Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καστοριά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 40°31′5.27″N 21°16′7.54″E / 40.5181306°N 21.2687611°E / 40.5181306; 21.2687611

Καστοριά
Η Καστοριά, η λίμνη Ορεστιάδα, και το όρος Βέρνο
Καστοριά is located in Greece
Καστοριά
Καστοριά
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
Αποκεντρωμένη ΔιοίκησηΗπείρου-Δυτικής Μακεδονίας
ΠεριφέρειαΔυτικής Μακεδονίας
Περιφερειακή ΕνότηταΚαστοριάς
ΔήμοςΚαστοριάς
Δημοτική ΕνότηταΚαστοριάς
Γεωγραφία
Γεωγραφικό διαμέρισμαΜακεδονία
Υψόμετρο703 μέτρα
Έκταση57 χλμ.²
Πληθυσμός
Μόνιμος12.548
Έτος απογραφής2021
Πυκν. πληθ.234 κατ./χλμ.2
Πληροφορίες
ΠολιούχοςΆγιος Μηνάς
Ονομασία κατοίκωνΚαστοριανοί
Ταχ. κώδικας52100
Τηλ. κωδικός24670
Επίσημη ιστοσελίδα
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Καστοριά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του Δήμου Καστοριάς και της Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς εντός της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 12.548 κατοίκους.[1] Η Καστοριά είναι κτισμένη επί της χερσονήσου που εισχωρεί στη λίμνη Ορεστιάδα, γνωστή και ως λίμνη της Καστοριάς, σε υψόμετρο 703 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, μεταξύ των ορεινών όγκων Βιτσίου και Γράμμου. Η γεωμορφολογική της ιδιαιτερότητα, με τη λίμνη να περιβάλλει την πόλη σχεδόν κυκλικά, δημιουργεί ένα μοναδικό φυσικό τοπίο, στο οποίο απαντώνται ποικίλα είδη δασικής και υδρόβιας πανίδας. Η σύνδεση της χερσονήσου με την ξηρά επιτυγχάνεται μέσω ευρύτερης λωρίδας γης, προερχόμενης από επιχωματώσεις, στοιχείο που προσδίδει στην πόλη την όψη νησιωτικού οικισμού.

Κατά τη μακραίωνη ιστορική της διαδρομή, η οποία εκτείνεται σε περίπου μιάμιση χιλιετία από την ίδρυσή της, η Καστοριά υπήρξε αντικείμενο πολιορκιών και κατακτήσεων από διάφορους λαούς, μεταξύ των οποίων Βούλγαροι, Νορμανδοί και Οθωμανοί. Παρά τις ιστορικές δοκιμασίες, η πόλη διατήρησε τον χαρακτήρα της ως εστία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, ιδίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οπότε και αναδείχθηκε σε κέντρο πνευματικής ακμής και σημαντικό φορέα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Στη σύγχρονη εποχή, η Καστοριά διαφυλάσσει σε μεγάλο βαθμό το παραδοσιακό της ύφος, με τους πολυάριθμους βυζαντινούς ναούς και τα αρχοντικά της τοπικής αρχιτεκτονικής να δεσπόζουν στον αστικό ιστό και να μαρτυρούν τον ιστορικό της πλούτο και την κοινωνικοοικονομική της άνθηση. Η ανάπτυξη αυτή συνδέεται στενά με το εμπόριο γουναρικών, το οποίο γνώρισε ιδιαίτερη ακμή από την πρώιμη νεότερη περίοδο και εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό οικονομικό πυλώνα της περιοχής. Η γούνα Καστοριάς, κατασκευασμένη συνήθως από δέρματα λύκου, νυφίτσας, αλεπούς ή κάστορα, εξαγόταν ανά αιώνες σε εξέχοντα κέντρα της Κεντρικής Ευρώπης, γεγονός που επέτρεψε στους κατοίκους της πόλης να υπερβούν τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να συμβάλουν στη διάδοση της φήμης της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Η ονομασία της Καστοριάς αποτελεί αντικείμενο διαρκούς μελέτης και συζήτησης. Επικρατέστερη θεωρείται η άποψη ότι η ονομασία της πόλης προήλθε από τους κάστορες, οι οποίοι ενδημούσαν στην περιοχή για πολλούς αιώνες και τους σκότωσαν .

[2] Ο Βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος, κατά την εποχή του Ιουστινιανού (527-565), αναφέρει ότι η πόλη μεταφέρθηκε σε οχυρή θέση στη λίμνη, την οποία, για πρώτη φορά, ονομάζει Καστορία.[3] Όσον αφορά την ονομασία της πόλης, ο Προκόπιος σημειώνει: «…καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει».[4] Δεν είναι σαφές εάν με αυτή τη φράση ο Προκόπιος εννοεί ότι η πόλη ονομάστηκε Ιουστινιανούπολη. Ωστόσο, στον σύγχρονο του Ιουστινιανού, Συνέκδημο του Ιεροκλέους, η πόλη αναφέρεται ακόμη ως Διοκλητιανούπολη. Με το ίδιο όνομα συναντάμε την πόλη και στο έργο Περί Βασιλείου Τάξεως του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου (10ος αιώνας), αν και η αναφορά αυτή θεωρείται αναχρονιστική.[5] Η Βυζαντινή ιστορικός Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι η λίμνη ονομάζεται «η της Καστοριάς», ενώ αναφέρεται και στην προέλευση της ονομασίας της πόλης, η οποία, σύμφωνα με την ίδια, προέρχεται από τη λέξη κάστρον.[6] Ωστόσο, η ερμηνεία της Κομνηνής φαίνεται λιγότερο πιθανή,[2] αν και κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο χρησιμοποιήθηκε συχνά αυτή η ονομασία, όπως φαίνεται στους κώδικες της Μητροπόλεως Καστοριάς. Επιπλέον, οι κάτοικοι της πόλης αναφέρονταν συχνά με το προσωνύμιο «καστριώτης».[7]

Κατά την Οθωμανική περίοδο, η πόλη ονομαζόταν «Κεσρίγιε» από τους Τούρκους (οθωμανικά τουρκικά: كسريه, Kesriye), όπως μαρτυρεί ο ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή,[8] ενώ η σλαβόφωνη ονομασία της πόλης ήταν «Κοστούρ» (κυριλλικά: Костур), με την ερμηνεία ότι η τοποθεσία της πόλης προσομοιάζει με τον σκελετό ψαριού (πέρκας), κατά μία άποψη. Στα βλάχικα, ονομάζεται «Kusturea».[9]

Η Καστοριά έχει υγρό υποτροπικό κλίμα (Cfa). Ως αποτέλεσμα της αμβλυντικής επίδρασης της λίμνης, καταγράφει λιγότερο ακραίες θερμοκρασίες από την υπόλοιπη Δυτική Μακεδονία.

Κλιματικά δεδομένα Καστοριάς (623μ)
Μήνας Ιαν Φεβ Μάρ Απρ Μάι Ιούν Ιούλ Αύγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέση Μέγιστη °C (°F) 7.2 11.8 14.7 17.3 23.3 27.8 30.4 31.3 26.4 19.6 13.9 9.2 19,41
Μέση Ελάχιστη °C (°F) −1.1 0.8 3
(37)
6
(43)
10.2 14.3 16.9 16.9 13.5 8.6 5.8 2.8 8,14
Υετός mm (ίντσες) 50 54 61 79 81 48 40 31 46 66 65 40,5 661,5
Πηγή: μέσες τιμές 2019–2021 και υετός

Βυζαντινή περίοδος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το Δεσποτάτο της Ηπείρου από το 1205 έως το 1230

Η Καστοριά οικοδομήθηκε, κατά πάσα πιθανότητα, στη θέση της αρχαίας πόλης Κέλετρον (Celetrum), η οποία μνημονεύεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο (64 π.Χ.–17 μ.Χ.).[10] Αν και ο Λίβιος δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τη θέση της, η ιστορική έρευνα συμφωνεί ότι βρισκόταν στο σημείο όπου βρίσκεται η Καστοριά σήμερα.[11] Κατά τον Προκόπιο, η στρατηγική σημασία και η φυσική καλλονή της περιοχής προσείλκυσαν το ενδιαφέρον Βυζαντινών αυτοκρατόρων ήδη από πρώιμη εποχή. Ο Ιουστινιανός Α΄ μετέφερε την πόλη σε «νησί» στο κέντρο της λίμνης και την περιέβαλε με διπλό τείχος, από το οποίο διασώζονται σποραδικά κατάλοιπα. Το κάστρο συγκροτούσαν δύο παράλληλες αμυντικές γραμμές, οι οποίες εκκινούσαν από σημείο της νότιας όχθης του λαιμού της χερσονήσου, προχωρούσαν προς τη βόρεια όχθη και κατέληγαν στην ανατολική πλευρά της λίμνης. Στο σημείο αυτό το φρούριο διευρυνόταν σχηματίζοντας τον ογκωδέστερο πυρήνα του οχυρωμένου «νησιού», στο κέντρο της λίμνης.[4]

Το 1017, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος πολιόρκησε την πόλη, η οποία είχε ενταχθεί στην Βουλγαρική Αυτοκρατορία, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει να την καταλάβει.[12] Με την τελική κατάρρευση της βουλγαρικής αντίστασης το 1019, η Καστοριά επανήλθε στην εξουσία των Βυζαντινών. Από το 1083, έτος κατά το οποίο οι Νορμανδοί εκδιώχθηκαν από τους στρατηγούς του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, Νικηφόρο Βρυέννιο και Γεώργιο Παλαιολόγο, έως την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τη Δ΄ Σταυροφορία το 1204, η πόλη περιήλθε διαδοχικά άλλοτε στους Νορμανδούς και άλλοτε στους Βυζαντινούς. Κατά την Α΄ Σταυροφορία (1096–1099), τμήμα στρατευμάτων προερχόμενο από το Μπρίντιζι διέβη την Καστοριά και μέσω Αχρίδας κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη.[13] Μετά το 1204, οι Βούλγαροι, εκμεταλλευόμενοι την εξασθένηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κυρίευσαν εκ νέου την πόλη· η κατοχή αυτή υπήρξε όμως βραχύβια. Λίγο αργότερα, ο Μιχαήλ Β΄ Κομνηνός Δούκας, σε συμμαχία με τον άρχοντα Μακεδονίας και Θεσσαλίας Ιωάννη Πετραλίφα,[14] ενέταξε την Καστοριά στο Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν, «Κράλη» της Σερβίας (1331–1345), διαδέχθηκαν αλβανικοί, «αφύλαρχοι», κατά την έκφραση του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού,[15] πληθυσμοί, οι οποίοι κατέκλυσαν τη Δυτική Μακεδονία περί τα μέσα του 14ου αιώνα. Παράλληλα, οι Οθωμανοί, ως οργανωμένη στρατιωτική δύναμη του εμιράτου της Βιθυνίας, προέβησαν σε διαδοχικές καταστροφές και λεηλασίες της μακεδονικής υπαίθρου, ώσπου να εδραιώσουν σταδιακά την κυριαρχία τους στις πόλεις και στη γύρω περιοχή. Η οθωμανική κατάκτηση της Δυτικής Μακεδονίας, περιλαμβανομένης της Καστοριάς, ολοκληρώθηκε μέσα σε περίπου δύο δεκαετίες, μεταξύ 1371 και 1394,[16] από τον στρατηγό Γαζή Εβρενός.

Η κατάληψη της Καστοριάς από τους Οθωμανούς τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1383 και η πόλη παρέμεινε υπό την κυριαρχία τους για σχεδόν πέντε αιώνες. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, η Καστοριά διατήρησε άσβεστο το εθνικό της φρόνημα, τη γλώσσα, τη θρησκευτική της παράδοση, καθώς και τα ήθη και τα έθιμα της. Στην εν λόγω περίοδο, σημείωσε εντυπωσιακή ανάπτυξη στους τομείς της οικονομίας και του εμπορίου, ενώ ταυτόχρονα γνώρισε εξαιρετική άνθηση στις τέχνες και τα γράμματα. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δράση του Καστοριανού Γεωργίου Καστριώτη,[17] ο οποίος, έχοντας καταλάβει το αξίωμα του μεγάλου κομίσου, υπήρξε επιφανής προσωπικότητα της περιοχής. Το 1705, ίδρυσε στη συνοικία Μουζεμβίκη την εκκλησιαστική του σχολή, ενώ τρία χρόνια αργότερα, το 1708, προσκάλεσε από τη Βενετία τον καταξιωμένο λόγιο, θεολόγο και συγγραφέα, Μεθόδιο Ανθρακίτη.[18] Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των μορφωτικών θεσμών, το 1710 ιδρύθηκε το Ανώτερον Σχολείον Κυρίτζη, της διεύθυνσης του οποίου ανέλαβε ο Ανθρακίτης,[19] συμβάλλοντας καθοριστικά στην πνευματική αναγέννηση του βόρειου ελληνικού χώρου.

Κατά την πρώτη, κρίσιμη και καθοριστική φάση της εθνικής αφύπνισης και της διαμόρφωσης της νεοελληνικής συνείδησης, δύο εξέχουσες μορφές από την Καστοριά, οι αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ, συγκαταλέγονται μεταξύ των συμμάρτυρων και στενών συνεργατών του Ρήγα Βελεστινλή. Εξίσου σημαντική υπήρξε η συμβολή του Καστοριανού Γεωργίου Θεοχάρη, ο οποίος διατηρούσε στενή συνεργασία με τον Ρήγα∙ λόγω όμως του μεγάλου προσωπικού του κύρους και της αυστριακής υπηκοότητάς του, απελάθηκε από τις αρχές και κατέφυγε στη Λειψία, όπου συνέχισε τη δράση του.[20]

Κατά την Ελληνική Επανάσταση, η περιοχή της Καστοριάς υπήρξε θέατρο πολλών επιχειρήσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο Βογατσικό. Μεταξύ των αγωνιστών διακρίθηκε ο οπλαρχηγός Ιωάννης Παπαρέσκας, ο οποίος συμμετείχε στη σύνοδο της Μονής Δοβρά, πλαισιωμένος από άλλους εξέχοντες Καστοριανούς οπλαρχηγούς, όπως οι Ευάγγελος Ιωάννου,[21] Αναστάσιος Καρίτσης,[22] Δήμος Παναγιώτου,[22] Ναούμ και Κωνσταντίνος Νικολάου, Ιωάννης Καραμπίνας,[23] Ζήσης Δημητρίου[24] και άλλοι.[25][26] Η ευρύτερη περιοχή δοκιμάστηκε σκληρά κατά τις πολεμικές συρράξεις του 1822 στο Βογατσικό, την Κλεισούρα και το Άργος Ορεστικό. Με εντολή του πασά της Θεσσαλονίκης, Εμπού Λουμπούτ, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν οι πρόκριτοι της Καστοριάς. Την ίδια περίοδο εκτελέστηκαν ο ιερέας Θεόφιλος της ενορίας Καρύδη, καθώς και δέκα ακόμη Καστοριανοί, ως μέτρα αντιποίνων για τη συμμετοχή των κατοίκων στην επαναστατική δράση. Το 1823 επιβλήθηκε νέο κύμα καταστολής, με την κατεδάφιση όλων των καμπαναριών της πόλης, γεγονός που έπληξε βαθιά το θρησκευτικό και κοινωνικό της βίωμα. Το 1825 διορίστηκε νέος τοπικός διοικητής ο Σαχίν Μπέης, ο οποίος το επόμενο έτος, το 1826, συμμετείχε με στρατιωτικό σώμα στην πολιορκία του Μεσολογγίου, ενισχύοντας τις οθωμανικές επιχειρήσεις κατά των επαναστατημένων Ελλήνων.[27]

Στο πλαίσιο της Μακεδονικής Επανάστασης του 1867, συγκροτήθηκε στην Καστοριά η «Εθνική Επιτροπή», με πρωτεργάτη τον εξέχοντα παιδαγωγό και διανοούμενο Αναστάσιο Πηχιών. Πρώτα της μέλη διετέλεσαν οι ιατροί Ιωάννης Σιώμος και Αργύριος Βούζας, καθώς και οι Νικόλαος Τουτουντζής, Βασίλειος και Νικόλαος Ωρολογόπουλος Ρέτζης και Απόστολος Σαχίνης. Η Επιτροπή επεκτάθηκε γρήγορα, ιδίως προς την περιοχή της Κλεισούρας, όπου ο Πηχιών είχε υπηρετήσει ως δάσκαλος ήδη από το 1862 και είχε αναπτύξει στενούς δεσμούς με τον διακεκριμένο ιατρό Ιωάννη Αργυρόπουλο. Με τη διεύρυνσή της η οργάνωση μετονομάστηκε σε «Νέα Φιλική Εταιρεία», αποκαλύπτοντας μέσω της ονομασίας της τη σαφή αναφορά και ιδεολογική της συνέχεια προς την ιστορική Φιλική Εταιρεία. Απώτερος στόχος της ήταν η προετοιμασία και οργάνωση γενικευμένης εξέγερσης στη Μακεδονία εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Η δράση της αποδείχθηκε καθοριστική, ιδίως στα γεγονότα της Μακεδονικής Επανάστασης του 1878, κατά την οποία μέλη της έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην τοπική επαναστατική κινητοποίηση. Στις αρχές του 1888, στο πλαίσιο των συνεχών προσπαθειών καταστολής κάθε μορφής εθνικής δράσης, οι οθωμανικές αρχές συνέλαβαν δεκαπέντε κατοίκους της Κλεισούρας καθώς και περισσότερους από σαράντα Καστοριανούς, μαζί με Βογατσιώτες, Κορυτσιώτες και άλλους αγωνιστές της περιοχής. Οι συλληφθέντες μεταφέρθηκαν τελικώς στις φυλακές του Μοναστηρίου, όπου παραπέμφθηκαν σε δίκη.[28]

Κατά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870, ο Σουλτάνος παραχώρησε στο νέο εκκλησιαστικό σώμα το δικαίωμα σύστασης μητροπόλεων σε περιοχές όπου οι οπαδοί της Εξαρχίας υπερτερούσαν των δύο τρίτων του τοπικού χριστιανικού πληθυσμού,[29] καθώς και την ίδρυση ναού σε περίπτωση που τουλάχιστον το ένα τρίτο των πιστών προσχωρούσε σε αυτήν. Το σχετικό φιρμάνι, ωστόσο, περιείχε σαφή πρόνοια για την αποτροπή εκμετάλλευσης των ρυθμίσεων αυτών προς πρόκληση διχόνοιας και αναταραχής, προειδοποιώντας ρητά ότι «Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τῶν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειῶν θά τιμωρηθοῦν, σύμφωνα μέ τό νόμο».[30] Παρά τις προθέσεις του φιρμανιού, η εγκαθίδρυση της Εξαρχίας λειτούργησε ως καταλύτης εντάσεων σε πολυεθνικές περιοχές, μεταξύ των οποίων και η Καστοριά.

Η περιοχή της Καστοριάς εξελίχθηκε σε νευραλγικό πυρήνα προετοιμασίας, οργάνωσης και δράσης του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα. Ήδη από το 1867, όπως προαναφέρθηκε, είχε ιδρυθεί η Εθνική Επιτροπή, η οποία αποτέλεσε τον ιδεολογικό και οργανωτικό προπομπό της ένοπλης αντίστασης των αρχών του 20ού αιώνα. Αν και στην πόλη της Καστοριάς το ελληνικό στοιχείο διατηρούσε αδιαμφισβήτητα την υπεροχή,[31] σε ορισμένους οικισμούς της επαρχίας διαπιστωνόταν σταδιακή και εντεινόμενη βουλγαρική διείσδυση μετά τη σύσταση της Εξαρχίας, φαινόμενο που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.[32] Υπό τις συνθήκες αυτές, η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 λειτούργησε ως σημείο καμπής.[33] Μέσα από τον αγώνα αυτό αναδείχθηκαν κορυφαίες μορφές του Μακεδονικού Αγώνα, όπως ο Παύλος Μελάς, ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης και ο διπλωμάτης και συγγραφέας Ίων Δραγούμης, οι οποίοι διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της ελληνικής παρουσίας και στην αναχαίτιση της βουλγαρικής επιρροής. Παράλληλα, πολλοί Καστοριανοί οπλαρχηγοί και αγωνιστές συνέβαλαν ενεργά στις επιχειρήσεις της περιόδου, μεταξύ των οποίων ο Αριστείδης Μαργαρίτης, ο Κωνσταντίνος Γκολογκίνας, ο Σπυρίδων και ο Χρυσός Δούκης, ο δάσκαλος Βασίλειος Μελεγκάνος και πολλοί άλλοι.[34]

Η Καστοριά απελευθερώθηκε κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 11 Νοεμβρίου 1912, ημερομηνία που έκτοτε συνδέθηκε άρρηκτα με τη λατρευτική τιμή προς τον Άγιο Μηνά, ο οποίος τιμάται ως ελευθερωτής και πολιούχος της πόλης. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την υποχρεωτική Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πλυθυσμών,[35] εγκαταστάθηκαν αρχικά στον Νομό Καστοριάς 388 Μικρασιάτες πρόσφυγες.[36][37] Εκείνη την περίοδο ο τουρκικός πληθυσμός της πόλης ανερχόταν σε περίπου 2.000 κατοίκους. Μετά την αναχώρησή τους, στις 17 Αυγούστου 1924 εγκαταστάθηκαν στην πόλη 43 οικογένειες ψαράδων από την Απολλωνιάδα της Βιθυνίας,[38] κατόπιν ενεργειών του τοπικού Γραφείου Εποικισμού, προκειμένου να ενισχυθεί η αλιευτική δραστηριότητα στη λίμνη.[39]

Η διεθνής αστάθεια της δεκαετίας του 1930 επηρέασε βαθιά την τοπική κοινωνία. Με το ξέσπασμα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940, οι κάτοικοι της Καστοριάς αφυπνίστηκαν από τα αναγνωριστικά ιταλικά αεροσκάφη και τον ήχο των πυροβολικών ανταλλαγών στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ακολούθησε βομβαρδισμός της πόλης από ιταλικά αεροπλάνα, με θύματα μεταξύ των αμάχων και πολλούς τραυματίες.[40]

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η συμβολή των κατοίκων της περιοχής στον αντιστασιακό αγώνα υπήρξε αξιοσημείωτη.[41] Ιδιαίτερα τραγική υπήρξε η μοίρα της άλλοτε ανθηρής Εβραϊκής κοινότητας, η οποία κατά την οθωμανική απογραφή του 1891 αριθμούσε 774 μέλη επί συνόλου 5.615 κατοίκων. Στις 24 Μαρτίου 1944, 763 Εβραίοι της πόλης συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.[42] Μόνον 35 επέστρεψαν.[43] Η τελευταία Συναγωγή της πόλης, η Μπεθ Καλ, κτισμένη το 1830, κατεδαφίστηκε το 1948, ενώ το σχολείο της κοινότητας καταστράφηκε λίγα χρόνια αργότερα. Το εβραϊκό νεκροταφείο στην πηγή της Ντόμπλιτσας δεν υφίσταται πλέον.[44] Η περίοδος της Κατοχής επιβάρυνε σημαντικά τη δημόσια υγεία. Η ελονοσία,[45] ο υποσιτισμός και η αβιταμίνωση[46] επέφεραν δραματική αύξηση των περιστατικών φυματίωσης.[47] Ενδεικτική είναι η συγκλονιστική κατάθεση του γιατρού και τότε δημάρχου Καστοριάς, Σαράντη Τσεμάνη, ως μάρτυρα κατηγορίας κατά Ιταλών και Βουλγάρων εγκληματιών πολέμου το 1946 στην Αθήνα.[48] Με φωνή που πάλλονταν από συγκίνηση, ανέφερε: «…η νεολαία της Δυτικής Μακεδονίας είναι καταδικασμένη εις τον διὰ φυματιώσεως θάνατον. Έχει κοκκινίσει το χώμα από τας αιμοπτύσεις. Η Καστοριά πρέπει να μεταβληθεί εις ένα απέραντον Σανατόριον, διά να γιάνη τα αγιάτρευτα, που ἐτσάκισαν νιάτα της».[49]

Κατά τον Εμφύλιο πόλεμο (1946–1949), η Καστοριά βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο των συγκρούσεων. Οι ορεινοί όγκοι του Γράμμου και του Βιτσίου αποτέλεσαν βασικά πεδία μαχών,[50] προκαλώντας ανυπολόγιστες καταστροφές τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο. Η «ασφυκτικά κατοικημένη και στενά πολιορκημένη» Καστοριά αντιμετώπιζε συχνές ελλείψεις βασικών αγαθών, καυσόξυλων, φωτιστικού πετρελαίου, τροφίμων. Οι κάτοικοι που επιχειρούσαν να εξέλθουν προς τα γειτονικά χωριά για ξύλευση κινδύνευαν να θεωρηθούν από τη μία πλευρά πράκτορες των ανταρτών και από την άλλη πράκτορες του κυβερνητικού στρατοπέδου.[51] Ρακένδυτα και υποσιτισμένα παιδιά περιπλανιούνταν στους δρόμους, ενώ τα ελάχιστα διαθέσιμα νοσοκομειακά κρεβάτια δεν επαρκούσαν ούτε για τους τραυματίες των μαχών και των ναρκών.[52] Τον Ιούνιο του 1949 καταμετρήθηκαν 77.822 καταφυγόντες από μερικώς ή ολικώς εγκαταλελειμμένα χωριά της ευρύτερης περιοχής,[53] ενώ συνολικά οι εκτοπισμένοι σε διάφορες πόλεις της πληττόμενης γεωγραφικής ζώνης έφτασαν τους 684.507.[54] Μέσα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, πολλά παιδιά, κυρίως ορφανά του ανταρτοπολέμου ή παιδιά χωρίς στοιχειώδη οικογενειακή φροντίδα, μεταφέρθηκαν στις Παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, ως ύστατη προσπάθεια προστασίας και περίθαλψής τους.

Λίγο εκτός του αστικού ιστού διέρχεται ο αυτοκινητόδρομος 29, ο οποίος διασυνδέει την Καστοριά με την Εγνατία Οδό και τον συνοριακό σταθμό της Κρυσταλλοπηγής, λειτουργώντας ως βασικός άξονας υπερχόμενης κυκλοφορίας και διασυνοριακών μετακινήσεων. Περαιτέρω, η πόλη συνδέεται ανατολικά με το Αμύνταιο μέσω της Επαρχιακής Οδού Καστοριάς–Αμυνταίου, ενώ προς τον βορρά επικοινωνεί με τις Πρέσπες και τη Φλώρινα μέσω των Εθνικών Οδών 15 και 2, οι οποίες συγκροτούν κρίσιμους άξονες περιφερειακής συνοχής.

Το ΚΤΕΛ Καστοριάς εκτελεί πληθώρα δρομολογίων εντός της Περιφερειακής Ενότητας, περιλαμβανομένων των Νεστορίου, Άργους Ορεστικού, Πενταβρύσου, Κορησού, Κλεισούρας, Γέρμα, Κορεστείων, Διποταμίας και Ιεροπηγής, καθώς και προς σημαντικά αστικά κέντρα της Μακεδονίας και της λοιπής ελληνικής επικράτειας. Ειδικότερα, υφίστανται τακτικές συνδέσεις με τη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Κοζάνη, τον Βόλο, τη Λάρισα, τη Λαμία, τα Ιωάννινα, το Αμύνταιο και τη Βέροια. Παράλληλα, η λειτουργία του αστικού ΚΤΕΛ εξασφαλίζει καθημερινές μετακινήσεις μεταξύ της πόλης και των πλησιέστερων οικισμών.[55]

Αεροπορικές μεταφορές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μικρή απόσταση, περίπου δέκα χιλιομέτρων από την Καστοριά, και συγκεκριμένα στο Άργος Ορεστικό, βρίσκεται ο Κρατικός Αερολιμένας Καστοριάς «Αριστοτέλης», ο οποίος παρέχει περιορισμένη αεροπορική σύνδεση της περιοχής μόνο με την Κοζάνη και την Αθήνα, ενισχύοντας τη διαπεριφερειακή και εθνική προσβασιμότητα της πόλης.

Ο Δήμος Καστοριάς ίδρυσε τη δημόσια βιβλιοθήκη του το 1925, η οποία λειτούργησε ως δημοτική υπηρεσία έως το 1998. Το 1999 ανασυστάθηκε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και έλαβε την επωνυμία «Αθανάσιος Χριστόπουλος», προς τιμήν του διαπρεπούς λόγιου της περιοχής. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες και αρτιότερα οργανωμένες βιβλιοθήκες της Δυτικής Μακεδονίας, η οποία διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία της μόνο κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η βιβλιοθήκη διαθέτει πλούσια και πολυθεματική συλλογή, καλύπτοντας ευρύ φάσμα της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς και πλήθος επιστημονικών κλάδων. Το υλικό της αριθμεί περίπου 40.000 τόμους, πολλοί εκ των οποίων παρουσιάζουν ιδιαίτερη αξία για τους ερευνητές της τοπικής ιστορίας. Στη συλλογή περιλαμβάνονται, επίσης, αντίγραφα σπάνιων χειρογράφων της Ιεράς Μητροπόλεως, παλαίτυπα, παλαιές φωτογραφίες και καρτ-ποστάλ του 19ου και 20ού αιώνα, τριάντα τίτλοι περιοδικών και δεκαπέντε τίτλοι τοπικών εφημερίδων. Αξιόλογη είναι και η συλλογή οπτικοακουστικού υλικού, η οποία περιλαμβάνει εκπαιδευτικά τεκμήρια και CD-ROM. Η βιβλιοθήκη εμπλουτίζεται συνεχώς με νέο υλικό, έντυπο και οπτικοακουστικό, μέσω αγορών και δωρεών, ύστερα από αξιολόγηση βάσει καθορισμένων κριτηρίων. Το εξειδικευμένο προσωπικό της είναι επιφορτισμένο με τη βιβλιογραφική επεξεργασία και την τεκμηρίωση των συλλογών, εφαρμόζοντας διεθνώς καθιερωμένα συστήματα: το Δεκαδικό Σύστημα Ταξινόμησης Ντιούι (DDC) για την ταξινόμηση, τους Αγγλοαμερικανικούς Κανόνες Καταλογογράφησης (AACR2) για την καταλογογράφηση και τις Καθιερωμένες Επικεφαλίδες της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου (LCSH) για τη θεματική περιγραφή.

Βυζαντινές εκκλησίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καστοριά, με το εντυπωσιακό σύνολο των περίπου ογδόντα βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών της, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στον ελλαδικό χώρο, καθώς διατηρεί σχεδόν αδιάλειπτα την ιστορική και καλλιτεχνική μνήμη του Βυζαντίου.[56] Πλην του Αγίου Όρους, μόνον στην Καστοριά απαντούν φορητές εικόνες της Κρητικής Σχολής, μάλιστα πρώιμης χρονολόγησης, γεγονός που υπογραμμίζει τον ιδιαίτερο ρόλο της πόλης ως κέντρου πνευματικής ακτινοβολίας. Οι ναοί, οι τοιχογραφικοί διάκοσμοι,[57] οι φορητές εικόνες και τα σωζόμενα αρχοντικά συνιστούν αδιάψευστους μάρτυρες της οικονομικής και πολιτισμικής ακμής που γνώρισε η περιοχή επί σχεδόν δέκα αιώνες.

Η ανέγερση των εκκλησιών της Καστοριάς, ήδη από τα μέσα του 11ου αιώνα, δεν υπήρξε έργο μόνον της αυτοκρατορικής μέριμνας, όπως μαρτυρεί ο ναός του Αγίου Γεωργίου (1085), αποδιδόμενος στον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, αλλά συνεχίστηκε αδιάκοπα χάρη στην υποστήριξη της τοπικής αριστοκρατίας.[58] Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι ναοί των Αγίων Αναργύρων και του Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη.[59] Το μοναστήρι της Παναγίας Μαυριώτισσας, κτίσμα του 11ου αιώνα, φέρει τοιχογραφίες και στην εξωτερική επιφάνειά του, όπως συνηθίζεται στη Μακεδονία και ευρύτερα στα Βαλκάνια. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, οι τοιχογραφίες του υπέστησαν εκτεταμένες φθορές, μεταξύ των οποίων και η αφαίρεση των οφθαλμών από τα απεικονιζόμενα πρόσωπα, πράξη χαρακτηριστική του θρησκευτικού φανατισμού της εποχής. Ενδεικτικά από τους σημαντικότερους ναούς που σώζονται στην Καστοριά αναφέρονται οι εξής:

  • Παναγία Καστριώτισσα ή Σκουταριώτισσα (Κουμπελίδικη): Ναός των αρχών του 11ου αιώνα (περ. 1020–1025), σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη των Krautheimer και Wharton-Epstein,[60] η οποία συνδέει την ανέγερσή του με τη λήξη των επιχειρήσεων του Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου το 1019.[61] Αποτελεί τον μοναδικό ναό της πόλης με τρούλο και τον μοναδικό που φέρει απεικόνιση της Αγίας Τριάδας.
  • Καθολικό της Ιεράς Μονής Μαυριώτισσας: Κτίσμα των τελευταίων δεκαετιών του 11ου αιώνα, το οποίο προϋπήρξε της Κουμπελίδικης ως κεντρικό οικοδόμημα ενός σημαντικού μοναστηριακού συγκροτήματος.
  • Άγιος Στέφανος (10ος αιώνας): Η μοναδική παλαιά εκκλησία της πόλης που διαθέτει γυναικωνίτη.
  • Ταξιάρχης Μητροπόλεως (11ος αιώνας): Ένας από τους πλέον αντιπροσωπευτικούς ναούς της μεσοβυζαντινής περιόδου στην περιοχή.
  • Άγιοι Ανάργυροι (12ος αιώνας): Ξεχωρίζει ως ο μοναδικός ναός στην Καστοριά με πλούσιο μαρμάρινο διάκοσμο, αμφικίονες, επιβλητικά επίκρανα και ανάγλυφα περιθυρώματα σε όλες τις πύλες.
  • Άγιος Νικόλαος του Κασνίτζη (β΄ μισό 12ου αιώνα): Ο ναός έλαβε την ονομασία του από τον κτήτορά του, τον μάγιστρο Νικηφόρο Κασνίτζη, ώστε να διακρίνεται από τους έντεκα ακόμη ναούς της πόλης αφιερωμένους στον ίδιο άγιο.
  • Άγιος Αθανάσιος του Μουζάκη (1392): Μικρή μονόχωρη ξυλόστεγη εκκλησία κοντά στη Μητρόπολη, με κτητορική επιγραφή του Θεοδώρου Μουζάκη.
  • Ναός Αγίων Τριών (14ος αιώνας): Εξέχον δείγμα της ύστερης βυζαντινής ναοδομίας.
  • Ναός Αγίου Νικολάου Μαγαλειού (16ος αιώνας): Εκπρόσωπος της μεταβυζαντινής ναοδομικής παράδοσης, με αξιόλογο ζωγραφικό διάκοσμο.

Το εκκλησιαστικό αυτό σύνολο προσδίδει στην Καστοριά τον χαρακτήρα ανοιχτού μουσείου βυζαντινής τέχνης, καθιστώντας την μία από τις πλέον σημαντικές εστίες πολιτισμού στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.

Αγιογραφίες–Εικονογραφίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Άγιο Στέφανο, ο Ταξιάρχης Μητροπόλεως, διακριτός από τον ομώνυμο ναό στο παλαιό Γυμνάσιο, αποτελεί τον δεύτερο ναό της Καστοριάς που διασώζει σε σημαντική έκταση τοιχογραφίες του 13ου αιώνα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η απεικόνιση της Ειρήνης Κομνηνής, μητέρας του αφιερωτή Μιχαήλ Ασέν Α΄, ο Επιτάφιος Θρήνος καθώς και η δεομένη Παναγία, έργα που συνδυάζουν υψηλή τεχνική δεξιότητα και εκφραστική δύναμη. Η τεχνοτροπική συγγένεια των τοιχογραφιών του 11ου αιώνα στους ναούς του Αγίου Στεφάνου και του Ταξιάρχη Μητροπόλεως υποδηλώνει τις στενές επαφές των τοπικών εργαστηρίων με σημαντικά καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής, όπως αυτά της Καππαδοκίας και, ιδίως, της Κωνσταντινουπόλεως. Τα έργα του 12ου αιώνα διακρίνονται για την έντονη εκφραστικότητα των προσώπων, τη μεγαλοπρέπεια της στάσης και τη δυναμική κίνηση των μορφών. Εμβληματικά παραδείγματα της υψηλής τέχνης του 12ου αιώνα αποτελούν οι τοιχογραφικοί διάκοσμοι των Αγίων Αναργύρων και του Αγίου Νικολάου του Κασνίτση, ναοί που μαρτυρούν την καλλιτεχνική ακμή της πόλης κατά την περίοδο αυτή. Κατά τον 12ο αιώνα αναπτύχθηκε στην Καστοριά ακμαία σχολή τοιχογραφίας και αγιογραφίας, η οποία συχνά διακρίνεται από αντικλασικές τάσεις. Σημαντικά τεκμήρια που σώζονται σε πολλούς ναούς της πόλης καταδεικνύουν την παρουσία συνεργείων προερχόμενων από μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα του Βυζαντίου, διαμορφώνοντας ένα ιδιότυπο μίγμα τοπικής και υπερτοπικής καλλιτεχνικής έκφρασης.[62] Το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, οι συνεχείς στρατιωτικές εκστρατείες και πολιτικές αναταραχές συνετέλεσαν σε κάμψη της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Κατά το δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα, ωστόσο, σημειώνεται νέα περίοδος ακμής, κατά την οποία υλοποιήθηκε εκτενές πρόγραμμα τοιχογραφιών, πιθανότατα από τοπικά εργαστήρια ή από καλλιτέχνες με καταγωγή από την Καστοριά. Η άνθηση αυτή συνεχίστηκε και στον 15ο αιώνα, με την ευμενή ανοχή των οθωμανικών αρχών, επιτρέποντας την περαιτέρω ανάπτυξη της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής της πόλης.

Τα έργα της περιόδου αυτής χαρακτηρίζονται από έντονα αντικλασικά στοιχεία, τα οποία ωστόσο συνυπάρχουν με τάσεις ανανέωσης της βυζαντινής τέχνης. Οι καλλιτέχνες της εποχής ενσωμάτωσαν διακριτικά επιδράσεις από τα δυτικά καλλιτεχνικά ρεύματα,[63] δημιουργώντας ένα σύνολο που συνδυάζει την παράδοση με την καινοτομία και αντανακλά τη σύνθετη πολιτισμική φυσιογνωμία της Καστοριάς κατά τους ύστερους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους.

Τα αρχοντικά της Καστοριάς

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείγματα της εντυπωσιακής ακμής της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας των κατοίκων της Καστοριάς, ιδίως κατά τις περιόδους 1710–1726 και 1760 έως τα τέλη του 18ου αιώνα, αποτελούν τα πολυάριθμα και επιβλητικά αρχοντικά που δεσπόζουν στις συνοικίες Απόζαρι και Ντολτσό. Τα αρχοντικά αυτά, κτισμένα για να εξυπηρετήσουν τις βιοτικές και κοινωνικές ανάγκες των ευπόρων οικογενειών της πόλης, αντανακλούν την οικονομική ευμάρεια που διαμορφώθηκε τότε, σε μια εποχή κατά την οποία οι διεθνείς συνθήκες είχαν εγκαθιδρύσει σχετική ειρήνη και ελευθερία επικοινωνίας στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη.[64] Ως οικιστικό σύνολο, τα αρχοντικά της Καστοριάς εξακολουθούν μέχρι σήμερα να παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς συγκροτούν μία από τις πληρέστερες εκφράσεις της λαϊκής αρχιτεκτονικής της Μακεδονίας.[65] Η εσωτερική τους διαρρύθμιση χαρακτηρίζεται από λειτουργικά διαχωρισμένους χώρους και πλούσιες διακοσμήσεις, στις οποίες δεσπόζουν τα περίτεχνα ξυλόγλυπτα των οροφών, οι πολύχρωμοι υαλωτοί φεγγίτες υψηλής αισθητικής, οι κατάκοσμες ζωφόροι και τα πλήθη φυτομορφικών σχημάτων και ρόμβων που δημιουργούν μια ιδιαίτερη εικαστική ταυτότητα. Το σύνολο αυτό συνθέτει έναν ιδιότυπο εσωτερικό χώρο, στον οποίο η αρχιτεκτονική παράδοση της Μακεδονίας βρίσκει μία από τις αρτιότερες εκδηλώσεις της.

Τα αρχοντικά της Καστοριάς διακρίνονται για την υποδειγματική ισορροπία τους σε σχέση με το φυσικό και δομημένο περιβάλλον, διατηρώντας ακέραιες τις αρετές του μέτρου, της λιτότητας και της ανθρώπινης κλίμακας.[66] Ως τέτοια, αποτελούν όχι μόνο μνημεία της τοπικής ιστορίας αλλά και πολύτιμες μαρτυρίες ενός πολιτισμού που κατόρθωσε να συνδυάσει την αισθητική αρμονία με την κοινωνική λειτουργικότητα.

Μαζί με τη λίμνη της, κορυφαίο και ευρύτατα αναγνωρίσιμο γνώρισμα της Καστοριάς αποτελεί η πολυαιώνια ενασχόληση των κατοίκων της με την τέχνη της γουναρικής, η οποία καλλιεργείται αδιάλειπτα επί περισσότερο από πεντακόσια έτη.[67] Η πρώτη ασφαλής έγγραφη μαρτυρία ανάγεται στο 1574, όταν, με Πατριαρχικό σιγίλλιο του Ιερεμία Β΄, ανατέθηκε η εποπτεία της περιουσίας των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους στη διακεκριμένη συντεχνία των Καστοριανών γουναράδων της παροικίας της Κωνσταντινουπόλεως.[68] Η σύσταση της συντεχνίας αυτής τοποθετείται από τους ερευνητές στον 16ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η τεχνική και επαγγελματική φυσιογνωμία των Καστοριανών τεχνιτών. Η σημασία της συντεχνίας επιβεβαιώνεται εκ νέου το 1780, όταν ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, κατόπιν αιτήματος των μοναχών της ιστορικής Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου Πάτμου, ανέθεσε στους γουναράδες την επιστασία της.[69] Οι Έλληνες γουνοποιοί εκμεταλλεύθηκαν την επιδεικτική διάθεση της διοικητικής και οικονομικής αριστοκρατίας της Κωνσταντινουπόλεως, αναπτύσσοντας ένα εξαιρετικά προσοδοφόρο επάγγελμα, το οποίο σύντομα ξεπέρασε τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επεκτάθηκε στην Αυστρία, την Ουγγαρία και μέχρι τη μακρινή Ολλανδία. Ανάμεσα στις εξέχουσες προσωπικότητες του κλάδου ξεχωρίζουν ο Μανωλάκης Καστοριανός, προστάτης των γραμμάτων και ευεργέτης σχολείων, και ο πρωτομαΐστωρ Αθανάσιος, ο οποίος το 1720 διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό για την επισκευή του Πατριαρχικού Ναού.[69] Πρόκειται για παραδείγματα που αναδεικνύουν όχι μόνο την οικονομική ισχύ των Καστοριανών γουναράδων αλλά και τη συμβολή τους στο ευρύτερο πνευματικό και κοινωνικό γίγνεσθαι του Ελληνισμού.

Η τέχνη των Καστοριανών γουνοποιών βασίζεται στη λεπτομερειακή επεξεργασία των λεγόμενων χορδάδων, δηλαδή αποκομμάτων δερμάτων που συνήθως απορρίπτονταν ως άχρηστα, τα οποία οι τεχνίτες μεταποιούσαν με μοναδική επιδεξιότητα. Η ζήτηση για γουναρικά κορυφώθηκε τον 18ο αιώνα, όταν, λόγω έλλειψης πρώτης ύλης, εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα (1713) που απαγόρευε προσωρινά τη χρήση τους εξαιτίας της «σπάνεως γουνών».[70] Η ανάγκη κάλυψης της αυξημένης ζήτησης οδήγησε στην εκτεταμένη αξιοποίηση των χορδάδων, μέσα από την οποία προέκυψε η ιδιότυπη τεχνική συρραφής μικρών τεμαχίων, κομμένων σε λεπτές λωρίδες και υπολωρίδες, ώστε να επιτυγχάνεται ομοιόμορφος φυσικός χρωματισμός και η επιθυμητή φορά του τριχώματος. Η διαδικασία αυτή οδήγησε στη δημιουργία εξειδικευμένων επαγγελματικών ρόλων, όπως ο διαλογέας, ο κόφτης και ο «χρωματιστάς», ο τελευταίος εκ των οποίων διαχώριζε τα δέρματα κατά χρώμα και είδος, ζερβά και δεξιά ποδαράκια, κεφάλια, ουρές κ.ά., καθώς οι διαφορετικές κατηγορίες δεν χρησιμοποιούνταν μαζί στο ίδιο ένδυμα. Ενδεικτικό της λεπτομέρειας της τέχνης είναι ότι ακόμη και τα μαύρα γουναρικά διέθεταν δέκα ή και περισσότερες διακριτές αποχρώσεις.[71]

Σύμφωνα με τον Θρασύβουλο Παπαστρατή, την τέχνη της γουνοποιίας εισήγαγαν στην Καστοριά οι Σεφαρδίτες Εβραίοι από την Αχρίδα, όπου είχαν καταφύγει εκεί από την Ισπανία, την περίοδο 1492–1498.[72] Η συμβολή αυτή αποτελεί σημαντικό κρίκο για την κατανόηση της διαμόρφωσης της τοπικής γουναρικής παράδοσης, η οποία εξελίχθηκε με τον χρόνο σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα πολιτισμικά και οικονομικά γνωρίσματα της πόλης.

Ο σπουδαιότερος αθλητικός εκπρόσωπος της πόλης είναι ο Αθλητικός Σύλλογος Καστοριά 1980[73] Ο σύλλογος ιδρύθηκε στις 6 Αυγούστου 1963 με τη συγχώνευση τριών ομάδων της Καστοριάς, του Ατρομήτου (ιδρύθηκε το 1928) και των Άρη και Ορεστιάδας (και οι δύο ιδρυθείσες στις αρχές της δεκαετίας 1930).[74] Η ομάδα (φέροντας ακόμη την επωνυμία του Άρη), αναδείχθηκε πρωταθλήτρια της σεζόν 1963–1964, ανήλθε και αγωνίστηκε στην Β΄ Εθνική. Διατηρώντας το όνομα του Άρη Καστοριάς αγωνίστηκε ως και την περίοδο 1965–1966, υιοθετώντας στη συνέχεια την επωνυμία «Α.Γ.Σ. Καστοριά» (φέροντας τον αριθμό μητρώου Ε.Π.Ο. 423 του Άρη).[75][76][77] Χρώματα του αποτελούν το κόκκινο, το κίτρινο και το λευκό. Χρησιμοποιεί ως αγωνιστική έδρα το Δημοτικό Στάδιο Καστοριάς.

Αποτελεί το πρώτο ποδοσφαιρικό σωματείο εκτός Αθηνών και Θεσσαλονίκης που κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας (ακολούθησαν μόνο η Α.Ε. Λάρισας το 1984–1985 και το 2006–2007 και ο Ο.Φ.Η. το 1986–1987), συγκεκριμένα την Κυριακή 25 Μαΐου 1980, επικρατώντας στον τελικό έναντι του Ηρακλή Θεσσαλονίκης με σκορ 5-2, κατά την 38η διεξαγωγή του θεσμού.[78]

Ο Α.Γ.Σ. Καστοριά ξεκίνησε από τη Β΄ Εθνική και το 1974 ανέβηκε στην Α΄ Εθνική. Κέρδισε για πρώτη φορά την άνοδο του στην Α΄ Εθνική την αγωνιστική περίοδο 1973–1974, όταν τερμάτισε πρώτος στον Γ΄ Όμιλο της Β΄ Εθνικής. Την πρώτη νίκη του στην Α΄ Εθνική την σημείωσε με την έναρξη του πρωταθλήματος της επόμενης χρονιάς στις 29 Σεπτεμβρίου 1974, όταν κέρδισε τον επίσης νεοφώτιστο Π.Α.Σ. Γιάννενα με σκορ 1–0 και με γκολ του Ανέστη Αφεντουλίδη.

Ενδοξότερη στιγμή στην ιστορία του Α.Γ.Σ. Καστοριά αποτελεί η 25η Μαΐου 1980 και ο τελικός Κυπέλλου Ελλάδας εκείνης της σεζόν, που διεξήχθη στο Στάδιο «Νίκος Γκούμας» στη Νέα Φιλαδέλφεια της Αττικής. Ο Α.Γ.Σ. Καστοριά έφτασε ως εκεί, έχοντας μετά από αήττητη πορεία αποκλείσει κατά σειρά τον Εθνικό Πειραιώς, τον Α.Ο. Καβάλας, τον Ολυμπιακό Λουτρακίου, την Α.Ε. Λάρισας και στα ημιτελικά τον Μακεδονικό Νεάπολης. Στον τελικό αν και αουτσάιντερ, κατόρθωσε να κατακτήσει ως πρώτη επαρχιακή ομάδα το τρόπαιο συντρίβοντας τον πολύ ισχυρό τότε Ηρακλή Θεσσαλονίκης με το εντυπωσιακό 5–2 και με μεγάλο πρωταγωνιστή τον Τάκη Τσιρώνη, που σημείωσε τρία από τα πέντε τέρματα της ομάδας.[79]

Λίγες μέρες αργότερα, στις 29 Μαΐου 1980 αγωνίστηκε στον τελικό του 1ου Σούπερ Καπ Ελλάδας κόντρα στον πρωταθλητή Ολυμπιακό Πειραιώς, από τον οποίο ηττήθηκε με 4–3 σε έναν αγώνα που διεξήχθη στο Στάδιο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» στον Πειραιά.[80] Το καλοκαίρι του 1996 ο σύλλογος επέστρεψε στην Α' Εθνική επί προεδρίας Τάκη Κρανιά, αλλά υποβιβάστηκε αμέσως. Ήταν η τελευταία του παρουσία στα μεγάλα σαλόνια.

Το 2021 και κατόπιν σχετικής απόφασης της εκτελεστικής επιτροπής της Ε.Π.Σ Καστοριάς, ο Α.Γ.Σ. Καστοριά (αριθμός μητρώου Ε.Π.Ο. 423) διαγράφηκε και επίσημα από τα μητρώα της Ε.Π.Ο.. Το καλοκαίρι του 2021 ανακοινώθηκε ότι σε συμπόρευση με παλιούς παράγοντες και φίλους του Α.Γ.Σ. Καστοριά, ο Α.Σ. Μέγας Αλέξανδρος Καλλιθέας θα μετονομαστεί σε «Αθλητικός Σύλλογος Καστοριά 1980»[73] (φέροντας τον αριθμό μητρώου Ε.Π.Ο. 5376 του Α.Σ. Μέγας Αλέξανδρος Καλλιθέας), με σκοπό τη συνέχεια του εμβλήματος και της ιστορίας της ομάδας και πως η νέα ομάδα θα αγωνίζεται στην Α΄ Κατηγορία Ε.Π.Σ. Καστοριάς τη σεζόν 2021–2022.[81][82] Τερμάτισε στην 1η θέση του πρωταθλήματος Ε.Π.Σ. Καστοριάς και παράλληλα απέκτησε δικαίωμα συμμετοχής στο ειδικό πρωτάθλημα ανόδου στο οποίο τερμάτισε στην 3η θέση παίρνοντας την άνοδο στη Γ΄ Εθνική της σεζόν 2022–2023.[83] Στην Γ΄ Εθνική την πρώτη σεζόν (2022–2023) σώθηκε με δυσκολία, ενώ την επόμενη (2023–2024) υποβιβάστηκε στην Α΄ Κατηγορία Ε.Π.Σ. Καστοριάς, όπου και αγωνίζεται και τη σεζόν 2025-06.

Διάσημοι Καστοριανοί

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αδελφοποιημένες πόλεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  1. ↑ Ελληνική απογραφή 2021, .
  2. 1 2 Κ. Άμαντος, Μακεδονικά Σημειώματα, Νέα Εστία, έκτακτο τεύχος, Χριστούγεννα 1932, σ.72.
  3. ↑ Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Δ', 3.273 : «Λίμνη δε τις αυτή εν γειτόνων τυγχάνει ούσα ή (η οποία) Καστορία ωνόμασται».
  4. 1 2 Προκόπιος Περί κτισμάτων, 4.2.3. Πόλις δέ ἦν τις ἐπί Θεσσαλίας, Διοκλητιανούπολις ὄνομα, εὺδαίμων μέν τό παλαιόν γεγενημένη, προϊόντος δέ τοῦ χρόνου, βαρβάρων οἱ ἐπιπεσόντων καταλυθεῖσα καί οἰκητόρων ἔρημος γεγονυία ἐπί μακρότατον·λίμνη δέ τις αὐτῇ ἐν γειτόνων τυγχάνει οὖσα ῆ Καστορία ὠνόμασται καί νῆσος κατά μέσον τῆς λίμνης τοῖς ὑδασι περιβέβληται.μία δέ εἰς αὐτήν εἰσοδος ἀπό τῆς λίμνης ἐν στενῷ λέλειπται, οὐ πλέον ἐς πεντεκαίδεκα διηκούσα πόδας.ὄρος τε τῇ νήσῳ ἐπανέστηκεν ὺψηλόν ἄγαν, ἢμισυ μέν τῇ λίμνῃ καλυπτόμενον, τῷ δέ λειπομένῳ ἐγκείμενον.διό δή ὁ βασιλεύς οὖτος τόν Διοκλητιανουπόλεως ὑπεριδών χῶρον ἅτε πού διαφανῶς εὐέφοδον ὄντα καί πεπονθότα πολλῷ πρότερον ἄπερ ἐρρήθη, πόλιν ἐν τῇ νήσῳ ὀχυρωτάτην ἐδείματο καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει.
  5. ↑ The Oxford Dictionary of Byzantium, λήμμα Kastoria.
  6. ↑ Η λέξη προέρχεται από τη λατινική λέξη castrum). βλ. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, 6.1.1.12 (1137-1148 μ.Χ.) : «Λίμνη τίς ἐστί ἡ τῆς Καστορίας ἐν ᾗ τράχηλος ἀπό τῆς χέρσου εἰσέρχεται καί περί τό ἀκρον εὺρύνεται εἰς πετρώδεις βούνους ἀποτελευτῶν. Περί δε το τράχηλον και πύργοι και μεσόπυργοι ωκοδόμηνται κάστρου δίκην, όπερ και Καστορία ονομάζεται». Απόδοση στη νεοελληνική: Αλόη Σιδέρη, Εκδ. ΑΓΡΑ, ISBN 960-325-107-0.
  7. ↑ Δρακοπούλου (1997), σελ. 14.
  8. ↑ Tevfik Temelkuran, Necati Aktaş, Mümin Çevik, Evliya Çelebi seyahatnamesi, τ.5-6, εκδ. Üçdal Neşriyat, 1978, σ.1829.
  9. ↑ «The War of Numbers and its First Victim: The Aromanians in Macedonia (End of 19th – Beginning of 20th century) - Aromanian Cultural Society Farsharotu». https://farsharotu.org/ (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2025. Εξωτερικός σύνδεσμος στο |website= (βοήθεια)
  10. ↑ Αρχειοθετήθηκε 2017-04-24 στο Wayback Machine. Δημήτρης Κ. Σαμσάρης, Ιστορική γεωγραφία της ρωμαϊκής επαρχίας Μακεδονίας (Το τμήμα της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας), Θεσσαλονίκη 1989 (Έκδοση της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών), σ.152. ISBN 960-7265-01-7.
  11. ↑ Oppidium Celetrum: Ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού Καστοριάς.
  12. ↑ The New Cambridge Medieval History: c. 900 - c. 1024, τ.ΙΙΙ, σ. 600, Cambridge University Press, 2000, ISBN 0-521-36447-7.
  13. ↑ Παγκόσμια Ιστορία, Τόμ.Β΄, εκδ. Αθηνών σ.341.
  14. ↑ D.Nikol, The Despotates of Epiros, Οξφόρδη 1957, σ.214.
  15. ↑ Ιωάννης Κατακουζηνός, Ιστορία, Βιβλίο Δ΄.
  16. ↑ Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σ.119, εκδ. ελληνικά γράμματα, 2009, ISBN 978-960-19-0326-2.
  17. ↑ Περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, Μηνιαία έκδοση Πνευματικού προβληματισμού και Γενικής Παιδείας Αγγέλου Τερζάκη, Τεύχος 15, σ.86.
  18. ↑ Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, σσ.159-160.
  19. 1 2 Ματθαίος Παρανίκας (1867), σσ. 53-54.
  20. ↑ E. Legrand, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των σύν αυτώ μαρτυρησάντων, Αθήναι 1891, μετάφρ, Σπ.Λάμπρου, σ.101-105.
  21. ↑ Αρχεία του Κράτους - Φύλλο Μητρώου Αγωνιστών.
  22. 1 2 Γ. Χιονίδης, Οι εις τα μητώα των αγωνιστών του 1821 αναγραφόμενοι Μακεδόνες, περιοδικό Μακεδονικά 12 (1972), ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη, σ. 34-65.
  23. ↑ Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, σ.18, Εκδ.Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, 1991, ISBN 960-343-017-X.
  24. ↑ επιμέλεια Κ. Διαμάντης, Τα ιστορικά έγγραφα του αγώνος του 1821 των Γενικών Αρχείων του Κράτους εις περιλήψεις και περικοπάς (Κατάλογος Πρώτος). Τόμος τιμητικός επί τη 150ετηρίδι της Επαναστάσεως του 1821, τύποις Τσιρώνη, εν Αθήναις, 1971
  25. ↑ History of Macedonia 1354-1833, A. Vacalopoulos Αρχειοθετήθηκε 2011-01-18 στο Wayback Machine..
  26. ↑ Διαδικτυακές Πύλες, Δήμος Καστοριάς, Η Πόλη της Καστοριάς, Ιστορία - Πολιτισμός, Τουρκοκρατία, Αντίσταση κατά των Τούρκων Αρχειοθετήθηκε 2010-11-26 στο Wayback Machine..
  27. ↑ Παντελής Τσαμίσης, "Η Καστοριά και τα μνημεία της", Εκδόσεις: Ι. Λ. Αλευρόπουλος, Αθήνα, 1949, σσ. 43, 44.
  28. ↑ Νικόλαος Δημ. Σιώκης. «Ο Μακεδονομάχος ιατρός Ιωάννης Αργυρόπουλος (1852-1920)». Πρακτικά συνεδρίου για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά (PDF). Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. σελ. 197-198.
  29. ↑ Ανδρέας Νανάκης, Εκκλησία-Γένος-Ελληνισμός, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1993.
  30. ↑ ΑΡΘΡΟ Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο σουλτάνος για τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας.
  31. ↑ Βίκτωρ Μπεράρ 1892, σ.366: «Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια• οι Εβραίοι περισσότεροι είναι γύρω στις 250-300 οκογένειες• στον αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες, 1.000 με 1.200 σπίτια.»
  32. ↑ Σπυρίδων Σφέτας, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις (1880-1908).
  33. ↑ Σπυρίδων Σφέτας, Η πορεία προς το Ίλιντεν, ο αντίκτυπος της εξέγερσης του Ίλιντεν στην Ελλάδα και οι απαρχές της ένοπλης φάσης του Μεκεδονικού Αγώνα.
  34. ↑ Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι, επιστημονική επιμέλεια Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, εκδόσεις University Studio Press. Θεσσαλονίκη 2008.
  35. ↑ Ι. Γιαννόπουλος, «Η Διεθνής Συνδιάσκεψη και η Συνθήκη της Λωζάνης», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ΄, σ.260-271.
  36. ↑ Εφημ. Καστορία 5-5-1923.
  37. ↑ Κωστόπουλος, Βασίλης (19 Μαΐου 2013). «Οι πρόσφυγες στην Καστοριά (μέρος 1ο): Η ανταλλαγή πληθυσμών». Ιστορικά Καστοριάς. Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2023.
  38. ↑ εφημ. Καστορία, 16-11-1924, 23-11-1924.
  39. ↑ Ν. Δασκαλάκης-Λ.Νικηφορίδης-Ευστ. Πελαγίδης (επιμ.), Αντίχαρη στον Αντώνη Καλαφατίδη (γυμνασιάρχη), Θεσσαλονίκη 1998.
  40. ↑ Ιωάννης Θ. Τόλιος (2010). Το Έπος του 1940-1941, Ημερολόγιο δεκανέως Αριστείδη Μαυροβίτου, Εισαγωγή Παναγιώτη Τζήμα. Θεσσαλονίκη: Κάδμος. σελ. 13. ISBN 978-960-6851-23-0.
  41. ↑ Ιωάννης Κολιόπουλος, Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.
  42. ↑ Πάνος Τσολάκης, Η εβραϊκή συνοικία στην Καστοριά, σ.11.
  43. ↑ Παπαστρατής 2010. Βλ. και Η Εβραϊκή κοινότητα Καστοριάς Αρχειοθετήθηκε 2011-08-09 στο Wayback Machine..
  44. ↑ «Καστοριά». webcache.googleusercontent.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο Check |url= value (βοήθεια) στις 25 Ιουλίου 2013. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2022.
  45. ↑ Ριζοσπάστης, 29 Ιουνίου 1946, όπου άρθρο του Γεωργίου Λαμπρινού με τίτλο "Δυτική Μακεδονία": «Οι πάσχοντες από ελονοσία αντιπροσώπευαν, κατά τους υπολογισμούς του Ιατρικού Συλλόγου Καστοριάς, το 80-90% του πληθυσμού της περιοχής».
  46. ↑ Έκθεση του Ιατρικού Συλλόγου Καστοριάς της 23ης Αυγούστου 1945.
  47. ↑ Κολιόπουλος 1995, τόμος Α΄, σ.218.
  48. ↑ Εμμ. Θ.Γρηγορίου,Βουλγαρικόν όργιον αίματος εις Δυτικήν Μακεδονίαν 1941-44[νεκρός σύνδεσμος], ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΣΟΣ, 1947.
  49. ↑ Εφημ. Ελληνική Φωνή Φλωρίνης της 23ης Φεβρουαρίου 1946 και Ριζοσπάστης με την ίδια ημερομηνία.
  50. ↑ Ρένος Αποστολίδης, Πυραμίδα 67 - Το βιβλίο του Εμφυλίου «Η Ζωή στο Ναδίρ» σσ.338-357, επανέκδ. 16-XI-΄95 ISBN 978-960-469-129-6.
  51. ↑ Κολιόπουλος 1995, τόμ. Β΄, σσ.233-254.
  52. ↑ Κολιόπουλος 1995, τόμ. Β΄, κεφ. Στ΄, σσ.203-232.
  53. ↑ Ενδεικτικά, βάσει της απογραφής του 1940, από τα 130 περίπου χωριά του Νομού Καστοριάς: το Ποιμενικό (Μπαψώρι) σήμερα ακατοίκητο είχε πραγματικό πληθυσμό 854 άτομα (νόμιμο 918), η Βυσσινιά 684, η Περικοπή Φλώρινας 545, η Βασιλειάδα 1.247, η Οξυά Καστοριάς 277, το Πολυκέρασο 403 άτομα.
  54. ↑ Κολιόπουλος 1995, τόμ. Β΄, κεφ. Ε΄, σσ. 163-202.
  55. ↑ «Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν. Καστοριάς Α.Ε :: Δρομολόγια». www.ktel-kastorias.gr. Ανακτήθηκε στις 18 Αυγούστου 2018.
  56. ↑ Αναστάσιος Ορλάνδος, Τα Βυζαντινά μνημεία της Καστοριάς, Τόμ.Δ΄, σ.186.
  57. ↑ Στυλ.Πελεκανίδης (1953), Καστοριά, Βυζαντιναί τοιχογραφίαι.
  58. ↑ Ορών δε τους Λατίνους κατιόντας πλείονα χρόνον τρίβοντας εν τω κατιέναι τον Παλαιολόγον Γεώργιον μετά αλκίμων ανδρών εισελάσας εις τους περί τους βουνούς πρόποδας την ακρολοφίαν κατέλαβεν… την σημαίαν δε το μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τεμένει στήναι. Και παραχρήμα εξαιτούνται τον αυτοκράτορα εκείσε ανοικοδομηθήναι ο ναός ουτοσί. Ο δε αυτοκράτωρ μάλα ταχέως επλήρου το αιτηθέν, αυτός δε της προς το Βυζάντιον είχετο νικητής επιφανέστατος. (Αλεξιάς, 16.1).
  59. ↑ Κτήτορες των Αγίων Αναργύρων ήταν ο Θεόδωρος Λιμνιώτης κα η σύζυγός του Άννα Ραδηνή, του Νικολάου του Κασνίτζη ο Νικηφόρος Κασνίτζης. Βλ. Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, σ. 38 και 56 αντίστοιχα, Εκδοτικός οίκος Μέλισσα.
  60. ↑ Middle Byzantine Churches of Kastoria, 1980, σ. 195 κ.ε.
  61. ↑ Early Crhristian and Byzantine Architecture, 1975, σ. 354-355.
  62. ↑ Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σ.116.
  63. ↑ Jenny Albani, Kastoria, Grove Art Online, Oxford Art Online, 2010, σ. 197.
  64. ↑ Νικόλαος Μουτσόπουλος, Καστοριά τα αρχοντικά, Έκδοσις Αρχιτεκτονικής, Αθήναι 1962.
  65. ↑ Νίκος Δόϊκος, Καστοριανά μνημεία, σσ.186-261, Εκδ. Χρωμογραφή, (1995), ISBN 960-7690-00-1.
  66. ↑ Πάνος Τσολάκης, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Εκδ. Επίκεντρο, 2009, ISBN 9789604582242.
  67. ↑ Γιάννης Ρούσκας, Το καστοριανό καράβι (1997) ISBN 960-85363-1-6.
  68. ↑ H.Byron, Athos, σελ.56.
  69. 1 2 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, σ.191.
  70. ↑ Πατριαρχικά έγγραφα, τόμ. Β΄, σ.486.
  71. ↑ Σοφία Δαγκλή-Παναγιωτίδου, Οι Στρατιώτες του νερού, σ.278, 2010, εκδ. Σύγχρονες Ορίζοντες ISBN 978-960-398-324-8.
  72. ↑ Παπαστρατής 2010.
  73. 1 2 «Εγγεγραμμένα σωματεία | Ηλεκτρονικό Μητρώο Αθλητικών Σωματείων με Ειδική Αθλητική Αναγνώριση». somateia2023.gga.gov.gr. Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2024.
  74. ↑ «Kastoria - Football Club.  Welcome to Main Page». kastoria-fc.com. Ανακτήθηκε στις 18 Αυγούστου 2025.
  75. ↑ «Kastoria - Football Club.  Welcome to Main Page». www.kastoria-fc.com. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2024.
  76. ↑ «Α.Γ.Σ.Κ. ΚΑΣΤΟΡΙΑ». Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2024.
  77. ↑ «Αθλητικός Γυμναστικός Σύλλογος Καστοριάς». ags-kastoria.blogspot.com. Ανακτήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2024.
  78. ↑ Team, Onsports (20 Μαρτίου 2013). «Καστοριά: Γιόρτασε με αίγλη τα 50 χρόνια της (video)». Onsports.gr. Ανακτήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2024.
  79. ↑ «Καστοριά: Το έπος των 'γουναράδων'». www.sport24.gr. Ανακτήθηκε στις 31 Αυγούστου 2022.
  80. ↑ «Σούπερ Καπ: Ένας… ξεχασμένος θεσμός». sport-fm.gr. Ανακτήθηκε στις 31 Αυγούστου 2022.
  81. ↑ «Αλλάζει όνομα ο «Μέγας Αλέξανδρος» Καλλιθέας – Μετονομάζεται… ΚΑΣΤΟΡΙΑ!». 12 Ιουλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2021.
  82. ↑ sentranews.gr. «Επίσημη παρουσίαση του ΑΣ Καστοριά 1980». ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΕΝΤΡΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ - sentranews.gr. Ανακτήθηκε στις 1 Ιανουαρίου 2024.
  83. ↑ «Άνοδος του "Α.Σ. ΚΑΣΤΟΡΙΑ 1980" στην Γ' Εθνική κατηγορία! Συγχαρητήρια της ΕΠΣ Καστοριάς». Φωνή της Καστοριάς. 6 Ιουνίου 2022. Ανακτήθηκε στις 31 Αυγούστου 2022.
  84. ↑ Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, Τόμος 13ος σ.579.
  85. ↑ Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας (1354-1833), σελ.446, Εκδόσεις Βάνιας, 1988.
  86. ↑ Ν.Σβορώνος, ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ. ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2004.
  87. ↑ ΕΠΟΧΕΣ, Τεύχος 15 σ.86, Παναγιώτης Μουλάς.
  88. ↑ Στο ζήτημα της εξασφάλισης της κυριότητος επί του Παναγίου Τάφου και των άλλων ιερών προσκυνημάτων συμπαραστάθηκαν ηθικά και υλικά πολλοί Έλληνες «άρχοντες», όπως ο Μανωλάκης Καστοριανός, ο Γεώργιος Καστοριώτης ή Καστριώτης, Νικόλαος Καραγιάννης, ο Παναγιώτης Νικούσιος έμπορος στη Βενετία, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και άλλοι. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, σ.134.
  89. ↑ Κ. Άμαντος, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή, 1932.
  90. ↑ Κ. Άμαντος Μακεδονικά σημειώματα....άχρι της σήμερον.
  91. ↑ Γεώργιος Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σσ.67,68, Έκδοση Πέτρου Κ.Ράνου, 1966.
  92. ↑ ΕΝ ΒΟΥΔΑ, Εν τω τυπογραφείω του Πανδιδακτηρίου,ννυν το τέταρτον (1818).
  93. ↑ Καθημερινή, ένθετο ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ,3-12-1995, σ. 28.
  94. ↑ Περιοδ. Επτά Εποχές, τεύχος Ιουνίου 15 (1964).
  95. ↑ Στρατιωτική Επιθεώρηση –Δελτίον ΝΟΕ-ΔΕΚ 2005.
  96. ↑ Διάλογος δύω(sic) φίλων, εν Λειψίαι εκ της τυπογραφίας Καρόλου Τάουνχνιτζ (1851).
  97. ↑ Από δακτυλογραφημένο απόγραφο χειρογράφων των απογόνων του στο Mainz am Rhein της Γερμανίας.
  98. ↑ Γεράσιμος Βώκος, Το Είκοσι Ένα,(1906).
  99. ↑ Επιστολαί Γ.Π.Κρέμου και ηθική Στιχουργία Α.Κ.Βυζαντίου, σ.ΙΙΙ (1870).
  100. ↑ Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα.
  101. ↑ «Παύλος Αργυριάδης (Paul Argyriades, Καστοριά, 1849 – Παρίσι, 1901)». www.rassias.gr. Ανακτήθηκε στις 30 Αυγούστου 2022.
  102. ↑ Κ.Χασιώτης, Η καταγωγή και το έργο του Ζωγράφου Β.Χατζή.
  103. ↑ 12 Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης σ.376.
  • Τσαμίσης, Παντελής (1949). Η Καστοριά και τα μνημεία της. Αθήνα: Ι. Λ. Αλευρόπουλος. 
  • Νίκος Δόϊκος, Καστοριανά μνημεία, Εκδ.Χρωμογραφή, (1995) ISBN 960-7690-00-1
  • Πάνος Τσολάκης, Ο Προσφυγικός Συνοικισμός της Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 2010 εκδ. Προσφυγικού Συλλόγου Απολλωνιαδιτών Καστοριάς ISBN 978-99561-09

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]