Μάχη του Βαλτετσίου (1944)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για τη μάχη της Ελληνικής Επανάστασης, δείτε: Μάχη του Βαλτετσίου.

Η Μάχη του Βαλτετσίου έλαβε χώρα στις 15 Ιουνίου του 1944, στο Βαλτέτσι, στη νοτιοδυτική Αρκαδία, ανάμεσα σε δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του Λόχου Ασφαλείας Βαλτετσίου, που είχε συγκροτηθεί από κατοίκους του χωριού και είχε εξοπλιστεί από το Αρχηγείο Χωροφυλακής της Τρίπολης.[1] Η μάχη έληξε με την επικράτηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Ακολούθησαν δολοφονίες μελών του λόχου και εκτελέσεις αιχμαλώτων μετά τη διενέργεια στρατοδικείων στη Στεμνίτσα και τη Δημητσάνα.

Μάχη του Βαλτετσίου (1944)
Χρονολογία15 Ιουνίου 194415 Ιουνίου 1944
ΤόποςΒαλτέτσι Αρκαδίας
37°28′35″N 22°17′02″E / 37.476410°N 22.283990°E / 37.476410; 22.283990Συντεταγμένες: 37°28′35″N 22°17′02″E / 37.476410°N 22.283990°E / 37.476410; 22.283990
ΑποτέλεσμαΝίκη του ΕΛΑΣ,εκτελέσεις αιχμαλώτων και λεηλασία οικιών μελών του λόχου.
Αντιμαχόμενοι
Λόχος Ασφαλείας Βαλτετσίου
Ηγετικά πρόσωπα
Άρης Βελουχιώτης
Ιωάννης Παντελάκης 
Νικόλαος Φουφόπουλος 
Εμπλεκόμενες μονάδες
1/6 Τάγμα
2/6 Τάγμα
1/12 Τάγμα
2/12 Τάγμα[2]
135[3]-200 ένοπλοι[4]
Απολογισμός
20 νεκροί[5]
17[6]-48[7] εκτελεσθέντες από τα ανταρτοδικεία

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πελοπόννησος ήταν αρχικά στην ιταλική ζώνη ελέγχου αλλά μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας πέρασε στη γερμανική ζώνη. Οι κάτοικοι του Βαλτετσίου δεν ενοχλούνταν από τις κατοχικές δυνάμεις λόγω της γεωγραφικής θέσης του χωριού[8] ενώ θεωρούσαν το ΕΑΜ "περιττή οργάνωση"[9]. Υπήρχε συχνή επικοινωνία των Βαλτετσιωτών με την Τρίπολη για εμπορικές συναλλαγές, η οποία όμως από την άνοιξη του 1944 έγινε πιο δύσκολη λόγω των περιορισμών που είχε επιβάλλει το ΕΑΜ στις μετακινήσεις των κατοίκων του χωριού[9]. Το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό από τους κτηνοτρόφους του χωριού με καθυστέρηση λόγω της απομόνωσής τους στα βοσκοτόπια.[9]

Στις αρχές του Μαΐου επέστρεψαν στο χωριό και ήρθαν σε σφοδρή ρήξη με το ΕΑΜ.[9] Η αδιαλλαξία των κατοίκων του Βαλτετσίου οφείλεται και στην ενθάρρυνση της αντίδρασης των κατοίκων από τον κατοχικό νομάρχη Αρκαδίας, Κώστα Εικοσιπένταρχο.[10] Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη σύλληψη 3 Βαλτετσιωτών και 300 Αχλαδοκαμπιτών από τους Γερμανούς ως αντίποινα ενέδρας του ΕΛΑΣ[9], την -κατά τον Γιάννη Πριόβολο- παθητικότητα που επέδειξε η οργάνωση για την απελευθέρωση των αιχμάλωτων, αλλά και την πίεση του νομαρχιακού οργανωτή του ΕΑΜ για ένταξη κατοίκων στον ΕΛΑΣ, οδήγησε ορισμένους κατοίκους να σκεφτούν τη κατάταξή τους στα Τάγματα Ασφαλείας.[11]

Η συγκρότηση του Λόχου Ασφαλείας Βαλτετσίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένοι από τους κατοίκους διαφωνούσαν με τους σφόδρα αντικομμουνιστές σχετικά με την εξόπλιση του χωριού.[12] Η επικράτηση των δεύτερων όμως οδήγησε στον εξοπλισμό του χωριού από το αρχηγείο χωροφυλακής Τριπόλεως, στις 26 Μαΐου του 1944.[12] Η επικράτηση των αντικομμουνιστών, κατά πάσα πιθανότητα, οφείλεται και στην ένταξη Αχλαδοκαμπιτών στο Τάγμα Ασφαλείας Τριπόλεως.[11] Μετά τον εξοπλισμό μικρές ομάδες του λόχου δρούσαν στα σύνορα του χωριού ως ανιχνευτές για ενδεχόμενες κινήσεις ανταρτών και έκαναν συλλήψεις ατόμων που υποπτεύονταν ότι ήταν μέλη του ΕΑΜ ενώ παρατηρούνταν και περιστατικά ζωοκλοπών[12]. Επιπροσθέτως, κατά τον ιστορικό Παντελή Μούτουλα, είχαν γίνει επιδρομές σε ορεινά χωριά της Γορτυνίας και της Μεγαλόπολης[13]. Ακόμα, 63 ταγματασφαλίτες από το Βαλτέτσι συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που διενήργησε η Βέρμαχτ στον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο τον Ιούνιο του 1944.[14]

Στο Λόχο Βαλτετσίου είχαν ενταχθεί και κάτοικοι από τους Αραχαμίτες. Στις 8 Ιουνίου 1944 ορισμένα μέλη του Λόχου πήγαν στο χωριό για να βοηθήσουν τους κατοίκους αυτούς να μεταφέρουν τα μέλη των οικογενειών τους στο Βαλτέτσι. Προκειμένου να διασφαλίσουν ότι δε θα υπάρξουν αντίποινα των ανταρτών σε άλλους συγγενείς τους, που παρέμειναν στο χωριό, καθώς και σε βάρος άλλων συγχωριανών τους που κρατούνταν σε στρατόπεδα των ανταρτών συνέλαβαν 19 άτομα και τους πήραν μαζί τους στο Βαλτέτσι. [15]

Τα γεγονότα του Βαλτετσίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 15ης Ιουνίου με επικεφαλής το μέραρχο Ιωάννη Παντελάκη και τον Άρη Βελουχιώτη[16]. Τόσο ο Βελουχιώτης όσο και πολιτικά στελέχη του ΕΛΑΣ είχαν δώσει εντολή στους αντάρτες να αντιμετωπίσουν με σκληρότητα τους ενόπλους στο Βαλτέτσι.[15]

Αρχικός στόχος ήταν ο αιφνιδιασμός των ενόπλων του Λόχου αλλά κάτι τέτοιο δε κατέστη δυνατό καθώς οι άνδρες ενός φυλακίου αντιλήφθηκαν τους αντάρτες που πλησίαζαν.[16] Οι ένοπλοι του Λόχου όντας οχυρωμένοι μέσα σε σπίτια έβαλλαν κατά των ελασιτών[16] οι οποίοι έβαζαν φωτιά στα σπίτια των αμυνόμενων όταν οι τελευταίοι αρνούνταν να παραδοθούν.[16] Με αυτό τον τρόπο η μάχη έληξε σύντομα με πλήρη επικράτηση του ΕΛΑΣ[16]. Οι απώλειες των ελασιτών ανήλθαν στους 20 νεκρούς[17], ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς των κατοίκων, η αντίθετη πλευρά είχε 36 νεκρούς και 25 τραυματίες, επτά από τους οποίους υπέκυψαν αργότερα στα τραύματά τους[18].

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη μάχη, ένοπλοι και άλλοι κάτοικοι του χωριού συνελήφθησαν από τους αντάρτες και οδηγήθηκαν στη Στεμνίτσα και στη Δημητσάνα. Ύστερα από ανταρτοδικεία που ακολούθησαν καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν 17[13] ή 48[19] άτομα. Τέλος έλαβαν χώρα και λεηλασίες[19], οι οποίες αναφέρονται ως αντίποινα στη δράση των μελών του Λόχου[20] και επιστράφηκαν ζώα στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους.[13] Ελασίτης αξιωματικός αναφέρει ότι στρατιώτες του ΕΛΑΣ παρέμειναν στο Βαλτέτσι για να εντοπίσουν οπλισμό και την επομένη συγκρούστηκαν με γερμανικές δυνάμεις που είχαν κινηθεί για να συνδράμουν τους Βαλτετσιώτες.[20]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο όρος "Τάγματα Ασφαλείας" χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα ένοπλα σώματα που έδρασαν στην Ελλάδα σε συνεργασία με τις δυνάμεις Κατοχής. Παρότι άμεσα υπαγόμενα στη δωσιλογική κυβέρνηση Ράλλη ήταν μόνο δύο ειδών τάγματα (ΤΦΑΣ, τάγματα Πελοποννήσου), ο όρος χρησιμοποιείται και για σχηματισμούς που δεν υπάγονταν άμεσα στην κυβέρνηση (όπως ο ΕΑΣΑΔ) αλλά συνεργάζονταν με τις δυνάμεις κατοχής, έχοντας αντιαντάρτικη δράση.
  2. Μούτουλας 2004, σελ. 555
  3. Πριόβολος 2018, σελ. 277
  4. Μούτουλας 2004, σελ. 554
  5. Μούτουλας 2004, σελ. 556
  6. Πριόβολος 2018, σελ. 279
  7. Καλύβας&Μαραντζίδης 2016, σελ. 45
  8. Σαραντόπουλος 2003, σελ. 94· Πριόβολος 2018, σελ. 275.
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 Πριόβολος 2018, σελ. 275.
  10. Σαραντόπουλος 2003, σελ. 99.
  11. 11,0 11,1 Πριόβολος 2018, σελ. 276.
  12. 12,0 12,1 12,2 Πριόβολος 2018, σελ. 277.
  13. 13,0 13,1 13,2 Μούτουλας 2004, σελ. 556.
  14. Κωστόπουλος 2005, σελ. 47 υπ 143.
  15. 15,0 15,1 Πριόβολος 2018, σελ. 278.
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 Μούτουλας 2004, σελ. 555.
  17. Μούτουλας 2004, σελ. 556
  18. Σαραντόπουλος 2003, σελ. 331.
  19. 19,0 19,1 Καλύβας & Μαραντζίδης 2016, σελ. 45
  20. 20,0 20,1 Πριόβολος 2018, σελ. 279.

Πρωτογενείς πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δευτερογενείς πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μούτουλας, Παντελής (2004). Πελοπόννησος 1940-1945: Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης. Αθήνα: Βιβλιόραμα. ISBN 978-960-8087-40-8. 
  • Κωστόπουλος, Τάσος (2005). Η αυτολογοκριμένη μνήμη: τα τάγματα ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη. Αθήνα: Φιλίστωρ. ISBN 960-369-082-1. 
  • Πριόβολος, Γιάννης (2018). Eθνικιστική "αντίδραση" και Τάγματα Ασφαλείας. Εμφύλιος και αντικατοχικός πόλεμος. Αθήνα: Πατάκη. ISBN 978-960-16-7561-9. 
  • Καλύβας, Στάθης· Μαραντζίδης, Νίκος (2016). Εμφύλια πάθη. 23+2 νέες ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο. Αθήνα: Μεταίχμιο. ISBN 978-618-03-0906-5.