Καστοριά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°31′00″N 21°16′00″E / 40.5167°N 21.2667°E / 40.5167; 21.2667

Καστοριά
Πόλη
Άποψη της πόλης της Καστοριάς και της λίμνης της.
Καστοριά is located in Greece
Καστοριά
Καστοριά
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Δυτική Μακεδονία
Δήμος Καστοριάς
Έκταση 57 τ.χλμ
Υψόμετρο 703[1] μ
Πληθυσμός 13.387 (2011)
Τηλεφωνικός κωδικός 24670
Ιστοσελίδα http://www.kastoria.gov.gr/

Η Καστοριά είναι πόλη της Ελλάδας και πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Δυτικής Μακεδονίας. Ο πραγματικός πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 13.387 κατοίκους[2]. Είναι χτισμένη πάνω σε χερσόνησο της ομώνυμης λίμνης, σε υψόμετρο 703 m[1] από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στα βουνά Βίτσι και Γράμμο. Περιβάλλεται από τη λίμνη της και συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας ευρύτερης λωρίδας γης από επιχωματώσεις, δίνοντας την εντύπωση νησιού.

Στην μακραίωνη ιστορία της, μιάμιση χιλιετία από κτίσεως, γνώρισε πολιορκίες και κατακτήσεις από Βουλγάρους, Νορμανδούς και Τούρκους, διατηρώντας όμως μέχρι σήμερα σημαντικό αριθμό βυζαντινών εκκλησιών, κειμηλίων και αρχοντικών ως τεκμήρια της κατά καιρούς ακμής της, λόγω της επιτυχημένης εμπορίας και διακίνησης των γουναρικών σε σημαντικά κέντρα της Ευρώπης.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επικρατέστερη θεωρείται η άποψη ότι προήλθε από τους κάστορες[3] που ενδημούσαν για αιώνες σ΄αυτήν.

Ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού (527-565), Προκόπιος, αναφέρει πως η πόλη μεταφέρθηκε σε οχυρή θέση στη λίμνη, την οποία λίμνη ονομάζει, για πρώτη φορά, Καστορία.[4] Για το όνομα της πόλης, αναφέρει πως ο Ιουστινιανός: «...καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει»[5]. Δεν ειναι ξεκάθαρο αν με αυτή η φράση ο Προκόπιος εννοεί ότι την ονόμασε Ιουστινιανούπολη. Πάντως στον σύγχρονο του Ιουστινιανού, Συνέκδημο του Ιεροκλέους, αναφέρεται ακόμη ως Διοκλητιανούπολη. Με το ίδιο όνομα εμφανίζεται στο έργο Περί Βασιλείου Τάξεως του αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητου (10ος αι.), ωστόσο η αναφορά αυτή θεωρείται αναχρονισμός.[6].

Η Βυζαντινή ιστορικός Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι η λίμνη ονομάζεται η της Καστορίας, ενώ το όνομα της πόλης προέρχεται από τη λέξη κάστρον[7] Ωστόσο αυτή η ερμηνεία της Κομνηνής είναι λιγότερο πιθανή[3], αν και κατά τη μεταβυζαντινή εποχή συχνά αποκαλείτο κατά αυτόν τον τρόπο, όπως π.χ. στους κώδικες της Μητροπόλεως Καστοριάς, ενώ οι κάτοικοι της πόλης συνοδεύονταν επίσης από το προσωνύμιο «καστριώτης».[8] Η τουρκική ονομασία της πόλης είναι Kesriye (Κεσρίγιε), ονομασία που αναφέρει και ο περιηγητής του 17ου αι., Εβλιγιά Τσελεμπί,[9], ενώ η σερβική και βουλγαρική ονομασία της πόλης είναι Κοστούρ (Κυριλλικά: Костур). Κατά μια άποψη (Поповски, Търпо 1869-1913), η ονομασία Κοστούρ προέρχεται από το ότι η τοποθεσία μοιάζει με με σκελετό ψαριού (πέρκας).[10]

To όνομα της πόλης έχει συνδεθεί επίσης με τον Κάστορα, καθώς στην τοπική μυθολογία αναφέρεται πως κτίστηκε το 840 π.Χ. από τον αδελφό του Πολυδεύκη, μετά από χρησμό που έλαβε από το Μαντείο των Δελφών.[11]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απαρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε γειτονική περιοχή, κατά τον Βυζαντινό ιστορικό Προκόπιο, στο έργο του Περί κτισμάτων (553-555), βρισκόταν η «θεσσαλική» πόλη Διοκλητιανούπολη.[5][12][13] Η Διοκλητιανούπολη έχει ταυτιστεί από τους αρχαιολόγους με αρχαία πόλη στην περιοχή Αρμενοχώρι η οποία ανακαλύφθηκε πρόσφατα, 4 χιλιόμετρα νότια της Καστοριάς.[14]

Η Καστοριά χτίστηκε στη θέση της αρχαίας πόλης Celetrum (Κέλετρον), που μνημονεύεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο (64 π.Χ.-17 μ.Χ.)[15]. Ο Τίτος Λίβιος δεν αναφέρει την ακριβή θέση της, ωστόσο όλοι οι ιστορικοί την ταυτίζουν με αυτή της σημερινής πόλης[16]. Κατά τον Προκόπιο, η στρατηγική θέση και η φυσική ομορφιά της περιοχής προσείλκυσε το ενδιαφέρον των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Ο Ιουστινιανός Α' μετέφερε εκείνη την πόλη σε «νησί» στο κέντρο της λίμνης και την περιέβαλε με διπλό τείχος, από το οποίο σήμερα μόνον σπαράγματα σώζονται. Το κάστρο αποτελούσαν δύο γραμμές τειχών που άρχιζαν από ένα μέρος της όχθης του λαιμού στα νότια, προχωρούσαν προς τη βόρεια όχθη της λίμνης και κατέληγαν στο ανατολικό μέρος της λίμνης. Εκεί το κάστρο γινόταν πιο φαρδύ και σχημάτιζε το ογκωδέστερο μέρος του νησιού, καταμεσίς της λίμνης.[5]

Από το 927 μέχρι το 969, η Καστοριά ήταν υπό την κατοχή των Βουλγάρων, που εκδιώχθηκαν από τους Πετσενέγους με προτροπή των Βυζαντινών[εκκρεμεί παραπομπή]. Το 990, ο Τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ κατά την επιδρομή του στον ελλαδικό χώρο κατέλαβε και την Καστοριά, υπερνικώντας τη φυσική αλλά και την τεχνητή της οχύρωση[εκκρεμεί παραπομπή]. Το 1017, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος την πολιόρκησε αλλά απέτυχε να την καταλάβει.[17] Με την τελική κατάρρευση της βουλγαρικής αντίστασης, το 1019, η πόλη επανήλθε στους Βυζαντινούς.

Το Δεσποτάτο της Ηπείρου, στο οποίο ανήκε και η Καστοριά, όπως ήταν από το 1252 έως το 1315

Από το 1083, που εκδιώχθηκαν οι Νορμανδοί από τους στρατηγούς του Αλεξίου Κομνηνού, Νικηφόρο Βρυέννιο και Γεώργιο Παλαιολόγο μέχρι την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ' Σταυροφορία το 1204, η Καστοριά βρίσκεται άλλοτε υπό τους Νορμανδούς και άλλοτε στα χέρια των Βυζαντινών.

Κατά τη διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας (1096-1099), τμήμα Σταυροφόρων προερχόμενο από το Μπρίντιζι περνά από την Καστοριά και μέσω Αχρίδας κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη.[18] Μετά το 1204 οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι από τη γενική εξασθένηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, την κυριεύουν για τρίτη φορά. Ωστόσο η βουλγαρική κατοχή δεν διήρκεσε πολύ, αφού μετά από μικρό χρονικό διάστημα, όταν ο Μιχαήλ Β' Κομνηνός Δούκας συμμάχησε με τον άρχοντα Μακεδονίας και Θεσσαλίας[19] Ιωάννη Πετραλείφα, η πόλη περιήλθε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν ή Ντούσαν, «Κράλη» της Σερβίας (1331-1345), διαδέχονται αλβανικοί, «αφύλαρχοι», όπως αναφέρει ο Κατακουζηνός,[20] πληθυσμοί που κατακλύζουν τη δυτική Μακεδονία γύρω στα 1350. Οι Τούρκοι, ως οργανωμένος στρατός του οθωμανικού εμιράτου της Βιθυνίας, καταστρέφουν και δηώνουν τη μακεδονική ύπαιθρο, ώσπου να εγκαταστήσουν προοδευτικά την κυριαρχία τους στις μακεδονικές πόλεις και στη περιοχή. Η τουρκική κατάκτηση καλύπτει την εικοσαετία μεταξύ 1371 και 1394.[21]

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάληψη της Καστοριάς από τους Τούρκους τοποθετείται περίπου στο 1383. Έμεινε στην κατοχή τους επί περίπου πέντε αιώνες. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Καστοριάς αναδείχτηκε σε κέντρο ελληνισμού διατηρώντας την εθνική συνείδηση, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα. Την εποχή αυτή η περιοχή ανέπτυξε έντονη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα και γνώρισε άνθηση στις τέχνες και τα γράμματα. Ο Γεώργιος Καστοριώτης ή Γεώργιος Καστριώτης,[22] επιφανής Καστοριανός που έφτασε ως το αξίωμα του μεγάλου κομίσου, ίδρυσε το 1705 στη συνοικία Μουζεμβίκη την εκκλησιαστική του σχολή και το 1708 μετακάλεσε από τη Βενετία τον αναγνωρισμένο λόγιο, θεολόγο και συγγραφέα Μεθόδιο Ανθρακίτη.[23] Το 1710 ιδρύθηκε το Ανώτερον Σχολείον Κυρίτζη τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης.[24]

Κατά την πρώτη κρίσιμη και αποφασιστική περίοδο της αφύπνισης του Γένους και της σφυρηλάτησης της εθνικής συνείδησης, συμμάρτυρες του Ρήγα Βελεστινλή ήταν οι δυο Καστοριανοί αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ. Στενός συνεργάτης του Ρήγα ήταν ο Γεώργιος Θεοχάρης, που λόγω του εγνωσμένου κύρους του και της αυστριακής υπηκοότητός του απελάθηκε και προτίμησε τη Λειψία.[25] Κατά την επανάσταση του 1821 σημειώθηκαν αρκετές επιχειρήσεις στην περιοχή και ιδιαίτερα στο Βογατσικό. Καστοριανός ήταν ο οπλαρχηγός Ιωάννης Παπαρέσκας, ο οποίος πήρε μέρος στη σύνοδο της Μονής Δοβρά μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας, ο Ευάγγελος Ιωάννου,[26] ο Αναστάσιος Καρίτσης,[27] ο Δήμος Παναγιώτου,[27] οι Ναούμ Νικολάου, Κωνσταντίνος Νικολάου, Ιωάννης Καραμπίνας,[28] Ευάγγελος Ιωάννου, Ζήσης Δημητρίου[29] κ.α.[30][31]

Στα 1867 ιδρύθηκε, με πρωτεργάτη τον Αναστάσιο Πηχεών, η Εθνική Επιτροπή, με πρώτα μέλη τους γιατρούς Ιωάννη Σιώμο και Αργύριο Βούζα και τους Νικόλαο Τουτουντζή, Βασίλειο και Νικόλαο Ωρολογόπουλο Ρέτζη και Απόστολο Σαχίνη. Γρήγορα διευρύνθηκε, ιδιαίτερα προς την Κλεισούρα, όπου ο Πηχεών είχε διατελέσει δάσκαλος από το 1862 και είχε συνδεθεί τότε στενά με τον γνωστό γιατρό Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η νέα «Φιλική Εταιρεία», όπως ονομάσθηκε μετά τη διεύρυνσή της, απέβλεπε στο ξεσήκωμα της Μακεδονίας εναντίον των Τούρκων. Αρχές του 1888 συνελήφθησαν από τους Τούρκους δεκαπέντε Κλεισιουριώτες και περισσότεροι από σαράντα Καστοριανοί μαζί με Μπογκατσιώτες, Κορυτσιώτες κ.α. που οδηγήθηκαν τελικά στις φυλακές του Μοναστηρίου για να δικαστούν.[32]

Μακεδονικός αγώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), ο Σουλτάνος της έδωσε το δικαίωμα να ιδρύσει μητρόπολη, εκεί όπου διέθετε την πλειοψηφία των 2/3 των πιστών ή ένα ναό αν την ακολουθούσε το 1/3 των πιστών[33] με την πρόνοια της τιμωρίας όσων θα επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν τα παραπάνω για να ενσπείρουν διχόνοια και αναταραχή («Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τὢν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειών θά τιμωρηθούν, σύμφωνα μέ τό νόμο»)[34].

Η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε τον πυρήνα προετοιμασίας και δράσης του ένοπλου απελευθερωτικού Μακεδονικού Αγώνα. Ήδη από το 1867, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύθηκε η Εθνική Επιτροπή. Αν και στην πόλη της Καστοριάς ήταν αναμφισβήτητη η κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου,[35] σε αρκετά χωριά της υπαίθρου υπήρχε σταδιακή και αυξανόμενη βουλγαρική διείσδυση, μετά τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας και ιδιαίτερα μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.[36] Φυσικό επακόλουθο ήταν να οργανωθεί και να ενταθεί, μετά την εξέγερση του Ίλιντεν [37], το 1903, η αντίσταση και να αναδειχθούν σημαντικές ιστορικές μορφές, όπως ο Παύλος Μελάς, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Ίων Δραγούμης. Σημαντικοί Καστοριανοί οπλαρχηγοί έδρασαν την περίοδο αυτή, όπως ο Αριστείδης Μαργαρίτης, ο Κωνσταντίνος Γκολογκίνας, ο Σπυρίδων Δούκης και ο Χρήστος Δούκης, ο δάσκαλος Βασίλειος Μελεγκάνος[38] κ.α.[39]

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καστοριά απελευθερώθηκε κατά τον Α' Βαλκανικό πόλεμο, στις 11 Νοεμβρίου του 1912 και ο Άγιος Μηνάς τιμάται ως ελευθερωτής της πόλης.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την επακολουθήσασα υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης [40], αρχικά εγκαταστάθηκαν στον Νομό Καστοριάς 388 Έλληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες [41]. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων έφθασαν στην πόλη της Καστοριάς (17-8-1924) 43 οικογένειες ψαράδων από την Απολλωνιάδα της Βιθυνίας [42], ύστερα από ενέργειες του τοπικού Γραφείου Εποικισμού, για να ασχοληθούν με το ψάρεμα στη λίμνη.[43]

Όταν ο Ιταλικός Στρατός κατέλαβε την Αλβανία, τον Απρίλιο του 1939, υπήρξε ανησυχία στον πληθυσμό της περιοχής για την πιθανότητα ιταλικής επίθεσης, ιδιαίτερα μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Το πρωί της Δευτέρας, στις 28 Οκτωβρίου 1940, οι κάτοικοι της πόλης ξύπνησαν από τα αναγνωριστικά ιταλικά αεροπλάνα και τις βροντές που προέχονταν από τα πυρά του πυροβολικού στα σύνορα. Η πόλη της Καστοριάς έπειτα βομβαρδίστηκε από ιταλικά βομβαρδιστικά και αναφέρθηκαν άμαχοι ανάμεσα στους νεκρούς και αρκετοί τραυματίες.[44] Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου[45] ήταν σημαντική η συμβολή των κατοίκων της περιοχής στον αγώνα κατά των Ιταλών, Βουλγάρων και Γερμανών κατακτητών. Η άλλοτε ανθηρή εβραϊκή κοινότητα (κατά την επίσημη οθωμανική επετηρίδα του Βιλαετίου Μοναστηρίου του 1891, ζούσαν στην Καστοριά 5.615 κάτοικοι, από τους οποίους 774 ήταν Εβραίοι[46]) έπαψε να υφίσταται με τη βίαιη μεταφορά, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες (24 Μαρτίου 1944), 763 Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης απ΄ όπου επέστρεψαν μόνον 35.[47] Ως συνέπεια της ελονοσίας,[48] του υποσιτισμού και της αβιταμίνωσης[49], παρατηρήθηκε στην περιοχή ραγδαία αύξηση των περιστατικών φυματιώσεως[50] Ο γιατρός και τότε δήμαρχος της πόλης, Σαράντης Τσεμάνης, ως μάρτυρας κατηγορίας κατά των Ιταλών και Βουλγάρων εγκληματιών πολέμου στη Δυτική Μακεδονία το 1941-44 (πχ Ράβαλι, Άντον Κάλτσεφ)[51] στη Αθήνα το 1946, προκάλεσε αίσθηση στο δικαστήριο, όταν με παλλόμενη φωνή είπε: «... η νεολαία της Δυτικής Μακεδονίας είναι καταδικασμένη εις τον δια φυματιώσεως θάνατον. Έχει κοκκινίσει το χώμα από τας αιμοπτύσεις. Η Καστοριά πρέπει να μεταβληθεί εις ένα απέραντον Σανατόριον, δια να γιάνη τα αγιάτρευτα, που ετσάκισαν, νιάτα της».[52]

Στην περίοδο του Εμφυλίου πολέμου (1946-1949), η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε το επίκεντρο εξέλιξης της ένοπλης αιματοχυσίας και των θλιβερών κοινωνικών συνεπειών που ακολούθησαν. Οι σφοδρές μάχες στα ορεινά της συγκροτήματα στον Γράμμο και στο Βίτσι[53] προκάλεσαν απερίγραπτα δεινά στην πόλη. «Στην ασφυκτικά κατοικημένη και στενά πολιορκημένη Καστοριά παρουσιάζονταν συχνά σοβαρές ελλείψεις βασικών ειδών, όπως καυσόξυλα, φωτιστικό πετρέλαιο και είδη διατροφής... όσοι τολμούσαν να εξέλθουν στα γειτονικά χωριά προς ξύλευση, αντιμετωπίζονταν από τους Αντάρτες ως πράκτορες των Μοναρχοφασιστών (sic) και από τις κρατικές αρχές ως πράκτορες των Σλαβοκομμουνιστών (sic)». [54] Ομάδες υποσιτισμένων ρακένδυτων παιδιών περιφέρονταν στους δρόμους αναζητώντας τροφή ενώ τα λίγα κρεβάτια στα κρατικά νοσοκομεία δεν επαρκούσαν ούτε για τους τραυματίες από τις μάχες και τις νάρκες.[55]«Τον Ιούνιο του 1949 καταμετρήθηκαν 77.822 καταφυγόντες[56] των μερικώς ή ολικώς εγκαταλελειμμένων χωριών της περιοχής για να φθάσουν συνολικά σε διάφορες πόλεις από όλη τη πληττόμενη γεωγραφική ζώνη τις 684.507 την ίδια εποχή.»[57] Κάτω από αυτές τις συνθήκες αρκετά παιδιά κυρίως των πληγέντων από τον ανταρτοπόλεμο που είχαν χάσει τον ένα ή τους δυο γονείς τους, και όσα δεν τύχαιναν στοιχειώδους οικογενειακής φροντίδας, μεταφέρθηκαν στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορική εξέλιξη πληθυσμού Δημ. Ενότητας Καστοριάς (Καστοριά, Απόσκεπος, Κεφαλάριον, Χλόη)[58]
Έτος Πληθυσμός  %±
1940 11.121 _
1951 10.049 -9,6
1961 11.778 17,2
1971 16.043 36,2
1981 17.915 11,6
1991 17.094 -4,6
2001 17.038 -0,3
2011[2] 16.958 -0,5

Βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καστοριά με τις περίπου 80 εκκλησίες της είναι η μόνη πόλη στην Ελλάδα που σώζει σε μεγάλο βαθμό αδιάλειπτα τη βυζαντινή [59] και μεταβυζαντινή μνήμη. Με εξαίρεση το Άγιον Όρος, μόνο στην Καστοριά υπάρχουν φορητές εικόνες της Κρητικής Σχολής και μάλιστα πρώιμης χρονολογίας. Οι εκκλησίες, οι τοιχογραφίες,[60] οι φορητές εικόνες και τα αρχοντικά, είναι μάρτυρες οικονομικής ακμής και πολιτισμού σχεδόν 10 αιώνες περίπου. H ανέγερση των εκκλησιών της Καστοριάς, όπως του Αγίου Γεωργίου (1085) από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Κομνηνό[61], συνεχίστηκε από την εκάστοτε τοπική αριστοκρατία, όπως π.χ. οι εκκλησίες των Αγίων Αναργύρων και του Νικολάου Κασνίτζη.[62] Το μοναστήρι της Μαυριώτισσας του 11ου αιώνα είναι τοιχογραφημένο και στην εξωτερική όψη, όπως συνηθίζεται στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Στις τοιχογραφίες του ναού, επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είχαν αφαιρεθεί τα μάτια από όλα τα εικονιζόμενα πρόσωπα.

Μερικές από τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες που σώζονται σήμερα στη Καστοριά είναι οι:

Η Παναγία Kουμπελίδικη (φωτ.2014)
  • Η Παναγία Καστριώτισσα ή Σκουταριώτισσα, γνωστή ως Κουμπελίδικη, αρχές του 11ου αι. (1020-1025) κατά την επικρατέστερη άποψη (Krautheiemer, Wharto-Epstein)[63] που βασίζεται στο ιστορικό γεγονός της λήξης των επιχειρήσεων (1019) για την εκδίωξη των Βουλγάρων από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο.[64] Είναι η μοναδική εκκλησία της Καστοριάς με τρούλο και η μοναδική με την απεικόνιση της Αγίας Τριάδας.
  • Το καθολικό της Ιεράς Μονής της Μαυριώτισσας (περί τα τέλη του 11ου αι.) που προϋπήρχε της Κουμπελίδικης ως μοναστηριακό συγκρότημα.
  • Ο Άγιος Στέφανος του (10ου αι.) είναι η μοναδική παλιά εκκλησία με γυναικωνίτη.
  • Ο Ταξιάρχης Μητροπόλεως (11ου αι.)
  • Οι Άγιοι Ανάργυροι (12ου αι.) είναι ο μοναδικός ναός στην Καστοριά με μαρμάρινο διάκοσμο, αμφικιόνια, επίκρανα και περιθυρώματα με ποικίλα ανάγλυφα σε όλες τις πύλες.
  • Ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτζη (δεύτερο ήμισυ 12ου αι.). Ονομάσθηκε έτσι από τον κτήτορά της, μάγιστρο Νικηφόρο Κασνίτση, για να διακρίνεται από τους υπόλοιπους 11 ναούς που είναι αφιερωμένοι στον ίδιο Άγιο.
  • Ο Άγιος Αθανάσιος του Μουζάκη κοντά στη Μητρόπολη. Είναι μικρή μονόχωρη ξυλόστεγη εκκλησία με κτητορική επιγραφή Θεοδώρου Μουζάκη: Ανειγέρθη κέ ὴνεκενίστει ἐκ βάθρου κέ κόπου κέ μόχθου ὁ θείος και πάνσεπτος ναός οὐτος...ςω∫ϟβ΄ (1392)
  • Ο Ναός Αγίων Τριών (14ου αι.)
  • Ο Ναός Αγ. Νικολάου Μαγαλειού (16ου αι.)

Αγιογραφίες- Εικονογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειρήνη Παλαιολογίνα (κόρη του Θεόδωρου Κομηνού Δούκας[65] σε εξωτερική τοιχογραφία του Ταξιάρχη Μητροπόλεως

Μετά τον Άγιο Στέφανο, ο Ταξιάρχης Μητροπόλεως (υπάρχει και ο Ταξιάρχης στο παλαιό Γυμνάσιο) είναι η δεύτερη εκκλησία στην Καστοριά που διατηρεί σε σημαντική έκταση τοιχογραφίες του 13ου αι., μεταξύ των οποίων διακρίνεται η μητέρα του αφιερωτή Μιχαήλ Ασέν Α΄, Ειρήνη Κομνηνή, ο Επιτάφιος Θρήνος και η δεομένη Παναγία.

Η τεχνοτροπική ομοιότητα των τοιχογραφιών του 11ου αι. στους ναούς του Αγίου Στεφάνου και του Ταξιάρχη Μητροπόλεως δηλώνει την επαφή των εργαστηρίων της πόλης με άλλα καλλιτεχνικά κέντρα, όπως της Καππαδοκίας και βεβαίως της Κωνσταντινούπολης. Η πλειονότητα των έργων του 12ου αι. χαρακτηρίζεται για την εκφραστικότητα των προσώπων, την επιβλητικότητα και τη δυναμική των μορφών. Οι Άγιοι Ανάργυροι και ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτση (πλατεία Ομόνοιας) είναι ναοί με χαρακτηριστικά δείγματα της υψηλής τέχνης που αναπτύχθηκε τον 12ον αι. Ακμάζουσα σχολή τοιχογραφίας και αγιογραφίας αναπτύχθηκε στην Καστοριά κατά το 12ο αιώνα, κυρίως αντικλασικής τεχνοτροπίας, ενώ σπουδαία δείγματα έργων που βρίσκονται σε εκκλησίες της πόλης μαρτυρούν την παρουσία εργαστηρίων[66] προερχόμενα από σημαντικά καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής. Το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, διαδοχικές στρατιωτικές εκστρατείες συντέλεσαν στην παρακμή της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης. Κατά το δεύτερο μισό του αιώνα σημειώθηκε ωστόσο νέα περίοδος ακμής, κατά την οποία περατώθηκε εκτενές πρόγραμμα τοιχογραφιών, πιθανώς από τοπικά εργαστήρια ή από καλλιτέχνες με καταγωγή από την Καστοριά. Η πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης συνέχισε να γνωρίζει ακμή κατά τον 15ο αιώνα, με την ανοχή των οθωμανικών αρχών. Το ύφος που διαπνέει τα έργα αυτής της περιόδου διακρίνεται για τα αντικλασικά στοιχεία του και ταυτόχρονα από τη διάθεση ανανέωσης της βυζαντινής τέχνης, εισάγοντας καινοτομίες από καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης.[67]

Αξιοσημείωτες αναφορές για τη γουνοποιία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζί με τη λίμνη της,[68] ευρύτατα γνωστό χαρακτηριστικό της πόλης είναι η δραστηριοποίηση των κατοίκων της για περισσότερα από πεντακόσια χρόνια στην τέχνη της γουναρικής (την πρώτη έγγραφη μαρτυρία εντοπίζουμε σε Πατριαρχικόν σιγίλλιον έτους 1574, με το οποίο ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ανέθεσε τον έλεγχο της περιουσίας των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους στην περίφημη συντεχνία των Καστοριανών γουναράδων της Κωνσταντινουπολίτικης παροικίας).[69], της οποίας τη σύσταση ανάγουν οι ερευνητές στον 16ο αι. Το 1780 ο πατριάρχης Σωφρόνιος, ύστερα από αίτηση των μοναχών του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου, ανέθεσε στους γουναράδες την επιστασία της ιστορικής μονής.[70]

Η γούνα αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο ενδυμασίας και ήταν σύμβολο αρχοντιάς και τρόπος κοινωνικής προβολής. Ο Γάλλος περιηγήτης Αντουάν Ολιβιέ (Antoine Olivier)[71], στο τέλος του 17ου αι., μιλώντας για τους Έλληνες της Πόλης, αναφέρει ότι οι πλούσιοι φορούσαν τον χειμώνα δυο και τρεις γούνες, τη μιά επάνω στην άλλη εν πέντε σισύραις εγκεκυρδυλημένος, όπως έγραφε στα 1880 ο Γεώργιος Βιζυηνός από το Γκαίτιγκεν της Γερμανίας). Αλλά και οι φτωχοί χρησιμοποιούσαν ευτελέστερες γούνες, από λαγό, τσακάλι ή αρνί. Οι περισσότερες γυναίκες, γράφει χαρακτηριστικά, έχουν δέκα και δώδεκα φουστάνια με γουναρικά που μερικά από αυτά αξίζουν 15.000-20.000 φράγκα. Αυτή τη ματαιόδοξη τάση επιδείξεως της διοικητικής και οικονομικής αριστοκρατίας της Κωνσταντινουπόλεως εκμεταλλεύθηκαν οι οι Έλληνες γουναράδες και δημιούργησαν το προσοδοφόρο επάγγελμα και εμπόριο που απλώνονταν και έξω από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία, στη μακρινή Ολλανδία. Η οικονομική ευεξία των γουναράδων της Κωνσταντινουπόλεως ιδιαίτερα στον 18ο αι. υπήρξε σημαντικός παράγοντας όχι μόνο για την επιβολή τους ανάμεσα στους ομοεθνείς, αλλά και για την άσκηση επιρροής στους Τούρκους αξιωματούχους, από τους ανωτέρους ως τους κατωτέρους. Επικεφαλής της συντεχνίας (πρωτομαϊστορες)[72] αναφέρονται πρόσωπα που βοήθησαν στην πραγματοποίηση κοινωφελών έργων. Ανάμεσά τους την πρώτη ασφαλώς θέση κατέχει ο Μανωλάκης Καστοριανός, προστάτης των γραμμάτων και ενισχυτής σχολείων, ο πρωτομαϊστωρ Αθανάσιος που διέθεσε το 1720 μεγάλο ποσό για την επισκευή του πατριαρχικού ναού και άλλοι.[73] Στα τέλη του 19ου αι., διερχόμενος από την Αχρίδα, ο Βίκτωρ Μπεράρ γράφει ότι το 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι.[74]

Η τέχνη της γουναρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τέχνη των Καστοριανών γουνοποιών συνιστάται στην ειδική επεξεργασία των χορδάδων (αποκομμάτων δερμάτων, αυτά δηλαδή που αποκόπτονταν από άλλους ως φύρα) που χειρίζονται με μοναδικό τρόπο και με ιδιαίτερη τεχνική. Η σχετική ζήτηση ανέκυψε όταν, λόγω της μεγάλης ζήτησης των γουναρικών, με σουλτανικό διάταγμα απαγορεύτηκε για κάποια χρονική περίοδο η χρήση τους[75] το 1713 γιατί επήλθε «σπάνις γουνών». Τότε (18ος αι.) ανέκυψε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα αποκόμματα για να καλύψουν τη μεγάλη ζήτηση. Πρόκειται για συρραφή μικρών τεμαχίων που κόβονται σε μικρότερες λωρίδες και υπολωρίδες για να επιτευχθεί ο ομοιόμορφος, ελκυστικός, εντυπωσιακός και ενιαίος φυσικός χρωματισμός, η επιθυμητή φορά του τριχώματος. Τα τεμάχια αυτά προέρχονταν από ό,τι απέμενε από τα δέρματα - κεφάλι, πόδι, κοιλιά - τα οποία έρχονταν, ως μη εκμεταλλεύσιμα, από την Αμερική στα εργαστήρια της Καστοριάς μέσα σε μεγάλες λινάτσες καλά συρραμένες («μπάλες»)[εκκρεμεί παραπομπή]. Έτσι προέκυψαν διάφορες ειδικότητες όπως ο διαλογέας, ο κόφτης, καθώς και ο «χρωματιστάς» ο οποίος ξεχώριζε κατά χρώματα τα κομμάτια τού δέρματος, αλλά και κατά είδος (ζερβά ποδαράκια, δεξιά ποδαράκια, γιατί δεν χρησιμοποιούνταν μαζί στο ίδιο παλτό, κεφάλια, ουρές κτλ., π.χ. το μαύρο γουναρικό υπήρχε σε δέκα και περισσότερες αποχρώσεις).[76] Άλλες ειδικότητες ήταν η «καμπαντοσύνη» (ομογενοποίηση της φοράς του τριχώματος), η συρραφή σε ειδικές μηχανές, ο «σταματωτάς» (σταματώνει, βρέχει και τεντώνει τα δέρματα σε ξύλινες τάβλες, τα σταματούρα) και η έκθεση στον ήλιο των συρραμένων κομματιών. Όλα αυτά κατέστησαν τις γούνες της Καστοριάς περιζήτητες στην παγκόσμια αγορά και προσέδωσαν στην πόλη τη γνωστή της φήμη και την οικονομική, κατά καιρούς, ευεξία της. Το χαμηλό κόστος των χορδάδων, ο καταμερισμός της εργασίας και η εξιδίκευση, με πρώτιστη αυτή του χρωματιστά, έκαναν περιζήτητες τις γούνες της Καστοριάς. ΄Ενας πολύ καλός χρωματιστάς μπορεί να πετύχει μέχρι και δέκα αποχρώσεις διαφορετικών αποκομμάτων π.χ. του γκρι-γκρι, σχιστόλιθου, ανοιχτού γκρι, στάχτης, ασημί, ομίχλης, απαλού μπλέ, λεβάντας, απαλού γκρι, cool.[εκκρεμεί παραπομπή]

Κατά τον Θρασύβουλο Παπαστρατή, την τέχνη της γουνοποιίας την έφεραν στην Καστοριά οι εκ Ισπανίας Σεφαρδίτες Εβραίοι (1492- 1498), από την Αχρίδα.[77]

Τα αρχοντικά της Καστοριάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείγματα της λαμπρής άνθησης της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας των κατοίκων της Καστοριάς κατά τη διάρκεια ιδιαίτερα του 18ουαι. (1710-1726) και (1760 ως το τέλος του αιώνα) αποτελούν τα πολυάριθμα πανύψηλα αρχοντικά της καμωμένα για τις βιοτικές ανάγκες των ενοίκων της. Ήταν τότε που υπογράφηκαν διάφορες διεθνείς συνθήκες και επεκράτησε ειρήνη και ελευθερία επικοινωνίας στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη.[78] Παρουσιάζουν ακόμα και σήμερα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ως οικιστικό σύνολο. Με εσωτερικούς χωρισμένους λειτουργικούς χώρους, εσωτερικές διακοσμήσεις, περίτεχνα ξυλόγλυπτα στα σανιδώματα στις οροφές, πολύχρωμους υαλωτούς φεγγίτες υψηλής αισθητικής, ζωφόρους κατάκοσμους, πλήθος φυτομορφικών διακοσμήσεων και ρόμβων δημιουργούν και συνθέτουν ένα ιδιότυπο εσωτερικό χώρο, που βρίσκει την καλύτερη έκφρασή του στην Καστοριά, ένα ιδιότυπο μακεδονικό ρυθμό.[79] Είναι κατ΄εξοχήν δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Γενικά στα αρχοντικά της Καστοριάς υπάρχει μια ισορροπία σε σχέση με το περιβάλλον, ενώ διατηρούν ακέραιες τις αρετές του μέτρου και της ανθρώπινης κλίμακας.[80] Ανάλογα με την κλίση του εδάφους ήταν τριώροφα και τετραώροφα, όταν δεν υπήρχε κλίση ήταν μόνο το ισόγειο, το μεσοπάτωμα και ο όροφος. Τα μεγάλα σπίτια για πρώτη φορά απέκτησαν τζαμλίκια και ξύλινα παράθυρα που οι Τούρκοι τα αποκαλούσαν «κιρκ πεντζέρ» (=σαράντα παραθύρια)[εκκρεμεί παραπομπή].

Η λίμνη της Καστοριάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Λίμνη Ορεστιάδα
Αργυροπελεκάνοι τον χειμώνα στη λίμνη της Καστοριάς.
Υδρόβια βλάστηση δίπλα στη πόλη.

Η λίμνη της Καστοριάς βρίσκεται σε υψόμετρο 620μ. Έχει σχήμα έλλειψης και τα νερά της περιβρέχουν την πόλη. Έχει επιφάνεια 28,655 τετραγωνικά χλμ. μέγιστο μήκος 7.500μ., μέγιστο πλάτος 5.425μ.[81] και είναι η ογδόη σε μέγεθος λίμνη στην Ελλάδα.[82] Το βάθος της κυμαίνεται από 8-12 μέτρα και η μέση θερμοκρασία είναι 22 βαθμοί Κελσίου. Η λίμνη έχει πολλές εισροές νερού από τα δυτικά και μια εκροή στον ποταμό Αλιάκμονα. Σε παλαιότερη εποχή η λίμνη περιέβαλλε εξ ολοκλήρου το βραχόβουνο που σχημάτιζε έτσι νησίδα.[83]

Αξιόλογοι Καστοριανοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καστοριανοί συγγραφείς- Λογοτέχνες και Διηγηματογράφοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Όπως δημοσιεύτηκε στον τόμο απογραφής πληθυσμού και κατοικιών του 1971, πίνακας 4, Μέσος σταθμικός των υψομέτρων εκάστου δήμου ή κοινότητος, σ. 441.
  2. 2,0 2,1 Ελληνική απογραφή 2011, πραγματικός πληθυσμός.
  3. 3,0 3,1 Κ. Άμαντος, Μακεδονικά Σημειώματα, Νέα Εστία, έκτακτο τεύχος, Χριστούγεννα 1932, σ.72.
  4. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Δ', 3.273 : «Λίμνη δε τις αυτή εν γειτόνων τυγχάνει ούσα ή (η οποία) Καστορία ωνόμασται».
  5. 5,0 5,1 5,2 Προκόπιος Περί κτισμάτων, 4.2.3. Πόλις δέ ἦν τις ἐπί Θεσσαλίας, Διοκλητιανούπολις ὄνομα, εὺδαίμων μέν τό παλαιόν γεγενημένη, προϊόντος δέ τοῦ χρόνου, βαρβάρων οἱ ἐπιπεσόντων καταλυθεῖσα καί οἰκητόρων ἔρημος γεγονυία ἐπί μακρότατον·λίμνη δέ τις αὐτῇ ἐν γειτόνων τυγχάνει οὖσα ῆ Καστορία ὠνόμασται καί νῆσος κατά μέσον τῆς λίμνης τοῖς ὑδασι περιβέβληται.μία δέ εἰς αὐτήν εἰσοδος ἀπό τῆς λίμνης ἐν στενῷ λέλειπται, οὐ πλέον ἐς πεντεκαίδεκα διηκούσα πόδας.ὄρος τε τῇ νήσῳ ἐπανέστηκεν ὺψηλόν ἄγαν, ἢμισυ μέν τῇ λίμνῃ καλυπτόμενον, τῷ δέ λειπομένῳ ἐγκείμενον.διό δή ὁ βασιλεύς οὖτος τόν Διοκλητιανουπόλεως ὑπεριδών χῶρον ἅτε πού διαφανῶς εὐέφοδον ὄντα καί πεπονθότα πολλῷ πρότερον ἄπερ ἐρρήθη, πόλιν ἐν τῇ νήσῳ ὀχυρωτάτην ἐδείματο καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει.
  6. The Oxford Dictionary of Byzantium, λήμμα Kastoria.
  7. Η λέξη προέρχεται από τη λατινική λέξη castrum). βλ. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, 6.1.1.12 (1137-1148 μ.Χ.) : «Λίμνη τίς ἐστί ἡ τῆς Καστορίας ἐν ᾗ τράχηλος ἀπό τῆς χέρσου εἰσέρχεται καί περί τό ἀκρον εὺρύνεται εἰς πετρώδεις βούνους ἀποτελευτῶν. Περί δε το τράχηλον και πύργοι και μεσόπυργοι ωκοδόμηνται κάστρου δίκην, όπερ και Καστορία ονομάζεται». Απόδοση στη νεοελληνική: Αλόη Σιδέρη, Εκδ. ΑΓΡΑ, ISBN 960-325-107-0.
  8. Δρακοπούλου (1997), σελ. 14.
  9. Tevfik Temelkuran, Necati Aktaş, Mümin Çevik, Evliya Çelebi seyahatnamesi, τ.5-6, εκδ. Üçdal Neşriyat, 1978, σ.1829.
  10. Поповски, Търпо. Македонски дневник. Спомени на отец Търпо Поповски, Издателство Фама, София, 2006, стр. 5.
  11. Μουτσόπουλος Ν. (1974), Καστοριά, Ιστορία, Μνημεία, Λαογραφία, ΣΤ', Επιστημονική Επετηρίς Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1974, σ.273. Αναφέρεται στο Δρακοπούλου (1997), σελ. 15.
  12. Αντώνιος Κεραμόπουλος, Ορεστικόν Άργος-Διοκλητιανούπολις- Καστορία, Βυζαντινά και Νεοελληνικά Χρονικά, σελ. 56-59, Αθήνα 1932.
  13. Διονύσιος Ζακυθηνός, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών σπουδών έτος ΙΖ΄σελ. 225-226, Αθήνα 1941.
  14. Διοκλητιανούπολη (Άργος Ορεστικό), Οδυσσεύς, Υπουργείο Πολιτισμού. Ανακτήθηκε 13/09/2016.
  15. Δημήτρης Κ. Σαμσάρης, Ιστορική γεωγραφία της ρωμαϊκής επαρχίας Μακεδονίας (Το τμήμα της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας), Θεσσαλονίκη 1989 (Έκδοση της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών), σ.152
  16. Oppidium Celetrum: Ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού Καστοριάς.
  17. The New Cambridge Medieval History: c. 900 - c. 1024, τ.ΙΙΙ, σ. 600, Cambridge University Press, 2000, ISBN 0-521-36447-7.
  18. Παγκόσμια Ιστορία, Τόμ.Β΄, εκδ. Αθηνών σ.341.
  19. D.Nikol, The Despotates of Epiros, Οξφόρδη 1957, σ.214.
  20. Ιωάννης Κατακουζηνός, Ιστορία, Βιβλίο Δ΄.
  21. Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σ.119, εκδ. ελληνικά γράμματα, 2009, ISBN 978-960-19-0326-2.
  22. Περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, Μηνιαία έκδοση Πνευματικού προβληματισμού και Γενικής Παιδείας Αγγέλου Τερζάκη, Τεύχος 15, σ.86.
  23. Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, σσ.159-160.
  24. 24,0 24,1 Ματθαίος Παρανίκας (1867), σσ. 53-54.
  25. E. Legrand, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των σύν αυτώ μαρτυρησάντων, Αθήναι 1891, μετάφρ, Σπ.Λάμπρου, σ.101-105.
  26. Αρχεία του Κράτους - Φύλλο Μητρώου Αγωνιστών.
  27. 27,0 27,1 Γ. Χιονίδης, Οι εις τα μητώα των αγωνιστών του 1821 αναγραφόμενοι Μακεδόνες, περιοδικό Μακεδονικά 12 (1972), ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη, σ. 34-65.
  28. Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, σ.18, Εκδ.Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, 1991, ISBN 960-343-017-X.
  29. επιμέλεια Κ. Διαμάντης, Τα ιστορικά έγγραφα του αγώνος του 1821 των Γενικών Αρχείων του Κράτους εις περιλήψεις και περικοπάς (Κατάλογος Πρώτος). Τόμος τιμητικός επί τη 150ετηρίδι της Επαναστάσεως του 1821, τύποις Τσιρώνη, εν Αθήναις, 1971
  30. History of Macedonia 1354-1833, A. Vacalopoulos.
  31. Διαδικτυακές Πύλες, Δήμος Καστοριάς, Η Πόλη της Καστοριάς, Ιστορία - Πολιτισμός, Τουρκοκρατία, Αντίσταση κατά των Τούρκων.
  32. Νικόλαος Δημ. Σιώκης. «Ο Μακεδονομάχος ιατρός Ιωάννης Αργυρόπουλος (1852-1920)». Πρακτικά συνεδρίου για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά. Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, σελ. 197-198. http://media.ems.gr/ekdoseis/makedoniki_bibliothiki/ekd_makb_makedonikos_agon_100.pdf. 
  33. Ανδρέας Νανάκης, Εκκλησία-Γένος-Ελληνισμός, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1993.
  34. ΑΡΘΡΟ Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο σουλτάνος για τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας.
  35. Βίκτωρ Μπεράρ 1892, σ.366: «Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια• οι Εβραίοι περισσότεροι είναι γύρω στις 250-300 οκογένειες• στον αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες, 1.000 με 1.200 σπίτια.»
  36. Σπυρίδων Σφέτας, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις (1880-1908).
  37. Σπυρίδων Σφέτας, Η πορεία προς το Ίλιντεν, ο αντίκτυπος της εξέγερσης του Ίλιντεν στην Ελλάδα και οι απαρχές της ένοπλης φάσης του Μεκεδονικού Αγώνα.
  38. Λεωνίδας Παπάζογλου, φωτ. αρχείο σ. 101, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, 2004 ISBN 960-88028-2-2. Κατά τα Απομνημονεύματα του Καραβαγγέλη: Το πτώμα έφερε τριάντα λογχισμούς (φωτογραφία Λεωνίδα Παπάζογλου). «Ο νεκρός μεταφέρθηκε από τους συγγενείς του για διαμαρτυρία και ερρίφθη ημίγυμνος εις το Διοικητήριον, το οποίον περιεκυκλώθη υπό πάσης σχεδόν της πόλεως, ζητούσης την απέλασιν εκ Καστορίας του προ 25ετίας άνευ λόγου διαμένοντος Βουλγάρου ιερέως άνευ κοινότητος βουλγαρικής».
  39. Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι, επιστημονική επιμέλεια Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, ΕΜΣ, εκδόσεις University Studio Press. Θεσσαλονίκη 2008.
  40. Ι. Γιαννόπουλος, «Η Διεθνής Συνδιάσκεψη και η Συνθήκη της Λωζάνης», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ΄, σ.260-271.
  41. Εφημ. Καστορία 5-5-1923.
  42. εφημ. Καστορία, 16-11-1924, 23-11-1924.
  43. Ν. Δασκαλάκης-Λ.Νικηφορίδης-Ευστ. Πελαγίδης (επιμ.), Αντίχαρη στον Αντώνη Καλαφατίδη (γυμνασιάρχη), Θεσσαλονίκη 1998.
  44. Ιωάννης Θ. Τόλιος (2010). Το Έπος του 1940-1941, Ημερολόγιο δεκανέως Αριστείδη Μαυροβίτου, Εισαγωγή Παναγιώτη Τζήμα. Θεσσαλονίκη: Κάδμος, σελ. 13. ISBN 978-960-6851-23-0. 
  45. Ιωάννης Κολιόπουλος, Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.
  46. Πάνος Τσολάκης, Η εβραϊκή συνοικία στην Καστοριά, σ.11.
  47. Παπαστρατής 2010. Βλ. και Η Εβραϊκή κοινότητα Καστοριάς.
  48. Ριζοσπάστης, 29 Ιουνίου 1946, όπου άρθρο του Γεωργίου Λαμπρινού με τίτλο "Δυτική Μακεδονία": «Οι πάσχοντες από ελονοσία αντιπροσώπευαν, κατά τους υπολογισμούς του Ιατρικού Συλλόγου Καστοριάς, το 80-90% του πληθυσμού της περιοχής».
  49. Έκθεση του Ιατρικού Συλλόγου Καστοριάς της 23ης Αυγούστου 1945.
  50. Κολιόπουλος 1995, τόμος Α΄, σ.218.
  51. Εμμ. Θ.Γρηγορίου,Βουλγαρικόν όργιον αίματος εις Δυτικήν Μακεδονίαν 1941-44, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΣΟΣ, 1947.
  52. Εφημ. Ελληνική Φωνή Φλωρίνης της 23ης Φεβρουαρίου 1946 και Ριζοσπάστης με την ίδια ημερομηνία.
  53. Ρένος Αποστολίδης, Πυραμίδα 67 - Το βιβλίο του Εμφυλίου «Η Ζωή στο Ναδίρ» σσ.338-357, επανέκδ. 16-XI-΄95 ISBN 978-960-469-129-6.
  54. Κολιόπουλος 1995, τόμ. Β΄, σσ.233-254.
  55. Κολιόπουλος 1995, τόμ. Β΄, κεφ. Στ΄, σσ.203-232.
  56. Ενδεικτικά, βάσει της απογραφής του 1940, από τα 130 περίπου χωριά του Νομού Καστοριάς: το Ποιμενικό (Μπαψώρι) σήμερα ακατοίκητο είχε πραγματικό πληθυσμό 854 άτομα (νόμιμο 918), η Βυσσινιά 684, η Περικοπή Φλώρινας 545, η Βασιλειάδα 1.247, η Οξυά Καστοριάς 277, το Πολυκέρασο 403 άτομα.
  57. Κολιόπουλος 1995, τόμ. Β΄, κεφ. Ε΄, σσ. 163-202.
  58. http://dlib.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/categoryyears?p_cat=10007862&p_topic=10007862.
  59. Αναστάσιος Ορλάνδος, Τα Βυζαντινά μνημεία της Καστοριάς, Τόμ.Δ΄, σ.186.
  60. Στυλ.Πελεκανίδης (1953), Καστοριά, Βυζαντιναί τοιχογραφίαι.
  61. Ορών δε τους Λατίνους κατιόντας πλείονα χρόνον τρίβοντας εν τω κατιέναι τον Παλαιολόγον Γεώργιον μετά αλκίμων ανδρών εισελάσας εις τους περί τους βουνούς πρόποδας την ακρολοφίαν κατέλαβεν… την σημαίαν δε το μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τεμένει στήναι. Και παραχρήμα εξαιτούνται τον αυτοκράτορα εκείσε ανοικοδομηθήναι ο ναός ουτοσί. Ο δε αυτοκράτωρ μάλα ταχέως επλήρου το αιτηθέν, αυτός δε της προς το Βυζάντιον είχετο νικητής επιφανέστατος. (Αλεξιάς, 16.1).
  62. Κτήτορες των Αγίων Αναργύρων ήταν ο Θεόδωρος Λιμνιώτης κα η σύζυγός του Άννα Ραδηνή, του Νικολάου του Κασνίτζη ο Νικηφόρος Κασνίτζης. Βλ. Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, σ. 38 και 56 αντίστοιχα, Εκδοτικός οίκος Μέλισσα.
  63. Middle Byzantine Churches of Kastoria, 1980, σ. 195 κ.ε.
  64. Early Crhristian and Byzantine Architecture, 1975, σ. 354-355.
  65. Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, ΜΕΛΙΣΣΑ, σ.105.
  66. Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σ.116.
  67. Jenny Albani, Kastoria, Grove Art Online, Oxford Art Online, 2010, σ. 197.
  68. Γιάννης Ρούσκας, Το καστοριανό καράβι (1997) ISBN 960-85363-1-6.
  69. H.Byron, Athos, σελ.56.
  70. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, σ.191.
  71. Antoine Olivier, Le Voyage dans l'Empire Οθωμανική κυριαρχία, Αιγύπτου et la Perse, 1807.
  72. L'Hellenisme contemporain, Αθήνα 1953- Επιμέλεια Αγγελική Χατζημιχάλη.
  73. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, σ.191.
  74. Βίκτωρ Μπεράρ 1892, σ.156.
  75. Πατριαρχικά έγγραφα, τόμ. Β΄, σ.486.
  76. Σοφία Δαγκλή-Παναγιωτίδου, Οι Στρατιώτες του νερού, σ.278, 2010, εκδ. Σύγχρονες Ορίζοντες ISBN 978-960-398-324-8.
  77. Παπαστρατής 2010.
  78. Νικόλαος Μουτσόπουλος, Καστοριά τα αρχοντικά, Έκδοσις Αρχιτεκτονικής, Αθήναι 1962.
  79. Νίκος Δόϊκος, Καστοριανά μνημεία, σσ.186-261, Εκδ. Χρωμογραφή, (1995), ISBN 960-7690-00-1.
  80. Πάνος Τσολάκης, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Εκδ. Επίκεντρο, 2009, ISBN 9789604582242.
  81. *ιστολ. εφημ. Καθημερινή «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ»:Η Ελλάδα των λιμνών.
  82. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος, Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.
  83. Kotoulas D, Vergaugenheit und zukunt des Orestias, Seite 17-41, Graz (1988).
  84. Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, Τόμος 13ος σ.579.
  85. Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας (1354-1833), σελ.446, Εκδόσεις Βάνιας, 1988.
  86. Ν.Σβορώνος, ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ. ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2004.
  87. ΕΠΟΧΕΣ, Τεύχος 15 σ.86, Παναγιώτης Μουλάς.
  88. Στο ζήτημα της εξασφάλισης της κυριότητος επί του Παναγίου Τάφου και των άλλων ιερών προσκυνημάτων συμπαραστάθηκαν ηθικά και υλικά πολλοί Έλληνες «άρχοντες», όπως ο Μανωλάκης Καστοριανός, ο Γεώργιος Καστοριώτης ή Καστριώτης, Νικόλαος Καραγιάννης, ο Παναγιώτης Νικούσιος έμπορος στη Βενετία, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και άλλλοι. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, σ.134.
  89. Γεώργιος Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σσ.67,68, Έκδοση Πέτρου Κ.Ράνου, 1966.
  90. Κ. Άμαντος, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή, 1932.
  91. Κ. Άμαντος Μακεδονικά σημειώματα....άχρι της σήμερον.
  92. Καθημερινή, ένθετο ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ,3-12-1995, σ. 28.
  93. Περιοδ. Επτά Εποχές, τεύχος Ιουνίου 15 (1964).
  94. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα.
  95. Περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ σ.94.
  96. Αυτοβιογραφία Π.Π.Ναούμ (1871).
  97. Στρατιωτική Επιθεώρηση –Δελτίον ΝΟΕ-ΔΕΚ 2005.
  98. Διάλογος δύω(sic) φίλων, εν Λειψίαι εκ της τυπογραφίας Καρόλου Τάουνχνιτζ (1851).
  99. Από δακτυλογραφημένο απόγραφο χειρογράφων των απογόνων του στο Mainz am Rhein της Γερμανίας.
  100. Γεράσιμος Βώκος, Το Είκοσι Ένα,(1906).
  101. Επιστολαί Γ.Π.Κρέμου και ηθική Στιχουργία Α.Κ.Βυζαντίου, σ.ΙΙΙ (1870).
  102. http://www.rassias.gr/1087ARGYRIADIS.html.
  103. Γεώργιος Κουρνούτος. Σχολεία της τουρκοκρατουμένης Καστοριάς, Αθήναι 1953, σ.428.
  104. ΕΝ ΒΟΥΔΑ, Εν τω τυπογραφείω του Πανδιδακτηρίου,νυν το τέταρτον (1818).
  105. Κ.Χασιώτης, Η καταγωγή και το έργο του Ζωγράφου Β.Χατζή.
  106. 12 Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης σ.376.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παντελής Τσαμίσης, Μνημεία της Καστοριάς, Αθήνα (1949)
  • Νίκος Δόϊκος, Καστοριανά μνημεία, Εκδ.Χρωμογραφή, (1995) ISBN 960-7690-00-1
  • Πάνος Τσολάκης, Ο Προσφυγικός Συνοικισμός της Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 2010 εκδ. Προσφυγικού Συλλόγου Απολλωνιαδιτών Καστοριάς ISBN 978-99561-09

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:

Ψηφιακό αρχείο ΔΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]