Γιόσιπ Μπροζ Τίτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιόσιπ Μπροζ Τίτο
Josip Broz Tito 1949.jpg
1ος Πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας
Περίοδος
14 Ιανουάριος 1953 – 4 Μάΐος 1980
Διάδοχος Λαζάρ Κολισέβσκ
Προσωπικά στοιχεία
Ψευδώνυμο Τίτο (1943-1980), Βάλτερ (1936-1944)
Γέννηση 7 Μαΐου 1892
Κούμροβετς
Θάνατος 4 Μαΐου 1980
Λιουμπλιάνα
Εθνικότητα Γιουγκοσλάβος
Υπηκοότητα Αυστροουγγαρία, Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας και Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας
Πολιτικό Κόμμα Ένωση Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών
Σύζυγος Γιοβάνκα Μπουντισάβλιεβιτς-Μπροζ
Παιδιά

Ζάρκο Μπροζ (1924-1995)

Αλεξάνταρ Μίσο Μπροζ (1941)
Επάγγελμα χαλυβουργός & στρατιωτικός
Θρήσκευμα Άθεος
Στρατιωτική υπηρεσία

Γιόσιπ Μπροζ – Τίτο (Σερβοκροατική γλώσσα και κυριλλικό αλφάβητο: Јосип Броз Тито, Σερβοκροατική γλώσσα και λατινικό αλφάβητο: Josip Broz Tito, Kούμροβετς, Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, 7 Μαΐου 1892Λιουμπλιάνα, ΣΟΔ Γιουγκοσλαβίας 4 Μαΐου 1980)

Ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο (πραγματικό όνομα Γιόσιπ (= Ιωσήφ) Μπροζ, το όνομα Τίτο είναι συνωμοτικό ψευδώνυμο που διατηρούσε από το 1943), ήταν ο ιδρυτής του μεταπολεμικού Γιουγκοσλαβικού κράτους και ηγέτης της κομμουνιστικής αντίστασης στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Μαζί με τον Νάσερ τον Νεχρού, και τον Μακάριο προώθησε την ιδέα του Κινήματος των Αδεσμεύτων.

Βιογραφικά Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε ο Γιόσιπ Μπροζ στο χωριό Κούμροβετς στην επαρχία Μετζιγκόριε της Κροατίας (τότε Αυστροουγγαρίας). Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του Γιόσιπ Μπροζ δεν είναι γνωστή. Υπάρχουν διάφορες ημερομηνίες αν και ακριβέστερη θεωρείται αυτή η οποία αναγράφεται στα μητρώα της καθολικής εκκλησίας του Κούμβροβετς και είναι η 7η Μαϊου 1892. Στην Γιουγκοσλαβία η μέρα γενεθλίων του Τίτο επίσημα γιορτάζονταν την 25η Μαΐου – και ονομάζονταν "Μέρα της Νεότητας".

Ήταν το έβδομο παιδί του Κροάτη Φράνιο Μπροζ και η Σλοβένας Μαρία Μπροζ-Γιάβερσεκ. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Περιστασιακά ο Φράνιο Μπροζ εμπορεύονταν αλόγα. Μετά το δημοτικό σχολείο στο Κουμρόβετς ο μικρός Γιόσιπ αναχωρεί για την πόλη Σίσακ όπου μαθαίνει την τέχνη του σιδερά. Αμέσως εντάσσεται στο συνδικάτο χαλυβουργών και στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Κροατίας & Σλαβόνιας. Ψάχνοντας να βρει δουλειά το 1910 πηγαίνει στην Λιουμπλιάνα, ένα χρόνο αργότερα στην Τσεχία και μετά στην Γερμανία για ένα διάστημα δουλεύει ως οδηγός στην Daimler.

Το 1913 καλείται να υπηρετήσει την θητεία του στον Αυτοκρατορικό Στρατό της Αυστροουγγαρίας. Η κήρυξη του Α Παγκόσμιου Πολέμου τον βρίσκει στην Βουδαπέστη. Το τάγμα στο οποίο υπηρετεί αρχικά μάχεται στο Νότιο Μέτωπο όπου για μικρό διάστημα φυλακίζεται στο φρούριο Πετροβαραντίν για αντιπολεμική προπαγάνδα. Αργότερα το Τάγμα του μεταφέρεται στο Ανατολικό Μέτωπο, στην Μπουκοβίνα και στην Γαλικία. Τον Απρίλιο του 1915 αιχμαλωτίσθηκε από τους Ρώσους. Μαζί με άλλους αιχμαλώτους μεταφέρθηκε για καταναγκαστική εργασία στα Ουράλια, από όπου δραπέτευσε και για να πάει στην Φινλανδία.

Ο Γιόσιπ Μπροζ σε νεαρή ηλικία

Οκτωβριανή Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1917 στην Ρωσία ξεσπάει η αστική επανάσταση του Φεβρουαρίου. Το καλοκαίρι του 1917 συμμετέχει στις πορείες στην Πετρούπολη. Συνελήφθη και φυλακίσθηκε στο Φρούριο Πέτρου & Παύλου για 3 βδομάδες. Κατόπιν εξορίστηκε στο Κολυνγκούρ της Σιβηρίας αλλά δραπετεύει ξανά στο Όμσκ. 

Στη Ρωσία ξεσπά η Οκτωβριανή Επανάσταση. Ο Μπροζ εντάσσεται αμέσως στο Κόκκινο Στρατό. Το Ιούνιο του 1918 κάνει ένα γάμο με την Ρωσίδα Πελαγία Μπελαούσοβα. Την άνοιξη του 1919 η πόλη Ομσκ καταλαμβάνεται από τον Κόκκινο Στρατό και ο Γιόσιπ μαζί με την Πελαγία αναχωρούν για το νεό κράτος που ονομάζεται Βασίλειο των Σλοβένων, Κροατών, Σέρβων που δημιουργήθηκε στα ερείπια της Αυστροουγγαρίας.

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις οι Μπροζ εγκαταστάθηκαν στο Ζάγκρεμπ ο Γιόσιπ γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ) τον Σεπτέμβριο του 1920. Το 1921 το ΚΚΓ κηρύσσεται παράνομο. Οι Μπροζ εγκαταλείπουν το Ζάγκρεμπ και μετακομίζουν στο Βέλικο Τρόϊνστβο. Στο Βέλικο Τρόϊνστβο ο Γιόσιπ και η Πελαγία αποκτούν τρία παιδιά τα δύο όμως πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Το τρίτο ο Ζάρκο Μπροζ επέζησε. 

Το 1927 εκλέχτηκε Οργανωτικός Γραμματέας της Οργάνωσης του Ζάγκρεμπ του ΚΚΓ. Με την εκλογή του σε υπεύθυνη κομματική θέση αρχίζουν και τα προβλήματα με τον νόμο. Το 1929 καταδικάστηκε σε 5 χρόνια και 7 μήνες καταναγκαστικά έργα για την προώθηση των κομμουνιστικών διδαγμάτων. Μόλις απολύεται από τις φυλακές, τον Ιούλιο του 1934, εκλέγεται μέλος του ΠΓ του ΚΚΓ και αναχωρεί για την ΕΣΣΔ όπου αναλαμβάνει γραμματέας στη Βαλκανική Γραμματεία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το πολιτικό του ψευδώνυμο την εποχή της παρουσίας του στην Μόσχα ήταν «Βάλτερ». Την εποχή εκείνη Βάλτερ παντρεύεται για δεύτερη φορά με την αυστριακή κομμουνίστρια Λουτσία Μπάουερ (με την Πελαγία χώρισαν λίγο νωρίτερα το 1936). Ο γάμος του αυτός κράτησε λιγότερο από ένα χρόνο. Το 1937 αρχίζουν οι σταλινικές «εκκαθαρίσεις» στην Μόσχα. Εκτός από τους σοβιετικούς, θύματα των εκκαθαρίσεων πέφτουν και πολλά στελέχη της ΙΙΙ Διεθνούς. Μεταξύ αυτών και ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΓ Μίλαν Γκόρκιτς. Με την βοήθεια του Ι. Στάλιν ο Βάλτερ εκλέγεται ΓΓ στην θέση του Μίλαν Γκόρκιτς. Την εποχή αυτή διαμορφώνεται η ηγετική ομάδα του ΚΚΓ που στο μέλλον θα αποτελέσει και την ηγεσία της μεταπολεμικής Γιουγκοσλαβίας. Ως γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς ο Βάλτερ ταξιδεύει στην Γαλλία και στην Ισπανία που σπαράζεται από τον Εμφύλιο Πόλεμο. 

Τον Οκτώβριο του 1940 επιστρέφει από τη Μόσχα παράνομα στη Γιουγκοσλαβία, μέσω Κωνσταντινούπολης και Θεσσαλονίκης και συμμετέχει στο 5ο Συνέδριο του ΚΚΓ στο οποίο και καθιερώθηκε ως ΓΓ του κόμματος.

Β Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Αγώνας της Γιουγκοσλαβίας.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τίτο στο Μπίχατς το 1943

Στις 6 Απριλίου του 1941 οι δυνάμεις του Άξονα κηρύττουν του πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα. Το ΚΚΓ – όπως και τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης αντέδρασε μάλλον χλιαρά. Η στάση αυτή άλλαξε ριζικά μετά την γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ τον Ιούνιο του 1941. Το ΠΓ του ΚΚΓ αμέσως κάλεσε τον λαό σε ένοπλο αγώνα εναντίον των κατοχικών δυνάμεων (Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία και Βουλγαρία) και των συνεργατών τους Ούστασι, Ντομομπράνετς κτλ. Στις 27 Ιουνίου ιδρύεται το Γενικό Επιτελείο των Λαϊκο-απελευθερωτικών Ομάδων της Γιουγκοσλαβίας και ο Βάλτερ αναλαμβάνει την διοίκηση του. Τότε υιοθετεί και το κομματικό του ψευδώνυμο σε «Τίτο».  Το 1941 νυμφεύτηκε για μία ακόμη φορά την Σλοβένα φοιτήτρια Χέρτα Χαας και μαζί της αποκτά έναν γιο – τον Μίσα. Όπως και οι προηγούμενοι γάμοι έτσι και αυτός κράτησε λίγα χρόνια. Την εποχή εκείνη συνδέεται με την Νταβοριάνκα Παούνοβιτς την νεαρή γραμματέα του η οποία όμως πεθαίνει το 1946 από φυματίωση. 

Το γιουγκοσλαβικό αντάρτικο ήταν ένα από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Σε λίγο διάστημα κατάφερε να κάνει αισθητή την παρουσία του. Το φθινόπωρο του 1941 οι Αντάρτες του Τίτο καταλαμβάνουν (αν και για λίγους μόνο μήνες) την πόλη Ούζιτσε και τα περίχωρα της και σχηματίζουν την ομώνυμη δημοκρατία. Τον Ιανουάριο του 1942 δημιουργήθηκε ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Γιουγκοσλαβίας και στο τέλος του ίδιου χρόνου, το Μπίχατς στην Ερζεγοβίνη, το οποίο έγινε η πρωτεύουσα της ελεγχόμενης από τον Κομμουνιστικό Κόμμα περιοχής που κάλυπτε το ένα πέμπτο της προπολεμικής Γιουγκοσλαβίας μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας. 

Στα τέλη του 1943 ο Τίτο και το ΚΚΓ αρχίζουν και τον διπλωματικό αγώνα για την επικράτηση στην μεταπολεμική γιουγκοσλαβική πολιτική σκηνή. Στις 29 Νοεμβρίου 1943 στην ορεινό χωριό Γιαϊτσε της Βοσνίας συνεδριάζει για δεύτερη φορά (πρώτη ένα χρόνο πριν) το Αντιφασιστικό Συμβούλιο Λαϊκής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (AVNOJ) που ουσιαστικά είναι το υποτυπώδες κοινοβούλιο του αντάρτικου στρατού του Τίτο, ένας πολιτικός βραχίωνας του αγώνα. Το AVNOJ του 1943 θέτει τα θεμέλια του μελλοντικού ομοσπονδιακού καθεστώτος της Γιουγκοσλαβίας, επικυρώνει την δημιουργία της Εθνικής Επιτροπής Απελευθέρωσης, της κυβέρνησης δηλαδή και αποδίδει στο Τίτο το βαθμό του στρατάρχη

Στις 20 Οκτωβρίου 1944 ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Γιουγκοσλαβίας και οι δυνάμεις του 2 Ουκρανικού Μετώπου του Κόκκινου Στράτου της ΕΣΣΔ απελευθέρωσαν το Βελιγράδι και μετέπειτα ολόκληρη την χώρα. Στις 29 Νοεμβρίου 1944 συνεδριάζει για τρίτη φορά το AVNOJ στην ελεύθερη Γιουγκοσλαβία και ο Τίτο είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της χώρας που χαίρει της εμπιστοσύνης τόσο του ομοϊδεάτη και μέντορα του Ι. Στάλιν όσο και των δυτικών συμμάχων. Εγκαθιδρύεται η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, ο πρώην βασιλιάς Πέτρος ο 2ος κηρύσσεται έκπτωτος όπως και η εξόριστη κυβέρνηση του Λονδίνου. Συλλαμβάνεται και ο πολιτικός αντίπαλος του Τίτο στην χώρα Ντράζα Μιχαϊλόβιτς διοικητής των φίλο-μοναρχικών ανταρτών Τσέτνικ. Ο Τίτο συγκεντρώνει ολόκληρη την εξουσία στα χέρια του.

Μεταπολεμική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον Νοέμβριο του 1945 στην Γιουγκοσλαβία έχει εδραιωθεί η εξουσία του Τίτο και του ΚΚΓ. Η χώρα απόκτα νέο σύνταγμα που ουσιαστικά δεν είναι τίποτα άλλο από μία αντιγραφή του σοβιετικού συντάγματος του 1936. Στην ύπαιθρο αρχίζει κολεκτιβοποίηση, στις πόλεις οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και μονάδων παραγωγής. Ο στρατός οργανώνεται στα σοβιετικά πρότυπα. Καμία άλλη λαϊκή δημοκρατία στην Ανατολική Ευρώπη δεν είναι τόσο κοντά στην ΕΣΣΔ όσο η Γιουγκοσλαβία του Τίτο (με εξαίρεση ίσως τη Βουλγαρία του Δημητρόβ). 

Την εποχή αυτή γεννιέται η ιδέα της ίδρυσης της Βαλκανικής Ομοσπονδίας στα πρότυπα της Σοβιετικής Ένωσης που θα συμπεριελάμβανε την Γιουγκοσλαβία, την Βουλγαρία, την Αλβανία, την Ρουμανία και την Ελλάδα σε περίπτωση νίκης του ΔΣΕ. Η πρωτοβουλία αυτή των ηγετών της Βουλγαρίας Γκεόρκι Δημητρόβ και της Γιουγκοσλαβίας Τίτο δυσαρέστησε τον τον Ι. Στάλιν. Ο Σοβιετικός ηγέτης ζήτησε εξηγήσεις από τους Τίτο και Δημητρόβ επειδή αυτοί έδρασαν χωρίς προηγούμενη σχετική συνεννόηση με την Μόσχα. Ο Στάλιν φοβόταν πως οποιδήποτε ριζική αλλαγή στα Βαλκάνια θα μπορούσε να φέρει σε σύγκρουση την ΕΣΣΔ με την Δύση. Ο Τίτο δεν ήταν διατεθειμένος να συμβιβαστεί με τις οδηγίες της Μόσχας. Έστειλε στην Αλβανία στρατιωτικές δυνάμεις με πρόφαση την υπεράσπιση των αλβανικών συνόρων σε ενδεχόμενη επίθεση του ελληνικού στρατού που κυνηγούσε στην περιοχή της Πίνδου τους μαχητές του ΔΣΕ. Αυτό εξόργισε τον Στάλιν που επ' ουδενί δεν ήθελε την περεταίρω εμπλοκή των Σοβιετικών στην περιοχή. Η ΕΣΣΔ και οι σύμμαχοι της στη Κομινφόρμ κατηγόρησαν τον Τίτο για ρεβιζιονισμό και το ΚΚΓ ως «μία ομάδα πολιτικών δολοφόνων και πρακτόρων» το 1948. Η Γιουγκοσλαβία αποπέμφθηκε από την Κομινφορμ. Οι εμπορικές ανταλλαγές με τις σοσιαλιστικές χώρες μειώθηκαν αισθητά. Ο σοβιετικός βιογράφος του Τίτο Ευγκένι Ματόνιν σημειώνει πως παρόλο που οι σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών ήταν σε τεντωμένο σχοίνι η ΕΣΣΔ δε προχώρησε σε στρατιωτική επέμβαση για δύο λόγους: πρώτον ο Τίτο βασιζόμενος σχεδόν μόνο στους δικούς του αντάρτες απελευθέρωσε τη Γιουγκοσλαβία ενώ η συμμέτοχη του Κόκκινου Στρατού ήταν μικρότερη από ότι στην περίπτωση π.χ της Πολωνίας ή της Τσεχοσλοβακίας και δεύτερο άρχισε ο πόλεμος στην Ασία και συγκεκριμένα στην Κορέα[1].  

Η σύγκρουση Τίτο-Στάλιν επηρέασε και την εξέλιξη του εμφυλίου στην Ελλάδα. Ο Τίτο επέτρεπε στα τμήματά του ΔΣΕ να υποχωρήσουν προς την γιουγκοσλαβική επικράτεια, να νοσηλεύουν τους τραυματίες και να ανεφοδιάζονται. Η κωμόπολη Μπουλκές (σημερινό Μάγκλιτς) της Βοϊβοντίνας είχε παραχωρηθεί στον ΔΣΕ. Παρόλο που το KKE απέφευγε για μεγάλο χρονικό διάστημα να καταγγείλει τη Γιουγκοσλαβία για τη στάση της. Προχώρησε δε σ’ αυτή την καταγγελία προς το τέλος του Εμφυλίου, με άρθρο του N. Ζαχαριάδη, που έφερε τον τίτλο: «Το στιλέτο του Τίτο χτυπά πισώπλατα τη Λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα». Τότε το KK Γιουγκοσλαβίας άλλαξε ριζικά η τακτική του αρχίζοντας να παρεμβάλλει αργά, αλλά σταθερά, όλο και περισσότερα εμπόδια στον Δημοκρατικό Στρατό. Αποκορύφωμα όλων αυτών υπήρξε η ανακοίνωση από τον Τίτο, στις 11 Ιουλίου 1949, μιλώντας στην πόλη Πούλα της Ίστριας, για το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων[2]. Το καθεστώς του στρατάρχη Τίτο υποχρέωσε τους Έλληνες που διέμεναν στη χώρα να την εγκαταλείψουν, ενώ όλες οι ακίνητες περιουσίες τους εθνικοποιήθηκαν και όλα τα ελληνικά ιδρύματα σχολεία κ.λπ. έκλεισαν. Συνέπεια αυτού ήταν η καταφυγή των Ελλήνων της Γιουγκοσλαβίας κυρίως στη Θεσσαλονίκη όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα.

Στο εσωτερικό της χώρας ο Τίτο προσπαθεί να εδραιωθεί μετά τις αναταράξεις που είχε η αποπομπή από την Κομινφορμ. Χιλιάδες μέλη του ΚΚΓ συλλαμβάνονται με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της ΕΣΣΔ. Στην Αδριατική, στο μικρό νησάκι Γκόλι Ότοκ εξορίζονται περί τις 16 χιλιάδες «Κομινφόρμικοί». 

Ο Πρόεδρος της ΣΟΔ της Γιουγκοσλαβίας Γιόσιπ Τίτο και η πρώτη κυρία Γιοβάνκα Μπουντισάβλιεβιτς-Μπροζ το 1960 στην Ινδονησία

Παράλληλα ο Τίτο αναζητεί νέους συμμάχους. Στρέφεται προς την Δύση και προς τα καπιταλιστικά βαλκανικά κράτη. Το 1953 εκλέγεται από την βουλή της Γιουγκοσλαβίας στο αξίωμα του Προέδρου και την ίδια χρονιά υπογράφει συμφωνία συνεργασίας με την Ελλάδα, οπότε και οι σχέσεις των δύο γειτονικών κρατών ομαλοποιούνται και ένα χρόνο αργότερα παρόμοιο σύμφωνο υπογράφτηκε και με την Τουρκία. Συγχρόνως ο Τίτο εκπροσωπώντας τη Γιουγκοσλαβία αρχίζει να ταξιδεύει σε μία σειρά χωρών τόσο του δυτικού όσο και του λεγόμενου τρίτου κόσμου. Αποτέλεσμα των επαφών ήταν να δημιουργηθεί με πρωτοβουλία του Τίτο, του Αρχιεπίσκοπου Μακαρίου του Τζαβαχαρλάλ Νεχρού και του Γκαμάλ Νάσερ το Κίνημα των Αδεσμεύτων. Η πρώτη συνεδρίαση έλαβε χώρα στο Βελιγράδι το 1961. Το Κίνημα των Αδεσμεύτων καθιστούσε τον Τίτο πλέον ως ένα ηγέτη παγκόσμιας εμβέλειας.  Μετά το θάνατο του Ι. Στάλιν οι σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας και των άλλων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κρατών βελτιώθηκαν χωρίς όμως να αποκατασταθούν πλήρως. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Τίτο γνωρίζει την νεαρή Σέρβα ταγματάρχη του Γιουγκοσλαβικού Στρατού Γιοβάνκα Μπουντισάβλιεβιτς. Παντρεύτηκαν το 1952 και έζησαν μαζί μέχρι το 1977 χωρίς όμως να χωρίσουν επίσημα γεγονός που καθιστά την Γιοβάνκα επίσημη χήρα του Τίτο. 

Στο εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας λαμβάνει χώρα ένα πρωτόγνωρο κοινωνικό πείραμα. Ο Τίτο και οι συνεργάτες τους (κυρίως ο Έντβαρντ Καρντέλι) εγκαταλείπουν το σταλινικό μοντέλο ανάπτυξης και εξέλιξης του σοσιαλισμού. Εφαρμόζουν την λεγόμενη Σοσιαλιστική Αυτοδιαχείριση. Ένα πολύπλοκο αλλά ελαστικότερο σύστημα κεντροποιημένης οικονομίας όπου οι εργάτες των βιομηχανικών μονάδων εκλέγουν τη διοίκηση της μονάδας τους και συμμετέχουν στην λήψη των αποφάσεων. Το Κόμμα περιορίζονταν στη κεντρική κρατική διοίκηση και τον Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό. Το 1952 το ΚΚΓ αλλάζει όνομα του σε Ένωση Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών (ΕΓΚ) ονομασία που παραπέμπει στα πρώτα μαρξιστικά σχέδια κόμματος. 

Το σύστημα της Αυτοδιαχείρισης εφαρμόζεται επίσης και στον κρατικό μηχανισμό δίδοντας στις έξι δημοκρατίες που απαρτίζουν την Γιουγκοσλαβία εκτεταμένη αυτονομία Η αυτονομία αυτή ενισχύει τις φυγόκεντρες δυνάμεις στις δημοκρατίες που οδήγησαν στις εθνικιστικές κρίσεις του τέλους της δεκαετίας του 60 στη Σερβία και αρχές της δεκαετίας του 70 στη Κροατία. Και στις δύο περιπτώσεις ο Τίτο ενεργεί άμεσα αποκαθηλώνοντας τα κομματικά στελέχη που διακατέχονταν από αντιλήψεις που δρουν ενάντια στο γενικό πλαίσιο του επισήμου δόγματος της «Αδελφοσύνης & Ενότητας των γιουγκοσλαβικών εθνών και εθνοτήτων».

Το επίπεδο ζωής στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο τις δεκαετίες του 1960 και 1970 είναι υψηλότερο από αυτό των άλλων χώρων της Ανατολικής Ευρώπης και μπορούσε να συγκριθεί με χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Ο χαλαρός κεντρικός έλεγχος της παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία να υπάρχει το φαινόμενο της ανεργίας. Σε συνδυασμό με την ελεύθερη μεταναστευτική πολιτική του Τίτο, χιλιάδες νέοι πολίτες της Γιουγκοσλαβίας (κυρίως από τις φτωχές δημοκρατίες) αναζήτησαν καλύτερη τύχη στο εξωτερικό, στη Δυτ. Γερμανία, στην Ολλανδία και στην Αυστραλία. Το γεγονός αυτό, μαζί με την παράλληλη αύξηση της τουριστικής κίνησης αποφέρουν τεράστια συναλλαγματικά αποθέματα στα κεντρικά ταμεία τα οποία και υποθηκεύονται για την λήψη δανείων. Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο από μια αγροτική χώρα προπολεμικά μετατρέπεται σε μια βιομηχανική δύναμη. Τα γιουγκοσλαβικά προϊόντα είχαν εξαιρετική ζήτηση στην Αν. Ευρώπη και λόγω της τιμής ήταν ανταγωνιστικά στην Δύση. 

Το 1974 καταρτίζεται το νέο Σύνταγμα της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας με το οποίο η πολιτική ηγεσία προσπαθεί να αμβλύνει τις διαφορές στις δημοκρατίες δίδοντας περισσότερη αυτονομία στις δημοκρατίες περιορίζοντας την κεντρική εξουσία. Χαρακτηριστικό είναι η δημιουργία της συλλογικής ηγεσίας σύμφωνα με την οποία η κεντρική εξουσία ασκείται από εκπροσώπους όλων των δημοκρατιών συγχρόνως. Βέβαια το συστημα της συλλογικής ηγεσίας είναι ανενεργό μέχρι το θάνατο του Τίτο ο οποίος ορίζεται ισόβιος πρόεδρος.

Ο θάνατος και η κηδεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μαυσωλείο του του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο στο Βελιγράδι, Σερβία
"Το Σπίτι των Λουλουδιών"

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η υγεία του γηραιού Τίτο είναι καταπονημένη. Οι δημόσιες εμφανίσεις περιορίζονται στο ελάχιστο. Στις αρχές του 1980 ο Τίτο αναχωρεί από το Βελιγράδι για το Κλινικό Κέντρο της Λιουμπλιάνας για νοσηλεία. Η καρδιά του στρατάρχη Τίτο σταμάτησε να χτυπάει στις 15:05 της 4ης  Μαΐου 1980 λίγες μέρες πριν τα 88 γενέθλια του. Στην ανακοίνωση του θανάτου του η χώρα παγώνει. Η Γιουγκοσλαβία βυθίζεται σε βαθύ πένθος. Η σωρός του ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας μεταφέρεται με το προεδρικό τρένο στο Βελιγράδι και εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα στο κτίριο της Λαϊκής Συνέλευσης. Ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο κηδεύεται στον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου στο μαυσωλείο που ονομάζεται «Σπίτι των Λουλουδιών». Η κηδεία του Τίτο ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία του 20 αιώνα. Παραβρέθηκαν 209 αποστολές κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών, κομμάτων και κινημάτων, βασιλικών οίκων από 127 χώρες (σε σύνολο 150 μελών του ΟΗΕ το 1980).

Οικογένεια και ιδιωτική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως αναφέρεται παραπάνω ο Τίτο νυμφεύτηκε πέντε φoρές:

  • Πελαγία Μπελαούσοβα, Ρωσίδα. μαζί από το 1918 έως το 1936.
  • Λουτσία Μπάουερ, Αυστριακή, μαζί το 1936
  • Χέρτα Χάας, Σλοβένα μαζί από το 1940 έως το 1943
  • Νταβοριάνκα Παούνοβιτς, Σέρβα, μαζί από το 1943 έως το 1946
  • Γιοβάνκα Μπουντισάβλιεβιτς, Σέρβα, μαζί από το 1943 έως το 1980. Η Γιοβάνκα Μπροζ, απεβίωσε σε ηλικία 88 ετών, τον Οκτώβριο του 2013[3]

Ο Τίτο ήταν πατέρας – επίσημα – δύο γιων: 

  • Ζάρκο Μπροζ (1924-1995) – Συνταγματάρχης του Κόκκινου και του Γιουγκοσλαβικού Στρατού. 
  • Αλεξάνταρ Μίσο Μπροζ (1941) – Διπλωμάτης, πρέσβης της Κροατίας στην Ινδονησία και την Ρωσία από το γάμο με την Χέρτα Χάας.

Από τα πολλά εγγόνια του Τίτο που ζουν σε όλες τις δημοκρατίες της πρωην Γιουγκοσλαβίας σημαντικό είναι να αναφερθούν η Σβετλάνα, ο Γιόσιπ και η Αλεξάνδρα.

  • Η Σβετλάνα Μπροζ είναι καρδιολόγος. Την εποχή του εμφυλίου στη Βοσνία ζούσε στο Σαράγιεβο αρνούμενη να το εγκαταλείψει παρέχοντας τις ιατρικές της υπηρεσίες στους πολιορκημένους πολίτες της πόλης χωρίς εθνική διάκριση.
  • Ο Γιόσιπ ή Γιόσκα Μπροζ, ζεί στη Σερβία, ήταν αξιωματικός της αστυνομίας και σωματοφύλακας του παππού του, σήμερα είναι πρόεδρος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σερβίας, ενός μικρού κόμματος με ποσοστά στις τελευταίες εκλογές μόλις του 0,74%
  • Η Αλεξάνδρα Μπροζ ζει στην Κροατία και είναι ηθοποιός του θεάτρου και της τηλεόρασης.

Ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο μιλούσε εκτός από τα σερβοκροάτικα, άπταιστα γερμανικά, ρωσικά και αγγλικά. Χόρευε εκπληκτικό βαλς. Ο Τίτο έπαιζε πιάνο το οποίο - σύμφωνα με το βιογράφο Βλαντίμιρ Νεντιέρ - έμαθε όταν ήταν αιχμάλωτος στην Ρωσία. Ήταν επίσης λάτρης του αλκοόλ (κυρίως το ουίσκι) και του κυνηγιού.

Πολιτική παρακαταθήκη και μνήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χώρα της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας έζησε κάτι περισσότερο από 10 χρόνια μετά το θάνατο του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο. Διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη σπαραζομένη από εθνικισμούς που οδήγησαν στις αιματηρές συγκρούσεις κυρίως στη Κροατία, στην Βοσνία & Ερζεγοβίνη και στο Κόσοβο και τον βομβαρδισμό της «μικρής» Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ το 1999.  

Οι ιδεολογία της αυτοδιαχείρισης εξαφανίσθηκε μαζί με όλα τα συγγενή συστήματα της Αν. Ευρώπης. Στοιχεία θεωρητικής αυτοδιαχείρισης μπορούν να αναζητηθούν στο «Γιούχτσε» το σύστημα της Βορείου Κορέας.  

Σε ολες τις δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας υπήρχαν πόλεις, λεωφόροι, οδοί, γέφυρες, στρατόπεδα, αγάλματα και μνημεία που έφεραν το όνομα του Τίτο. Για παράδειγμα στην Σερβία η πόλη Ούζιτσε μετονομάστηκε σε Τίτοβο Ούζιτσε, η πρωτεύουσα του Μαυροβούνιου ονομάζονταν από το 1946 μέχρι το 1992 Τίτογκραντ (σήμερα η κωδική ονομασία ΙΑΤΑ του αεροδρομίου είναι «TGD» που παραπέμπει στην παλιά ονομασία). Η κεντρική λεωφόρος του Σαράγιεβο ακόμη και σήμερα ονομάζεται «Στρατάρχη Τίτο», ενώ η πλατεία μπροστά από το Εθνικό Θέατρο στο Ζάγκρεμπ φέρει το όνομα του Τίτο. Στην Μόσχα υπάρχει από 1981 η Πλατεία Γιόσιπ Μπροζ Τίτο όπως επίσης μία οδός στη πόλη Όμσκ. 

Ποιήματα, τραγούδια, θεατρικά και φυσικά κινηματογραφικές ταινίες δόξασαν τον Τίτο. Χαρακτηριστική είναι η επική ταινία «Η Μάχη της Σούτιεσκα» του σκηνοθέτη Στίπε Ντέλιτς του 1973. Το ρόλο του Τίτο ερμήνευσε ο Ρίτσαρντ Μπάρτον συνοδευμένος από την Ειρήνη Παππά, ενώ τη μουσική για την ταινία συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης

Το «Σπίτι των Λουλουδιών» στο Βελιγράδι είναι μέρος προσκυνήματος για χιλιάδες πολίτες της πρώην Γιουγκοσλαβίας κυρίως τις μέρες μνήμης (γενέθλια και ημερ. θανάτου κτλ).

Η μορφή του Τίτο είναι ένα από τα σύμβολα που χρησιμοποιούν εκτενώς οι «Γιουγκονοσταλγοί». Το κίνημα της «Γιουγκονοσταλγίας» είναι υπαρκτό σε όλες τις γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες αλλά και του εξωτερικού και συσπειρώνει νοσταλγούς της ΣΟΔ Γιουγκοσλαβίας.

Διακρίσεις και παράσημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τίτο με την στραταρχική στολή

Ο στρατάρχης Τίτο ήταν ένας από τους πλέον παρασημοφορημένους ηγέτες του κόσμου. Συνολικά 119 παράσημα και μετάλλια 59 κρατών και οργανισμών είχαν απονεμηθεί στο Τίτο, από αυτά τα 18 ήταν από την Γιουγκοσλαβία μεταξύ των οποίων το Τάγμα του Λαϊκού Ήρωα (τρεις απονομές). Από μετάλλια ξένων κρατών διακρίνονται το Τάγμα της Νίκης (ΕΣΣΔ) και το Τάγμα του Λένιν (ΕΣΣΔ), το Τάγμα «Virtuti Militari» (Πολωνία) και το Τάγμα του Σωτήρος (Ελλάδα).

Μύθοι για την καταγωγή του Τίτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλά έχουν ειπωθεί για την καταγωγή του Τίτο κυρίως μετά το 1980. Μετά το θάνατο του Τίτο γράφτηκαν πολλές εναλλακτικές βιογραφίες. Ανάμεσα τους υπάρχει μία που υποστηρίζει πως ο Γιόσιπ Τίτο ήταν στην πραγματικότητα γυναίκα, σε ένα άλλο βεβαιώνεται πως ο Τίτο ήταν στην πραγματικότητα ένας ουγγροεβραίος ονόματι Γιοσίπ Άμπροζ, γιαυτό και μιλούσε άσχημα όλες τις σλαβικές γλώσσες. Άλλες εκδοχές είναι πως ο Τίτο ήταν σοβιετικός πράκτορας ή ακόμη και παιδί ενός υψηλόβαθμου αξιωματικού του αυστρουγγρικού στρατού[4].

Πρόσφατα η CIA ανακοίνωσε πως ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας, ο οποίος είχε ξενική προφορά στον τρόπο με τον οποίο μιλούσε τη μητρική του σερβο-κροατική, στην πραγματικότητα, είχε μητρική του ή τουλάχιστον αυτή που μπορεί να θεωρηθεί πως είναι εγγύτερα η μητρική του, ήταν είτε τα ρωσικά είτε τα πολωνικά.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στάθη, Σάσα (1983), Γιουγκοσλαβία και Τίτο 1919-1953, Αθήνα, Εστία.
  • Πέταν, Ζαρκο (1996). Ο εύθυμος δικτάτορας. Αθήνα: Αστάρτη, ISBN 960-363-039-6.
  • Simčič, Miro (2000), Tito bez maske, Beograd, Mladiinska knjiga, ISBN 978-86-7928-082-4
  • Lalević, Pedrag(2012), S Titom po Svetu, Beograd, Službeni Glasnik, ISBN 978-86-519-0791-6
  • Todorović, Danilo (2011), Tito Lov Politika, Beograd, Službeni Glasnik, ISBN 978-86-519-1173-9
  • Драгнић, Алекс (2004), Титова обећана земља, Београд, задуђбина студеница, ΙSBN 89-7558-234-X
  • Simić, Pero (2009),Tito - Zagadka stulecia, Wrocław, Wydawnictwo Dolnosłąskie, ISBN 978-83-245-9034-6
  • West, Richard (1994), Tito and the Rise and Fall of Yugoslavia, London, Faber & Faber Ltd ISBN 978-571-28110-7
  • Матонин, Евгений (2012). Иосип Броз Тито. Москва, Молодая гвардия. ISBN ISBN 978-5-235-03531-7.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα