανικό αεροπλάνο έριξε λίγα εφόδια για τους αντάρτες, τεκμηριώνοντας έτσι την «συμμαχική αναγνώριση» στα μάτια των χωρικών, το κύρος του Βελουχιώτη και των ανδρών του ενισχύθηκαν σημαντικά [31].

Αντάρτες του ΕΛΑΣ σε πορεία.

Επόμενος στόχος του έγιναν οι ληστρικές συμμορίες που κυριαρχούσαν τότε στα βουνά. Εφάρμοσε απέναντί τους τακτική λήθης για το παρελθόν τους, αν αποφάσιζαν να υποταχθούν και να ενταχθούν στον ΕΛΑΣ. Όσες όμως αντιτάχθηκαν διαλύθηκαν με αιματηρό τρόπο. Έτσι η ληστεία εξαλείφθηκε με γρήγορους ρυθμούς και πολλοί από τους πρώην παράνομους έγιναν το επόμενο διάστημα εξαιρετικοί μαχητές. Με αυτούς τους τρόπους θεμελιώθηκε η τάξη στα ορεινά και οι χωρικοί μπορούσαν να μεταφέρουν με ασφάλεια τα πολύτιμα προϊόντα τους. Την ίδια τακτική ακολούθησε και για τους χωροφύλακες που συνελάμβανε, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αποφεύγουν τα ορεινά[32][33].

Μία ακόμα πρωτοβουλία του Βελουχιώτη που θεμελίωσε την κυριαρχία του ΕΛΑΣ ήταν η κατάσχεση των αγροτικών προϊόντων που υπήρχαν στις κρατικές αποθήκες. Με αυτόν το τρόπο δημιούργησε αποθέματα τροφίμων και υλικών που επέτρεπαν την αριθμητική ανάπτυξη του αντάρτικού απαλλάσσοντας τους χωρικούς από το επαχθές καθήκον της συντήρησης των ελασιτών. Επιπλέον, αποκτούσε ένα είδος «νομίσματος», με το οποίο αγόραζε υπηρεσίες και εφόδια, ενώ επιστρέφοντας ένα τμήμα των κατασχεθέντων στους παραγωγούς και στους φτωχούς αγρότες ασκούσε ένα είδος κοινωνικής πολιτικής, διασύροντας ταυτόχρονα το κατοχικό κράτος[32][34].

Παρεμβαίνει επίσης σε δικαστικές διαφορές, υποστηρίζοντας την αρχή του συμβιβασμού και της συμφιλίωσης. Σε σοβαρές όμως παρανομίες τιμωρούσε τους ενόχους με δημόσια μαστίγωση, συμμετέχοντας ορισμένες φορές και ο ίδιος στην εκτέλεση αυτής της ποινής[35]. Στην περίπτωση που ο ένοχος ήταν αντάρτης του ΕΛΑΣ, τον τιμωρούσε με θάνατο, ακόμη και για μικρά παραπτώματα, όπως η κλοπή κοτόπουλων. Έτσι, με αυτά τα δρακόντια μέτρα, εμπέδωσε στους ελασίτες την συμμόρφωση σε κανόνες και επέβαλε σιδηρά πειθαρχία[36]. Ταυτόχρονα έδειχνε σεβασμό στην ιδιοκτησία, γεγονός που ισχυροποιούσε τους δεσμούς των χωρικών με το νέο αντάρτικό. Με τον ίδιο ανελέητο τρόπο αντιμετώπισε τους «προδότες», που στις αρχές του Αντάρτικου δεν είχαν ταυτισθεί με την έννοια του πολιτικού αντιπάλου, όπως συνέβη αργότερα σε πλείστες περιπτώσεις[37].

Υπόθεση Μαραθέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας «εθνοπροδότης» και «εκμεταλευτής του λαού»[38] ήταν ο μεγαλοκτηματίας του Νέου Μοναστηρίου Δομοκού Νίκος Μαραθέας. Έχοντας σχέσεις με τον κατοχικό πρωθυπουργό Τσολάκογλου αλλά και τις ιταλικές στρατιωτικές αρχές της περιοχής, ο Μαραθέας εκμεταλλεύονταν με σκληρό τρόπο τους κολίγους, φθάνοντας ακόμη και στην εκτέλεσή τους. Γνωρίζοντας όλα αυτά ο Βελουχιώτης, επικεφαλής μιας ομάδας ανταρτών, επιτέθηκε την νύχτα της 9ης Ιουλίου 1942 στο κτήμα του Μαραθέα και τον σκότωσε[39]. Επιπλέον, απήγαγε τον δεκαπεντάχρονο γιο του και τον γιο του επιστάτη, ζητώντας από την χήρα του Μαραθέα την καταβολή αποζημιώσεων στις οικογένειες των κολίγων που με ευθύνη του άντρα της είχαν εκτελεστεί από τους κατακτητές, όπως και να αποτρέψει τα αντίποινα των Ιταλών [40]. Αυτή η «επιχείρηση τιμωρίας» του Μαραθέα, που αποσκοπούσε στην τρομοκράτηση των πλούσιων κτηματιών της Θεσσαλίας, με στόχο την υποχρεωτική τροφοδοσία του ΕΛΑΣ[32], προκάλεσε ενθουσιασμό και ανακούφιση στα γύρω χωριά. Η ενέργεια αυτή επιδοκιμάστηκε ακόμη και από τις ακροδεξιές οργανώσεις[39]. Αποσπάσματα χωροφυλάκων και ιταλικού στρατού κατεδίωξαν τους αντάρτες χωρίς να καταφέρουν να τους συλλάβουν [γ].

Ο Γιώργος Χουλιάρας (Περικλής) ήταν από τους πρώτους αντάρτες του ΕΛΑΣ

Όμως, ένα μεγάλο τμήμα του πολιτικού κόσμου κατηγόρησε τον ΕΛΑΣ ότι απέβαλε το «εθνικό προσωπείο» και έκανε «ταξικό αγώνα», με αποτέλεσμα να επηρεαστούν πολλοί που ήθελαν να προσχωρήσουν στο ΕΑΜ και το κίνημα να έχει μεγάλο πολιτικό κόστος [39]. Η επιμονή του Βελουχιώτη να απαγάγει και να κρατά τον γιο του Μαραθέα, τον έφερε αντιμέτωπο με την περιφερειακή οργάνωση της Λαμίας, η οποία ανησυχούσε για τον πολιτική ζημιά τέτοιων ενεργειών. Τις ίδιες έντονες ανησυχίες εξέφρασε και το, ανεπαρκώς και μονόπλευρα πληροφορημένο για το γεγονός, Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ που αποφάσισε να πλαισιώσει τον Βελουχιώτη με κομματικά στελέχη ώστε να περιορίσει την ελευθερία επιλογών του[42] και με εντολή του Σιάντου του ζητήθηκε να απελευθερώσει αμέσως τα παιδιά[43]. Όταν στα μέσα Αυγούστου η διαταγή του Σιάντου έγινε γνωστή στον Βελουχιώτη ο γιος του Μαραθέα είχε φονευθεί[δ]. Αυτό προκάλεσε την αγανάκτηση της ηγεσίας του ΚΚΕ, η οποία ζήτησε από τον Κλάρα να επιστέψει αμέσως στην Αθήνα και ξεκίνησαν συζητήσεις για να αντικατασταθεί στην αρχηγία του αντάρτικου στη Ρούμελη[39][45]. Πλέον όμως η παρουσια του ΕΛΑΣ στα ορεινά της Ρούμελης, με την συμβολή του Βελουχιώτη, είχε παγιωθεί και όλα ήταν έτοιμα για την ένοπλη αντιπαράθεση με τους κατακτητές [33].

Μάχες σε Ρεκά και Κρίκελλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Βελουχιώτης έφτασε στα Βαρδούσια, αποφάσισε να αφήσει την μισή περίπου δύναμη της ανταρτοομάδας- που τότε έφτανε τους 40 άντρες- στην Ευρυτανία υπό ένα τοπικό αρχηγείο με επικεφαλής τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Σωκράτη Γκέκα (Άθω Ρουμελιώτη)[ε][47]. Μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες ο Βελουχιώτης κινήθηκε προς την Παρνασσίδα, όπου στα μέσα Σεπτεμβρίου συνενώθηκε με την 8η Απελευθερωτική Ομάδα και σχημάτισε αρχηγείο με καπετάνιο τον ίδιο, στρατιωτικό διοικητή τον Φώτη Μαστροκώστα (Θάνο) και πολιτικό καθοδηγητή τον Γιώργο Χουλιάρα (Περικλή)[48] με δύναμη περρίπου 35 ανδρών. Ένα τμήμα υπό τον Βελουχιώτη κατευθύνθηκε στο χωριό Δρέμισσα όπου αιφνιδίασε και αφόπλισε ένα απόσπασμα χωροφυλάκων. Έπειτα, διέταξε τον επικεφαλής τους ενωμοτάρχη να καλέσει άλλα τρία αποσπάσματα να προστρέξουν σε βοήθεια, διότι δήθεν οι χωροφύλακες είχαν περικυκλώσει αντάρτες και χρειαζόταν βοήθεια[49]. Στήνοντας ενέδρες σε κατάλληλα σημεία, οι αντάρτες κατάφεραν να συλλάβουν και τα τρία αποσπάσματα, αφοπλίζοντας, ουσιαστικά χωρίς αντίσταση, συνολικά 40 χωροφύλακες[50].

Το ίδιο διάστημα οι Βρετανοί είχαν προγραμματίσει ρίψεις πολεμοφοδίων στην περιοχή της Γκιώνας για τον εξοπλισμό ομάδων που θα ενεργούσαν σαμποτάζ στις συγκοινωνίες των κατακτητών. Τότε, αντάρτες και Ιταλοί κινήθηκαν να αποκτήσουν τα φορτία, τα οποία είχαν σκορπίσει σε διάφορα σημεία[51]. Μια διμοιρία 36 Ιταλών στρατιωτών του 44ου Συντάγματος της 36ης Μεραρχίας Forli που έψαχνε τα δέματα στρατοπέδευσε την νύχτα της 8ης Σεπτεμβρίου σε έναν παλιό μύλο στη χαράδρα Ρεκά. Όταν ο Βελουχιώτης αντιλήφθηκε την παρουσία τους πλησίασε αθόρυβα τις ιταλικές θέσεις και τα χαράματα της 9ης Σεπτεμβρίου επιτέθηκε αιφνιδιαστικά. Στην σύντομη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν 23 Ιταλοί, 7 παραδόθηκαν και ένας κατάφερε να διαφύγει, ενώ οι αντάρτες δεν είχαν καμία απώλεια [48]. Έπειτα από μία ανεπιτυχή προσπάθεια για ανταλλαγή με Έλληνες κρατούμενους, αλλά και για αποφυγή δυσκολιών στην μετακίνηση, οι Ιταλοί αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν[ζ]. Η σύγκρουση στην Ρεκά ήταν η πρώτη μάχη του ΕΛΑΣ με τα στρατεύματα των κατακτητών και σηματοδότησε το πέρασμα του Αντάρτικού από την ιδεολογική προετοιμασία στην ένοπλη αντιπαράθεση[51].

Αφήνοντας ένα τμήμα 5 ανδρών στη Γκιώνα, ο Βελουχιώτης κατευθύνθηκε στα Βαρδούσια και αφόπλισε την Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Υπάτης. Ύστερα, κινούμενος στις βουνοκορφές επέστρεψε στο Βελούχι, όπου διέδωσε την νίκη του κατα των Ιταλών[48]. Η συνεχής προσέλευση νέων ανταρτών είχε σαν αποτέλεσμα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Στερεά να φτάσουν στα τέλη Οκτωβρίου τους 100 άνδρες, αποτελώντας την ισχυρότερη δύναμη στην Ελλάδα. Εκείνο το διάστημα (νύχτα της 27ης προς 28ης Οκτωβρίου) είχε πέσει έξω από το Καρπενήσι μια ομάδα τεσσάρων αλεξιπτωτιστών. Μια ιταλική φάλαγγα ξεκίνησε από το Καρπενήσι για να τους εντοπίσει[48]. Στις 29 Οκτωβρίου ο Βελουχιώτης έστησε ενέδρα στο Κρίκελλο και όταν εμφανίστηκε η οπισθοφυλακή της φάλαγγας, δύναμης 25 με 30 ανδρών, τους υποδέχτηκε με πυκνά πυρά. Επτά ή οκτώ Ιταλοί σκοτώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι παραδόθηκαν και λίγο αργότερα εκτελέστηκαν. Οι αντάρτες είχαν μόνο ένα νεκρό[53][54].

Στο χωριό Παπαρούσι, στις 6 Νοεμβρίου, ο Βελουχιώτης έλαβε μέρος σε σύσκεψη μεταξύ του Γενικού Αρχηγείου Ρούμελης και του Αρχηγείου Ευρυτανίας, στο οποίο ήταν αρχηγός ο Άθως Ρουμελιώτης[55]. Ο Ρουμελιώτης ζήτησε ανεξάρτητη δράση και την αρχηγία του αντάρτικού στη Ρούμελη. Τότε ο Βελουχιώτης του πρότεινε την θέση του στρατιωτικού στο Γενικό Αρχηγείο. Μη μπορώντας να επιβάλει την άποψή του, και παίρνοντας μαζί του μερικούς αντάρτες, ο Ρουμελιώτης έφυγε από το Παπαρούσι διαχωρίζοντας την δράση του από τον ΕΛΑΣ. Η φυγή του δεν επηρέασε τον ΕΛΑΣ, καθώς πολύ γρήγορα εντάχθηκαν στα τμήματά του νέοι άνδρες[56].

H καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αλεξιπτωτιστές που έψαχναν οι Ιταλοί και έγιναν η αφορμή για την μάχη στο Κρίκκελο, ήταν μία από τις τρεις ομάδες της επιχείρησης Χάρλινγκ (Operesion Harling) που είχε αναλάβει την εκτέλεση δολιοφθοράς σε μια από τις γέφυρες Παπαδιάς, Ασωπού και Γοργοποτάμου πάνω από τις οποίες διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Αθηνών. Από τον Σεπτέμβριο το βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ) ενδιαφέρονταν για την διακοπή της γραμμής ανεφοδιασμού των γερμανικών δυνάμεων που διέρχονταν από την Ελλάδα και κατέληγε στην βόρειο Αφρική[57]. Για τον σκοπό αυτό η βρετανική Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων, γνωστή ως SOE, απέστειλε στην Ελλάδα 11 Βρετανούς και έναν Έλληνα, με αρχηγό τον συνταγματάρχη Έντμουντ Μάιερς (Edmund C W Myers) και υπαρχηγό τον ελληνομαθή ταγματάρχη Κρίστοφερ Γουντχάουζ (Christopher M. Woodhouse)[58]. Οι επικεφαλής της επιχείρησης, μαζί με 6 άνδρες, είχαν πέσει με αλεξίπτωτα στην Γκιώνα την νύχτα της 30ής Σεπτεμβρίου προς 1η Οκτωβρίου. Ο Μάιερς αποφάσισε ότι η γέφυρα του Γοργοποτάμου ήταν η πιο προσιτή για επίθεση, με την προϋπόθεση όμως ότι θα είχε την βοήθεια ανταρτών[η]. Γι αυτό αναζήτησε βοήθεια από τον ηγέτη του ΕΔΕΣ Ναπολέων Ζέρβα και από τον Βελουχιώτη[60]. Ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, όμως, ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στους Βρετανούς, βλέποντας τους ως αντικαταστάτες των Γερμανών[61]. Παρ' όλα αυτά δέχτηκε να συμμετάσχει στην επιχείρηση διότι αφενός μεν είχε εντολή από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ να συνεργαστεί με τον Ζέρβα και τους Άγγλους[62], αφετέρου γνώριζε ότι η επιτυχής ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, χωρίς την υποστήριξη του ΕΛΑΣ, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στο κίνημα του ΕΑΜ[63].

Ο Έντι Μάιερς, αρχηγός της επιχείρησης Χάρλινγκ

Η συνάντηση του Βελουχιώτη με τον Ζέρβα και τον Γούντχαουζ έγινε στις 14 Νοεμβρίου στο χωριό Βίνιανη. Εκεί ενημερώθηκε για πρώτη φόρα αναλυτικά για την σχεδιαζόμενη επιχείρηση Χάρλινγκ και συμφώνησε να συνεργαστεί μαζί τους, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από την ηγεσία του ΚΚΕ[64][65]. Αφήνοντας στη Βίνιανη το Αρχηγείο Ευρυτανίας, δύναμης 60 ανδρών, υπό τον Βασίλη Πριόβολο (Ερμή), ο Βελουχιώτης κινήθηκε προς το Μαυρολιθάρι για να συναντήσει τον Μάιερς[66]. Όταν έφτασε στο Μαυρολιθάρι συναντήθηκε με τον Ζέρβα και τον Μάιερς, με τον τελευταίο να του εξηγεί το σχέδιό του. Ο Βελουχιώτης του επισήμανε ότι ήταν έτοιμος να λάβει μέρος στην επιχείρηση, εάν όμως στο μεταξύ έρχονταν εντολή από την ηγεσία του ΕΑΜ που του απαγόρευε να συμμετάσχει, τότε θα ακολουθούσε τις οδηγίες του κινήματος[67][63][68]. Γνωρίζοντας τις δυνατότητες των ανδρών του σε αυτό το πρώιμο στάδιο του αγώνα και βλέποντας πιο ρεαλιστικά την κατάσταση ήξερε πως μια πιθανή αποτυχία θα σήμαινε το τέλος της ένοπλης εαμικής αντίστασης[69][θ]. Η επιχείρηση γίνονταν στην περιοχή δράσης του ΕΛΑΣ και τα αναμενόμενα αντίποινα θα κλόνιζαν τις εύθραυστες οργανώσεις του ΕΑΜ. Άλλωστε η ολομέτωπη σύγκρουση με τους κατακτητές δεν ανταποκρίνονταν, αυτή την στιγμή, με τις δυνατότητες και τον προγραμματισμό του ΕΛΑΣ[71].

Τις επόμενες μέρες εκπονήθηκε το σχέδιο μάχης[ι] και ορίστηκε η 25η Νοεμβρίου και η 23:00 ως ημερομηνία και ώρα ενάρξεως του εγχειρήματος. Σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο, οι άνδρες[κ] χωρίστηκαν σε επτά τμήματα. Η επιχείρηση οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να προστατευθεί το συνεργείο ανατίναξης, το οποίο αποτελείτο από 17 άνδρες[76] με τον Μάιερς να υπολογίζει ότι για να αχρηστευθεί η γέφυρα χρειάζονταν δύο ανατινάξεις ώστε να καταστραφούν δύο μεταλλικά στηρίγματα, που βρίσκονταν εγγύτερα στην νότια πλευρά, όπως και η σιδηροδρομική γραμμή, που στηρίζονταν πάνω τους[77]. Τα δύο πολυπληθέστερα θα επιτίθεντο στις ιταλικές φρουρές που υπήρχαν στο νότιο και στο βόρειο βάραθρο της γέφυρας. Η κύρια προσπάθεια θα γίνονταν στο νότιο άκρο της γέφυρας, γιατί εκείνο ήταν ισχυρά προστατευόμενο[78], και για την κατάληψη του οποίου διατέθηκε ένα μικτό τμήμα ανταρτών [79]. Στο βόρειο άκρο θα ενεργούσαν άνδρες του ΕΔΕΣ, ενώ δύο ομάδες του ΕΛΑΣ με την συμμετοχή Βρετανών αξιωματικών θα απέκοπταν την σιδηροδρομική γραμμή βόρεια και νότια για την αποτροπή αφίξεως ιταλικών δυνάμεων. Την κάλυψη από τη Λαμία ανέλαβε μια ομάδα του ΕΛΑΣ[79]. Στα βορειοανατολικά, σε ένα κοντινό με την γέφυρα ύψωμα, θα παρέμενε ο Σταθμός Διοίκησης (Βελουχιωτης, Ζέρβας, Μαιερς, Γούντχαουζ) και ένα τμήμα ανταρτών σαν εφεδρεία [80].

Η γέφυρα του Γοργοπόταμου όπως είναι σήμερα.

Υπό το αμυδρό φως του φεγγαριού όλες οι ομάδες ήταν έτοιμες στις θέσεις τους αναμένοντας με αγωνία το σύνθημα πυρός. Λίγα λεπτά μετά την καθορισμένη ώρα ξέσπασε καταιγισμός πυρών στα δύο άκρα τις γέφυρας[80]. Περίπου μισή ώρα αργότερα κατελήφθη το νότιο βάθρο, τα πράγματα όμως δεν πήγαν το ίδιο καλά στο βόρειο, με τους αντάρτες να καθηλώνονται από τα ιταλικά πυρά. Στον Σταθμό Διοικήσεως επικράτησε ανησυχία, με τον Ζέρβα να υποθέτει ότι οι αντάρτες θα εξαντλούσαν σύντομα τα πυρομαχικά τους[81]. Τότε αποφασίστηκε να συνδράμουν το βόρειο άκρο εφεδρικές δυνάμεις[λ]. Παράλληλα ο Μαιερς, παρά το αρχικό σχέδιο και υπό του κινδύνου αποστολής ιταλικών ενισχύσεων, διέταξε το συνεργείο ανατίναξης να προχωρήσει στην υπονόμευση των μεταλλικών στηριγμάτων της γέφυρας[83]. Ενόσω συνεχιζόταν η μάχη στο βόρειο άκρο το συνεργείο τοποθέτησε τα εκρηκτικά και λίγο μετά ακούστηκε το συνθηματικό σφύριγμα της υπονόμευσης. Ακολούθησε μια τρομερή έκρηξη που κατέστρεψε ένα σιδερένιο στήριγμα και δύο τόξα της γέφυρας[84]. Την ίδια περίπου στιγμή κατελήφθη και το βόρειο άκρο. Ύστερα από μια επιθεώρηση στα αποτελέσματα της έκρηξης, ο Μάιερς έδωσε οδηγίες για την ανατίναξη του δεύτερου στηρίγματος, παρά τους φόβους του Ζέρβα για την χρονική επιμήκυνση του εγχειρήματος που έθετε τους αντάρτες σε κίνδυνο από τις ιταλικές ενισχύσεις που αναμένονταν[85]. Σχεδόν την ίδια στιγμή ακούστηκε μία έκρηξη από την βόρεια πλευρά που τίναξε στον αέρα τις σιδηροδρομικές γραμμές, προσπαθώντας να εκτροχιάσει το τρένο με Ιταλούς στρατιώτες που είχε ξεκινήσει από την Λαμία και έφτασε κοντά στη γέφυρα. Ιταλοί και οι αντάρτες αντάλλαξαν πυρά, αλλά γρήγορα και οι δύο αντιμαχόμενοι υποχώρησαν[86]. Παρότι πλέον η μάχη είχε σταματήσει και η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη, ο Ζέρβας επέμενε πως έπρεπε να αποχωρίσουν, όμως ο Βελουχιώτης και ο Γούντχαουζ τον παρακάλεσαν να παραμείνει ψύχραιμος και να περιμένει την δεύτερη έκρηξη[87]. Σε λίγη ώρα οι σαμποτέρ κατάφεραν να τοποθετήσουν τα εκρηκτικά και η δεύτερη έκρηξη ολοκλήρωσε την καταστροφή. Αμέσως μετά όλοι οι αντάρτες αποχώρισαν έχοντας απώλειες μόνο δύο τραυματίες. Οι Ιταλοί είχαν 7 νεκρούς, 3 τραυματίες και 2 αιχμαλώτους[88].

Η καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου διέκοψε την μοναδική σιδηροδρομική σύνδεση Βορρά-Νότου για 39 ημέρες[89]. Παρότι αυτό δεν είχε επιπτώσεις στο εφοδιασμό των Γερμανικών δυνάμεων που μάχονταν στη Βόρεια Αφρική, η επιχείρηση Χάρλινγκ είναι μια από τις μεγαλύτερες και συμαντικότερες επιχειρήσεις δολιοφθοράς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου[90][91]. Μεγαλύτερη σημασία είχε για τους Έλληνες, διότι για πρώτη φορά συνεργάστηκαν δύο αντίπαλες οργανώσεις, καθιστώντας την καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου κορυφαίο γεγονός και σημείο καμπής για την εξέλιξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα[88]. Ο ΕΛΑΣ, έχοντας προσφέρει περισσότερο σε άντρες, οπλισμό και αγωνιστικότητα, αύξησε την αξιοπιστία του ως αντάρτικος στρατός που μπορούσε να χτυπήσει με επιτυχία τους Ιταλούς[92] και ο Βελουχιώτης κέρδισε την εμπιστοσύνη της ηγεσίας του ΚΚΕ[93]. Πλέον όμως, η ανικανότητα των Ιταλών ειχε σαν συνέπεια να αναλάβουν τον έλεγχο της Ρούμελης γερμανικές δυνάμεις[94].

Μετά τον Γοργοπόταμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επόμενη μέρα, 27 Νοεμβρίου, όλοι οι συμμετέχοντες έφτασαν θριαμβευτικά στο Μαυρολιθάρι. Εκεί ο Μάιερς δήλωσε στον Βελουχιώτη και τον Ζέρβα ότι θα προταθούν για απονομή ενός μεγάλου βρετανικού παρασήμου και επιπλέον εφοδίασε τον καθένα με 250 χρυσές λίρες για τις ανάγκες των ανταρτών τους[95]. Ο Βελουχιώτης αδιαφόρησε και για τα δύο και ζήτησε να του δοθούν όπλα και τα πολύτιμα για τους σχεδόν ξυπόλυτους αντάρτες του άρβυλα[96]. Παρόλα αυτά δέχτηκε ως δώρο τις λίρες λέγοντας στον Μάιερς να μην τα καταγράψει στα τοκογλυφικά δάνεια όπως είχαν κάνει παλιότερα οι Μεγάλες Δυνάμεις[97]. Επίσης ζήτησε να αφήσουν έναν Βρετανό σύνδεσμό στον ΕΛΑΣ, όμως ο Μάιερ αρνήθηκε λέγοντάς του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμοι αξιωματικοί, καθώς θα γυρνούσαν πίσω στην Μέση Ανατολή, εκτός από το Γουντχάουζ με τρεις βοηθούς που θα παρέμεναν στον ΕΔΕΣ. Το γεγονός αυτό δυσαρέστησε τον Βελουχιώτη [μ]. Στην συνέχεια ο Βελουχιώτης με τον Ζέρβα συμφώνησαν να μην στρατολογεί αντάρτες ο ένας στην περιοχή δράσης του άλλου - θέτοντας ως σύνορο τον ποταμό Αχελώο- όπως επίσης η μία οργάνωση να μη δέχεται αποστάτες της άλλης[96].

Εκείνες τις μέρες είχε φτάσει στην Ρούμελη το αναπληρωματικό στέλεχος της ΚΕ του ΚΚΕ και διορισμένος διάδοχος του Βελουχιώτη, Βαγγέλης Παπαδάκης (Τάσος Λευτεριάς)[39]. Έχοντας εντολή από Σιάντο να αντικαταστήσει στην αρχηγεία του ΕΛΑΣ τον Βελουχιώτη και να τον στείλει πίσω στην Αθήνα, ο Λευτεριάς απέφυγε να του την αναφέρει, διότι στην επιτόπια έρευνά του αντελήφθη πως η κατάσταση στο βουνό ήταν εντελώς διαφορετική από την εικόνα που είχε σχηματίσει η ηγεσία του ΚΚΕ[100]. Επιπλέον αμφέβαλε αν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του καπετάνιου του ΕΛΑΣ και ήταν σκεπτικός στο κατά πόσο θα πειθαρχούσε ο Βελουχιώτης στην εντολή του κόμματος[101]. Γι' αυτούς τους λόγους, ο Λευτεριάς σχημάτισε στο Αρχηγείου Ρούμελης μια «κομματική επιτροπή» που απάλλαξε τον Βελουχιώτη από τα πολιτικά καθήκοντα και τον υποχρέωσε να γίνει μετριοπαθέστερος στις αποφάσεις του[102].

Ο Βελουχιώτης έφτασε στις αρχές Δεκεμβρίου στη Νέα Γιαννιτσού, όπου έγινε μια σύσκεψη μεταξύ Πολιτικών Οργανώσεων και αντάρτικων τμημάτων του ΕΛΑΣ [103]. Στις συζητήσεις που έγιναν δέχτηκε σφοδρή κριτική από τον Ηλία Μανιάτη, υπεύθυνο του ΚΚΕ στη Στερεά Ελλάδα. Ο Μανιάτης κατηγόρησε τον Βελουχιώτη ότι έφτιαξε προσωπικό καπετανάτο και όχι κομματικό στρατό. Ο Βελουχιώτης του απάντησε πως με ενέργειες των πρώτων ανταρτών και λίγων κομμουνιστών κατάφερε ο ΕΛΑΣ να φτάσει τους 500 περίπου αντάρτες, ενώ κανείς δεν πίστευε, ούτε το ΚΚΕ, πως μπορεούσε να δημιουργήθεί τέτοιο αντάρτικο. Τέλος, μετά από πρότασή του αποφασίστηκε η κατανομή της αντάρτικης δύναμης σε τοπικά αρχηγεία, ενώ πολιτικός επίτροπος του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ ανέλαβε ο Λευτεριάς [104].

Η λιποταξία του Κωστορίζου και η εκστρατεία στην Ήπειρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγες μέρες αργότερα, περίπου 25 αντάρτες, με επικεφαλής έναν πρώην υπαξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας, τον Νικόλαο Κωστορίζο (Γκέκα), εγκατέλειψαν τον ΕΛΑΣ. Θεωρώντας ως υπεύθυνο της φυγής του Γκέκα τον Ζέρβα, ο οργισμένος Βελουχιώτης συγκάλεσε γενική συνέλευση, στην όποια αποφασίστηκε να κατευθυνθούν αμέσως προς την Ήπειρο, όπου ήταν το πεδίο δράσης του ΕΔΕΣ, να συλλάβει τους λιποτάκτες και να τους περάσει στρατοδικείο[105]. Στόχος του Βελουχιώτη ήταν να σταματήσει την αποχώρηση των ελασιτών προς τον ΕΔΕΣ[106]. 'Εχοντας υπό τις διαταγές του 400 περίπου αντάρτες, ξεκίνησε την εκστρατεία του και στην διάρκεια της διαδρομής αποφάσισε να διαλύσει με βίαιο τρόπο τον ΕΔΕΣ[107]. Περνώντας από το Μικρό Χωριό έστησε ενέδρα σε με μια φάλαγγα Ιταλών στρατιωτών, σκοτώνοντας μάλιστα τον επικεφαλής συνταγματάρχη, ενώ οι ελασιτες είχαν μόνο έναν νεκρό[108].

Φτάνοντας στη Ήπειρο ο Βελουχιώτης διεπίστωσε ότι ο Κωστορίζος δεν βρίσκονταν εκεί, ενώ ο Ζέρβας δεν είχε κάποια σχέση με λιποταξία. Επιπλέον οι ελασίτες εξαντλήθηκαν από την κακοκαιρία και την έλλειψη ανεφοδιασμού, αδυνατώντας να συνεχίσουν την εκστρατεία[109]. Μπροστά στα νέα δεδομένα, ο Βελουχιώτης άλλαξε τους στόχους του και με την μεσολάβηση του Γουντχάουζ και της τοπικής επιτροπής του ΕΑΜ συναντήθηκε με τον Ζέρβα την 31η Δεκεμβρίου στο μοναστήρι της Ροβέλιστας. Με την συμμετοχή του Γούντχάουζ, από τον ΕΔΕΣ των Ζέρβα και Πυρομάγλου και από τον ΕΛΑΣ των Λευτεριά και Βελουχιώτη, ο τελευταίος πρότεινε την συγχώνευση των δύο οργανώσεων υπό την ηγεσία ενός κοινού αρχηγείου, με τον ίδιο καπετάνιο, τον Ζέρβα στρατιωτικό διοικητή και τρίτο μέλος έναν πολιτικό καθοδηγητή κοινής εμπιστοσύνης[110]. Ο Ζέρβας συμφώνησε στην ύπαρξη πολιτικού καθοδηγητή, υπό τον όρο να αναλάβει την θέση αυτή ο Γουντχάουζ. Αυτό όμως δεν έγινε δεκτό από τον ΕΛΑΣ, καθώς θεωρήθηκε ότι η πρόταση ήταν ασυμβίβαστη με το εθνικό φιλότιμο, αντιπροτείνοντας τον Ζέρβα γι αυτή την θέση. Στο τέλος, υπήρξε μια κοινή βάση συμφωνίας, αλλά οι προτάσεις θα έπρεπε να επεξεργαστούν και να επικυρωθούν από τις Κεντρικές Επιτροπές των δύο οργανώσεων[111].

Όταν οι προτάσεις και η προκαταρκτική συμφωνία έγιναν γνωστές στην ηγεσία του ΚΚΕ επικράτησε «αγανάκτηση» για την «αυθαιρεσία» του Λευτεριά και ιδιαίτερα του Βελουχιώτη που αγνόησαν το κόμμα. Άλλωστε, δεν είχαν καμία αρμοδιότητα να διαπραγματευθούν συνένωση των δύο οργανώσεων αφού η εξουσιοδότησή τους ήταν μόνο για την Ρούμελη[112][ν]. Ωστόσο, οι συζητήσεις στη Ροβέλιστα είχαν κάποια αποτελέσματα για τον ΕΛΑΣ, καθώς από τις αρχές του 1943 ξεκίνησε η εφαρμογή της τριπλής διοίκησης των μονάδων, όπως είχε προταθεί στην περίπτωση κοινού αρχηγείου ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ. Συνεπώς, στρατιωτικός, πολιτικός και καπετάνιος[ξ] συμμετείχαν ισότιμα στην διοίκηση, με τον Βελουχιώτη να θεωρείται ανώτερος όλων των καπετάνιων, αναγνωριζόμενος από όλους ως «αρχικαπετάνιος»[115] ή «πρωτοκαπετάνιος»[116].

«Κατηγορούμενος» στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν ήταν, όμως, μόνο οι προτάσεις του Βελουχιώτη που προβλημάτισαν την ηγεσία του ΚΚΕ. Από την αρχή του αντάρτικου μια σειρά από γεγονότα που καταδείκνυαν την υπερβολική σκληρότητά του απέναντι όχι μόνο στους εχθρούς αλλά και στους ίδιους τους άντρες του, κι ακόμη η συνοπτικές διαδικασίες που εφάρμοζε στην απονομή δικαιοσύνης, έφτασαν στην Αθήνα[117] με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η καθαίρεσή του[118]. Τέτοια γεγονότα ήταν το περιλάλητο επεισόδιο με την καταδίκη σε θάνατο ενός αντάρτη για την κλοπή μιας κότας[119], η απειλή με περίστροφο δύο ανταρτών να ομολογήσουν μέσα σε τρία λεπτά μία κλοπή που αποδείχτηκε ότι δεν έκαναν[120] και η εκτέλεση στο Μαυρολιθάρι 5[121] ή 11 ελασιτών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι εκμεταλλεύονταν την ιδιότητά τους για να διαπράξουν κάθε είδους ποινικά αδικήματα[122]. Αποκορύφωμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν ένα γεγονός που έγινε στα τέλη Ιανουαρίου στο χωρίο Γαρδίκι, όταν ο Βελουχιώτης «τάπα στο μεθύσι»[102] κατηγόρησε οχτώ άνδρες και έξι γυναίκες, ότι είχαν προδώσει στους Ιταλούς κρυψώνες όπλων. Με δική του διαταγή οδηγήθηκαν στην πλατεία μπροστά στους χωρικούς και απαίτησε συνολική ομολογία. Κανένας όμως από τους 14 κατηγορoύμενους δεν ήταν διαθετημένος να δεχτεί τις κατηγορίες διαβεβαιώνοντας την αθωότητά τους. «Γεμάτος οργή και μανία ο Άρης χτυπούσε και μαστίγωνε τους δυστυχείς, μέχρι που έπεσαν ημιλυπόθιμοι και τελικά - λίγο πριν εκτελεστούν - έδωσαν μία ομολογία, χωρίς αξία»[123]. Λίγο αργότερα έφτασε εκεί ο Λευτεριάς και πριν ακόμη ξεμεθύσει του ανακοίνωσε την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου να παρουσιαστεί αμέσως στην Αθήνα[102].

Μεταμφιεσμένος σε παπά, ώστε να διαφύγει της προσοχής των αρχών κατοχής, ο Βελουχιώτης έφτασε στην Αθήνα στα μέσα Φεβρουαρίου. Η παρουσία του έγινε αισθητή και γι αυτό υποχρεώθηκε να ξυρίσει την γενειάδα του και να αφαιρέσει δύο χρυσά δόντια, διότι αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν γνωστά στην Ασφάλεια[124]. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε, σχεδόν σαν κατηγορούμενος, στους Σιάντο, Ιωαννίδη και Τζήμα και απολογήθηκε για την έως τότε δράση του. Ο Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ τον επέκρινε για διάφορες άστοχες ενέργειές του χαρακτηρίζοντάς τες ως «εξτρεμισμούς» που «διαστρέβλωσαν την πολιτική γραμμή το κόμματος»[125]. Οι προδότες, συνέχισε, έπρεπε να εκτελούνται μόνο σε αναμφισβήτητες περιπτώσεις ενοχής. Του επισημάνθηκε επίσης ότι το κόμμα δεν θα έπρεπε να βασίζετε στην τρομοκρατία αλλά στην πειθώ και ότι η δράση του έδινε την εντύπωση ότι το ΕΑΜ ήθελε να μονοπωλήσει τον αντιστασιακό αγώνα[126]. Όταν ο Σιάντος του υπενθύμισε ότι είχε προδώσει το κόμμα όταν είχε υπογράψει το 1939 δήλωση μετανοίας, ο Βελουχιώτης ξέσπασε σε κλάματα[125].

Ωστόσο, τονίζοντας την επιχείρηση στον Γοργοπόταμο, αλλά και τις οργανωτικές και στρατιωτικές του επιτυχίες, ο Βελουχιώτης κατάφερε να ανατρέψει την εις βάρος του κατάσταση[127]. Επισήμανε ότι παρόλα τα ελαττώματά του ήταν αυτός που μπορούσε να συνεχίσει το αντάρτικό στη Ρούμελη και πρότεινε στην ηγεσία του ΚΚΕ να βγει στο βουνό[128]. Για την εκστρατεία στην Ήπειρο υποστήριξε ότι ο Ζέρβας ήταν φιλόδοξος και γι αυτό πρέπει να εξοντωθεί ή να ενσωματωθεί στον ΕΛΑΣ[129]. Έτσι, χωρίς πάντως να έχει κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του κόμματος, αλλα να έχει την στήριξη του Τζήμα, η Κεντρική Επιτροπή του επέτρεψε να επιστρέψει στο βουνό. Μάλιστα τον όρισαν καπετάνιο στο νεοσχηματίσθεν Γενικό Αρχηγείο Στερεάς (ή Ρούμελης), στο οποίο υπάγονταν τα Αρχηγεία Ανατολικής Στερεάς, Δυτικής Στερεάς και Αττικοβοιωτίας[130]. Πιθανόν αποκαταστάθηκε στο κόμμα και έγινε ξανά μέλος του ΚΚΕ, ιδιότητα που είχε χάσει μετά την υπογραφή δήλωσης μετανοίας[ο]. Μαζί του ανέβηκαν και άλλα στελέχη, όπως οι αξιωματικοί Ευθύμιος Ζούλας και Φοίβος Γρηγοριάδης. Αλλά ο πιο σημαντικός ήταν ο Τζήμας, ο οποίος ορίστηκε αντιπρόσωπος της ΚΕ του ΕΑΜ στον ΕΛΑΣ, με εντολή να επιβλέπει κατά πόσο τηρεί ο αρχικαπετάνιος την κομματική γραμμή[126].

Επιστροφή στο βουνό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο της απουσίας του Βελουχιώτη στην Αθήνα, στην ελληνική κοινωνία υπήρξαν καταιγιστικές εξελίξεις[134]. Στις πόλεις ξεκίνησαν μαζικές κινητοποιήσεις, κυρίως από νέους, μεγαλώνοντας και ενισχύοντας την Αντίσταση[135]. Επίσης, λειτούργησε ο διεθνής ανεφοδιασμός της χώρας με τρόφιμα, με αποτέλεσμα οι πόλεις να μην έχουν απόλυτη ανάγκη προϊόντων τις υπαίθρου, αποδεσμεύοντας εργατικά χέρια, τα οποία έδωσαν την δυνατότητα στο ΕΑΜ να ενισχυθεί σε στελέχη και να δημιουργήσει, μαζί με τον ΕΔΕΣ, την Ελεύθερη Ελλάδα, που στα τέλη Μαΐου ξεκινούσε από την Καστοριά και έφτανε μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο, συμπεριλαμβανομένων του Ολύμπου, τα βουνά τις Ηπείρου και τον Παρνασσό, δηλαδή σχεδόν το 1/3 του ελληνικού εδάφους[136]. Στο διεθνές πολεμικό μέτωπο, οι γερμανικές δυνάμεις που υποχωρούσαν συνεχώς στην Βόρεια Αφρική και η σοβιετική νίκη στο Στάλινγκραντ προμήνυαν το τέλος του πολέμου[137].

Αυτό το διάστημα ο ΕΛΑΣ γνώρισε εκπληκτική ανάπτυξη. Το Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1943 εξαπλώθηκε στην ύπαιθρο μια κατάσταση εξέγερσης, με τον ΕΛΑΣ να έχει εντυπωσιακές επιτυχίες ενάντια των ιταλικών δυνάμεων[118]. Τον Απρίλιο οι επιθέσεις τον ανταρτών πολλαπλασιάστηκαν. Άλλωστε ο ΕΛΑΣ εφάρμοζε την τακτική που είχε σχεδιάσει ο Σιάντος: αρχικά εκκαθάριση από δωσίλογους και χωροφύλακες, έπειτα επιθέσεις εναντίον εύκολων στόχων, όπως εναντίων Ιταλών, και τέλος, αφού αποκτούσαν εμπειρία και κατάλληλο οπλισμό, επιθέσεις κατά γερμανικών δυνάμεων. Οι προϋποθέσεις για επίθεση κατά των Γερμανών, οι οποίοι ήταν ο κύριος εχθρός, είχαν εκπληρωθεί στα τέλη Μαρτίου[138]. Με τις τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ να δημιουργούν νέες ομάδες ανταρτών, τον Απρίλιο ο ΕΛΑΣ έφτασε τους 10.000 ενόπλους[139]. Η κατάλυση των κατοχικών αρχών στα ορεινά εξύψωσαν την ένοπλη αντίσταση στη συνείδηση των περισσότερων Ελλήνων, που σε σε συνδυασμό την βρετανική αναγνώριση, προσέλκυσαν αρκετούς επαγγελματίες αξιωματικούς οι οποίοι έως τότε ήταν διστακτικοί με τον αντάρτικο αγώνα[140].. Οι ομάδες των ανταρτών, λοιπόν, είχαν μεταβληθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες σε μια στρατιωτική δύναμη, που όμως για να συντηρηθεί και να διατηρηθεί χρειάζονταν, εκτός από έναν ισχυρό πολιτικό μηχανισμό, υψηλόβαθμους επαγγελματίες στρατιωτικούς. Μπροστά στα νέα δεδομένα ο Βελουχιώτης δεν μπορούσε πλέον να είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στις πολεμικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ[141].

Στην διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής ο Βελουχιώτης έτυχε θριαμβευτικής υποδοχής στα χωριά που περνούσε και τους αντάρτες που συναντούσε[142]. Όταν έφτασε στην Δεσφίνα, γίορτασε την ημέρα της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου με μια εντυπωσιακή τελετή και ανακοίνωσε, παρουσία πολλων ηγετών του ΕΛΑΣ, την απόφαση του ΕΑΜ για την έναρξη επιθέσεων κατά των Γερμανών[143]. Προς το τέλος του ταξιδιού ενημερώθηκε για την σύλληψη από τον ΕΛΑΣ του συνταγματάρχη Στέφανου Σαράφη και του ταγματάρχη Γεώργιου Κωστόπουλου[π]. Στις 2 Απριλίου, στην Κολοκυθιά, συναντήθηκαν ο Βελουχιώτης και ο Τζήμας με τον Σαράφη, διαβεβαιώνοντάς τον τελευταίο ότι θα ελευθερωθεί σύντομα. Μετά από πρόταση του Τζήμα να αναλάβει ανώτερο αξίωμα στον ΕΛΑΣ, ο συνταγματάρχης δέχτηκε, υπό την προϋπόθεση απελευθέρωσης των κρατούμενων συντρόφων του. Όμως, όταν τα γεγονότα έφτασαν στην Αθήνα ο Σιάντος διέταξε την άμεση απελευθέρωση των αιχμαλώτων, διότι το ΕΑΜ δέχονταν έντονες επικρίσεις και κατηγορίες για εμφυλιοπολεμίκες διαθέσεις, ακόμα και από οργανώσεις που δεν συμπαθούσαν τον Σαράφη[148][149]. Για να εγκριθεί από την ηγεσία του ΕΑΜ η προσχώρησή του στον ΕΛΑΣ, αλλά και να συναντηθεί με διάφορους πολιτικούς ηγέτες ώστε να επιβεβαιώσει την αλλαγή στάσης του, ο Σαράφης, συνοδευόμενος από τον Τζήμα, αναχώρησε για την Αθήνα[118]. Προτού ξεκινήσει για την Αθήνα, ο Τζήμας όρισε τον Βελουχιώτη επικεφαλής του πενταμελούς Γενικού Αρχηγείου Στερεάς[150].

Στο διάστημα που παρέμεινε στην Κολοκυθιά ο Βελουχιώτης συγκρότησε έναν έφιππο ουλαμό 25 ανδρών ως προσωπική φρουρά, που έγιναν γνωστοί ως μαυροσκούφηδες. Επιλεγμένοι από τον ίδιο οι άνδρες αυτοί τον ακολουθούσαν σε κάθε του βήμα[151]. Στις 8 Απριλίου συμμετείχε σε ένα ανταρτοδικείο, όπου εισηγήθηκε την εκτέλεση Γερμανών κρατούμενων, εάν δε σταματούσαν οι κατοχικές δυνάμεις τις επιθέσεις εναντίον γυναικόπαιδων στην κοιλάδα του Σπερχειού[152]. Πρότεινε επίσης σε έναν Γερμανό αιχμάλωτο αξιωματικό να πάει στην Λαμία και να διαπραγματευτεί μια ανταλλαγή αιχμαλώτων, όμως ο Γερμανός την απέρριψε[153] . Την επόμενη μέρα ένα απόσπασμα ανταρτών εκτέλεσε 32 Γερμανούς αιχμαλώτους[154]. Στις 10 Απριλίου έλαβε μέρος σε μια μεγάλη γενική συνέλευση καπετάνιων και ανταρτών, όπου ο Τζήμας ανέπτυξε την πολιτική του ΕΛΑΣ τονίζοντας ότι το ΕΑΜ έκανε εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και δεν έπρεπε να εμποδιστούν εξωεαμικοί αξιωματικοί να δημιουργήσουν ανταρτοόμάδες[155]. Στο άκουσμα αυτής της άποψης οι ελασίτες δυσανασχέτησαν, θεωρώντας ότι στις περιοχές τους δεν έπρεπε να ανέχονται άλλες οργανώσεις. Λαμβάνοντας τον λόγο ο Βελουχιώτης υπογράμμισε ότι θα έπρεπε να να πειθαρχήσουν και να εμπιστεύονται την γραμμή της ηγεσίας[156]. Μετά την αναχώριση του Τζήμα για την Αθηνα (10 Απριλίου), ο Βελουχιώτης πήγε στην Δυτική Στερεά. Όταν έφτασε στην Χρυσοβίτσα συγκάλεσε συνέλευση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και τους εξήγησε την τακτική που έπρεπε να ακολουθήσουν απέναντι στους Ιταλούς και στον ΕΔΕΣ[157].

Η πρώτη διάλυση του 5/42 Συντάγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιανουάριο του 1943 είχε φτάσει στα βουνά της Ρούμελης ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός, στέλεχος της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΚΚΑ, με σκοπό να δημιουργήσει αντάρτικο τμήμα. Όμως ο Βελουχιώτης τον απείλησε ότι χωρίς προηγούμενη συμφωνία με την ηγεσία του ΕΑΜ δεν θα επέτρεπε την δημιουργία άλλης ανταρτοομάδας στα μέρη που ο ίδιος κυριαρχούσε[158]. Έτσι ο Ψαρρός, εξασφαλίζοντας προηγουμένως την άδεια του ΚΚΕ/ΕΑΜ αλλά και την αναγνώριση και βοήθεια των Βρετανών, συγκρότησε στα τέλη Απριλίου κοντά στη Βουνιχώρα το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων και συμφώνησε με τον Βελουχιώτη να συνεργασθούν κατά των Ιταλών[159][160] Ωστόσο, οι καπετάνιοι και οι αντάρτες του ΕΛΑΣ είδαν με δυσαρέσκεια την δημιουργία ενός ξεχωριστού αντάρτικού που θα δρούσε σε μια περιοχή που οι ίδιοι είχαν τον πρώτο λόγο εδώ και αρκετό καιρό[161]. Η ενόχληση έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν στις αρχές Μαίου οι άντρες του 5/42 εφοδιάστηκαν με βρετανικό εξοπλισμό. Παρότι οι Βρετανοί είχαν εφοδιάσει τον Βελουχιώτη με εξοπλισμό αρκετό για 500-600 αντάρτες[162], οι ελασίτες θεώρησαν πως οι σύμμαχοι έκαναν άδικη και άνιση μεταχείριση[163][ρ]

Μετά την επιστροφή του από την Δυτική Στερεά, ο Βελουχιώτης συναντήθηκε στις 12 Μαΐου, στο Μαυρολιθάρι, με τον Ορέστη, καπετάνιο του Αρχηγείου Αττικοβοιωτίας. Ο Ορέστης τον ενημέρωσε ότι είχε την προφορική δήλωση του Σιάντου πως δεν θα έπρεπε να επιτραπεί σε καμιά άλλη ομάδα να συγκροτηθεί σε περιοχές ελεγχόμενες από τον ΕΛΑΣ[161]. Όταν ο Βελουχιώτης ρώτησε επανελημένα αν αυτό ισχύει και για τον Ψαρρό, ο Ορέστης απάντησε καταφατικά[165]. Νιώθοντας ικανοποίηση από την (υποτιθέμενη;)[σ] μεταστροφή της ηγεσίας και κρίνοντας πως είχε επιτέλους προσχωρήσει στις δικές του θέσεις- δηλαδή των «δυναμικών λύσεων»[172]-, αμέσως ο αρχικαπετάνιος συνέταξε σχέδιο δράσης για την διάλυση του 5/42[173][161]. Έτσι, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο Βελουχιώτης, μαζί με άλλους καπετάνιους, επισκέφθηκε τον Ψαρρό στην γειτονική Στρώμη. Αφού συζήτησαν σε φιλική ατμόσφαιρα για την συνεργασία των δύο οργανώσεων, οι ελασίτες αποσύρθηκαν για να διανυκτερεύσουν στο σχολείο του χωριού. Κατά την διάρκεια της νύχτας τμήματα του ΕΛΑΣ περικύκλωσαν την περιοχή και τα ξημερώματα αφόπλισαν τους άνδρες του 5/42[174]. Στον κατάπληκτο Ψαρρό ο Βελουχιώτης απεύθυνε τελεσίγραφο, ή να προσχωρήσει αυτός και οι άνδρες του στον ΕΛΑΣ ή να διαλύσει το 5/42[175]. Τότε ο Ψαρρός αντιπρότεινε την προσχώρηση του 5/42 ως ξεχωριστό τμήμα στον ΕΛΑΣ, αυτό όμως απορρίφθηκε. Τελικά, για να αποφύγει την εμφύλια σύγκρουση, ο Ψαρρός δέχτηκε τον αφοπλισμό[τ] και έπειτα όλοι οι άντρες του αφέθηκαν ελεύθεροι, εκτός από τον ίδιο[171].

Μόλις ο αρχηγός της Βρετανικής Στρατιωτικής Απόστολής (ΒΣΑ), ταξίαρχος πλέον, Μάιερς[υ] έμαθε το γεγονός έσπευσε στη Στρώμη. Στις απειλές του Βρετανού για διακοπή ανεφοδιασμού του ΕΛΑΣ, ο Βελουχιώτης έδειξε αδιαφορία[162]. Όταν όμως λίγες μέρες αργότερα έφτασε ο Τζήμας και τον κατηγόρησε ανελέητα για την απρονοησία του να μην επαληθεύσει την (μάλλον ανύπαρκτη) εντολή του Σιάντου, ο αρχικαπετάνιος, παρά την ισότιμη θέση του στην ηγεσία του ΕΛΑΣ, αλλά κατώτερη στην κομματική ιεραρχία, δέχτηκε συντετριμμένος τις αυστηρές παρατηρήσεις[180][171]. Πάντως, ο Βελουχιώτης δεν υπέστη καμιά κύρωση από την ηγεσία του ΕΑΜ/ΚΚΕ για τον αφοπλισμό του 5/42 Συντάγματος[181], ενώ λίγο αργότερα ο Ψαρρός απελευθερώθηκε και του δόθηκε η δυνατότητα να επανασυστήσει το τμήμα του.

Η δεύτερη και τρίτη διάλυση του 5/42[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Μετά την επιτυχία που είχε η συνεργασία των ανταρτικών ομάδων στην ανατίναξη του Γοργοπόταμου, καταβλήθηκε προσπάθεια για την εδραίωση της συνεργασίας των αντιστασιακών οργανώσεων και ομάδων. Οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν και η αποτυχία επισφραγίστηκε ύστερα από μια άκαρπη συνάντηση του Αρη Βελουχιώτη με τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον υπαρχηγό της βρετανικής αποστολής, Κρις Γουντχάους στη Ροβελίστα της Ηπείρου (Δεκέμβριος του 1942). Η αποτυχία αυτή είχε ως επακόλουθο την ένταση μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτικών ομάδων, αποκορύφωμα των οποίων ήταν η δολοφονία του συνταγματάρχη της ΕΚΚΑ Δημήτριου Ψαρρού. Αν και η Ε.Κ.Κ.Α ήταν ενάντια στην επιστροφή του βασιλιά σύμφωνα με την εκτίμηση του Ντέηβιντ Γουάλλας στην απόρρητη έκθεση του στις στις 29 Αυγούστου 1943 , η Ε.Κ.Κ.Α θα αποδεχόταν την επιστροφή του βασιλέα αν αυτό αποτελέσει τον ελάχιστο όρο για τη Βρετανική προστασία(..)[182] ενώ και ο Καρτάλης τέλη του 1943 διαβεβαίωνε τον Γουντχάουζ ότι σε περίπτωση υποχώρησης των Γερμανών η Ε.Κ.Κ.Α ήταν έτοιμη να δράσει εναντίον του ΕΛΑΣ[183]. Για το έγκλημα αυτό θεωρήθηκε από αρκετούς ως υπεύθυνος και εντολοδόχος ο Βελουχιώτης (όπως και για διάφορα άλλα περιστατικά βίας και τρομοκρατίας στην ορεινή ύπαιθρο), αν και ο ίδιος δεν ήταν παρών στη δολοφονία.[184][185] Το γεγονός αυτό έγινε μετά την καταστολή των κινημάτων στην Μέση Ανατολή όπου 7500 αφοπλισμένοι Έλληνες στρατιώτες οπαδοί της ΠΕΕΑ κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Λιβύη[186].

Συγκρούσεις με άλλες αντιστασιακές ομάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Συγκρούσεις με την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βελουχιώτης ως ηγέτης του ΕΛΑΣ, συγκρούστηκε πολλές φορές με την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ καθώς θεωρήθηκε οτι χρησιμοποιούσε εξτρεμιστικές μεθόδους, καθώς και ότι έβαζε θέμα εξουσίας της μεταπολεμικής Ελλάδας, ενώ διαφωνούσε με την συνεχή προσέγγιση του ΕΑΜ με τους Βρετανούς. Το ΚΚΕ απέστειλε τον πολιτικό του ΕΛΑΣ Ανδρέα Τζήμα για να τον ελέγχει και να τον εμποδίζει να μιλάει ενάντια στους Βρετανούς[187].

Ίδρυση του ΓΣ του ΕΛΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 1943 ο ΕΛΑΣ οργανώθηκε σε νέες βάσεις και ιδρύθηκε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ με στρατιωτικό διοικητή τον στρατηγό Στέφανο Σαράφη, καπετάνιο τον Άρη Βελουχιώτη και πολιτικό καθοδηγητή τον Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη). Από τις αρχές του 1943 ο ΕΛΑΣ γιγαντώθηκε, εξοπλίστηκε με ιταλικό οπλισμό μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το Σεπτέμβριο του 1943, και διεξήγαγε κατά των κατακτητών επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας.

Ο Άρης στην Πελοπόννησο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη Ρούμελη, την άνοιξη του 1944, με εντολή της ηγεσίας του ΚΚΕ (Σιάντος-Ιωαννίδης), ο Βελουχιώτης μαζί με τους καπετάνιους Πελοπίδα, Ερμή κ.α και τον έφιππο ουλαμό κατέβηκε στην Πελοπόννησο για να οργανώσει τον ΕΛΑΣ που δρούσε εκεί. Η παρουσία του στην Πελοπόννησο βοήθησε καταλυτικά στην υποδειγματική οργάνωση των μονάδων του ΕΛΑΣ που ανέλαβαν σημαντική δράση κατά των Γερμανών[188] σε βαθμό ώστε το Γερμανικό επιτελείο που ηγούνταν ο Σωματάρχης Χέλμουτ Φέλμυ να κηρύξει την Πελοπόννησο ως εμπόλεμη ζώνη. Ο ίδιος ο Φέλμυ σημείωνε ότι χρειάζοταν τουλάχιστον 3 μεραρχίες επιπλέον, μόνο για την Πελοπόννησο.[189]

Το Σεπτέμβριο του 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, πολέμησε επικεφαλής του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας που δεν δέχτηκαν να παραδοθούν. Ο ΕΛΑΣ διέλυσε τα Τάγματα Ασφαλείας που είχαν οχυρωθεί σε διάφορες πόλεις της Πελοποννήσου (Πύργος, Καλαμάτα, Γαργαλιάνοι, Μελιγαλάς, Πύλος). Ιδιαίτερα αιματηρές για τα Τάγματα Ασφαλείας, αλλά και για τον ΕΛΑΣ, ήταν οι συγκρούσεις που έγιναν, ειδικά στο Μελιγαλά. Οι 2000 περίπου ταγματασφαλίτες που ήταν οχυρωμένοι στην Τρίπολη υπό τον συνταγματάρχη Διονύσιο Παπαδόγκωνα παραδόθηκαν, αφοπλίστηκαν και μεταφέρθηκαν στις Σπέτσες, χωρίς να πάθει κανείς τίποτε.[190] Ο Βελουχιώτης κατέστειλε τα καπετανάτα μέσα στον ΕΛΑΣ που συνέδεσαν τους σκοπούς της αριστεράς με τις προσωπικές εκδικήσεις και την ατομική τρομοκρατία[191].

Στο τέλος Σεπτεμβρίου 1944, ο Βελουχιώτης, με τη μεσολάβηση του υπουργού της εξόριστης κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας Παναγιώτη Κανελλόπουλου, δέχθηκε να αναστείλει τη λειτουργία των έκτακτων στρατοδικείων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο. Η αποστολή του Άρη Βελουχιώτη στην Πελοπόννησο μετά από 6 μήνες παραμονής έλαβε τέλος.

Απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Βελουχιώτης, αφού αποχαιρέτησε τους Μοραΐτες καπετάνιους του ΕΛΑΣ με την ευχή "καλή αντάμωση στα γουναράδικα" (αγαπημένη φράση του Άρη προς τους συμπολεμιστές του όταν πήγαιναν στη μάχη και δεν γνώριζαν ποιοί και πόσοι θα γύριζαν ζωντανοί) και έκανε μια μικρή περιοδεία σε μερικές πόλεις της Πελοποννήσου όπου έβγαλε και προκήρυξη στο λαό, η οποία υπογράφηκε με το όνομα του και έφυγε για τη Ρούμελη. Το δρομολόγιο της επιστροφής ήταν πάλι από τον κορινθιακό κόλπο με πλωτό μέσο και πάντα κινούμενος με εντολή της ηγεσίας του ΚΚΕ μακριά από την Αθήνα.

Λίγες μέρες μετά από την αποχώρηση των Γερμανών από τη Λαμία μπήκε θριαμβευτικά στην πόλη. Κατέθεσε στεφάνι στον ανδριάντα του ήρωα Αθανάσιου Διάκου και έβγαλε τον διάσημο λόγο του (29 Οκτώβρη), όπου έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον πολύχρονο αιματηρό αγώνα του ΕΛΑΣ, στο πολιτειακό, στην εθνική ανεξαρτησία και σε ενδεχόμενους αγώνες για την κατοχύρωσή της και μετά την απελευθέρωση.[192].

Ο Άρης Βελουχιώτης όντας στην Πελοπόννησο, μακριά από την έδρα της κυβέρνησης του βουνού (ΠΕΕΑ) στην ορεινή Ρούμελη, διαφώνησε με την ηγεσία του ΕΑΜ-ΚΚΕ για τη Συνθήκη του Λιβάνου και τη Συμφωνία της Καζέρτας, θεωρώντας ότι "παρέδιδαν το απελευθερωτικό κίνημα δεμένο χειροπόδαρα στους Άγγλους".[193] Οι σχέσεις του Άρη Βελουχιώτη με τους Βρετανούς πράκτορες που δρούσαν στην Ελλάδα ήταν πάντα "επί ξυρού ακμής".[194]

Ο Βελουχιώτης ενάντια στη συμφωνία της Καζέρτας έδωσε διαταγή στον ΕΛΑΣ να καταλάβει άμεσα την Θεσσαλονίκη, κάτι που έγινε, και για αυτό το θέμα, συνάντησε τις κατηγορίες του Σιάντου.

Μετά την απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύσκεψη Καπετάνιων στη Λαμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο πρόβλημα που έθετε ο Άρης μετά την απελευθέρωση ήταν οι σχέσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με τους Άγγλους και δεν συμμεριζόταν την αισιοδοξία της ηγεσίας του ΚΚΕ για συνεργασία με τους Άγγλους. Πίστευε ότι η σύγκρουση με τους Άγγλους ήταν αναπόφευκτη. Τον Νοέμβριο του 1944 ο Άρης σε σύσκεψη καπετάνιων των μεραρχιών του ΕΛΑΣ πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ για την επερχόμενη -κατά την θεώρηση του- σύγκρουση με τους Άγγλους:

«Αν ζήσει κανένας σας να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει.»

Ο Βελουχιώτης πρότεινε την κατάληψη της Αττικής αλλά δεν επέμεινε λόγω της αντίδρασης των Καπετάνιων που ήταν κομματικά στελέχη όπως ο Μάρκος Βαφειάδης, έτσι η συζήτηση έληξε δίχως να παρθεί κάποια απόφαση. Επειδή υπέγραψε μια διαταγή για εξοικονόμηση βενζίνης ως προετοιμασία για την επικείμενη σύγκρουση, συνάντησε τις έντονες παρατηρήσεις του Σιάντου, ενώ στις 17 και 22 Νοεμβρίου αντιμετώπισε τις κατηγορίες από τα μέλη του Π.Γ Χρύσα Χατζηβασιλείου και Πέτρο Ρούσο[195].

Πριν και στα Δεκεμβριανά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ στις 18/11/1944 ζητούσε να ληφθούν δραστικά μέτρα έναντι του Βελουχιώτη, ενώ τακτικές αναφορές στέλνονταν στον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι πριν και κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, καθώς θεωρούσαν ότι η μετακίνηση του στην Αττική θα μπορούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες[196].

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, η ηγεσία του ΚΚΕ ανασυγκρότησε την Κ.Ε του ΕΛΑΣ με μη κομματικά στελέχη (Μάντακας-Χατζημιχάλης), ενώ αντίθετα ο Άρης Βελουχιώτης και Στέφανος Σαράφης μαζί με τον επιτελικό Θεόδωρο Μακρίδη (όλοι οπαδοί της σύγκρουσης) βρισκόταν με το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ στη Λαμία και δεν έλαβαν μέρος στις μάχες της Αθήνας. Αντίθετα, με εντολή της ηγεσίας του ΚΚΕ, στα τέλη Δεκεμβρίου του 1944 στάλθηκαν στην Ήπειρο να διαλύσουν τις μονάδες του ΕΔΕΣ, πράγμα που κατάφεραν σε ελάχιστο χρόνο (τα υπολείμματα του ΕΔΕΣ μεταφέρθηκαν από τους Άγγλους στην Κέρκυρα). Στις αρχές Ιανουαρίου ο Άρης εσπευσμένα από την Ήπειρο ήρθε στη Θήβα στις 5/1/1945 όπου η Κ.Ε του ΕΛΑΣ του απαγόρεψε οποιαδήποτε περαιτέρω εμπλοκή στη μάχη των Δεκεμβριανών. Ο ΕΛΑΣ Αθηνών είχε αρχίσει να αποχωρεί από την Αθήνα, ενώ οι Άγγλοι είχαν μεταφέρει θωρακισμένες δυνάμεις σε πολύ προχωρημένες θέσεις, αξιόμαχες μονάδες του ΕΛΑΣ δεν υπήρχαν για εμπλοκή με τους Άγγλους, οπότε ο Άρης με την ηγεσία του ΕΑΜ και τους μαχητές του ΕΛΑΣ Αθήνας εγκαταστάθηκαν στη Λαμία, όπου στις 13-14 Ιανουαρίου εφαρμόστηκε η ανακωχή που είχε συμφωνηθεί στις 11 Ιανουαρίου 1945.[197]

Η Συμφωνία της Βάρκιζας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας από το ΕΑΜ και η αποστράτευση του ΕΛΑΣ με υπογραφή και του Βελουχιώτη προσωπικά στις αρχές του 1945 οδήγησε στην παράδοση μεγάλου αριθμού όπλων και τη διάλυση του ΕΛΑΣ και σήμανε την έναρξη διώξεων και αντεκδικήσεων εναντίον όχι μόνο των κομμουνιστών, αλλά, και απλών μελών και συμπαθούντων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ο Άρης Βελουχιώτης ήρθε τότε σε ανοιχτή σύγκρουση και ρήξη με το ΚΚΕ θεωρώντας τη συμφωνία «προδοσία των απλών ανταρτών». Ξανάρχισε την δράση του κινούμενος στην ορεινή κεντρική Ελλάδα, ιδρύοντας το Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ) και τον νέο ΕΛΑΣ με στόχο τον αγώνα εναντίον των Άγγλων, της νέας ελληνικής κυβέρνησης και τις παρακρατικές συμμορίες που δρούσαν στην ύπαιθρο.[198] Μαζί του συμπαρατάχθηκαν στενοί του φίλοι, καπετάνιοι του ΕΛΑΣ, όπως ο Πελοπίδας, ο Θάνος, ο Χρυσιώτης, ο Νέστορας και μερικοί μαυροσκούφηδες με επικεφαλής τους Τζαβέλα και Έκτορα.

Ο Βελουχιώτης αρχικά είχε υπογράψει με τον στρατιωτικό αρχηγό του ΕΛΑΣ, Στέφανο Σαράφη την αποστράτευση του ΕΛΑΣ, αργότερα όμως κατηγόρησε με δριμύτητα την πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ για την εσφαλμένη τακτική της, που, κατά την άποψη του, οδηγούσε στην «εγκαθίδρυση των Άγγλων στην Ελλάδα και στη δίωξη των αγωνιστών του ΕΑΜ». Στις 24/3/1945 στέλνει γράμμα στα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ [199]:

Η «διαφώτιση» του λαού, των οπαδών του ΕΑΜ και των οπαδών και μελών του ΚΚΕ επί της «αναγκαιότητας» της πολιτικής της Βάρκιζας είναι αστεία κυριολεκτικά και κανένα μέλος του ΚΚΕ δεν την πιστεύει. Μα και τι διαφώτιση να γίνει; Κατά ποιον ταχυδακτυλουργικό τρόπο θα μπορούσε το άσπρο να γίνει μαύρο;

Έτσι, παρά την αρχική αποδοχή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, διακήρυξε την ανάγκη να συνεχιστεί ο αγώνας εναντίον του νέου ζυγού. Η ενέργειά του όμως αυτή προκάλεσε την αντίδραση όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και της ηγεσίας του ΚΚΕ (Νίκου Ζαχαριάδη), που τον αποκήρυξε.[200]

Η τότε ηγεσία του ΚΚΕ τον κατήγγειλε ανοιχτά με κατηγορίες όπως "τυχοδιωκτικό και ύποπτο στοιχείο" βγάζοντας απόφαση με σύνθημα "ούτε φαϊ, ούτε νερό στον Άρη" [εκκρεμεί παραπομπή]. Στο τέλος το ΚΚΕ τον διέγραψε και από μέλος του. Η απόφαση του ΚΚΕ για διαγραφή του Βελουχιώτη ανακοινώθηκε την ίδια μέρα με την αυτοκτονία του στη Μεσούντα (περιοχή του Αχελώου) δηλαδή στις 15 Ιουνίου 1945.[201]

Η διαγραφή από το ΚΚΕ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την ίδια ημέρα του θανάτου του Άρη Βελουχιώτη, η εφημερίδα Ριζοσπάστης δημοσίευσε την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για τη διαγραφή του Βελουχιώτη από το κόμμα. Το κείμενο έχει ως εξής: «Το ΠΓ ενέκρινε τη δημοσίευση στο "Ριζοσπάστη", της απόφασης της 1ης Ολομέλειας της ΚΕ για τον Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα ή Μιζέρια). Ο Κλάρας, αφού μια φορά πρόδωσε και αποκήρυξε το ΚΚΕ γιατί λύγισε μπροστά στην τρομοκρατία του Μανιαδάκη, ξαναζήτησε στον καιρό του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα να αγοράσει ξανά με το αίμα του την προδοσία του εκείνη που αναγνώρισε και καταδίκασε. Το ΚΚΕ τού 'δωσε τη δυνατότητα αυτή. Σήμερα όμως σε μια δύσκολη και κρίσιμη στιγμή, από δειλία και φόβο, παρά τις υποσχέσεις και τη συμφωνία που στα λόγια έδειξε, απειθαρχεί πάλι, ξαναπροδίδει το ΚΚΕ με την τυχοδιωκτική και ύποπτη δράση του που μονάχα τον εχθρό ευνοεί. Στο ΚΚΕ δεν έχει θέση κανένας οσοδήποτε ψηλά κι αν στέκει και οσοδήποτε μεγάλος κι αν είναι, όταν οι πράξεις του δεν συμβιβάζονται με το κοινό συμφέρον και όταν παραβιάζεται η δημοκρατική εσωκομματική πειθαρχία..[202]

Το τέλος του Άρη Βελουχιώτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Xαράδρα του Φάγκου, στη Μεσούντα Άρτας, όπου βρήκε το θάνατο ο Άρης Βελουχιώτης

Στις 15 Ιουνίου 1945 ο Άρης Βελουχιώτης είχε κυκλωθεί στη Χαράδρα του Φάγκου (Αχελώος Ποταμός) στο χωριό Μεσούντα του Νομού Άρτας, δυτικά από ομάδες της Εθνοφυλακής, που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Βόιδαρο (120 άτομα)[203], και ανατολικά τον καταδίωκε τμήμα του Ελληνικού Στρατού με επικεφαλής τον υπολοχαγό Α. Μουρελάτο, στο οποίο συμμετείχε ο Ρίζος Μπόκοτας.[204] Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου, κατά την επικρατούσα εκδοχή, ο Άρης αυτοκτονεί δίπλα σε άνδρες του τμήματός του. Στην ιστοριογραφία υπάρχουν πολλές εκδοχές τόσο για το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη όσο και για τα αίτια που τον προκάλεσαν.

Σύμφωνα με τον Δημήτρη Καραθάνο που συνέταξε για το ΚΚΕ την ομώνυμη έκθεση για το θάνατο του Άρη και μίλησε στις φυλακές που κρατούνταν με τους Θάνο (Φώτης Μαστροκώστας), Έκτορα (Γιάννης Μαδωνής) και Λέοντα (Γιάννης Νικολόπουλος), που ήταν παρόντες στις τελευταίες στιγμές του Άρη, αυτοκτόνησε με το περίστροφό του και στη συνέχεια ο Τζαβέλας αγκαλιάζοντας τον Άρη αυτοκτόνησε με χειροβομβίδα.[205]

Στο βιβλίο του Λευτέρη Αποστόλου για τον Άρη Βελουχιώτη [206] παρατίθεται ξεχωριστό κεφάλαιο με τίτλο "Η Φρίκη" στηριζόμενο στη συνέντευξη του τότε αντάρτη του ΕΔΕΣ Άγγελου Λύκκα, ο οποίος αναφέρει ότι "ο Άρης και ο Τζαβέλας αυτοκτόνησαν με χειροβομβίδα στην κοιλιά"[206]. Πάντα σύμφωνα με τον Λύκκα, οι εθνοφύλακες του Βόϊδαρου υποχρέωσαν τον συλληφθέντα αντάρτη του τμήματος με το ψευδώνυμο Δράκο να κάνει τους αποκεφαλισμούς των πτωμάτων.[206][207]

Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο Βελουχιώτης αυτοκτόνησε με περίστροφο.[208] Επίσης ανακοινώσεις του Εθνικού Στρατού ανέφεραν τότε ότι ο Άρης σκοτώθηκε από πυρά των στρατιωτών που τον καταδίωκαν. Σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη, η σύγχυση σχετικά με τα αίτια θανάτου του Βελουχιώτη προκλήθηκε επειδή ο Τζαβέλας αυτοκτόνησε ο ίδιος με χειροβομβίδα αγκαλιάζοντας τον ήδη νεκρό Βελουχιώτη. Επίσης εξέταση της κεφαλής του Άρη μετά από ημέρες στα Τρίκαλα, έδειξε θανάσιμο τραύμα από σφαίρα στο δεξί αυτί. Την επόμενη μέρα 16 Ιουνίου το τάγμα εθνοφυλάκων του Βόιδαρου βρήκε τα δύο πτώματα και τα αποκεφάλισε. Τους αποκεφαλισμούς έκανε ο αντάρτης του Άρη με το ψευδώνυμο Δράκος.

Η βεβήλωση του πτώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κεφάλια του Άρη Βελουχιώτη και του Τζαβέλα τα μετέφεραν και τα επέδειξαν με γλέντια σε κατοίκους πρώτα στο χωριό Μυρόφυλλο και κατόπιν τα πήγαν στα Τρίκαλα. Εκεί κρεμάστηκαν σε κεντρικό φανοστάτη της πλατείας Ρήγα Φεραίου.[209] «Το κρέμασμα των κεφαλιών ακολουθεί μια γιορτή ζούγκλας που διαρκεί ως το ξημέρωμα της άλλης μέρας, με πίπιζες, νταούλια, ζουρνάδες, βασιλικά θούρια και με το "Ζέρβα μ', σε θέλει ο βασιλιάς..."».[210] Στη συνέχεια πήγε στα Τρίκαλα ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης Ναπολέων Ζέρβας (χωρίς τη γνωστή γενειάδα πλέον) για να επιβεβαιώσει την ταυτότητα,[211] και στη συνέχεια τα κεφάλια μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και είναι άγνωστο τι απέγιναν.[212] Για το γεγονός αυτό πέραν της φωτογραφίας που είναι διαθέσιμη, κάνει αναφορά με ειδική σκηνή ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος στην ταινία του «Ο Θίασος» (1976).

Η πολιτική αποκατάσταση από το ΚΚΕ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΚΚΕ αποφάσισε να αποκαταστήσει πολιτικά τον Βελουχιώτη, κατά την πανελλαδική συνδιάσκεψη που έγινε στις 16 Ιουλίου 2011. Ενώ στην απόφαση τονίζεται ότι ο Βελουχιώτης "είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας", ωστόσο δεν αποκαταστάθηκε η κομματική του ιδιότητα.[213] Η κομματική του ιδιότητα δεν αποκαταστάθηκε διότι, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ίδια Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, παραβίασε την κομματική πειθαρχία, καθώς και ότι αξιοποίησε τη φήμη και τον σεβασμό που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση του αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση και της κομματικής του ιδιότητας.[214] Η επίσημη τελετή πραγματοποιήθηκε στη Λαμία, στις 9 Οκτωβρίου 2011.

Ο χαρακτήρας του Βελουχιώτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο στην Καλοσκοπή Φωκίδας.

Μέχρι σήμερα δεν έχει γραφτεί μια επιστημονική βιογραφία για τον Βελουχιώτη που θα ξεκαθάριζε την χαρισματική και αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του[215] . Αρκετοί ιστορικοί και μελετητές επισημαίνουν την προσφορά του στην εθνική αντίσταση και στη συμβολή του στη δημιουργία του μεγαλύτερου αντάρτικου στρατού στην ελληνική ιστορία, ενώ άλλοι ιστορικοί αμφισβητούν τα κίνητρα της αντιστασιακής του δράσης και τονίζουν τη σκληρότητα με την οποία αντιμετώπιζε τους αντιπάλους του. Λόγο της πολύπλοκης προσωπικότητάς του μπορούσε κανείς να τον θαυμάζει ή να τον μισεί, να τον σέβεται ή να τον αντιπαθεί, σπάνια όμως απλά να τον συμπαθεί[216]. Οι απόψεις για το πρόσωπό του κυμαίνονται από τον θαυμασμό έως τον αποτροπιασμό.

Ευφυΐα, θάρρος, αντοχή στις κακουχίες, στρατηγικό αισθητήριο, έμφυτη ηγετική και οργανωτική ικανότητα ήταν αρετές που διέκριναν τον Βελουχιώτη[216]. Συμπαθούσε τα παιδιά, τους συναγωνιστές του, τους ηλικιωμένους και σέβονταν τον κλήρο [217]. Ήταν σκληρός προς τον εαυτό του και δεν ζητούσε ιδιαίτερη μεταχείριση για το κατάλυμα ή το φαγητό του. Μάλιστα το άλογο που κέρδισε από την μάχη στο Κρίκελλο, το χρησμοποιούσαν περισσότερο όσοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν, παρά ο ίδιος [218]. Του άρεσε το δυνατό ποτό και έπινε με την ψυχή του, σπάνια όμως αυτό είχε αρνητικές επιπτώσεις στην συμπεριφορά του. Όταν έπινε υπερβολικά γινόταν περισσότερο προσιτός και εγκάρδιος[216]. Εκτιμούσε τους θαρραλέους, βασιζόταν στην μπέσα και ήταν δύσπιστος εώς έντονα αρνητικός σε κάθε ξένο. Σύμφωνα με τον Χαριτόπουλο, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον Βελουχιώτη με τη λέξη πατριδολάτρης [219].

Η σκληρή και βίαιη συμπεριφορά[220] του Βελουχιώτη απέναντι σε όσους θεωρούσε «εχθρούς του λαού» ή σε όσους είχαν καταχραστεί της εμπιστοσύνης του[216], όπως και η τυφλή υπακοή του στο ΚΚΕ, ήταν τα αίτια που μισήθηκε θανάσιμα από τους αντιπάλους του και «κατέστησαν το όνομά του συνώνυμο του εξτρεμισμού»[215]. Στο πρώτο διάστημα του αντάρτικού αγώνα «παρασύρεται επανειλημμένα σε βιαιοπραγίες ενάντια σε υποτιθέμενους ή πραγματικούς προδότες»[221]. Χαρακτηριστικό είναι ένα γεγονός που έγινε τον Οκτώβριο του 1942, όταν συνέλαβε τέσσερις αξιοσέβαστους οικογενειάρχες από το Κλειτσό, «με την κατηγορία της κλοπής λίγου σταριού από την αποθήκη του χωριού. Σχεδόν για μία εβδομάδα τους βασάνιζε ανελέητα και ακατάπαυστα. Αρκετά χρόνια αργότερα ένας από τους φύλακες της αποθήκης εξομολογήθηκε στον παπά του χωριού ότι οι τέσσερις άνδρες ήταν αθώοι και ότι εκείνος είχε διαπράξει την κλοπή»[222]. Ο παρορμητισμός του τον οδηγούσε εύκολα και «συχνά άκριτα σε εξαιρετικά βίαιες αντιδράσεις», με αποτέλεσμα να σπιλώνετε τόσο η προσωπική του αίγλη όσο και εκείνη του ΕΛΑΣ [223]. Όπως υποστηρίζει ο Μαζάουερ, «ο μορφωμένος Βελουχιώτης ήταν ένας σαδιστικά βίαιος άνθρωπος»[224] και ο ίδιος, όπως και οι Μαυροσκούφηδές του, μπορούσαν να επιδείξουν «τρομακτική ωμότητα»[225] . Ένας μάλιστα από τους Mαυροσκούφηδες, ο Τζαβέλλας, ο πλέον έμπιστος και το alter ego του κατά τον Χαριτόπουλο, ήταν «διαβολικός, αδίστακτος και απάνθρωπα σκληρός....το όνομα του θα γίνει συνώνυμο της κόλασης για όσους είχαν κάτι να κρύψουν» [226]. Ιδιαίτερα αυστηρός στεκόταν στα ερωτικά εγκλήματα, δεν δίστασε να ξυλοκοπήσει έναν πολιτικό επίτροπο ενός τάγματος, ενώ όταν ένας μαυροσκούφης (ψευδώνυμο: Οκταβιανός) κατηγορήθηκε για βιασμό μιας γυναίκας καταδικάστηκε σε θάνατο μετά από ανταρτοδικείο[227].

Αντάρτικο τραγούδι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άρης Βελουχιώτης εξυμνείται συχνά στα αντάρτικα τραγούδια, όπως και στα αντιστασιακά ρεμπέτικα τραγούδια του Δημήτρη Γκόγκου (Μπαγιαντέρα). Το 1942 γράφτηκε το τραγούδι του Καπετάν Άρη η του Μικρού Χωριού από τον Αλέκο Ξένο, ο οποίος γύριζε μαζί με τον Θίασο του βουνού τα χωριά της ελεύθερης Ελλάδας. Αναφέρεται στη μάχη του Μικρού Χωριού:[228][229][230]

Βαριαστενάζουν τα βουνά κι ο ήλιος σκοτεινιάζει,
το δόλιο το Μικρό Χωριό και πάλι ανταριάζει.
Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά, πέφτουν ντουφέκια ανάρια,
ο Άρης κάνει πόλεμο μ' αντάρτες παλικάρια.
Έλα βρε άπιστε Ιταλέ, κορόιδο Μουσολίνι,
να μετρηθούμε οι δυο μαζί να ιδείς το τι θα γίνει.
Δεν έχεις γέρους κι άρρωστους, μικρά παιδιά να σφάξεις,
μηδέ κορίτσια ντροπαλά, ούτε χωριά να κάψεις,
παπάδες για να τυραννάς, στη μέση στο παζάρι,
έχεις μπροστά σου σήμερα τον καπετάνιο Άρη,
που γρήγορος σαν τον αητό, σαν το γοργό τ' αγέρι,
προδότες ξέκανε πολλούς με δίκοπο μαχαίρι.

Το τραγούδι έχουν ερμηνεύσει επίσης ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Πέτρος Πανδής και ο Πάνος Τζαβέλλας.[228][231]

Ο Άρης Βελουχιώτης αναφέρεται και στο γνωστό αντάρτικο τραγούδι Σαν ατσάλινο τείχος ή Στους αρχηγούς του ΕΛΑΣ:

Σαν ατσάλινο τείχος, που αλύγιστο ορμάει,
στα πεδία των τίμιων μαχών,
με αρχηγούς Σαμαρινιώτη, τον Σαράφη, τον Άρη,
που είν' οι μάνες του Λαϊκού Στρατού.
....
Με καθοδήγηση λαμπρή του αρχηγού μας Βελουχιώτη,
ξεψυχάει ο αγκυλωτός του φασισμού.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου, ο Μανώλης Χιώτης συνέθεσε το τραγούδι Ένας λεβέντης έσβησε για το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη, μελοποιώντας στίχους του Νίκου Μάθεση σε συνεργασία με το Μιχάλη Γενίτσαρη. Η σύνθεση του 1945 ηχογραφήθηκε το 1980 από το Γιώργο Νταλάρα στα Ρεμπέτικα της Κατοχής.[232]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τα μέλη της ΟΚΝΕ γίνονταν μέλη του ΚΚΕ όταν έφταναν στην ηλικία των 25 ετών. Έτσι ο Κλαρας έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1929, όταν πλέον συμπλήρωσε αυτή την ηλικία. Όσοι νεολαίοι επιδείκνυαν έντονη δραστηριότητα μπορούσαν μετά τα 25 να συνέχιζαν να εργάζονται για την ΟΚΝΕ, υποχρεωτικά όμως θα έπρεπε να παρακολουθούν τις δραστηριότητες του ΚΚΕ, γεγονός που συνέβη και στην περίπτωση του Κλάρα[5]
  2. Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες την ονομασία ΕΛΑΣ την επινόησε ο Κλάρας [24][25]
  3. Στις 9 Αυγούστου 1942 η ομάδα του Βελουχιώτη συνεπλάκη με καταδιωκτικά αποσπάσματα Χωροφυλακής. Πιάστηκαν αιχμάλωτοι οι αντάρτες Νίκος Λαρίσης και Νίκος Λέβας, οι οποίοι, αφού βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν από τους Ιταλούς. Οι δύο αντάρτες θεωρούνται οι πρώτοι νεκροί του ΕΛΑΣ. [41].
  4. Έως σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί ποιος είναι υπεύθυνος της εκτέλεσής του. Ο Χαριτόπουλος θεωρεί υπεύθυνο τον Βελουχιώτη, διότι κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τόσο σοβαρό χωρίς την συγκατάθεση του καπετάνιου[44].
  5. Ένας ακόμη λόγος που ο Ρουμελιώτης παρέμεινε στην Ευρυτανία ήταν η δυσαρέσκειά του από την γνωστοποίηση σε αυτόν του πραγματικού ονόματος και της ιδεολογίας του Βελουχιώτη, τα οποία δεν γνώριζε όταν κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ[46].
  6. Όπως αναφέρει ο Χαριτόπουλος, ο Βελουχιώτης συγκρότησε «εκτελεστικό απόσπασμα με μαχαίρια. Όπως οι νεοσύλλεκτοι στον στρατό ασκούνται με την ξιφολόγχη τρυπώντας αχυρένια ομοιώματα εχθρών, οι άνδρες του πρέπει να βάψουν κυριολεκτικά τα χέρια τους με εχθρικό αίμα- να μάθουν να είναι αλύπητοι με τους κατακτητές και κυρίως να σκοτώσουν την ψυχή του χωρικού μέσα τους και κάθε σκέψη για επιστροφή στην προηγούμενη ζωή τους»[52].
  7. Στο επιχειρησιακό σχέδιο της Επιχείρησης Χάρκινγκ δεν υπήρχε αναφορά για τον ΕΛΑΣ. Η SOE παρότι γνώριζε την παρουσία ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στα βουνά δεν ενημέρωσε για την ύπαρξή του τους Βρετανούς καταδρομείς[59].
  8. Ο Βελουχιώτης, ωστόσο, θέλοντας να δείξει την δύναμη του ΕΛΑΣ, εκτέλεσε, υπό την παρουσία του Ζέρβα και των Βρετανών, ληστές και ύποπτους για συνεργασία με τους Ιταλούς καθ όλο το διάστημα του Νοεμβρίου[70]
  9. Σύμφωνα με μαρτυρία του Δημήτρη Δημητρίου (Νικηφόρος), το «αξιοπρόσεκτο στη διαύγεια και την αποτελεσματικότητά του σχέδιο» συντάχθηκε από τον Βελουχιώτη [72][73]. Κατά ορισμένους ερευνητές έφερε την υπογραφή του «στρατηγού» Ζέρβα[67] διότι ως ανώτερος αξιωματικός από όλους τους συμμετέχοντες ήταν αδύνατο να υποσκελιστεί από τον «ταγματάρχη» Βελουχιώτη [74].
  10. Ο αριθμός των ανταρτών που συμμετείχαν δεν είναι γνωστός με ακρίβεια. Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον ΕΛΑΣ οι ελασίτες έφταναν τους 150 ενω οι εδεσίτες τους 50. Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον ΕΔΕΣ οι ελασίτες ήταν 100 και οι εδεσίτες 60[75].
  11. Για το ποιος διέταξε την εφεδρεία δεν είναι ξεκάθαρο. Ο Μαίερς υποστηρίζει ότι την έστειλε με επικεφαλής τον Πυρομάγλου και στο τέλος πήγε και ο ίδιος για να ενθαρρύνει τους αντάρτες. Ο Νικηφόρος αναφέρει ότι ο Βελουχιώτης διέταξε τον ίδιο να αντεπιτεθεί και να εκκαθαρίσει την κατάσταση σε είκοσι λεπτά, και όποιος υποχωρήσει να εκτελέσει επιτόπου. Ένας ακόμη αυτόπτης μάρτυρας, ο αντάρτης του ΕΔΕΣ Παντελής Κωτσάκης, αναφέρει ότι αφού πήρε την άδεια από τον Ζέρβα αντεπιτέθηκε με χειροβομβίδες και κατάφερε να εξουδετερώσει την ιταλική φρουρά[82].
  12. Ο Χέρμαν Μάγερ χαρακτηρίζει την απόφαση του Μάιερ ως «θανάσιμο λάθος» ενω «ακόμη και σήμερα παραπονιούνται πρώην ηγετικά στελέχη του ΕΛΑΣ για την προσβολή που τους έκανε ο Μάγερ» νιώθοντας σαν «άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας»[98]. Η δυσφορία έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν το BBC δεν ανέφερε την συμμετοχή του ΕΛΑΣ στην καταστροφή της γέφυρας του Γοργοπόταμου αλλά και οι φήμες ότι οι Βρετανοί έριχναν άφθονα εφόδια στον ΕΔΕΣ[99]
  13. Όπως αναφέρει ο Ν. Κλόουζ, ήδη από τον Δεκέμβριο του 1942 πολιτική γραμμή του Σιάντου ήταν η μη ανεκτικότητα προς άλλες πολιτικές ομάδες, προειδοποιώντας τους συντηρητικούς πολιτικούς να σταματήσουν να έχουν εχθρική στάση απέναντι στο ΕΑΜ/ ΚΚΕ, διότι εάν επέμεναν «συνειδητά η ασυνείδητα θα ενίσχυαν τον κατακτητή». Τον Ιανουάριο του 1944 μάλιστα η δυσπιστία των ηγετών του ΚΚΕ είχε ως συνέπεια να αποκηρύξει όσους «πολιτικούς ή αντιστασιακές οργανώσεις ήταν εκτός ΕΑΜ ως συνεργαζόμενους με την κατοχική Κυβέρνηση»[113].[εκκρεμεί παραπομπή]
  14. Τα καθήκοντα ενός καπετάνιου αφορούσαν τη ζωή του τμήματος και δεν εμπλέκονταν με σχεδιασμό στρατιωτικών επιχειρήσεων[114]. Ήταν υπεύθυνος για την επιμελητεία και τη στρατολογία, αλλά και τη ψυχική, σωματική και πολιτική ευρωστία των ανταρτών[115].
  15. Παρότι αρκετοί συγγραφείς, όπως οι Χαριτόπουλος[131], Φαράκος[132], Λαγδάς[133] αναφέρουν αυτό το γεγονός ως δεδομένο, ιστορικοί όπως οι Φλάισερ και Μαργαρίτης το παραβλέπουν, ενώ ο Ρίχτερ το θεωρεί απίθανο[126]
  16. Με αυτούς είχε συλληφθεί και ο Κωστορίζος, ο οποίος μετά από βασανιστήρια και δίκη εκτελέστηκε μαζί με τρεις ή επτά συντρόφους του[144][145]. Σύμφωνα με τον Κέδρο ο ρόλος του Βελουχιώτη σ αυτόν τον αιματηρό επίλογο της «υπόθεσης Κωστορίζου» φαίνεται πως στάθηκε κεφαλαιώδης, επισημαίνοντας ότι ήταν αληθινά «ο μισητός άνθρωπος» του Βελουχιώτη[146]. Αντίθετα, ο Χαριτόπουλος αναφέρει ότι όταν έμαθε την εκτέλεση δυσαρεστήθηκε σφοδρά[147].
  17. Γενικότερα πάντως, οι Βρετανοί έδειχναν εύνοια, με ρίψεις πολεμικού υλικού και λιρών, στις μη εαμικές οργανώσεις, κυρίως στον ΕΔΕΣ και στην ΕΚΚΑ, παρότι ο ΕΛΑΣ είχε πολύ περισσότερους μαχητές και μεγαλύτερη στρατιωτική αποτελεσματικότητα[164].
  18. Παρόλο που αρκετοί συγγραφείς[166][167][168] υποστηρίζουν ότι ο Σιάντος είχε δώσει εντολή για επίθεση κατά του Ψαρρού- ή εκφράζουν αμφιβολίες[169][170] -, ο καθηγητής Ιστορίας Φλάισερ, αξιολογώντας όλες τις εκδοχές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέτοια εντολή είναι ανύπαρκτη[171].
  19. Ο Φλάισερ αναφέρει ότι ο αφοπλισμός έγινε στις 13 Μαΐου[171], ενώ άλλοι συγγραφείς την 14η Μαΐου[175][162] ή την 15η [176].
  20. Μετά την καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου η ομάδα Χάρλινγκ μετονομάστηκε σε Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή και ο Μάιερς ανέλαβε τον συντονισμό και την ανάπτυξη του ανταρτοπόλεμου στην Ελλάδα. Η μόνιμη, πλέον, παρουσία των Βρετανών στα ελληνικά βουνά είχε ως σκοπό, εκτός από τον κοινό αγώνα ενάντια στις κατοχικές δυνάμεις, τον έλεγχο του Αντάρτικου και των αντιστασιακών οργανώσεων[177]. Βασική πολιτική της Βρετανίας σε όλη την περίοδο της Κατοχής ήταν η υποστήριξη του, αντιδημοφιλής στην κατεχόμενη Ελλάδα και ανεπιθύμητου από το ΚΚΕ/ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου Β΄, και η όσο τον δυνατόν συντομότερη επιστροφή του[178]. Ο πρωθυπουργός Τσώρτσιλ και το Φόρεϊν Όφις απεχθάνονταν το ΕΑΜ καθώς θεωρούσαν ότι ελέγχονταν από κομμουνιστές. Για τους Έλληνες, βέβαια, η Βρετανία ήταν ένας σεβαστός σύμμαχος, όχι ομως και για τους κομμουνιστές[179].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χαριτόπουλος (2003), σ. 39
  2. Σαμπατακάκης (2004), σ. 6-7
  3. Σαμπατακάκης (2004) σ. 7
  4. Χανδρινός (2009), σ. 6
  5. Λαγδάς (1965) τ. Α΄ σ. 258
  6. Λαγδάς (1965), τ. Α΄ σ. 261
  7. Χαριτόπουλος (2003), σ. 40
  8. Χανδρινός (2009), σ. 8
  9. Χανδρινός (2009), σ. 8-9
  10. «Ριζοσπάστης 9/9/1931». Efimeris.nlg.gr. http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=65&pageid=-1&id=13480&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=&CropPDF=0. Ανακτήθηκε στις 2014-03-02. 
  11. 11,0 11,1 Χανδρινός (2009), σ. 10
  12. Κουτσούκης (2004), σ. 13-14
  13. Κουτσούκης (2004), σ. 14-15
  14. Κουτσούκης (2004), σ. 15
  15. Χαριτόπουλος (2003), σ. 41-42
  16. Φαράκος (2004), σ. 34
  17. Χαριτόπουλος (2003), σ. 42
  18. Νεφελούδης (2007), σ. 172
  19. Ρούσος (1976), σ. 63 & Χατζηπαναγιώτου (1976), σελ.628
  20. Σαμπατακάκης (2004) σ. 8. Κουτσούκης (2004), σ. 16
  21. Φλάισερ (1988), σ. 230
  22. Φλάισερ (1988), σ. 230-231, Μαργαρίτης (2004), σ. 24
  23. Φλάισερ (1988), σ. 228
  24. Μπρούσαλης (2009), σ. 17
  25. Χαριτόπουλος (2003), σ. 53-54
  26. Φλάισερ (1988), σ. 231
  27. 27,0 27,1 Χανδρινός (2011) Α΄σ. 18
  28. Αλβανός (2003) σ. 38
  29. Μαργαρίτης (2003) σ. 114
  30. Φλάισερ (1988) σ. 233
  31. Αλβανός (2003) σ. 39-40
  32. 32,0 32,1 32,2 Μαργαρίτης (2003), σ. 115
  33. 33,0 33,1 Αλβανός (2003) σ. 40
  34. Μαργαρίτης (2001) σ. 16-17
  35. Φλάισερ (1988) σ. 234
  36. Μαζάουερ (1994) σ. 345
  37. Φλάισερ (2015) «Η Αντίσταση», σ. 22
  38. Χανδρινός Α΄(2011) σ. 20
  39. 39,0 39,1 39,2 39,3 39,4 Φλάισερ (1988) σ. 235
  40. Γρηγοριάδης τ. 1, (1973) σ. 208
  41. Χανδρινός Α΄(2011) σ. 20-21
  42. Μαργαρίτης (2004) σ. 115-116
  43. Χαριτόπουλος (2003) σ. 72
  44. Χαριτόπουλος (2003) σ. 77
  45. Γρηγοριάδης τ. 1, (2011) σ. 209
  46. Χαριτόπουλος (2003) σ. 76-79
  47. Χαριτόπουλος (2003) σ. 78
  48. 48,0 48,1 48,2 48,3 Χανδρινός Α΄(2011) σ. 21
  49. Χαριτόπουλος (2003) σ. 92
  50. Αλβανός (2003) σ. 41
  51. 51,0 51,1 Αλβανός (2003) σ. 42
  52. Χαριτόπουλος (2003) σ. 98
  53. Χαριτόπουλος (2003) σ. 111
  54. Γρηγοριάδης τ. 1, (2011) σ. 210
  55. Χαριτόπουλος (2003) σ. 113
  56. Χαριτόπουλος (2003) σ. 114
  57. Σαμπατακάκης (2003) σ. 220
  58. Μάγερ (1995) σ.38-39
  59. Σαμπατακάκης (2003) σ. 223
  60. Σαμπατακάκης (2003) σ. 224
  61. Χαριτόπουλος (2003) σ. 109
  62. Φλάισερ (1998) Α΄ σ. 245 σημ. 89
  63. 63,0 63,1 Μαγερ (1995) σ. 95
  64. Μαργαρίτης (2003) σ. 116
  65. Ζαούσης (2015) σ. 435
  66. Χαριτόπουλος (2003) σ. 128
  67. 67,0 67,1 Παπαφλωράτος (2007) σ. 50
  68. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 184
  69. Χαριτόπουλος (2003) σ. 133
  70. Χανδρινός (2011) Α΄ σ. 23
  71. Μαργαρίτης (2006) σ. 436
  72. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 186-187
  73. Χαριτόπουλος (2003) σ. 135
  74. Γρηγοριάδης (2011) τ. 1, σ. 233
  75. Παπαφλωράτος (2007) σ. 51
  76. Χανδρινός (2007) σ. 27-28
  77. Μάγερ (1995) σ. 96
  78. Ζαούσης (2015) σ. 439
  79. 79,0 79,1 Χανδρινός (2007) σ. 27
  80. 80,0 80,1 Χανδρινός (2007) σ. 28
  81. Μάγερ (1995) σ. 104
  82. Ζαούσης (2015) σσ. 442-443
  83. Παπαφλωράτος (2007) σ. 53
  84. Χανδρινός (2007) σ. 28-29
  85. Ζαούσης (2015) σ. 444
  86. Μάγερ (1995) σ. 110
  87. Μάγερ (1995) σ. 112
  88. 88,0 88,1 Χανδρινός (2007) σ. 29
  89. Σαμπατακάκης (2003) σ. 226
  90. Φλάισερ (1988) σσ. 236-237
  91. Λυμπεράτος (2007) σ.14
  92. Μαργαρίτης (2006) σ. 440
  93. Γρηγοριάδης (2011) τ. 1, σ. 234
  94. Μάγερ (1993) σ. 163
  95. Ζαούσης (2015) σ. 444
  96. 96,0 96,1 Φλάισερ (1988) σ. 246
  97. Ζαούσης (2015) σ. 445
  98. Μάγερ (1995) σ. 116
  99. Φλάισερ (1998) σ. 247
  100. Χαριτόπουλος 145-148
  101. Φλάισερ (1988) σ. 307
  102. 102,0 102,1 102,2 Φλάισερ (1988) σ. 308
  103. Χαριτόπουλος (2003) σ. 155
  104. Χαριτόπουλος (2003) σ. 156
  105. Ρίχτερ (1975) τ. Α΄, σ. 283
  106. Μαργαρίτης (2003) σ. 120
  107. Φλάισερ (1988) σ. 248
  108. Χαριτόπουλος (2003) σ. 162
  109. Χαριτόπουλος (2003) σ. 172
  110. Ρίχτερ (1975) τ. Α΄, σ. 284
  111. Φλάισερ (1988) σ. 248-249
  112. Φλάισερ (1988) σ. 249
  113. Κλόουζ (2003) σ. 142-143
  114. Χανδρινός (2011) Α΄σ. 46
  115. 115,0 115,1 Φλάισερ (1988) σ. 250
  116. Χανδρινός (2011) Α΄σ. 48
  117. Κέδρος (2004) τ. Α΄σ. 254
  118. 118,0 118,1 118,2 Φλάισερ (2015) σ. 24
  119. Χαριτόπουλος (2003) σ. 173, 176
  120. Χαριτόπουλος (2003) σ. 181-183
  121. Λαγδάς (1965) τ. Β΄ σ. 294
  122. Χαριτόπουλος (2003) σ. 188-189
  123. Μάγερ (1995) σ. 176
  124. Κέδρος (2004) τ. Α΄σ. 253-254
  125. 125,0 125,1 Φλάισερ (1988) σ. 309
  126. 126,0 126,1 126,2 Ρίχτερ (1975) τ. Α΄, σ. 291
  127. Μάγερ (1995) σ. 178
  128. Ζαούσης (2015) σ. 468
  129. Ρίχτερ (1975) τ. Α΄, σ. 285
  130. Χαριτόπουλος (2003) σ. 202
  131. Χαριτόπουλος (2003) σ. 200
  132. Φαράκος (1998) σ. 46
  133. Λαγδάς (1965) τ. Β΄ σ. 300
  134. Μαργαρίτης (2003) σ. 121
  135. Μαργαρίτης (2003) σ. 121-122
  136. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 311
  137. Μαργαρίτης (2003) σ. 122
  138. Φλάισερ (1988) σ. 340
  139. Μαργαρίτης (2003) σ. 123- 125
  140. Χανδρινός (2011) Α΄ σ. 35
  141. Μαργαρίτης (2003) σ.125
  142. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ.265
  143. Μάγερ (2003) σ. 53
  144. Φλάισερ (1988) σ. 376
  145. Μάγερ (1995) σ. 179-185
  146. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 264-265
  147. Χαριτόπουλος (2003) σ. 210
  148. Χαριτόπουλος (2003) σ. 234
  149. Φλάισερ (1988) σ. 379
  150. Χαριτόπουλος (2003) σ. 235
  151. Χαριτόπουλος (2003) σ. 246-251
  152. Μάγερ (1995) σ. 292
  153. Λαγδάς (1965) τ. Β΄ σ. 332
  154. Μάγερ (1995) σ. 314
  155. Χαριτόπουλος (2003) σ. 236
  156. Χαριτόπουλος (2003) σ. 238
  157. Λαγδάς (1965) τ. Β΄ σ. 331-332
  158. Φλάισερ (1988) σ. 383
  159. Mamarelis (2003) σ. 110
  160. Φλάισερ (1988) σ. 383-384
  161. 161,0 161,1 161,2 Φλάισερ (1988) σ. 384
  162. 162,0 162,1 162,2 Ζαούσης (2015) σ. 494
  163. Χατζηπαναγιώτου (1976) σ. 273
  164. Κλόουζ (2003) σ. 170-171
  165. Mamarelis (2003) σ. 130-131
  166. Ρίχτερ (1975) τ. Α΄ σ. 316
  167. Χατζηπαναγιώτου (1976) σ. 280
  168. Χαριτόπουλος (2003) σ. 265-266
  169. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 299-300
  170. Mamarelis (2003) σ. 134-137
  171. 171,0 171,1 171,2 171,3 Φλάισερ (1988) σ. 385
  172. Φλάισερ (1988) σ. 424
  173. Χαριτόπουλος (2003) σ. 256-257
  174. Χαριτόπουλος (2003) σ. 257
  175. 175,0 175,1 Mamarelis (2003) σ. 131
  176. Χατζηπαναγιώτου (1976) σ. 278
  177. Σαμπατακάκης ( 2003) σ. 228
  178. Φλάισερ (1988) σ. 187
  179. Κλόουζ (2003) σ. 171-172
  180. Κέδρος (2004) τομ. 1, σ. 300
  181. Χατζηπαναγιώτου (1976) σ. 276
  182. Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα Η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη David J. Wallace (1943) Wallace J. David μετάφραση: Πέτρος Στ. Μακρής - Στάικος, εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ 2009 σελ 82
  183. Λυμπεράτος, Μιχάλης Π. «Οι οργανώσεις της Αντίστασης». Στο: Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Τόμ. 3α: Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση 1940-1945. Επιμέλεια Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστράτης. Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2007, σ. 45
  184. Ενα φιλόδοξο εγχείρημα που απέτυχε, Καθημερινή, 16/01/2011.
  185. Δημήτριος Ψαρρός: η χαμένη ευκαιρία, Τα Νέα, 5/05/2007.
  186. Οικονομίδης, Φοίβος (2011). «Έλληνες αιχμάλωτοι στη λιβυκή έρημο» . Ελευθεροτυπία (13 Μαρτίου). Ανακτήθηκε στις 06.04.2015.
  187. Γρηγόρης Φαράκος, Άρης Βελουχιώτης. Το χαμένο Αρχείο – Άγνωστα Κείμενα. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 5η εκδοση, σελ. 197-8
  188. Χαριτόπουλος (2006), σελ. 554-560
  189. Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2004 σελ. 554
  190. "1935-1945. Ένας απολογισμός" Π. Κανελλόπουλος (1982), σελ. 256
  191. Η «Ο.Π.Λ.Α» και η εμφυλιοπολεμική ανάγνωση της ιστορίας του Μιχάλη Λυμπεράτου
  192. Άρης Βελουχιώτης: Ο λόγος της Λαμίας
  193. Χαριτόπουλος (2003), σελ.611
  194. Χαριτόπουλος (2003), Καραθάνος (1996), Λαγδάς (1965), Χατζηπαναγιώτου(1976), Mayers (1975), Woodhouse (1975)
  195. Στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου, από τα Δεκεμβριανά στις εκλογές του 1946, μιχάλης λυμπεράτος, εκδόσεις βιβλιόραμα 2006 σελ 124
  196. Στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου, από τα Δεκεμβριανά στις εκλογές του 1946, μιχάλης λυμπεράτος, εκδόσεις βιβλιόραμα 2006 σελ 125
  197. Δημήτρης Καραθάνος (1996), σελ.14-17
  198. Δημήτρης Καραθάνος (1996), σελ.96-98
  199. Το γράμμα του Αρη προς την ΚΕ του ΚΚΕ 24/3/1945 για τη Συμφωνία της Βάρκιζας: Γρηγόρης Φαράκος, «Άρης Βελουχιώτης. Το χαμένο αρχείο – Άγνωστα Κείμενα», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σελ.400-404, και Ισκρα 31/12/2011
  200. Σε άρθρο του Ριζοσπάστη που δημοσιεύθηκε στις 12 Ιουνίου του 1945 με τίτλο «Το ΚΚΕ καταγγέλει ανοιχτά τον Άρη Βελουχιώτη», αναφέρονται τα εξής:

    «Ο σ. Ζαχαριάδης μας ανακοίνωσε ότι η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε., αφού συζήτησε πάνω σε εκθέσεις που ήρθαν από διάφορες κομματικές οργανώσεις, αποφάσισε να καταγγείλει ανοικτά την ύποπτη και τυχοδιωκτική δράση του Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα ή Μιζέρια).

    »Ο Βελουχιώτης και ύστερα από τη σύναψη της συμφωνίας της Βάρκιζας συνέχισε τη δράση του. Η δράση αυτή, που μονάχα την αντίδραση μπορούσε να εξυπηρετήσει, γιατί της έδινε όπλα για να χτυπά το Κ.Κ.Ε., να παραβιάζει τη συμφωνία της Βάρκιζας και να δικαιολογεί τα εγκλήματά της, δεν επιτρέπει πια καμιά καθυστέρηση για την ανοικτή καταγγελία του Άρη Βελουχιώτη. Όπως είναι γνωστό, ο Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας) στον καιρό της δικτατορίας του Μεταξά είχε πιαστεί και είχε κάνει δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης του Κ.Κ.Ε.»«Το ΚΚΕ καταγγέλλει ανοιχτά τον Άρη Βελουχιώτη». Ριζοσπάστης. 12/06/45. http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin.asp?c=65&dc=12&db=6&da=1945. Ανακτήθηκε στις 09/01/27. 
  201. Διονύσης Χαριτόπουλος: Άρης ο αρχηγός των ατάκτων
  202. Δημοσίευμα του Ριζοσπάστη σχετικά με τον θάνατο του Άρη Βελουχιώτη: «Η προδοσία του Βελουχιώτη». Ριζοσπάστης. 45/06/16. http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin.asp?c=65&dc=16&db=6&da=1945. Ανακτήθηκε στις 09/01/27. 
  203. Χαράλαμπος Γκούβας: H Iστορία του Νομού Πρέβεζας, έκδοση 2009
  204. Ρίζος Μπόκοτας:"Κυνηγώντας τον Άρη", εκδόσεις Γλάρος,1984
  205. Δημήτρης Καραθάνος (1996), σελ.141-146
  206. 206,0 206,1 206,2 Λευτέρης Αποστόλου:"Ο Άρης Βελουχιώτης όπως τον γνώρισα", εκδόσεις Φιλίστωρ, 2004
  207. "Σάν σήμερα: Το τέλος του Αρη Βελουχιώτη", Το Βήμα, 15-06-2005
  208. Τριανταφυλλίδης Κων., Το μυστικό του Άρη Βελουχιώτη, δημοσίευση σε συνέχειες στην εφημ. Απογευματινή, 1955, και συνέντευξη Βαγγέλη Γκονέζου, όπως αναφέρονται στο Διονύσης Χαριτόπουλος, Άρης ο αρχηγός των ατάκτων, Β' έκδοση, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελ. 726.
  209. Διονύσης Χαριτόπουλος, Άρης ο αρχηγός των ατάκτων, Β' έκδοση, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελ. 727.
  210. Το Βήμα-18/6/2006 και Ρίζος Μπόκοτας ( δημοσιογράφος και μέλος του 118ου Τάγματος Εθνοφυλακής ): "Ποιος κρύβει το κεφάλι του Άρη;"
  211. Ρίζος Μπόκοτας: «Κυνηγώντας τον Άρη», Εκδόσεις Γλάρος, 1984
  212. Ρίζος Μπόκοτας: "Ποιος κρύβει το κεφάλι του Άρη;", εκδόσεις Φιλίστωρ, 1987
  213. «Κολοβή» αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη από το ΚΚΕ, Ελευθεροτυπία, 9-10-2011.
  214. ««Για την πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα)»». Kke.gr. http://www.kke.gr/istoria/gia_thn_politikh_apokatastash_toy_arh_beloyxioth_thanash_klara. Ανακτήθηκε στις 2014-03-02. 
  215. 215,0 215,1 Χανδρινός (2007) σ. 21
  216. 216,0 216,1 216,2 216,3 Φλάισερ (1988) σ. 405
  217. Χαριτόπουλος (2003) σ. 69
  218. Χαριτόπουλος (1997) σ. 37
  219. Χαριτόπουλος (1997) σ. 39
  220. Ριζάς (1998) σ. 208, 213
  221. Φλάισερ (1988) σ. 308
  222. Σακκάς (2003), σ. 215
  223. Μαργαρίτης (2004) σ. 27
  224. Μαζάουερ (1994) σ. 151
  225. Μαζάουερ (1994) σ. 326
  226. Χαριτόπουλος (2003) σ. 193
  227. Χαριτόπουλος (2003) σσ. 483-484
  228. 228,0 228,1 Το αντιστασιακό τραγούδι στην Αρκαδία και την Πελοπόννησο – (upatras.gr).
  229. http://tvradio.ert.gr/details.asp?pid=3339366&chid=8
  230. «Ο άγνωστος Ξένος | Άρθρα | Ελευθεροτυπία». Enet.gr. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=35949. Ανακτήθηκε στις 2014-03-02. 
  231. «Του μικρού χωριού (Το τραγούδι του Άρη) - Μίκης Θεοδωράκης». Mikis-crete.gr. http://mikis-crete.gr/compilation-50/H/10--/37--35/672-------. Ανακτήθηκε στις 2014-03-02. 
  232. rizospastis.gr. «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ : «Στόλισε» με τη δημιουργία του το λαϊκό τραγούδι». .rizospastis.gr. http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=2232767. Ανακτήθηκε στις 2014-03-02. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αλβανός Ραϋμόνδος (2003). «Η Εμφάνιση των Ανταρτών», περιοδικό Ε Ιστορικά, τεύχ. 208, σσ. 36-43, εκδ. Ελευθεροτυπία
  • Αποστόλου Λευτέρης (2004). Ο Άρης Βελουχιώτης όπως τον γνώρισα 1923-1944, εκδόσεις Φιλίστωρ, ISBN 960-369-077-5
  • Γρηγοριάδης Σόλων Νεοκ. (2011). Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, 1941-1974: Κατοχή: η μεγάλη νύχτα, τόμος 1, εκδ. Ελευθεροτυπία, πρώτη εκδ.Κ. Καπόπουλος 1973, ISBN 978-960-9487-62-7
  • Ζαούσης Αλέξανδρος Λ. (2015). Οι δύο όχθες 1939-1945 Μια προσπάθεια για εθνική συμφιλίωση, πρώτη εκδ. 1987, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα, ISBN 978-960-410-766-7
  • Κέδρος Ανδρέας (2004) Η ελληνική αντίσταση 1940-1944, πρ;vτη έκδ 1966 (Γαλλικά), μετάφραση Αντώνης Μοσχοβάκης, εκδ. Θεμέλιο, 2 τόμοι, ISBN 960-310-010-2
  • Κλόουζ Ντέιβιντ (2003) Οι ρίζες του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, μετάφραση: Ρένα Χρυσοχόου, εκδ. Φιλίστωρ ISBN 960-369-073-2
  • Κοτζιούλας Γεώργιος (1965). Όταν ήμουν με τον Άρη. Αναμνήσεις, εκδ. Θεμέλιο
  • Κουτσούκης Κλεομένης (2004). «Ο Άρης κατά τη μεταξική δικτατορία», περιοδικό Ε Ιστορικά, τεύχ. 230, σσ. 12-19, εκδ. Ελευθεροτυπία
  • Λαγδάς Πάνος (1965). Άρης Βελουχιώτης, ο πρώτος του αγώνα, εκδ. Κυψέλη
  • Λυμπεράτος Μιχάλης Π. (2007) «Οι οργανώσεις της Αντίστασης», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση 1940-1945, επιμέλεια: Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστράτης τ. Γ΄ μέρος 2ο, σσ 9-67, εκδ. Βιβλιόραμα ISBN 978-960-8087-06-4 διαδικτυακά Οι οργανώσεις της Αντίστασης Α΄ Μέρος Β΄ Μέρος Γ΄ Μέρος Δ΄Μέρος
  • Μάγερ. Χ. Φράνκ (1995). Η αναζήτηση. Ανθρώπινα πεπρωμένα στον ελληνικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα 1941-1944 , έκδ. Καλέντης, ISBN 960-219-057-4
  • Μάγερ. Χ. Φράνκ (2003) Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα (Von Wien nach Kalavryta: die blutige Spur der 117. Jäger-Division durch Serbien und Griechenland, Mannheim: Peleus 2002), ελληνική έκδοση Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα ISBN 960-05-1112-8
  • Mamarelis Argyrios (2003) The Rise and Fall of the 5/42 Regiment of Evzones: A Study on National Resistance and Civil War in Greece 1941-1944 διδακτορική διατριβή The European Institute London School of Economics and Political Science
  • Μαργαρίτης Γεώργιος (2001). «Ο ΕΛΑΣ», περιοδικό Ε Ιστορικά, τεύχ. 110, σσ. 14-21, εκδ. Ελευθεροτυπία
  • Μαργαρίτης Γεώργιος (2003). «Η Ένοπλη Αντίσταση, κατακτήσεις και συγκρούσεις 1942-1944», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000 τομ. 8ος, σσ. 111-158 εκδ. Ελληνικά Γράμματα
  • Μαργαρίτης Γεώργιος (2004). «Ο Άρης Βελουχιώτης και ο ΕΛΑΣ», περιοδικό Ε Ιστορικά, τεύχ. 230, σσ. 20-29, εκδ. Ελευθεροτυπία
  • Μαργαρίτης Γεώργιος (2006). «Η Εθνική Αντίσταση», στο Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος 16ος, εκδ. Δομή Α.Ε., σσ. 388-523 ISBN 960-6669-26-2. Στο διαδύκτιο
  • Μπρούσαλης Κάρολος (2009). «Όταν ο Κλάρας έγινε Βελουχιώτης», περιοδικό Ιστορία του Έθνους, τεύχ. 5, σελ. 14-25, εκδ. εφημ. Έθνος
  • Μαζάουερ Μάρκ (1994). Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα ISBN 960-221-096-6
  • Νεφελούδης Βασίλης (2007). Ακτίνα Θ', Αναμνήσεις 1930-1940, Εκδόσεις της Εστίας , Αθήνα
  • Παπαστράτης Προκόπης (1982) «Οι Βρετανοί και οι αντιστασιακές οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ», στον τόμο "Από την Αντίσταση στον Εμφύλιο πόλεμο" , επιμ. Μάριον Σαράφη εκδ. Λιβάνη- Νέα Σύνορα, Αθήνα ISBN: 960-236-452-1
  • Παπαφλωράτος Ιωάννης Σ. (2007). ΕΔΕΣ Άγνωστες πτυχές από την ιστορία της οργάνωσης, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα, ISBN 978-960-6740-20-6
  • Ρούσος Πέτρος (1976). Η Μεγάλη Πενταετία (1940-1945), Τόμος Α',Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα
  • Ριζάς Σωτήρης (1998), "Η προσέγγιση του Άρη Βελουχιώτη από τους αντιπάλους του", στο Κλεομένης Κουτσούκης (επιμέλεια) Η προσωπικότητα του Άρη Βελουχιώτη και η Εθνική Αντίσταση Ένα επιστημονικό συμπόσιο Φιλίστωρ, 1998 ISBN 960-369-024-4
  • Ρίχτερ Χάιντς (1975) Δύο επαναστάσεις και οι επαναστάσεις στην Ελλάδα 1936-1946, τόμοι 2, εκδ. Εξάντας,
  • Σακκάς Γιάννης (2003) «Ο Εμφύλιος πόλεμος στην Ευρυτανία», στο Mark Mazower (Επιμέλεια): Μετά τον πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, σσ 205-230.
  • Σαμπατακάκης Θεόδωρος (2004). «Ποιος ήταν ο Θανάσης Κλάρας», περιοδικό Ε Ιστορικά, τεύχ. 230, σελ.6-10, εκδ. Ελευθεροτυπία
  • Σαμπατακάκης Θεόδωρος (2003). Οι Βρετανικές υπηρεσίες κατά την περίοδο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα, διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
  • Φαράκος Γρηγόρης (2004) «ΚΚΕ και Βελουχιώτης», περιοδικό Ε Ιστορικά, τεύχ. 230, σελ.32-37, εκδ. Ελευθεροτυπία
  • Φαράκος Γρηγόρης (1998) Άρης Βελουχιώτης: το χαμένο αρχείο, άγνωστα κείμενα, η στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι ατον Άρη Βελουχιώτη, 1941-1945, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Ε΄έκδοση, Αθήνα ISBN 960-344-398-0
  • Φλάισερ Χάγκεν (1988). Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, τόμος Α΄, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, ISBN 960-02-0764-Χ
  • Φλάισερ Χάγκεν (2015). «Η Αντίσταση», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τόμος 36, πρώτη έκδοση (2000) Εκδοτική Αθηνών, Παραπολιτικά Εκδόσεις Α.Ε, σ. 8-27, ISBN 978-618-5129-94-1
  • Χανδρινός Ιάσονας (2007). Εθνική Αντίσταση 1941-1944, Η αληθινή ιστορία του Ελληνικού Αντάρτικου, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα, ISBN 9789608345973
  • Χανδρινός Ιάσονας (2009). «Ο ασυμβίβαστος Μιζέριας», περιοδικό Ιστορία του Έθνους, τεύχ. 5, σελ. 6-13, εκδ. εφημ. Έθνος
  • Χανδρινός Ιάσονας (2011). ΕΛΑΣ Ο μεγαλύτερος στρατός της Εθνικής Αντίστασης, Γνώμων Εκδοτική, 2 τόμοι ISBN 978-960-99642-2-7, ISBN 978-960-99642-3-4
  • Χαριτόπουλος Διονύσης (2003). Άρης ο αρχηγός των ατάκτων, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, ISBN 960-406-538-6
  • Χατζηπαναγιώτου Γιάννης (1976). Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη, εκδ. Δωρικός, Αθήνα ISBN 960-279-115-2

Περαιτέρω μελέτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, Εκδόσεις Αυλός, Αθήνα, 1979
  • Χαράλαμπος Κλάρας (Μπάμπης): Ο αδελφός μου ο Άρης Αθήνα, 1983
  • Α. Ζωγράφου: Άρης Βελουχιώτης και η αλήθεια για το Γοργοπόταμο, 1982
  • Ασημάκης Γκιούσας: Άρης Βελουχιώτης και το ματωμένο Κρίκελο, Αθήνα, 1972
  • Νίκος Κοταρίδης, Η ιστορία και η σύγκρουση στο Λόγο της Λαμίας του Άρη Βελουχιώτη, Τα Ιστορικά, τομ.12, τ/χ.23, (Δεκέμβριος 1995),σελ.381-406
  • Συλλογικό έργο,Νίκος Ζαχαριάδης, Άρης Βελουχιώτης, Νίκος Μπελογιάννης: βίοι παράλληλοι και... τεμνόμενοι, εκδ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα, 2009
  • Συλλογικό έργο, Η προσωπικότητα του Άρη Βελουχιώτη και η Εθνική Αντίσταση. Ένα επιστημονικό συμπόσιο, εκδ.Φιλίστωρ, Αθήνα, 1998
  • Ιώαννα Παπαθανασίου, Η λογική των συγκρούσεων στην ηγεσία του Κ.Κ.Ε 1945-1948. Από την ΄΄καταδίκη΄΄ του Άρη Βελουχιώτη στη άρνηση της κληρονομιάς του ΕΛΑΣ, Τα Ιστορικά, τ/χ.23 (1995),σελ.381-406
  • Συλλογικό: Άρης Βελουχιώτης, Ε Ιστορικά, τ/χ.230, (1 Απριλίου 2004)
  • Θανάσης Χατζής (1983). Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, εκδ. Δωρικός, Αθήνα
  • Dominique Eudes (1976). Οι Καπετάνιοι, εκδ. Εξάντας, Αθήνα
  • C.Μ. Woodhouse (1975). Το μήλο της έριδος, εκδ. Εξάντας, Αθήνα
  • Γιώργος Πλουμπίδης Άρης συμφωνικό ποίημα για βαρύτονο, χορωδία και ορχήστρα, 2011, Αθήνα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα: