Εκτελέσεις της Παραμυθιάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εκτελέσεις της Παραμυθιάς
ΤοποθεσίαΠαραμυθιά, Ελλάδα
Έναρξη19 Σεπτεμβρίου 1943
Λήξη29 Σεπτεμβρίου 1943
ΣτόχοςΈλληνες κάτοικοι της πόλης
Τύπος καταστροφήςΜαζικές εκτελέσεις, κάψιμο χωριών
Θάνατοι201
ΔράστεςΠαραστρατιωτικοί Τσάμηδες, 1η Γερμανική Ορεινή Μεραρχία
δεδομένα (π  σ  ε )

Οι Εκτελέσεις της Παραμυθιάς, επίσης γνωστές και ως Σφαγή της Παραμυθιάς (19-29 Σεπτεμβρίου 1943), ήταν έγκλημα πολέμου το οποίο έγινε από κοινού από τη Ναζιστική Γερμανία και τους Τσάμηδες, από μέλη της 1ης Γερμανικής Ορεινής Μεραρχίας και της Μουσουλμανικής Τσαμικής πολιτοφυλακής, στην πόλη της Παραμυθιάς και των γύρω περιοχών κατά τη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του εγκλήματος, δολοφονήθηκαν 201 Έλληνες χωρικοί και καταστράφηκαν 19 δήμοι στην περιοχή της Παραμυθιάς.[1] Τα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου και της ήττας των Δυνάμεων του Άξονα, μία σειρά από δίκες για εγκλήματα πολέμου καταδίκασαν αυτές τις πράξεις, ωστόσο δεν συνελήφθη ποτέ κανένας και κανένας κατηγορούμενος δεν δικάστηκε, καθώς είχαν ήδη καταφύγει στην Αλβανία. Στη Δίκη των Ομήρων που έγινε στη Νυρεμβέργη το 1948, οι Αμερικανοί δικαστές αποφάσισαν πως οι εκτελέσεις της Παραμυθιάς ήταν «καθαρές δολοφονίες».

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη της Παραμυθιάς ήταν το διοικητικό κέντρο του Νομού Θεσπρωτίας πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, είχε μικτό πληθυσμό 3000 Χριστιανών Ελλήνων και 3000 Μουσουλμάνων Αλβανών Τσάμηδων.

Η Ιταλική φασιστική προπαγάνδα είχε υιοθετήσει μία φιλο-Αλβανική προσέγγιση, όπου υποσχόταν πως η περιοχή θα γινόταν μέρος της Μεγάλης Αλβανίας μετά το τέλος του πολέμου. Ως αποτέλεσμα, η Τσαμική Μουσουλμανική κοινότητα συνεργαζόταν σε μεγάλο βαθμό με τις δυνάμεις της κατοχικής Ιταλίας και μετέπειτα με τους Γερμανούς στρατιώτες των Δυνάμεων του Άξονα, διαπράττοντας μία σειρά εγκλημάτων εναντίον του άοπλου ντόπιου ελληνικού πληθυσμού. Οι κατοχικές δυνάμεις εγκατέστησαν μία τοπική Τσαμική διοίκηση στην πόλη της Παραμυθιάς, με τον Τζεμίλ Ντίνο να διορίζεται ως τοπικός διοικητής της Θεσπρωτίας και αντιπρόσωπος της Αλβανικής κυβέρνησης.[2] Πέραν της τοπικής Τσαμικής διοίκησης (Ξίλια) και της πολιτοφυλακής, από τον Ιούλιο του 1942 δρούσε στην περιοχή και μία παραστρατιωτική οργάνωση με το όνομα 'Κόσλα'.

Δράση κατά της αντίστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 1943, λόγω της αυξανόμενης δραστηριότητας των ανταρτών στη γύρω περιοχή, ο Γερμανός Αντισυνταγματάρχης Γιόζεφ Ρέμολντ διέταξε την έναρξη διαφόρων αποστολών προσκόπων αποτελούμενων από συνδυασμένες ομάδες Γερμανών και Τσάμηδων.

Στις 18 Σεπτεμβρίου, μία περιπολία σταμάτησε μία ομάδα 60 χωρικών και τους ανέκρινε, με εννέα από αυτούς (μία γυναίκα και οκτώ άντρες) να θεωρηθούν μέλη της αντίστασης και την επόμενη μέρα να εκτελεστούν μπροστά από το δημοτικό σχολείο της πόλης.[3] Στις 20 Σεπτεμβρίου οι αποστολές των προσκόπων εντατικοποιήθηκαν και σε αρκετές περιπτώσεις εμπλέκονταν σε συγκρούσεις με μονάδες του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ). Ο ίδιος ο Ρέμολντ σημείωσε πως οι μονάδες των Τσάμηδων ήταν πολύ αποτελεσματικές και πως «με τη γνώση που κατέχουν για τη γύρω περιοχή, έχουν αποδείξει την αξία τους στις προσκοπικές αποστολές».[4]

Στις 24 Σεπτεμβρίου, μία ομάδα περιπολίας η οποία αποτελείτο από πέντε Γερμανούς στρατιώτες έπεσε σε ενέδρα, την οποία πιθανότατα έστησαν Έλληνες αντάρτες. Την επόμενη μέρα, τα σώματά τους βρέθηκαν σε κατάσταση που ήταν δύσκολο να αναγνωριστούν. Για το συγκεκριμένο περιστατικό διαδόθηκε η φήμη πως η ομάδα συνοδευόταν από Τσάμηδες, οι οποίοι και διέπραξαν τις δολοφονίες με σκοπό να κατηγορήσουν τους Έλληνες και να ξεκινήσουν έτσι ένα μεγάλο πογκρόμ τις επόμενες μέρες. Ωστόσο, σύμφωνα με μεταπολεμικές μαρτυρίες, αυτή η δυνατότητα δεν έχει αποδειχθεί.[3]

Στις 27 Σεπτεμβρίου, συνδυασμένες δυνάμεις Γερμανών και Τσάμηδων ξεκίνησαν μία μεγάλης κλίμακας επιχείρηση, καίγοντας και καταστρέφοντας χωριά βόρεια της Παραμυθιάς, συμπεριλαμβανομένων των χωριών Ελευθεροχώρι, Σέλιανη, Σεμελικα και Άγιος Νικόλαος, σκοτώνοντας κατά η διάρκεια 50 Έλληνες χωρικούς. Σε αυτή την επιχείρηση, το Σώμα των Τσάμηδων αριθμούσε 150 άντρες και σύμφωνα με τον Γερμανό Στόκχερτ, «η επίδοσή τους ήταν πολύ καλή».[5]

Ωστόσο, αυτή η επιχείρηση δεν ήταν αρκετή και την παραμονή της 27ης Σεπτεμβρίου, ομάδα Τσάμηδων της πολιτοφυλακής ερεύνησαν σχεδόν κάθε σπίτι της Παραμυθιάς. Ο Τσάμης αξιωματικός της πολιτοφυλακής, Μαζάρ Ντίνο, βασισμένος σε έναν κατάλογο ονομάτων που είχε στην κατοχή του, συνέλαβε 53 κατοίκους και τους κλείδωσε στο δημοτικό σχολείο της πόλης εν αναμονή της εκτέλεσής τους.[5] Ο τοπικός επίσκοπος Δωρόθεος ταξίδεψε από τα Ιωάννινα για να πείσει τον Ναζί διοικητή Χούμπερτ Λανζ να ακυρώσει τις εκτελέσεις. Τα αδέλφια Ντίνο, οι οποίοι είχαν ενορχηστρώσει αυτές τις δράσεις για να ξεφορτωθούν τους εκπροσώπους και τους διανοούμενους της Ελληνικής κοινότητας, γνωρίζοντας τις προθέσεις του Δωρόθεου, ενέργησαν γρήγορα. Τα μεσάνυχτα της 29ης Σεπτεμβρίου, οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτέλεσης στα περίχωρα της πόλης. Ωστόσο, τέσσερις αιχμάλωτοι αφέθηκαν ελεύθεροι. Σύμφωνα με τον Γερμανό λοχία Χέλμουτ Γκότε, ο οποίος ήταν μέλος της ομάδας εκτελεστών:[6]

Σύμφωνα με μαρτυρία του Γκότε μετά τον πόλεμο, οι Τσάμηδες αποτελούσαν μέρος της ομάδας των εκτελεστών. Αν και υπήρχαν αναφορές πως τα πτώματα λεηλατήθηκαν για κοσμήματα και χρήματα, ο Γκότε το αρνείται. Σύμφωνα με άλλον Γερμανό ο οποίος ήταν μέρος της ομάδας εκτελεστών, οι συγγενείς των θυμάτων διατάχθηκαν αμέσως μετά την εκτέλεση να θάψουν τα πτώματα. Τα θύματα ήταν άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς ήταν εξέχουσες προσωπικότητες της Ελληνικής κοινότητας της Παραμυθιάς. Ανάμεσά τους βρίσκονταν ένας ιερέας, ένας γιατρός, πέντε δάσκαλοι, ο διευθυντής του σχολείου και οι περισσότεροι τοπικοί επιχειρηματίες.

Δίκες και ευθύνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μεταπολεμικά χρόνια, έλαβε χώρα στην Ελλάδα ένας αριθμός δικών για εγκλήματα πολέμου που αφορούσαν την περίοδο της κατοχής από Δυνάμεις του Άξονα. Ωστόσο, κανένας κατηγορούμενος δεν συνελήφθη ή φυλακίστηκε, καθώς είχαν ήδη διαφύγει στο εξωτερικό. Στη δίκη της Νυρεμβέργης, ο Χούμπερτ Λανζ ανέφερε πως οι εκτελέσεις και οι αποστολές για αντίποινα αποτελούσαν μέρος των «κανονισμών του πολέμου», αν και παραδέχτηκε πως είχε πλήρη άγνοια για τις εκτελέσεις στην Παραμυθιά.[6] Το 1948, το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο για Εγκλήματα Πολέμου διέταξε νομική έρευνα για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από Ιταλούς, Αλβανούς και Γερμανούς κατά τη διάρκεια της κατοχής και δύο μέρες μετά, διατάχθηκε η άμεση σύλληψη των κατηγορουμένων. Εξαιτίας του ότι όλοι οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν εκτός χώρας, είναι άγνωστό αν το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας κίνησε την απαραίτητη διπλωματική διαδικασία.[1] Στη δίκη των Ομήρων που έγινε στη Νυρεμβέργη το 1948, οι Αμερικανοί δικαστές αποφάσισαν πως οι εκτελέσεις της Παραμυθιάς ήταν «καθαρές δολοφονίες».[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Meyer 2008, σελ. 473.
  2. Meyer 2008, σελ. 464.
  3. 3,0 3,1 Meyer 2008, σελ. 468.
  4. Meyer 2008, σελίδες 464, 467, 476.
  5. 5,0 5,1 Meyer 2008, σελ. 469.
  6. 6,0 6,1 Meyer 2008, σελ. 472.
  7. Meyer 2008, σελ. 475.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]