Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δημήτρης Γκόγκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μπαγιαντέρας
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Δημήτρης Γκόγκος (Ελληνικά)
ΨευδώνυμοΜπαγιαντέρας
Γέννηση28 Φεβρουαρίου 1903 (1903-02-28)
Πειραιάς
Θάνατος18 Νοεμβρίου 1985 (82 ετών)
Αθήνα
Αιτία θανάτουλοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
Συνθήκες θανάτουνόσος
ΕθνικότηταΈλληνας
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Σπουδέςμουσική σχολή
Ιδιότητατραγουδιστής, συνθέτης και οργανοπαίκτης
ΣύζυγοςΔέσποινα Αρμπατζόγλου
Όργαναμπουζούκι και φωνή
Είδος τέχνηςλαϊκό τραγούδι και ρεμπέτικο

Οικογένεια – μαθητικά χρόνια

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δημήτρης Γκόγκος γεννήθηκε το 1903, στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά στην οδό Βύρωνος 27. Στο ληξιαρχείο Πειραιά, δηλώθηκε επίσημα το 1904, δίχως να αναγράφεται μήνας και ημέρα γεννήσεως. Ωστόσο, εικάζεται ότι γεννήθηκε την 28η Φεβρουαρίου. Ο πατέρας του Ιωάννης, ο οποίος ήταν υπαξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού, είχε γεννηθεί το 1863 στην Τροιζηνία Πόρου. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου, το 1895, με την οποία απέκτησε οκτώ εγγεγραμμένα τέκνα στο μητρώο Πόρου, μετοίκησε στον Πειραιά και εργάστηκε επίσης ως υπαξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού στον Λιμενικό τομέα. Η δεύτερη του σύζυγος Αγγελική Τζιέρη, μητέρα του Δημήτρη Γκόγκου, καταγόταν από την Ύδρα.

Όπως προκύπτει από την ανάγνωση των μαθητολογίων, ο Δ. Γκόγκος το σχολικό έτος 1910–11, στην ηλικία των επτά ετών, ξεκινά να φοιτά στην Α΄ τάξη, στο πλήρες εξατάξιο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Πειραιά, όπου και τελειώνει το 1917. Η συνολική φοίτηση του εξατάξιου δημοτικού σχολείου διαρκεί επτά χρόνια για τον Δ. Γκόγκο. Το σχολικό έτος 1913–14 φοιτά στην Ε’ τάξη και το σχολικό έτος 1914–1915, επαναλαμβάνει τη φοίτηση της ίδιας τάξης. Το σχολικό έτος 1917–18 ξεκινά να φοιτά στην πρώτη τάξη του Ε΄ Γυμνασίου Αρρένων Πειραιά και το σχολικό έτος 1918–19 συνεχίζει στη δευτέρα τάξη. Όπως μας πληροφορεί το ενδεικτικό φοίτησης του σχολικού έτους 1918–19, προάγεται στην Γ΄ Γυμνασίου. Ο Δ. Γκόγκος, αναφέρει ότι παράτησε το Γυμνάσιο στην τελευταία τάξη, η μαρτυρία αυτή, ενισχύεται από το γεγονός ότι, στο αντίστοιχο μαθητολόγιο δεν εντοπίσαμε το όνομά του. Ωστόσο, ο Δ. Γκόγκος, παράλληλα με το Γυμνάσιο, παίρνει πτυχίο από την «νυχτερινή μηχανική σχολή Προμηθεύς» με ειδικότητα «ηλεκτριστού». Η φοίτησή του διαρκεί δύο έτη κατά το χρονικό διάστημα 1918–1920, με επίσημη ημερομηνία εγγραφής την 28/10/1918. Επίσης, ως τίτλος εγγραφής του στην Α΄ τάξη αναφέρεται η 1η Ιουλίου 1919, με είδος εργασίας εφαρμοστής στο εργοστάσιο «Φαράκου», στο πλαίσιο της πρακτικής εξάσκησης που απαιτούνταν για την απόκτηση του πτυχίου. Το έτος 1920, ως πτυχιούχος πλέον ηλεκτρολόγος, εργάζεται αρχικά στον Ναύσταθμο, στη συνέχεια ως χειριστής μηχανών στο εργοστάσιο τσιμέντων «Ζαβογιάννη» και στο εργοστάσιο Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων.

Η σχολική παιδεία που αποκόμισε ο Μπαγιαντέρας, είναι εμφανής στον προφορικό του λόγο, όπου συχνά χρησιμοποιεί τη γλώσσα της καθαρεύουσας, αλλά και σε αρκετές περιπτώσεις τραγουδιών του, όπου στους στίχους, διακρίνεται πληθωρικός ποιητικός λόγος, όπως για παράδειγμα στα τραγούδια: «Ήταν άνοιξις», «Το τραγούδι της αγάπης», «Γυρνώ σαν νυχτερίδα», «Σαν μαγεμένος».

Μια από τις βασικές δραστηριότητες του Δημήτρη Γκόγκου, ήταν η ενασχόλησή του με τον αθλητισμό. Ως παλαιστής της ελληνορωμαϊκής πάλης, έλαβε μέρος σε πολλούς αγώνες. Ωστόσο, τη συνήθεια της γυμναστικής άσκησης, τη διατήρησε καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Πρώτη επαφή με τη μουσική

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, τα μουσικά του ακούσματα προέρχονταν από γάμους, στους οποίους παίζονταν αποκλειστικά βιολιά, λαούτα, σαντούρια και αρκετές φορές μαντολίνα. Γύρω στο 1910–11, αρχίζει η μουσική του ενασχόληση. Μαθαίνει μπαγλαμά από τον κουμπάρο και γείτονά του Γιώργο Νιανιούρη, ο οποίος κατασκευάζει και του δωρίζει έναν, πάνω στον οποίο εξασκείται και πολύ σύντομα εξελίσσεται. Ο πατέρας του εκφράζει αντιρρήσεις, με το επιχείρημα ότι θα παραμελήσει τα μαθήματά του, μιας και τον προόριζε για το Λιμενικό Σώμα, όμως ο Δημήτρης τον πείθει. Στη συνέχεια ασχολείται και με άλλα μουσικά όργανα, όπως το μαντολίνο, το βιολί, την κιθάρα και το πιάνο. Συχνά, επισκεπτόταν έναν κινηματογράφο στην Τρούμπα που είχε πιάνο και, σε συμφωνία με τον ιδιοκτήτη έπαιζε, με αντίτιμο τη δωρεάν είσοδο.

Γύρω στο 1916, στην ηλικία των 13 ετών, έχει την πρώτη επαφή με το μπουζούκι, το οποίο έμαθε να παίζει μόνος του χωρίς δάσκαλο. Βέβαια, η πρώτη του μουσική παιδεία, πριν ακόμα ασχοληθεί με το μπουζούκι, είχε σχέση με τις μαντολινάτες της εποχής, στις οποίες συμμετείχε ως μαντολινίστας. Η μεταπήδησή του στο μπουζούκι, μετά το μαντολίνο, ήταν σχετικά εύκολη. Η ευχέρειά του στο μπουζούκι και η μουσική ακουστική του ικανότητα κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων εκμάθησης, δηλώνεται επίσης από τον ίδιο. «Σ΄ ένα χρόνο έγινα άριστος». «..επειδή τα χέρια μου ήταν μαθημένα από το μαντολίνο, μπήκα γρήγορα και σωστά στην έννοια του μπουζουκιού». «…άρχισα μόνος μου κι έπαιζα. Μέχρι κλασικά. Ό,τι πεις το παίζω δω απάνω». Αξίζει να τονισθεί ότι το λόγιο ευρωπαϊκό ρεπερτόριο αποτέλεσε γνωστικό αντικείμενο μουσικού γραμματισμού, μουσικών του λαϊκού τραγουδιού. Χαρακτηριστική περίπτωση επίσης, αποτέλεσε ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος κατά την εκμάθηση βιολιού στο ωδείο Τρικάλων, διδάχθηκε τα τρία τεύχη της μεθόδου Laoureux, αλλά και ο Μανόλης Χιώτης, του οποίου η μουσική προπαιδεία σχετιζόταν με το ωδείο του Άργους.

Τα μουσικά ενδιαφέροντα του Μπαγιαντέρα ήταν ποικίλα, άκουγε και έπαιζε κλασική μουσική, ελαφρά τραγούδια της εποχής, δημοτικά και νησιώτικα. Σχετικά με το ελαφρό τραγούδι, δήλωνε θαυμαστής των σημαντικών εκπροσώπων του μεσοπολέμου, όπως των: Αττίκ, Τόνυ Μαρούδα, Μιχάλη Σουγιούλ, Νίκου Γούναρη. Όπως διακρίνεται από τη δισκογραφική του παρουσία, αλλά και από τα ανέκδοτά του τραγούδια, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις οι οποίες προσομοιάζουν στο είδος του ελαφρού τραγουδιού, αλλά και τραγούδια με επιρροές από το νησιώτικο και δημοτικό τραγούδι.      

Ο Μπαγιαντέρας, ως γεννημένος στον Πειραιά, βίωσε το πλαίσιο της εξέλιξης του πειραιώτικου ρεμπέτικου με βάση το μπουζούκι, πριν την πρώτη του καταγραφή σε δίσκο και αναφέρει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα ακούσματα που είχε από τους προγενέστερούς του, παίχτες του μπουζουκιού. Μερικοί από αυτούς, αρκετά μεγαλύτεροί του, ήταν ο Μιμίκος Μπογιατζής και ο ανιψιός του Νίκος Μπογιατζής ή Τσιμπλής, οι οποίοι ήταν αραμπατζήδες στο τελωνείο του Πειραιά. Επιπλέον, αναφέρεται στον Γιάννη τον Γυαλιά, τον Παράκια, οι οποίοι μάθανε μπουζούκι από τον Μιμίκο. Τον Σκριβάνο και τον Ασημαρήτη, τους οποίους δεν τους άκουσε να παίζουν ποτέ από κοντά. Τον Χαρίλαο Κηρομύτη, πατέρα του Στέλιου Κερομύτη, από του «Βάβουλα τη Γούβα», που έπαιζε μπαγλαμά. Τον Σκούρτη τον τυπογράφο, εξαίρετο παίχτη, με ιδιαίτερη προτίμηση στα καμηλιέρικα, από τον οποίο πήρε αρκετά από το παίξιμό του.

Πέρα από τα μουσικά ακούσματα, ο Μπαγιαντέρας, είχε βιωματική σχέση με το ήθος και την αισθητική του πλαισίου των κουτσαβάκηδων. Διαθέτοντας την απαιτούμενη «τόλμη» και ρώμη, έχαιρε του σεβασμού των ανθρώπων με παραβατική συμπεριφορά.

Θητεία στο Ναυτικό – Περίοδος φυλάκισης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως προκύπτει από τη Στρατολογική Υπηρεσία Πειραιά, στις 24 Νοεμβρίου του 1923, ο Μπαγιαντέρας κατατάσσεται στο Ναυτικό ως εθελοντής ναύτης. Αρχικά παρουσιάζεται στον Πόρο έχοντας πτυχίο ηλεκτρολόγου και υπηρετεί στα πλοία του στόλου. Στη συνέχεια μετατίθεται στον Ναύσταθμο, έχοντας προϋπηρεσία ως πολίτης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στον Ναύσταθμο, συγκεκριμένα στις 20 Ιουνίου του 1924, παίρνει ειδικότητα «ηλεκτριστού».  Ο Μπαγιαντέρας σε συνέντευξή του αναφέρει ότι, απολύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 περίπου. Ο λόγος της μακρόχρονης θητείας, ήταν το λαθρεμπόριο δυναμίτιδας με ποινή φυλάκισης 61 μηνών.

Σύμφωνα με το πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης, ο Δ. Γκόγκος απολύθηκε οριστικά από το Ναυτικό στις 26 Νοεμβρίου του 1929 ως ναύτης, με ειδικότητα «Ηλεκτρομηχανικός». Συνολικά η θητεία του διήρκεσε 6 χρόνια και 2 ημέρες. Όπως μας πληροφορεί ο Τύπος της εποχής, στις αρχές Μαΐου 1926 συμβαίνει μια μεγάλη κλοπή δυναμίτιδας, στην οποία όπως αναφέρει ο Δ. Γκόγκος, συμμετέχει και καταδικάζεται. Αρχικά, η φυλάκισή του στην Παλιά Στρατώνα έγινε το 1926, ενώ το 1927 μεταφέρθηκε στην Αίγινα και τον Νοέμβριο του 1929 απολύθηκε οριστικά. Οι συγκρατούμενοί του στην Αίγινα ήταν κυρίως πολιτικοί κρατούμενοι, από τους οποίους «υιοθέτησε» την αριστερή πολιτική του τοποθέτηση.

Το παρωνύμιο Μπαγιαντέρας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν περιγράψουμε πώς το παρωνύμιο Μπαγιαντέρας «ακολουθεί» τον Δημήτρη Γκόγκο, αξίζει να αναφερθεί η ετυμολογία και η προέλευση της λέξης. Η λέξη bayadere είναι ένας ευρωπαϊκός όρος για τις devadasi, Ινδές χορεύτριες των ναών. Στον Νότο αλλά και σε περιοχές της Δυτικής Ινδίας η devadasi είναι ένα κορίτσι «αφιερωμένο» στη λατρεία και την υπηρεσία μιας θεότητας, ή ενός ναού, εφ΄ όρου ζωής. Εκτός από τη φροντίδα του ναού και την τέλεση τελετουργιών, οι γυναίκες αυτές επιδίδονταν στις κλασικές ινδικές καλλιτεχνικές παραδόσεις, καθώς ο χορός και η μουσική αποτελούν απαραίτητες δεξιότητες των λατρευτικών τελετών των ναών. Η φήμη των devadasi στα ευρωπαϊκά ταξιδιωτικά κείμενα, φθάνει πίσω στον Μάρκο Πόλο και σε εικονογραφημένα χειρόγραφα του 14ου αιώνα, αλλά στην αρχή του 19ου αιώνα αποκτά μια μυθική, εξωτική διάσταση. Το ευρωπαϊκό κοινό κατά την περίοδο του ρομαντισμού αρέσκεται στα θεάματα με εξωτική θεματολογία. Το 1838 ο Γάλλος ιμπρεσάριος E.C. Tradivel μεταφέρει από τη Νότια Ινδία ένα σύνολο από χορεύτριες των ναών και οργανώνει περιοδεία στην Ευρώπη, ξεκινώντας τις παραστάσεις από το Παρίσι. Οι bayaderes, όπως ονομάζονται στα γαλλικά, γοητεύουν το κοινό και επηρεάζουν μερικούς από τους κορυφαίους καλλιτέχνες, συνθέτες και χορογράφους του 19ου αιώνα.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η οπερέτα «Die Bajadere» του Ούγγρου Emmerich Kalman, η οποία κάνει πρεμιέρα στο Carl-theatre στις 23 Δεκεμβρίου του 1921 στη Βιέννη. Η οπερέτα «Ω Μπαγιαντέρα» πρωτοπαίχθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου του 1922, στο θέατρο «Απόλλων», από τον θίασο Παπαϊωάννου, σε στίχους Ιωάννη Παπαϊωάννου, σημειώνοντας επιτυχία.

Επιπλέον, η οπερέτα «Ω Μπαγιαντέρα» γνώρισε κάποιες ηχογραφήσεις στις 78 στροφές τη χρονική περίοδο 1923–1925, από Έλληνες ερμηνευτές. Ο Δημήτρης Γκόγκος προφανώς άκουσε κάποια από τις παραπάνω εκτελέσεις και δεν αποκλείεται να είχε παρακολουθήσει και την παράσταση. Ας σημειωθεί ότι σε τηλεοπτικό αφιέρωμα στην ΕΡΤ, το 1976, τραγουδά και παίζει στο μπουζούκι την οπερέτα «Ω Μπαγιαντέρα» με όμοια μελωδία με τις παραπάνω ηχογραφήσεις. Ο Δ. Γκόγκος σε ένα αποκριάτικο γλέντι, πιθανότατα το 1924, τραγουδά και παίζει την οπερέτα στο μπουζούκι, παρουσία φίλων και του δημοσιογράφου Δελαπόρτα. Ο δημοσιογράφος αρθρογραφεί στην εβδομαδιαία πειραιώτικη σκωπτική εφημερίδα, Περίδρομος και γράφει τα εξής:

Κομψό ναυτάκι κι όμορφο και όμοιο με τέρας

κάθεται στα Υδραίικα ο Μήτσος Μπαγιαντέρας.

Και με το μπουζουκάκι του που’ κάνει όλο καντάδες

ξεμυαλίζει γκόμενες κι όλες τις παξιμάδες.

Κι από τα γλέντια τα πολλά τα βρήκε όλα σκούρα

Και έναν μήνα φυλακή του βάλαν στην καμπούρα!

Έκτοτε, ο Δημήτρης Γκόγκος, υιοθετεί το παρωνύμιο Μπαγιαντέρας, με το οποίο υπογράφει στην ετικέτα δίσκου του πρώτου του τραγουδιού "Καπνουλούδες" τον Δεκέμβριο του 1934.           

Την εποχή που υπηρετούσε στον Ναύσταθμο, γύρω στο 1924, γνωρίζεται με τον Γιώργο Μπάτη, με τον οποίο έγιναν φίλοι και αργότερα συνάδελφοι. Μετά τη δεκαετία του 1930, γνωρίζεται με τα υπόλοιπα μέλη της «Ξακουστής Τετράδας του Πειραιώς», τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Ανέστη Δελιά. Επίσης, γνωρίζεται με τον Στέλιο Κηρομύτη και τον Καρυδάκια.

Στις 26 Νοέμβριου του 1929 οπότε και απολύεται από το Ναυτικό, αρχικά εργάζεται στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς σαν χειριστής στο βίντσι. «…έφυγα όμως κι’ από εκεί και έκτοτε ασχολήθηκα αποκλειστικά με το μπουζούκι. Ήμουν καλός στο όργανο, άριστος, αλλά ακόμη δεν είχα γράψει δικό μου τραγούδι. Ήξερα όμως κι έπαιζα, δηλαδή είχα το ρεπερτόριο όλων εκείνων των μουσικών που είχαν έρθει από τη Μικρά Ασία. Γιατί τότε το 1922 είχαν έρθει όλοι οι Μικρασιάτες μουσικοί: Τούντας, Σαλονικιός, Περιστέρης, Καρίπης, Παπάζογλου, Σκαρβέλης, Μανισαλής (ο γέρο Μανισαλής), Ογδοντάκης, Λορέντζος, Ασίκης, Γιοβάν Τσαούς, Τομπούλ, Λάμπρος Λειβαδίτης κ.α. Και οι τραγουδιστές: Νούρος, Ρόζα, Ρίτα, Μαρίκα, Νταλγκάς, Κάβουρας, Θωμαΐδης κ.ά. Πρόκειται για μια σημαντική αναφορά η οποία ενισχύει τη θέση για το πώς οι μουσικοί του Πειραιά επηρεάστηκαν από τη μουσική των προσφύγων, χρησιμοποιώντας ως κύριο όργανο το μπουζούκι (όργανο με τάστα), αντί για άταστα όργανα που χρησιμοποιούσαν οι πρόσφυγες. Προσπαθώντας να ταιριάξουν ηχητικά στοιχεία του στυλ από τον Ελλαδικό χώρο και την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, δημιούργησαν μια νέα εκδοχή και σίγουρα ένα νέο ρεπερτόριο.

Η πρώτη φορά που ανεβαίνει στο πάλκο ως επαγγελματίας μουσικός συμβαίνει το καλοκαίρι του 1934, στο μαγαζί του Σαραντόπουλου στη Δραπετσώνα, μετά την αποχώρηση του συγκροτήματος «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος ήταν ο Ανέστης Δελιάς, ο Δ. Λορέντζος βιολί, ο Κ. Φλώρος και μια τραγουδίστρια με το όνομα Γιώτα. Ο Α. Δελιάς με τον Μπαγιαντέρα ερμήνευαν τα «μάγκικα» τραγούδια και οι υπόλοιποι σμυρναίικα, τσάμικα και καλαματιανά, καλύπτοντας τις γενικότερες προτιμήσεις του κοινού.

Την ίδια χρονιά έρχεται σε επαφή με τον Νίκο Φαλτάιτς, ο οποίος υπήρξε προϊστάμενος στο τμήμα διαλογής μουσικών τεμαχίων της εταιρίας Columbia, προκειμένου να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο. Η επαφή ενισχύεται μέσω συστατικών επιστολών του Μανόλη Πρωτοψάλτη, οικογενειακού φίλου του Δ. Γκόγκου και του Κώστα Φαλτάιτς.

Έτσι, ως πρώτος ανταγωνιστής του Μάρκου Βαμβακάρη, τον Δεκέμβριο του 1934, ξεκινά τη δισκογραφική του πορεία με το τραγούδι «Καπνουλούδες», στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1935, δισκογραφεί τα τραγούδια «Πάντα με γλυκό χασίσι» και «Ήταν άνοιξις».

Τον Ιούλιο του 1937, εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη, μαζί με τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και κιθάρα κάποιον από τη Θεσσαλονίκη, στο μαγαζί του Χρήστου Κέρκυρα. Επιστρέφοντας, εργάστηκε στο μαγαζί «Σηράγγειον» στο Πασαλιμάνι, μαζί με τον Ανέστη Δελιά, τον Κώστα Καρίπη κιθάρα, τον Λορέντζο βιολί, τον Αιμίλιο πιάνο. Στη συνέχεια, εργάζεται στο μαγαζί του Αντώνη Βλάχου Δάσος, στον Βοτανικό. Κάλλιστα μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ως ιστορική μουσική συνεργασία, μιας και στο πάλκο συμπράττουν οι: Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Κώστας Καρίπης, Γιώργος Μπάτης, Ανέστης Δελιάς, Γιάννης Παπαϊωάννου, Απόστολος Χατζηχρήστος, Μιχάλης Γενίτσαρης, Μπαγιαντέρας, Λορέντζος, Μανόλης Χιώτης κ.ά.

Έπειτα, φεύγει από το Δάσος και εργάζεται στου «Πίκινου» στο Θησείο μαζί με τον Λορέντζο. Στη συνέχεια στου Αντώνη του Ηπιώτη στο Περιστέρι μαζί με τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Μανόλη Χιώτη, με τον οποίο έχουν αρχίζει και τη δισκογραφική συνεργασία. Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, εργάζεται στο μαγαζί του Β. Πετρόπουλου, που βρισκόταν κοντά στην Ομόνοια, γωνία 3ης Σεπτεμβρίου, μαζί με τον Μανόλη Χιώτη, τον Λορέντζο βιολί, τον Κώστα Καρίπη κιθάρα και ένα πιανίστα.      

(Ελληνόϊταλικός) Πόλεμος – (Γερμανική) Κατοχή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα χρόνο σχεδόν πριν την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου παντρεύεται με τη μικρασιατικής καταγωγής Δέσποινα Ν. Αρμπατζόγλου. Σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη γάμου η τελετή πραγματοποιήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1939. Ο Δημήτρης Γκόγκος και η Δέσποινα Αρμπατζόγλου αποκτούν τρία παιδιά. Την Αγγελική, την Έλλη και τον Γιάννη, ο οποίος ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του παίζοντας μπουζούκι.

Παρ’ ότι σε κάποια από τα τραγούδια του αναφέρεται ως στιχουργός η σύζυγός του Δέσποινα Αρμπατζόγλου, ο Δ. Γκόγκος δηλώνει ότι έκανε αυτή την κίνηση κυρίως για λόγους εμπορικούς και πιθανότατα συναισθηματικούς.          

Πενήντα μία ημέρες μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ενώ παίζει στο πάλκο στου Δασκαλάκη στο Μαρούσι, χάνει το φως του, χωρίς προηγούμενο ιστορικό. Το ατυχές γεγονός συμβαίνει γύρω στις 17 Ιουνίου του 1941. Ακολουθούν τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, όπου προσπαθεί να επιβιώσει και να ζήσει την οικογένειά του. Κατά αυτή την περίοδο συνέθεσε αρκετά ανέκδοτα τραγούδια, πολλά από αυτά έχουν ως κύρια θεματική την αντίσταση και την ελευθερία.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Μπαγιαντέρας, πριν την τύφλωσή του, κατέγραφε ο ίδιος τους στίχους των τραγουδιών του, με αύξοντα αριθμό. Μετά από αυτό το γεγονός, υπαγορεύει τους στίχους και τη μουσική των καινούργιων τραγουδιών και τους καταγράφουν τρίτα πρόσωπα.

Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Μπαγιαντέρας, ξεκινάει μια νέα θεματική κατηγορία στις χειρόγραφες σημειώσεις των τραγουδιών, με τίτλο: «Νέα έκδοσις, πολεμική περίοδος». Τα δύο τελευταία τραγούδια στη δισκογραφία της προπολεμικής περιόδου, «Ψηλά στης Πίνδου τα βουνά» και «Τους Κενταύρους δε φοβούμαι» τα ηχογραφεί πριν το κλείσιμο των εταιριών δίσκων, με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα. Τα τραγούδια αυτά κυκλοφόρησαν στον ίδιο δίσκο και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Την ίδια περίοδο συνέθεσε αρκετά τραγούδια με την ίδια θεματική στίχου, όπως τα: «Σύρε στο καλό», «Στη σκλαβωμένη Ελλάδα μας», «Βροντούν κι αστράφτουν», «Σου στέλνω χαιρετίσματα», «Αρχηγό μου έχω τον Άρη», και το ανέκδοτο τραγούδι με τίτλο: «Φεύγω Μαργιώ. Επιπλέον, έγραψε και δυο ποιήματα με τίτλο: «Δάφνινο στεφάνι» και «Πατρίδα», τα οποία όμως δεν μελοποίησε[1].        

Μεταπολεμικά χρόνια

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπαγιαντέρας, το έτος 1947, με το άνοιγμα των εταιρειών δίσκων, επανέρχεται στη δισκογραφία. Τα πρώτα τραγούδια που δισκογραφεί είναι «Του Κυριάκου το γαϊδούρι» και «Κοττούλα», τα οποία κυκλοφόρησαν μαζί σε ένα δίσκο. Στη συνέχεια, σημειώνει εμπορικές επιτυχίες όπως το «Ξεκινά μια ψαροπούλα», «Μια τράτα κουλουριώτισσα», «Κι αν χωρίσαμε δεν φταίω» κ.ά.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και έπειτα καταθέτει όλο και λιγότερες δημιουργίες στην δισκογραφία, συγκριτικά με την περίοδο 1934–1940, γεγονός που σχετιζόταν κυρίως με την αναπηρία του, αλλά δεν αποκλείεται να έχει σχέση και με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Το χρονικό διάστημα που ακολουθεί και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν σταματά να συνθέτει, γεγονός που αποδεικνύεται από τις ανέκδοτες δημιουργίες που εντοπίσαμε. Παράλληλα, προσπαθώντας να επιβιώσει, αναγκάζεται να παίζει «σφουγγάρα» στους δρόμους, πρακτική που εφάρμοσαν και άλλοι συνάδελφοί του.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 επινοεί την πρώτη μέθοδο μπουζουκιού, η οποία εκδίδεται από τον μουσικό οίκο Γαϊτάνου. Πρόκειται για μια γραπτή απεικόνιση της προφορικής τέχνης του μπουζουκιού, γεγονός που τον καθιστά τον πρώτο συγγραφέα μεθόδου μπουζουκιού.

Το 1962 ηχογραφούνται κάποιες επανεκτελέσεις τραγουδιών του. Με την «αναβίωση» του ρεμπέτικου στις αρχές του 1970, ο Μπαγιαντέρας αναγνωρίζεται εκ νέου. Συγκεκριμένα τον Μάιο του 1972 εμφανίζεται στις Χάντρες σε μια τιμητική βραδιά , και σε δύο συναυλίες στο θέατρο Διάνα και στον κινηματογράφο της Καλλίπολης Γαρδένια, που οργάνωσε το Ελληνικό Κέντρο Γραμμάτων. Τον χειμώνα του 1972, μετά από πρόταση του Τάσου Σχορέλη, εμφανίζεται σε κέντρο της Πλάκας μαζί με τον Στέλιο Κηρομύτη, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τον Οδυσσέα Μοσχονά, τον Μιχάλη Γενίτσαρη κ.ά. Συμμετέχουν σε διάφορες εκδηλώσεις γνωρίζοντας επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας 1967-1974 απουσιάζει παντελώς από τη δισκογραφία. Ωστόσο,  το έτος 1975, η συνεργασία του με τον Διονύση Σαββόπουλο στο τραγούδι «Ο Καθρέφτης, υπήρξε κομβική.

Επίσης, το 1975, ταξιδεύει στη Γερμανία και συμμετέχει στο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Καρυπίδη Ο τελευταίος σταθμός. Πρόκειται για ένα αμιγώς πολιτικό ντοκιμαντέρ το οποίο αναφέρεται στους κοινωνικούς αγώνες των εργατών μεταναστών στη Γερμανία στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ο σκηνοθέτης επιλέγει να κλείσει το φιλμ με το τραγούδι «Λευτεριά», από τη φωνή και το παίξιμο του Μπαγιαντέρα. Ο Μπαγιαντέρας εμφανίζεται και σε άλλα πλάνα κατά τη διάρκεια του φιλμ, σε μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να προσδώσει ένα ριζοσπαστικό, πολιτικό μήνυμα μέσω του προσώπου του συνθέτη.

Δισκογραφία1934-1983

Ο Μπαγιαντέρας κατά την περίοδο 1934-1983 κατέθεσε στη δισκογραφία 70 πρωτότυπες συνθέσεις. Επιπλέον, εννέα ανέκδοτες συνθέσεις, δισκογραφήθηκαν μετά το θάνατό του, κατά την περίοδο 1990-2008. Κατά την πρώτη περίοδο δημιουργίας, 1934–1940, στη διάρκεια έξι ετών, καταθέτει στη δισκογραφία 32 πρωτότυπες συνθέσεις. Συγκεκριμένα οι τρείς από αυτές στο διάστημα 1934–1935 και οι υπόλοιπες 29 στο διάστημα 1937–1940. Μεταξύ αυτών και ένα οργανικό το οποίο φέρει τον τίτλο «Το πέρασμα» και αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στο σύνολο του μουσικού έργου.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων, με το άνοιγμα των εταιρειών δίσκων, ξεκινά η δεύτερη περίοδος δημιουργίας στη δισκογραφία 1947-1983, όπου ηχογραφεί 38 επιπλέον τραγούδια. Η περίοδος 1947-1983, συγκριτικά με την περίοδο 1934-1940, δεν χαρακτηρίζεται αρκετά παραγωγική, μιας και στη διάρκεια 36 ετών, ηχογραφεί σε δίσκους μόλις 38 τραγούδια, γεγονός που οφειλόταν κυρίως στην αναπηρία του[2].

  1. Μπαρμπάτσης Ανέστης, Το δημοσιευμένο και αδημοσίευτο μουσικό έργο του Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα. Μουσική μεταγραφή και ανάλυση. Διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης & Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2024.
  2. Μπαρμπάτσης, Ανέστης. Μπαγιαντέρας – Δημήτρης Γκόγκος, Προπολεμικής περίοδος. Αθήνα 2022: Μετρονόμος.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]