Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα
Prasca.png
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Sebastiano Visconti Prasca (Ιταλικά)
Γέννηση23  Ιανουαρίου 1883
Ρώμη
Θάνατος25  Φεβρουαρίου 1961
Monte Porzio Catone
Χώρα πολιτογράφησηςΙταλία (1946–1961)
Βασίλειο της Ιταλίας (1883–1946)
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΙταλικά[1]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςστρατηγός/βασιλικός ιταλικός στρατός και πεζικό
Πόλεμοι/μάχεςΒ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ιταλοτουρκικός πόλεμος, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-1941
Αξιώματα και βραβεύσεις
Βραβεύσειςστρατιωτικό μετάλλιο αξίας
Ιππότης του Τάγματος του Αγίου Μαυρίκιου και Λαζάρου
Τάγμα των Αγίων Μαυρικίου και Λαζάρου
Τάγμα του Στέματος της Ιταλίας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα (ιταλικά: Sebastiano Visconti Prasca, Ρώμη, 28 Φεβρουαρίου 1883 - Μόντε Πόρτσιο Κατόνε, 25 Φεβρουαρίου 1961) ήταν Ιταλός στρατηγός, βετεράνος του Ιταλοτουρκικού Πολέμου, καθώς και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έφτασε ως τον βαθμό του στρατηγού στρατιωτικού σώματος του Βασιλικού Στρατού, ενώ είναι γνωστός για την αποτυχημένη στρατιωτική ηγεσία του κατά τις απαρχές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στο πλαίσιο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Ρώμη, στις 23 Ιανουαρίου 1883, όντας μέλος της οικογένειας ευγενών των Βισκόντι Πράσκα, πατρικίων της Αλεσσάντρια.

Έχοντας καταταγεί στον Βασιλικό Στρατό, ξεκίνησε σπουδές στη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία Πεζικού και Ιππικού της Μόντενα, από την οποία και αποφοίτησε με τον βαθμό του λοχαγού πεζικού[2] το 1904. Συμμετείχε στον Ιταλοτουρκικό Πόλεμο, μετά το πέρας του οποίου έλαβε την τιμητική διάκριση του Χάλκινο Μετάλλιο της Στρατιωτικής Αξίας, και, στη συνέχεια, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά το πέρας του οποίου έλαβε, για δεύτερη φορά, την τιμητική διάκριση του Χάλκινου Μεταλλίου της Στρατιωτικής Αξίας, καθώς και εκείνη του Πολεμικού Σταυρού της Αξίας.

Έχοντας προαχθεί ως αντισυνταγματάρχης το 1917, έγινε δεκτός στη Σχολή Πολέμου του Στρατού του Τορίνο, όπου μετά το πέρας των σπουδών του υπηρέτησε εντός του γενικού επιτελείου. Τον Ιανουάριο του 1920, μετέβη στη Γερμανία ως μέλος της Διασυμμαχικής Επιτροπής για την Άνω Σιλεσία, ωστόσο, το 1921, επέστρεψε στην Ιταλία, όπου διορίστηκε στο Υπουργείο Πολέμου, ενώ, το 1922, έγινε δεκτός στο Συμβούλιο του Στρατού.

Με σημείο εκκίνησης τον Μάρτιο του 1924, διετέλεσε στρατιωτικός ακόλουθος της Πρεσβείας του Βασιλείου της Ιταλίας στο Βελιγράδι, όπου και παρέμεινε για χρονικό διάστημα διάρκειας, συνολικά, έξι ετών,[3] προτού ανακληθεί το 1930, έχοντας προηγουμένως κατηγορηθεί, με αρκετά ευθύ τρόπο, από την Κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας για κατασκοπευτική δράση εντός των εθνικών εδαφών της.[3] Επιστρέφοντας για σύντομο χρονικό διάστημα στο γενικό επιτελείο, ανέλαβε τη διοίκηση του 36ου Συντάγματος Πεζικού και, στη συνέχεια, τη στρατιωτική διοίκηση της πόλης της Μπολόνια.

Τον Οκτώβριο του 1933, διορίστηκε στο γραφείο του αρχηγού του γενικού επιτελείου του στρατού, στρατηγού Πιέτρο Μπαντόλιο. Στη συνέχεια, απομακρύνθηκε των καθηκόντων του κατόπιν σχετικής αποφάσεως του ίδιου του αρχηγού του γενικού επιτελείου, καθώς θεωρείτο ύποπτος για την αποκάλυψη μυστικής συμφωνίας η οποία είχε συναφθεί μεταξύ του ίδιου του Μπαντόλιο και του Γάλλου στρατηγού Μωρίς Γκαμελέν. Πάντοτε θεωρούμενος ως γαλλόφιλος, είχε δηλώσει, λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πως η ήττα του Γ΄ Ράιχ απέναντι στους Συμμάχους θα έπρεπε να θεωρείται ως αναπόφευκτη.[4]

Η επιρροή του στον πόλεμο της Αιθιοπίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου του ίδιου έτους, εξέδωσε βιβλίο στρατιωτικής στρατηγικής υπό τον τίτλο Guerra decisiva, εντός του οποίου ανέπτυσσε την θεωρία ενός κεραυνοβόλου πολέμου, γρήγορου και ταραχώδους[5], τον οποίο διαβάστηκε προς της έκδοσής του από τον ίδιο τον Μπενίτο Μουσσολίνι. Ο Ντούτσε εκτίμησε δεόντως το συγκεκριμένο βιβλίο, ενώ δεν αποκλείεται πως το τελευταίο επηρέασε καθοριστικά αρκετά από τα γεγονότα που οδήγησαν στο ξέσπασμα του Πολέμου της Αιθιοπίας.

Ο Μουσσολίνι είχε ιδιαίτερη εκτίμηση προς το πρόσωπό του, από την εποχή που ήταν στρατιωτικός ακόλουθος στο Βελιγράδι. Ήδη, από το 1931, ο θαυμασμός του προς το πρόσωπό του ήταν τέτοιος που σχετική αναφορά γίνεται εντός των σημειώσεων των αρχείων του στρατηγού Πιέτρο Γκατσέρα[Σ 1]. Τον Απρίλιο του 1934, ως απεσταλμένος του Μπαντόλιο, πραγματοποίησε αναγνωριστική επίσκεψη στην Ερυθραία[6], όπου, μετά την επιστροφή του, συνέταξε σχετική έκθεση η οποία βοήθησε στην οργάνωση των επιχειρησιακών σχεδίων εισβολής στην Αιθιοπία, τα οποία και υλοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του αμέσως επόμενου έτους.[6]

Κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, ορίστηκε διοικητής του ιταλικού εκστρατευτικού σώματος το οποίο ήταν υπεύθυνο για τον έλεγχο του Σάαρ, στο πλαίσιο σχετικής απόφασης η οποία είχε ληφθεί από την Κοινωνία των Εθνών για την εποπτεία των τοπικών εκλογών οι οποίες θα λάμβαναν χώρα στη συγκεκριμένη περιοχή. Τον Ιανουάριο του 1935, προβιβάστηκε στον βαθμό του στρατηγού μεραρχίας, καθιστάμενος, παράλληλα, επίτιμος υπασπιστής της Αυτού Εξοχότητας Βασιλέα Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ανέλαβε την διοίκηση της 5ης Ταξιαρχίας Πεζικού «Κοσσερία», ενώ τον Σεπτέμβριο του 1937 προήχθη στον βαθμό του στρατηγού μεραρχίας και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ανέλαβε την διοίκηση της 2ης Μεραρχίας Ιππικού «Εμανουέλε Φιλιμπέρτο Τέστα ντι Φέρρο».

Για σύντομο χρονικό διάστημα, διετέλεσε στρατιωτικός ακόλουθος της ιταλικής πρεσβείας στο Παρίσι,[7] όπου και ακολούθησε η ταχεία επιδείνωση των γαλλοϊταλικών διμερών σχέσεων, η οποία έλαβε χώρα αμέσως μετά την εισβολή των γερμανικών δυνάμεων στην Τσεχοσλοβακία.[7] Έπειτα από την κατάληψη της Αλβανίας, η οποία έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1939, παρέμεινε στη θέση του στο Παρίσι, προτού, ωστόσο, ανακληθεί στην Ιταλία στα τέλη του έτους,[4] όπου και διορίστηκε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Για σύντομο χρονικό διάστημα, διετέλεσε διοικητής της Γ΄ Σώματος Στρατού[4], το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο κατά μήκος των γαλλοϊταλικών συνόρων[8], ενόψει της εισόδου στον πόλεμο του Βασιλείου της Ιταλίας, στο πλευρό της Γερμανίας.

Η εκστρατεία της Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Μαΐου,[9] κατόπιν σχετικής υποδείξεως του Υπουργού Εξωτερικών, Γκαλεάτσο Τσιάνο και του στρατηγού Ουμπάλντο Σόντου, υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ορίστηκε αρχιδιοικητής των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων οι οποίες ήσαν παρούσες στην Αλβανία (ιταλικά: Comando Superiore Truppe Albania),[Σ 2] στη θέση του στρατηγού Κάρλο Τζελόζο.[8] Κατά τη διάρκεια της συνάντησης γνωριμίας του με τον Μουσσολίνι, η οποία έλαβε χώρα στο Παλάτσο Βενέτσια, δεν υπήρξε η οποιαδήποτε συζήτηση περί πολέμου με την Ελλάδα ή την Γιουγκοσλαβία.[10] Κατά την άφιξή του στην Αλβανία, ανέλαβε την διοίκηση ενισχυμένου σώματος στρατού, το οποίο αποτελείτο από, περίπου, 100.000 άνδρες, ενώ αποτελείτο από πέντε μεραρχίες[Σ 3], καθώς και βοηθητικές μονάδες και αλβανικές μεραρχίες[9], οι οποίες, αριθμητικά, αντιστοιχούσαν σε, περίπου, δύο μεραρχίες.[10]

Από την ανάληψη, κιόλας, των καθηκόντων του ως διοικητής δραστηριοποιήθηκε άμεσα για τον σχηματισμό ορισμένων αλβανικών ομάδων ατάκτων, υπό τη διοίκηση των Τζαφέρ Μπέη Ίπι και Καζίμ Μπέη Κοκούλι.[9] Την 1η Ιουνίου, λίγες ημέρες προ της εισόδου της Ιταλίας στον πόλεμο, προήχθη στον βαθμό του στρατηγού στρατιωτικού σώματος. Κατά τον μήνα Ιούλιο, ο Μουσσολίνι, ωθούμενος από τον Υπουργό Εξωτερικών, Γκαλεάτσο Τσιάνο, προκειμένου να αντισταθμίσει την ήττα του Γκρατσιάνι στη Βόρεια Αφρική, καθώς και τις στρατιωτικές επιτυχίες της Βέρμαχτ, έλαβε τη απόφαση να επιτεθεί σε ουδέτερη χώρα, δίχως προηγουμένως να έχει συμβουλευτεί την σύμμαχό του, Γερμανία. Το Βασίλειο της Ελλάδας[11] αποτέλεσε τον επιλεγμένο στόχο, καθώς η κατάληψή του θεωρείτο εύκολη, λαμβάνοντας υπόψη σχετική εκτίμησή του για την έλλειψη επιθυμίας για πόλεμο εκ μέρους των Ελλήνων.[Σ 4][12]

Το Γενικό Επιτελείο Στρατού προχώρησε στην οργάνωση σχεδίου εισβολής, το οποίο ήταν γνωστό ως «Esigenza G» ή «Emergenza G»[13]. Το αρχικό επιχειρησιακό σχέδιο εκπονήθηκε από τον στρατηγό Τζελόζο, κατόπιν σχετικής εντολής του Μουσσολίνι, έπειτα από την επιστροφή του από την Αλβανία. Προέβλεπε την χρησιμοποίηση, συνολικά, 11 μεραρχιών, δύο συνταγμάτων ιππικού, καθώς και εντός συντάγματος γρεναδιέρων, ωστόσο, προκειμένου αυτό να είναι επιτυχημένο, θα έπρεπε, παράλληλα, ο βουλγαρικός στρατός να πραγματοποιήσει επίθεση στη Θράκη, υποχρεώνοντας μέρος των ελληνικών δυνάμεων να αποχωρήσουν από το μέτωπο της Ηπείρου.[14] Το αμέσως επόμενο σχέδιο προέβλεπε την χρησιμοποίηση, συνολικά, είκοσι μεραρχιών,[14] οι οποίες θα έχριζαν σχετικής υλικοτεχνικής υποστήριξης, οι οποίες θα έπρεπε να βρίσκονται, ήδη, στην Αλβανία προ της έναρξης των εχθροπραξιών.[14] Στις 11 Αυγούστου[15], κλήθηκε από τον Τσιάνο στη Ρώμη, όπου και ο υπουργός τον ενημέρωσε για την απόφαση εισβολής στην περιοχή της Τσαμουριάς[8], καθώς και στα Ιόνια Νησιά,[15] δίνοντάς του εντολή να προετοιμαστεί για την εκκίνηση των επιχειρήσεων προ του τέλους του μήνα.

Στα Τίρανα, εργάστηκε για καιρό για την σύνταξη σχεδίου εισβολής στην Ελλάδα, το οποίο προϋπέθετε την χρήση, συνολικά, τεσσάρων «διπλών» μεραρχιών (divisione binaria), δηλαδή μεραρχιών που είχαν στη σύνθεσή μόνο δυο συντάγματα πεζικού, οι οποίες θα πραγματοποιούσαν επίθεση σε μέτωπο συνολικού μήκους, περίπου, 60 μιλίων. Στις 14 Οκτωβρίου[16], ο Μπαντόλιο, έχοντας ενημερωθεί σχετικά με την προηγούμενη συνάντηση η οποία, ήδη, είχε πραγματοποιηθεί, τον διέταξε να υπακούει παρά μόνον στις εντολές οι οποίες προέρχονταν από το Γενικό Επιτελείο Στρατού.[16] Στις 13 Οκτωβρίου, ελήφθη η επίσημη απόφαση[11] επίθεσης στην Ελλάδα, την οποία και μετέφερε ο Μουσσολίνι στον Μπαντόλιο κατά τη διάρκεια συνάντησης κορυφής στην οποία συμμετείχαν, πέραν του ιδίου, οι Μουσσολίνι, Μπαντόλιο, Τσιάνο και Φραντσέσκο Γιακομόνι ντι Σαν Σαβίνο, με την ημερομηνία έναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων να ορίζεται στις 26 Οκτωβρίου,[11] προτού, στη συνέχεια, αναβληθεί για τις 28 Οκτωβρίου.

Στις 28 Οκτωβρίου,[11] καθώς η χειμερινή περίοδος πλησίαζε, τα ιταλικά στρατεύματα ξεκίνησαν επίθεση[11] κατά μήκος του απόκρημνου και επικίνδυνου ορεινού εδάφους το οποίο αποτελούσε το μέτωπο της Ηπείρου, συναντώντας κατά την προέλασή τους μικρή αντίσταση, με αποτέλεσμα να σταλεί σχετικό τηλεγράφημα στη Ρώμη, σύμφωνα με το οποίο η προέλαση πραγματοποιούνταν με «ταχύ ρυθμό». Ωστόσο, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, καθώς και της απαρχής αντεπιθέσεων οι οποίες πραγματοποιούνταν από τον αρχηγό του γενικού επιτελείου του ελληνικού στρατού, Αλέξανδρου Παπάγου, η προέλαση ανεκόπη στις 8 Νοεμβρίου.[17]

Απομάκρυνση από την ηγεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μουσσολίνι, όντας αγανακτισμένος με τους χειρισμούς του, τον απομάκρυνε από την ηγεσία των στρατευμάτων την ίδια μέρα, αντικαθιστώντας τον με τον στρατηγό Ουμπάλντο Σόντου, ο οποίος, επίσης δεχόμενος ασταμάτητες πιέσεις από τον δικτάτορα, απέτυχε να ανατρέψει την έκβαση των συγκρούσεων, με αποτέλεσμα, με την σειρά του, να αντικατασταθεί, λίγο καιρό αργότερα, άμεσα από τον νέο αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού, τον στρατηγό Ούγκο Καβαλλέρο, ο οποίος και μετέβη από την Ρώμη στα Τίρανα, προκειμένου να διευθύνει από εκεί τις πολεμικές επιχειρήσεις στο ελληνικό μέτωπο.[11] Ο Καβαλλέρο του ανέθεσε την διοίκηση της νεοσχηματισθείσας 11ης Στρατιάς, η οποία σχηματίστηκε στις 9 Νοεμβρίου, ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης μεταξύ των προϋπαρχόντων Comando Superiore Truppe Albania και Η΄ και ΚΕ΄ Σώματος Στρατού (πρώην Σώματος Στρατού «Τσαμουριά»), προτού αναπτυχθεί εντός του νότιου τομέα του μετώπου. Στη συνέχεια, οι δυνάμεις της αναπτύχθηκαν περαιτέρω κατά μήκος ζώνης εκτεινόμενης από την οροσειρά της Πίνδου έως το Ιόνιο Πέλαγος.

Κατά την άφιξη του Σόντου στην Αλβανία, ο τελευταίος διέταξε την άμεση μεταβολή των στρατευμάτων σε στάση άμυνας, καθώς η αρχική επίθεση θα έπρεπε να θεωρείται ως αποτυχημένη.[17] Ο ιταλικός στρατός, καθώς και, γενικότερα, η φασιστική εξωτερική πολιτική υπέστησαν, λόγω της σημαντικής διπλωματικής και στρατιωτικής αποτυχίας, σημαντικό αντίκτυπο: στις 4 Δεκεμβρίου η παραίτηση του αρχηγού του γενικού στρατιωτικού επιτελείου, του Στρατάρχη της Ιταλίας Μπαντόλιο, έγινε δεκτή από τον Μουσσολίνι, ο οποίος και τον αντικατέστησε με τον στρατηγό Καβαλλέρο. Είχε προηγηθεί, στις 11 Νοεμβρίου, η απομάκρυνση του Βισκόντι Πράσκα από την διοίκηση της 11ης Στρατιάς, με τον Κάρλο Τζελόζο να τον αντικαθιστά, ενώ, τον Δεκέμβριο, αποστρατεύτηκε πλήρως. Σε αρκετές περιπτώσεις, ανεπιτυχώς, προσπάθησε να ανατρέψει την συγκεκριμένη απόφαση, ωστόσο ουδέποτε ανεκλήθη εκ νέου σε υπηρεσία.

Έπειτα από την ανακωχή της 8ης Σεπτεμβρίου 1943, εντάχθηκε στα αντιστασιακά κινήματα εναντίον των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων, ωστόσο, στις 24 Οκτωβρίου, συνελήφθη και, στη συνέχεια, καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του μετατράπηκε σε φυλάκιση εντός γερμανικού εδάφους, όπου και φυλακίστηκε εντός του Offizierslager 64Z του Σόκεν[18] (Πόζναν), από το οποίο και απελευθερώθηκε τον Απρίλιο του 1945[19], μαζί με αριθμό άλλων ανώτατων αξιωματικών του Κόκκινου Στρατού. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου, υπήρξε ο ίδιος μάρτυρας της εισόδου των σοβιετικών στρατευμάτων στο Βερολίνο.

Κατά την επιστροφή του στην Ιταλία, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, εξέδωσε αυτοβιογραφία του υπό τον τίτλο Ho aggredito la Grecia (Rizzoli, 1946), μία επινοητική εκ μέρους του προσπάθεια για την προσωπική του επανόρθωση, καθώς και μία απόπειρα μείωσης της προσωπικής του ευθύνης στην καταστροφή του ιταλικού στρατού στο ελληνικό μέτωπο. Πάντοτε μετά το πέρας του πολέμου, είχε ζητήσει, ανεπιτυχώς, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Λουίτζι Εϊνάουντι, την επανεξέταση της ένστασής του κατά της απόφασης καθαίρεσής του το 1940. Υπήρξε Μέγας Μάγιστρος του Συνοδικού Στρατιωτικού Τάγματος των Ιπποτών της Ομόνοιας. Από το 1951 και έως τον θάνατό του, υπήρξε Μέγας Μάγιστρος του Κυρίαρχου Στρατιωτικού Τάγματος του Αγίου Γεωργίου Καρινθίας. Παντρεμένος με την Αντζέλικα Τσόππι, κόρης του γερουσιαστή Βιττόριο, απεβίωσε στο Μόντε Πόρτσιο Κατόνε, πλησίον της Ρώμης, στις 25 Φεβρουαρίου 1961.

Τιμητικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Valor militare bronze medal BAR.svg Χάλκινο Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας

«Υπεύθυνος για την μεταφορά των διαταγών και των ενημερώσεων στις διάφορες στρατιωτικές μονάδες, παρά το γεγονός πως τραυματίστηκε ελαφρά κατά την απαρχή των συγκρούσεων, συνέχισε το έργο του με θάρρος και ανδρεία καθ'όλη τη διάρκεια της ημέρας. Μεργκέμπ, 27 Ιανουαρίου 1912».

Valor militare bronze medal BAR.svg Χάλκινο Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας

«Κατά τη διάρκεια περισσότερων από δύο ετών πολέμων, υπό αριθμό διαφορετικών καταστάσεων, πραγματοποίησε παράτολμες αποστολές αναγνώρισης κατά μήκος του μετώπου, ενώ ως αξιωματικός διαβίβασε εντολές μεταξύ των διαφορετικών στρατιωτικών μονάδων, επιδεικνύοντας αποφασιστικότητα και άγνοια κινδύνου. Μέντιο Ιζόντσο, Μάιος 1915 - Σεπτέμβριος 1917».

Italian expedition to Albania BAR.svg Αναμνηστικό Μετάλλιο της Εκστρατείας της Αλβανίας
MeritoMilitare.png Πολεμικός Σταυρός της Αξίας
1GMx4.png Αναμνηστικό Μετάλλιο του Ιταλοαυστριακού Πολέμου του 1915-18 (4 έτη εκστρατείας)
Medaglia a ricordo dell'Unità d'Italia BAR.svg Αναμνηστικό Μετάλλιο της Ενοποίησης της Ιταλίας
Allied Victory Medal BAR.svg Ιταλικό Αναμνηστικό Μετάλλιο της Νίκης
Cavaliere SSML BAR.svg Ιππότης του Τάγματος των Αγίων Μαυρικίου και Λαζάρου
Ufficiale SSML Regno BAR.svg Αξιωματούχοι του Τάγματος των Αγίων Μαυρικίου και Λαζάρου
Commendatore SSML Regno BAR.svg Ταξίαρχος του Τάγματος των Αγίων Μαυρικίου και Λαζάρου
Grande ufficiale SSML Regno BAR.svg Μέγας Αξιωματούχος του Τάγματος των Αγίων Μαυρικίου και Λαζάρου
— 15 Απριλίου 1940[20]
Cavaliere OCI BAR.svg Ιππότης του Τάγματος του Στέμματος της Ιταλίας
Ufficiale OCI Kingdom BAR.svg Αξιωματούχος του Τάγματος του Στέμματος της Ιταλίας
Commendatore OCI Kingdom BAR.svg Ταξίαρχος του Τάγματος του Στέμματος της Ιταλίας
— Βασιλικό διάταγμα της 13ης Ιανουαρίου 1924[21]

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (Ιταλικά) La guerra decisiva. Μιλάνο: Arti Grafiche Ubezzi & Dones. 1935. 
  • (Ιταλικά) Giovanna d'Arco. Μιλάνο: Fratelli Treves Editori. 1937. 
  • (Ιταλικά) La Jugoslavia e gli Jugoslavi. Μιλάνο: Fratelli Treves Editori. 1938. 
  • (Ιταλικά) Ho aggredito la Grecia. Μιλάνο: Rizzoli Editore. 1947. 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ακρόαση με την Αυτού Εξοχότητα Μουσσολίνι, στις 20 Απριλίου 1931-Θ στο Παλάτσο Βενέτσια και ώρα 17:15.
  2. Υπαγόμενη στην Ομάδα Στρατού Νότου, η οποία τελούσε υπό τις διαταγές του Στρατάρχη της Ιταλίας, Εμίλιο Ντε Μπόνο, στην πραγματικότητα η Ανώτατη Διοίκηση Δυνάμεων Αλβανίας είχε υπό τον έλεγχό της παρά μόνον το ΚΣΤ΄ Σώμα Στρατού.
  3. Επρόκειτο για τη μεραρχία πεζικού «Αρέτσο», τις ορεινές μεραρχίες «Βενέτσια» και «Φερράρα», την αλπική μεραρχία «Γιούλια», καθώς και τη τεθωρακισμένη μεραρχία «Τσεντάουρο».
  4. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Μάριο Τσέρβι, εφόσον είχε θεωρηθεί απαραίτητη η αποστολή ολόκληρου στρατεύματος στην Αλβανία για την εισβολή στην Ελλάδα, πιθανολογείται πως ο διοικητής του θα ήταν διαφορετικός αξιωματικός του Βισκόντι Πράσκα, ο οποίος ήταν προσφάτως διορισμένος στρατηγός στρατιωτικού σώματος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Identifiants et Référentiels». (Γαλλικά) IdRef. Agence bibliographique de l'enseignement supérieur. Ανακτήθηκε στις 12  Μαΐου 2020.
  2. (Ιταλικά) Gazzetta del Regno d'Italia (227). 29 Σεπτεμβρίου 1904. 
  3. 3,0 3,1 Vento 2010
  4. 4,0 4,1 4,2 Cervi 1965, σελ. 54
  5. Minniti 1994, σελ. 101
  6. 6,0 6,1 Minniti 1994, σελ. 108
  7. 7,0 7,1 Gin 2012, σελ. 26
  8. 8,0 8,1 8,2 Knox 1982, σελ. 107
  9. 9,0 9,1 9,2 Pearson 2006, σελ. 7
  10. 10,0 10,1 Cervi 1965, σελ. 55
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 11,5 Kennedy 2007, σελ. 462
  12. (Ιταλικά) Cervi, Mario (1965). Storia della guerra di Grecia. Rizzoli. ISBN 9788817866408. 
  13. (Ιταλικά) Perrone, L.; Pietrosanto, M. (2020). «Mio nonno racconta la campagna di Grecia». Giano (4): 38. https://www.bibliolorenzolodi.it/it/Giano/GianoQuattro/GIANO%20storia%20memoria%20ricerca%20Anno%20III%20numero%204%20-%20aprile%202020.html#p=7. 
  14. 14,0 14,1 14,2 Cervi 1965, σελ. 56
  15. 15,0 15,1 Knox 1982, σελ. 171
  16. 16,0 16,1 Knox 1982, σελ. 172
  17. 17,0 17,1 Kennedy 2007, σελ. 463
  18. Trionfi 2014, σελ. 563
  19. Trionfi 2014, σελ. 550
  20. (Ιταλικά) Gazzetta Ufficiale del Regno d'Italia (257). 2 Νοεμβρίου 1940. 
  21. (Ιταλικά) Gazzetta Ufficiale del Regno d'Italia (94). 19 Απριλίου 1924. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (Ιταλικά) Bigini, Antonello· Gionfrida, Alessandro (1997). Lo stato maggiore generale tra le due guerre. Ρώμη: Ufficio Storico dello Stato Maggiore dell'Esercito. 
  • (Ιταλικά) Cervi, Mario (1965). Storia della guerra di Grecia. Μιλάνο: Rizzoli Editore. 
  • (Ιταλικά) Gin, Emilio (2012) [1947]. L'ora segnata dal destino: gli alleati e Mussolini da Monaco all'intervento. Settembre 1938-Giugno 1940. Ρώμη: Edizioni Nuova Cultura. ISBN 88-6134-831-9. 
  • (Αγγλικά) Kennedy, David M. (2007). The Library of Congress World War II Companion. Νέα Υόρκη: Simon & Schuster. ISBN 1-4165-5306-1. 
  • (Αγγλικά) Knox, McGregor (1982). Mussolini Unleashed, 1939–1941: Politics and Strategy in Fascist Italy's Last War. Κέιμπριτζ: Cambridge University Press. ISBN 0-521-33835-2. 
  • (Ιταλικά) Montanari, Mario (1980). La campagna di Grecia. Ρώμη: Ufficio Storico dello Stato Maggiore dell'Esercito. 
  • (Αγγλικά) Pearson, Owen (2006). Albania in the Twentieth Century, A History: Volume II: Albania in Occupation and War. Νέα Υόρκη: IB Tauris & Co, Ltd. ISBN 1-84511-104-4. 
  • (Ιταλικά) Visconti-Prasca, Sebastiano (1947). Io ho aggredito la Grecia. Μιλάνο: Rizzoli Editore. 
  • (Ιταλικά) Trionfi, Maria (2014). Il diario dell'attesa: storia di una famiglia 1943-1945. Μιλάνο: Biblioteka Edizioni. ISBN 88-98801-03-3. 
  • (Ιταλικά) Vento, Andrea (2010). In silenzio gioite e soffrite: storia dei servizi segreti italiani dal Risorgimento alla Guerra Fredda. Milano: Il Saggiatore. ISBN 88-428-1604-3. 
  • (Ιταλικά) Cecini, Giovanni (2016). I generali di Mussolini. Ρώμη: Newton & Compton Editori. ISBN 8-85419-868-4. 
Περιοδικά
  • (Ιταλικά) Minniti, Fortunato (Μάρτιος 1994). «Oltre Adua. Lo sviluppo e la scelta della strategia operativa per la guerra contro l'Etiopia». Società di Storia Militare Quaderno 1993 (Ρώμη: Gruppo Editoriale Internazionale): 85-142. ISBN 88-8011-043-8. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]