Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών (1941-44)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προέκυψε από τη συνεργασία της Βουλγαρίας με τις δυνάμεις του Άξονα κατά την επίθεσή τους εναντίον της Ελλάδας. Ξεκίνησε με την είσοδο του βουλγαρικού στρατού στις 20 Απριλίου 1941 και έληξε με την οριστική αποχώρηση των στρατευμάτων στις 26 Οκτωβρίου 1944. Οι περιοχές που καταλήφθηκαν αρχικά ήταν η Ανατολική Μακεδονία και η ελληνική Θράκη, εκτός από μία έκταση στα ελληνικά σύνορα με την Τουρκία στο νομό Έβρου, που παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η σφαίρα επιρροής της Βουλγαρίας στα ελληνικά εδάφη μεγεθύνθηκε και ο βουλγαρικός στρατός προωθήθηκε στην Κεντρική Μακεδονία μέχρι τον Αξιό, εξαιρουμένης της Θεσσαλονίκης και μιας έκτασης 20 μιλίων γύρω από αυτήν.

Ιστορικό υπόβαθρο της κατοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουλγαρία θεωρούσε την περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας και της Θράκης ως ιστορικά βουλγαρικό έδαφος που βρισκόταν υπό ελληνική κατοχή. Ο βουλγαρικός εθνικισμός, με ερείσματα στον πανσλαβισμό, την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που είχε χαρίσει πρόσκαιρα στη Βουλγαρία αυτά τα εδάφη και στον ιστορικό αναθεωρητισμό που δεν αποδεχόταν την απώλεια των εδαφών της Δυτικής Θράκης κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, επανέφερε το ζήτημα της ανάκτησης πολλάκις κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Πριν από την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία εναντίον της Ελλάδας οι επίσημες θέσεις του βουλγαρικού κράτους τάσσονταν υπέρ της ουδετερότητας[1] παρόλο που είχε αρχίσει ήδη η προσέγγιση με τον Άξονα[2]. Αυτές οι συνομιλίες κατέληξαν στην υπογραφή του πρωτοκόλλου της 1ης Μαρτίου που σφράγισε την είσοδο της Βουλγαρίας στον Άξονα και καθόρισε τους όρους της συμφωνίας (παραχώρηση στη βουλγαρική διοίκηση της περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης πέραν του Έβρου, ελεύθερη διάβαση των γερμανικών στρατευμάτων μέσω της Βουλγαρίας) που έγινε αποδεκτή από το σύνολο σχεδόν του βουλγαρικού πολιτικού κόσμου και του λαού.

Η κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η είσοδος των βουλγαρικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με απόφαση του παλατιού, τα βουλγαρικά στρατεύματα προχώρησαν επίσημα στην είσοδό τους σε ελληνικό έδαφος στις 20 Απριλίου 1941 χωρίς η Βουλγαρία να έχει κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα και χωρίς να έχουν διακοπεί οι διπλωματικές τους σχέσεις[3]. Για την Γερμανία, ο σκοπός της εισόδου των βουλγαρικών στρατευμάτων ήταν καταρχήν η διαφύλαξη της τάξης με την απεμπλοκή των γερμανικών στρατευμάτων που θα ήταν χρήσιμα σε άλλες εμπόλεμες ζώνες[4] ενώ οποιαδήποτε αναθεώρηση των συνόρων και εφαρμογή άμεσου πολιτικού ελέγχου προς όφελος των Βουλγάρων θα αποφασιζόταν με το πέρας του πολέμου. Σε αυτές τις απόψεις των συμμάχων τους αντιτάχθηκαν σφόδρα οι βουλγαρικές αρχές που με την έναρξη της διοίκησης (de facto κατοχής) της περιοχής ξεκίνησαν τις διαδικασίες ενσωμάτωσής της στον κύριο κορμό του βουλγαρικού κράτους[5].

Η διαχείριση των κατεχόμενων περιοχών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βουλγαρικό κράτος ονόμασε την κατεχόμενη περιοχή «Μπελομόριε» («Αιγαΐδα») και ξεκίνησε την αναθεώρηση της πραγματικότητας της περιοχής με την αντικατάσταση των ελληνικών πολιτικών και αστυνομικών υπηρεσιών με αντίστοιχες βουλγαρικές και την αναθεώρηση του πολιτικού χάρτη (χάραξη νέων επαρχιών κι ενσωμάτωση άλλων σε υπάρχουσες βουλγαρικές[6]). Κύριο όργανο στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν και οι διάφοροι βουλγαρικοί πατριωτικοί και αθλητικοί σύλλογοι και οι κατά τόπους βουλγαρικές εφημερίδες. Έγιναν προσπάθειες υπαγωγής του πληθυσμού στο βουλγαρικό εκπαιδευτικό σύστημα οι οποίες ωστόσο δεν είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα[7], παράλληλα με απαγόρευση χρήσης της ελληνικής γλώσσας και επιβολής χρήσης της βουλγαρικής στη δημόσια ζωή. Επίσης η ελληνική εκκλησιαστική δομή αναιρέθηκε για να ενταχθούν οι εκκλησίες στην βουλγαρική εξαρχία.

Οι πολιτικές πολιτικής και οικονομικής καταδίωξης των Ελλήνων και των λοιπών εθνοτικών ομάδων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (κυρίως Πομάκων μα και μουσουλμάνων) συμπεριέλαβαν επιστράτευση για αμισθί εργασία σε έργα στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία, στην Βουλγαρία ή στα κατεχόμενα ελληνικά εδάφη για την κατασκευή σιδηροδρόμων και την καταστροφή ελληνικών οχυρωματικών έργων[8]. Ο δριμύς λοιμός του χειμώνα του 1942-43 βρήκε τους Έλληνες κατοίκους να στερούνται βασικές προμήθειες αγαθών (φαρμάκων και τροφίμων) και να υπόκεινται σε οικονομική διάκριση με αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών από ασιτία[9].

Όσον αφορά την οικονομική πραγματικότητα, οι βουλγαρικές αρχές πήραν μέτρα για τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων. Ο οικονομικός αυτός διωγμός εντάθηκε και με τις ευρύτατες καταστροφές που προκάλεσαν οι βουλγαρικές αρχές στην οικονομική δραστηριότητα των κατεχόμενων. Οι ζημιές στην ελληνική οικονομία από την ευρύτερη διαχείριση των Βουλγάρων των περιοχών αυτών ανήλθαν στα 985.000.000 δολάρια[10] με τραγική μείωση των δασών και συμβολή στην ερήμωση της υπαίθρου[11].

Η δημογραφική πραγματικότητα κατά την διάρκεια της κατοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής παρουσίασε τρομερές μειώσεις καθώς πολλοί αναγκάστηκαν σε έξοδο προς την γερμανοκρατούμενη Μακεδονία, την Αθήνα και τον Πειραιά με την φυγή ατόμων να υπολογίζεται σε 170.000[12].[13][14]. Αρκετοί μουσουλμάνοι μα και χριστιανοί διέφυγαν και προς την Τουρκία ενώ οι εκτοπισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κεντρικής Ευρώπης Εβραίοι υπολογίζονται γύρω στους 4.000. Από την άλλη πλευρά οι βουλγαρικές αρχές προσπάθησαν να προσελκύσουν κατοίκους της Βουλγαρίας με σκοπό τον εποικισμό των κατεχομένων περιοχών. Υπολογίζεται ότι περίπου 120.000 έποικοι εγκαταστάθηκαν στα 3 χρόνια της κατοχής αν και τόσο το χαμηλό επίπεδο των εποίκων όσο και η αντικειμενική πραγματικότητα της περιοχής απέτρεψαν την ουσιαστική μεταβολή του χαρακτήρα των κατεχόμενων.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και την Θράκη 1941-1944 (Ξανθίππη Κοτζαγεώργη - Ζυμάρη ('Α έκδοση), ); Δήμητρα Ασημακοπούλου ('β έκδοση) έκδοση). Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο. 2007, σελ. 24. 
  2. op.cit., σελ.25
  3. op.cit., σελ.39 Η επίσημη κήρυξη πολέμου από την ελληνική πλευρά ήρθε στις 11 Ιουνίου.
  4. op.cit., σελ.47
  5. op.cit., σελ.48
  6. op.cit., σελ.52
  7. op.cit., σελ.96
  8. op.cit., σελ. 65
  9. op.cit., σελ.67-70
  10. Σύμφωνα με το παράρτημα του ελληνικού Υπομνήματος στο συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού 134, παρμένο με τη σειρά του από το ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ, Φ, (1949) , Τα ελληνικά δίκαια στη Διάσκεψη της Ειρήνης, Θεσσαλονίκη, σελ.59-60
  11. op.cit., σελ.132-33
  12. op.cit., σελ.153
  13. Mazower (1995), p. 20
  14. Charles R. Shrader, The Withered Vine: Logistics and the Communist Insurgency in Greece, 1945-1949, 1999, Greenwood Publishing Group, p.19, ISBN 0275965449

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και την Θράκη 1941-1944; Ξανθίππη Κοτζαγεώργη - Ζυμάρη (επιμέλεια Α’ έκδοσης); Δήμητρα Ασημακοπούλου (επιμέλεια Β’ έκδοσης); Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (2007), εκδόσεις Επίκεντρο