Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους (γνωστή και ως Ειδική Ασφάλεια ή απλά «Η Ειδική») ήταν ένα ειδικό τμήμα της Ελληνικής Χωροφυλακής που δημιουργήθηκε το 1929 για τη δίωξη των κομμουνιστικών οργανώσεων και τη σύλληψη των κομμουνιστών σε ολόκληρη την Ελλάδα. Στη διάρκεια της κατοχής συνεργάστηκε άμεσα με τις κατοχικές δυνάμεις και συμμετείχε σε μπλόκα που έγιναν σε διάφορες περιοχές της Αθήνας με εκατοντάδες θύματα καθώς και σε συλλήψεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις μελών αντιστασιακών οργανώσεων. Επισήμως διαλύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1944.

Η σύσταση της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δημιουργήθηκε το Φεβρουάριο του 1929 επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, αρχικά ως Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας Αθηνών του αρχηγείου Χωροφυλακής με σκοπό τη δίωξη του κομμουνισμού και τη σύλληψη κομμουνιστών στην πρωτεύουσα. Όμως αργότερα την ίδια χρονιά η δίωξη κομμουνισμού στην πόλη της Αθήνας πέρασε στην αρμοδιότητα της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών της Αστυνομίας Πόλεων, και η Ειδική Ασφάλεια ανέλαβε τη δίωξη κομμουνισμού στα προάστεια της Αθήνας, εκτός των ορίων του Δήμου Αθηναίων.

Μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά το 1936, μετονομάστηκε σε Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους, παραρτήματά της δημιουργήθηκαν σε αρκετές Διοικήσεις και Υποδιοικήσεις της Χωροφυλακής σε όλη την Ελλάδα, απέκτησε διευρυμένες αρμοδιότητες και επικεφαλής της ορίστηκαν ανώτατοι αξιωματικοί της Χωροφυλακής.[1] Διοικητής της Ειδικής Ασφάλειας ορίστηκε από τον Μεταξά ο Κεφαλλονίτης υποστράτηγος της Χωροφυλακής Αντώνης Αγγελέτος, που συνεργαζόταν στενά με τον διοικητή της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών της Αστυνομίας Πόλεων Σπύρο Παξινό, ο οποίος μετεκπαιδεύτηκε στη Γκεστάπο στη Γερμανία για τη δίωξη του κομμουνισμού.[2]

Στα μέσα του 1943 έφεδροι αξιωματικοί της Χωροφυλακής ανακλήθηκαν στην ενεργό δράση από τον κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη προκειμένου να «δώσουν εις την Ασφάλειαν νέον ρυθμόν συνεργασίας με τον κατακτητήν». Διοικητής της Ειδικής Ασφάλειας ορίστηκε ο απότακτος συνταγματάρχης Αλέξανδρος Λάμπου στον οποίο απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου που παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι την επίσημη διάλυση της διεύθυνσης, ενώ τον Ιανουάριο του 1944, υποδιοικητής και άμεσος βοηθός του Λάμπου ορίστηκε ο συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Αναστάσιος Πάτερης, που μεταπολεμικά έφτασε να γίνει αντιστράτηγος και τελικά αρχηγός της Χωροφυλακής από το 1954 έως 1957, επί κυβερνήσεων Παπάγου και Καραμανλή.[3]

Χαρακτηριστικά και δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ειδική Ασφάλεια χαρακτηριζόταν από λειτουργική αυτοτέλεια. Οι υπηρετούντες σε αυτήν είχαν δημιουργήσει μικρές ομάδες στις οποίες επικεφαλής ήταν κυρίως ανθυπομοίραρχοι, ανθυπασπιστές, ενωμοτάρχες και υπενωματάρχες, οι οποίοι και είχαν την πραγματική εξουσία σε αντίθεση με τους ανώτερους αξιωματικούς της Χωροφυλακής που είχαν τυπική μόνο εξουσία στις εν λόγω ομάδες. Οι ομάδες αυτές είχαν συχνά το όνομα των επικεφαλής τους. Έτσι υπήρχε η «Ομάδα Καίσαρη» με επικεφαλής τον μοίραρχο Νικόλαο Καίσαρη, η «Ομάδα Παρθενίου» με επικεφαλής τον ανθυπασπιστή Ευσέβιο Παρθενίου, η «Ομάδα Παναγιωτόπουλου» με επικεφαλής τον ανθυπασπιστή και στη συνέχεια ανθυπομοίραρχο Αντώνιο Παναγιωτόπουλο κ.α. Ο ακριβής αριθμός όσων συμμετείχαν στην Ειδική Ασφάλεια δεν είναι γνωστός.[4] Μεταξύ των ατόμων πάντως που είχαν ενταχθεί στην Ειδική Ασφάλεια στη διάρκεια της κατοχής ήταν και κοινοί εγκληματίες και άνθρωποι της νύχτας. Η επίσημη ιδιότητα των ανδρών της Ειδικής ήταν χωροφύλακες άνευ θητείας.[5]

Η έδρα της Ειδικής Ασφάλειας Αθηνών κατά τη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου ήταν ένα κτίριο με δαιδαλώδεις διαδρόμους, υπόγεια και γραφεία στη συμβολή των οδών 3ης Σεπτεμβρίου 106 και Δεριγνύ. Εκεί βασανίστηκαν πολλοί κομμουνιστές, αντιφασίστες και δημοκρατικοί πολίτες, ακόμα και δολοφονήθηκαν όπως ο παλαίμαχος κομμουνιστής Νίκος Βαλιανάτος στις 9 Αυγούστου 1938, που στη συνέχεια εκπαραθυρώθηκε από το κτίριο για να αποδοθεί η δολοφονία του σε αυτοκτονία.[6] Το κτίριο αυτό πυρπολήθηκε τον Δεκέμβρη του 1944 από τον ΕΛΑΣ, όταν το κατέλαβε μετά από σκληρές μάχες.

Ο Γιάννης Μανούσακας περιγράφει τα βασανιστήρια που υπέφερε στην Ειδική Ασφάλεια Αθηνών το 1939:[7]

"Σταμάτα αυτού βρε! Αυτού που πατάς ξεψύχισε ο Βαλιανάτος. Ο γέρος σας ε; τον καημένο τον υπουργό σας... των οικονομικών! Αυτό θα πάθεις κι εσύ! Μετά σε πετάμε από την ταράτσα... Αυτοκτόνησε... Εδώ βρε νιώσε το είναι Ειδική Ασφάλεια: ή ελεύθερος με δήλωση ή σε βγάνω με τους τέσσερις από δω μέσα".

Στη Θεσσαλονίκη η έδρα της Ειδικής Ασφάλειας ήταν στη Λεωφόρο Στρατού. Ο τσαγκάρης Στέφανος Λασκαρίδης, μέλος του ΚΚΕ εκπαραθυρώθηκε από το κτίριο της Ειδικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης στις 31 Γενάρη 1938 και η δολοφονία του επίσης αποδόθηκε σε αυτοκτονία.[8] Στο δελτίο της Ειδικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης αναφέρεται ότι :

«Εν Θεσσαλονίκη την 31ην Ιανουαρίου 1938 συλληφθείς ο κομμουνιστής υποδηματεργάτης Λασκαρίδης Στέφανος και προσαχθείς εις το Γραφείον του διοικητού Ασφαλείας, όπως προβή, τη προτροπή και των παρισταμένων δύο αδελφών του, εις δήλωσιν μετανοίας, επί τοσούτον συνεσκοτίσθη, μη δυνάμενος να συμβιβάση το αίσθημα της αποκηρύξεως των ιδεωδών του εν σχέσει με το καθήκον του προς την έννομον τάξιν, ώστε καθ' ην ώραν, υπείκων εις τας αδελφικάς συστάσεις και επικλήσεις, ήρχισε να γράφη την δήλωσιν αποκηρύξεως του κομμουνισμού, διέκοψεν αποτόμως ταύτην και ριφθείς από του παραθύρου ηυτοκτόνησε».[9]

Κλιμάκωση της δράσης στην Κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής 1941-44 η Ειδική Ασφάλεια συνεργαζόμενη στενά με τους Γερμανούς ήταν η γραμμή κρούσης κατά των αντιστασιακών. Οι «αρμοδιότητες» της Ειδικής Ασφάλειας είχαν αναβαθμιστεί οπότε οι εγκαταστάσεις της επεκτάθηκαν και σε παραρτήματα, πίσω από το κυρίως κτίριο της Γ' Σεπτεμβρίου, επί της οδού Ελπίδος 3 (ξενοδοχείο Κρυστάλ) και 5, δηλαδή κατέληγε στην πλατεία Κυριακού (σήμερα Βικτωρίας). Το σύμπλεγμα των κτιρίων ήταν κατά τόπους κλειστό με συρματοπλέγματα και δρακόντεια περιφρουρημένο από χωροφύλακες αλλά και ταγματασφαλίτες.

Στις 7 Οκτωβρίου του 1943 μεταφέρθηκαν από το IV Γραφείο της Ειδικής Ασφάλειας στις Φυλακές του Χατζηκώστα, ορισμένοι κομμουνιστές, που είχαν συλληφθεί τις προηγούμενες ημέρες από άνδρες της Ειδικής. Η κατάσταση μέσα και έξω από τις φυλακές, που η φύλαξή τους ήταν αρμοδιότητα της Ειδικής Ασφάλειας, ήταν εκείνες τις μέρες τεταμένη. Όταν ο Αναστάσιος Ταβουλάρης (προϊστάμενος Ασφαλείας του υπουργείου Εσωτερικών) απαγόρευσε το επισκεπτήριο οι νέοι κρατούμενοι προχώρησαν σε έντονες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και σε απεργία πείνας με αποτέλεσμα να οξυνθεί περισσότερο η κατάσταση. Το πρωί της 10ης Οκτωβρίου ήταν συγκεντρωμένοι έξω από τις φυλακές συγγενείς των κρατουμένων που απαιτούσαν να τους δουν. Σύμφωνα με τις καταθέσεις της φρουράς, οι κρατούμενοι προσπάθησαν κάποια στιγμή να σπάσουν την καγκελόπορτα του θαλάμου και έτσι στο σημείο έσπευσε ο μοίραρχος και διοικητής των φυλακών Γεώργιος Χατζηκώστας και οι ανθυπομοίραρχοι Παναγιώτης Σοϊμοίρης και Νικόλαος Σημαιάκης. Συγχρόνως ασφαλίστηκε η κύρια είσοδος των φυλακών και όλη η φρουρά κλήθηκε στα όπλα. Ο Χατζηκώστας ισχυρίστηκε ότι αρχικά προσπάθησε να μιλήσει στους εξεγερμένους αλλά χωρίς αποτέλεσμα και τότε πήρε από τα χέρια του υπενωματάρχη Δασκαλάκη το όπλο του και πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα για εκφοβισμό. Και η ενέργεια του αυτή όμως δεν είχε και πάλι αποτέλεσμα καθώς σύμφωνα με τον ίδιο τον Χατζηκώστα «αποθρασυνθέντων έτι περισσότερον και εις επίμετρον φωνασκούντων και λοιδορούντων τον υποφαινόμενον διά την φράσιν άσε ρε τους θεατρινισμούς και σας ξέρουμε, οπότε ευρέθην εις την αναπόδραστον ανάγκην εμού και των υπ' εμέ ανδρών να κάμω πραγματική χρήσιν των πυρών μόνος». Ο Χατζηκώστας πυροβόλησε τέσσερις φορές στο σωρό από κοντινή απόσταση με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους ο Χρήστος Μάλλιαρης και ο Κωνσταντίνος Αργέντης και να τραυματιστούν άλλοι τρεις κρατούμενοι.[10] Στις διαμαρτυρίες επιτροπής συγγενών των κρατουμένων για τις εν λόγω δολοφονίες ο Ιωάννης Ράλλης απάντησε ότι δε δέχεται καμία συζήτηση για τη δράση της Ειδικής Ασφάλειας.[11] Από τις φυλακές Χατζηκώστα επιλέγονταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα κρατούμενοι που παραδίδονταν στους Γερμανούς για εκτέλεση. Η Ειδική Ασφάλεια στην περίοδο της Κατοχής συνεργάστηκε με τα SS, την Μυστική Αστυνομία (Sicherheitspolizei/SiPo) και την Υπηρεσία Ασφαλείας (Sicherheitsdienst/SD).[12]

Κυρίως από την άνοιξη του 1944 και μετά τα αποσπάσματα της Ειδικής άρχισαν να συγκρούονται σε κανονικές μάχες με τον ΕΛΑΣ ενώ συμμετείχαν και σε μπλόκα όπως π.χ. στο μπλόκο της Καλογρέζας στις 15 Μαρτίου του 1944.[13] Οι βιαιότητες των μελών της στη διάρκεια των μπλόκων ήταν αποτέλεσμα και της ανεξαρτησίας δράσης της αλλά και της προκλητικής της ασυλίας που έχαιραν τα μέλη της. Μπορούσαν να προβαίνουν σε συλλήψεις και προφυλακίσεις χωρίς γραπτές εντολές καθώς αρκούσε προφορική εντολή του Λάμπου. Μολονότι υπήρχε κανονισμός που απαγόρευε στους άνδρες της Χωροφυλακής να συγκροτούν εκτελεστικά αποσπάσματα, άνδρες της Ειδικής, στις 22 Απριλίου του 1944, εκτέλεσαν χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση 17 κρατούμενους στο προαύλιο της Σχολής Χωροφυλακής.[4] Από τα μέσα του 1944 τα βασανιστήρια και οι θανατώσεις κρατουμένων στα γραφεία της Ειδικής στην οδό Ελπίδος 5 και στο ανακριτικό της τμήμα, που στεγαζόταν στο διπλανό ξενοδοχείο Κρυστάλ (Ελπίδος 3), ήταν πολύ συχνό φαινόμενο.[14] Στις 26 Ιούλη του 1944 δολοφονήθηκε εκεί η Ηλέκτρα Αποστόλου.[15]

Πάντως, και μολονότι ο κύριος σκοπός της Διεύθυνσης Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους ήταν οι διώξεις και οι συλλήψεις κομμουνιστών, η Ειδική Ασφάλεια στράφηκε και εναντίον οργανώσεων μη κομμουνιστικών, όπως η οργάνωση της Λέλας Καραγιάννη και η οργάνωση «Υβόννη».[16]

Διάλυση της Ειδικής Ασφαλείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους διαλύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1944, λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς.

Το φθινόπωρο του 1945 στη Δίκη των Δωσιλόγων ο διοικητής της Ειδικής Ασφάλειας υποστράτηγος Αλέξανδρος Λάμπου, ο υποδιοικητής συνταγματάρχης Αναστάσιος Πάτερης, ο Παρθενίου και άλλοι καταδικάστηκαν σε ισόβια αλλά ελάχιστα χρόνια μετά, στα πλαίσια του εμφυλιακού κλίματος, σταδιακά αποφυλακίστηκαν και ορισμένοι συνέχισαν τη σταδιοδρομία τους στη Χωροφυλακή, με τον Πάτερη μάλιστα να γίνεται και αρχηγός του Σώματος την περίοδο 1954 - 1957.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιάσονας Χανδρινός (2012), σ. 143
  2. Φαράκος (2004), σελ.38-39
  3. στο ίδιο, σ. 143-144
  4. 4,0 4,1 στο ίδιο, σ. 144
  5. στο ίδιο, σ. 146-147
  6. Λιναρδάτος (1967), σελ.58 & Ιστορία της Αντίστασης (1979), σελ.32
  7. Μανούσακας (1978), σελ. 14
  8. "'Επεσαν για τη ζωή" (1988), σελ.63
  9. "'Επεσαν για τη ζωή" (1988), σελ.63
  10. Ιάσονας Χανδρινός (2012), σ. 160-161
  11. στο ίδιο, σ. 146
  12. στο ίδιο, σ. 147-148
  13. στο ίδιο, σ. 194
  14. στο ίδιο, σ. 147
  15. Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, σ. 1442
  16. Ιάσονας Χανδρινός (2012), σ. 148

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, Εκδόσεις Αυλός, Αθήνα 1979
  • "Έπεσαν για τη ζωή", Έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 1988
  • Σπύρος Λιναρδάτος, "Η 4η Αυγούστου", Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, Αθήνα 1967
  • Γιάννης Μανούσακας, "Ακροναυπλία: Θρύλος και πραγματικότητα, εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, Αθήνα 1978
  • Γρηγόρης Φαράκος, "Β' Παγκόσμιος Πόλεμος: Σχέσεις του ΚΚΕ και Διεθνούς Κομμουνιστικού Κέντρου", εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004
  • Ιάσονας Χανδρινός, "Το τιμωρό χέρι του λαού-Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944", εκδόσεις Θεμέλιο.