Μάχη του Μελιγαλά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη του Μελιγαλά
Εθνική Αντίσταση
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Χρονολογία 13–15 Σεπτεμβρίου 1944
Τόπος Μελιγαλάς Μεσσηνίας
Έκβαση Νίκη του ΕΛΑΣ. Σφαγή αιχμαλώτων από χωρικούς και τον ΕΛΑΣ.
Αντιμαχόμενοι
ΕΛΑΣ
ΠΕΕΑ,
Συμμαχικό στρατηγείο
Ηγετικά πρόσωπα
Δημήτρης Περρωτής  Εκτελέστηκε
Διονύσιος Παπαδόπουλος  + #
Νίκος Θεοφάνους
Παναγιώτης Μπένος  
Μονάδες που εμπλέκονται
επιτελείο 9ής ταξιαρχίας
9ο Σύνταγμα
1/8 Τάγμα
στοιχεία από 11ο Σύνταγμα
μαυροσκούφηδες
εφεδρικό ΕΛΑΣ[1]

Τάγματα Ασφαλείας

Μελιγαλά
Γαργαλιάνων
Καλαμάτας
Δυνάμεις
περ. 1.200
περ. 1.000
Απώλειες
> 150 νεκροί
250 τραυματίες[2]
708-1.144

Η μάχη του Μελιγαλά έλαβε χώρα από τις 13 ως και τις 15 Σεπτεμβρίου του 1944 μεταξύ του ΕΛΑΣ, αντιστασιακού στρατού του ΕΑΜ, και των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας.

Μετά την αποχώρηση των κατοχικών γερμανικών δυνάμεων από την Πελοπόννησο μέρος της δωσιλογικής διοίκησης της Καλαμάτας κατέφυγε στο Μελιγαλά της Μεσσηνίας, όπου οχυρώθηκε μια δύναμη περίπου 1.000 ταγματασφαλιτών. Εκεί περικυκλώθηκαν από τμήματα του ΕΛΑΣ, συνολικής δύναμης περίπου 1.200 ανταρτών. Μετά από τριήμερη σκληρή μάχη, οι αντάρτες εκπόρθησαν τις οχυρώσεις των ταγματασφαλιτών και εισήλθαν στην πόλη. Την επικράτηση του ΕΛΑΣ ακολούθησε σφαγή, κατα την οποία πραγματοποιήθηκαν εκτελέσεις αιχμαλώτων ταγματασφαλιτών και κάποιων αμάχων σε μια κοντινή «πηγάδα». Το πλήθος των εκτελεσθέντων υπολογίζεται σε περίπου 700 με 1100. Μετά τη διάδοση της είδησης οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εργάστηκαν στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας για την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας, περιορίζοντας τα φαινόμενα αντεκδικήσεων.

Μεταπολεμικά οι εκτελεσθένες μνημονεύονταν ως πατριώτες θύματα της κομμουνιστικής βαρβαρότητας. Μετά την έκλειψη της εθνικόφρονης κρατικής αιγίδας, τη δεκαετία του '80, οι εκτελεσθέντες τιμώνται από τους βιολογικούς απογόνους και τους ιδεολογικούς επιγόνους τους και τα γεγονότα του Μελιγαλά έγιναν μέρος του συνθηματολογικού οπλοστασίου της αντιφασιστικής αριστεράς στην αντιπαράθεση με την άκρα Δεξιά.

H αποχώρηση του κατοχικού στρατού και τα Τάγματα Ασφαλείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταγματασφαλίτης δίπλα σε απαγχονισμένο. (1943)

Από την άνοιξη του 1944, ο Μελιγαλάς ήταν έδρα του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών (Μελιγαλά), που είχε συγκροτηθεί με σκοπό να τρομοκρατήσει τη βάση του ΕΑΜ στην περιοχή.[3] Χιλιάδες σπίτια είχαν πυρποληθεί στην περιοχή της Καλαμάτας κατά τη διάρκεια της κατοχής και περίπου 1.500 άτομα είχαν εκτελεστεί. Τα τελευταία αντίποινα των ταγματασφαλιτών είχαν πραγματοποιηθεί μόλις λίγες βδομάδες νωρίτερα.[4] Την νύχτα της 6ης προς 7η Απριλίου τμήματα του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν εναντίον του Μελιγαλά, αλλά η επίθεσή τους, που αποτελούσε την πρώτη επίθεση του ΕΛΑΣ σε πόλη που υπεράσπιζε ισχυρή Γερμανική φρουρά και το τοπικό Τάγμα Ασφαλείας, αποκρούστηκε.[5]

Στις 15 Αυγούστου το ΕΑΜ είχε προσχωρήσει στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας[6] και ο ΕΛΑΣ είχε χαρακτηριστεί συμμαχικό στράτευμα και λειτουργούσε πλέον και επίσημα υπό την κάλυψη της εξόριστης κυβέρνησης.[εκκρεμεί παραπομπή] Στην Πελοπόννησο δρούσε η ΙII Μεραρχία του ΕΛΑΣ, συνολικής δύναμης 6.000 ανδρών, με επικεφαλής αυτή την περίοδο τον Άρη Βελουχιώτη.[7]

Στις 26 Αυγούστου του 1944 πάρθηκε η απόφαση να αποχωρήσουν από την Ελλάδα τα στρατεύματα της Βέρμαχτ και να μεταβούν στη Γιουγκοσλαβία.[8] Κατά την αποχώρησή τους από την Πελοπόννησο στις αρχές Σεπτεμβρίου, οι γερμανικές δυνάμεις κατέστρεψαν γέφυρες και σιδηροδρομικές γραμμές και άφησαν πολεμοφόδια και εξοπλισμό στους ταγματασφαλίτες, προσπαθώντας να υποθάλψουν την εμφύλια ένταση στην Ελλάδα.[9]

Τα δωσίλογικά στοιχεία και ιδιαίτερα τα υπολείμματα της κατοχικής χωροφυλακής και τα τάγματα ασφαλείας βρίσκονταν στο στόχαστρο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η θέση των τελευταίων ομάδων, μετά την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων της Ναζιστικής Γερμανίας από την Πελοπόννησο, ήταν επισφαλής και ο φόβος αντιποίνων από τον ΕΛΑΣ ήταν έντονος. Ο ΕΛΑΣ θεωρούσε ότι τα δωσίλογικά στοιχεία, βάσει των υποδείξεων της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ελλάδας, αποτελούσαν εχθρικά τμήματα.[10]

Ανακοίνωση της 3ης Σεπτεμβρίου του στρατιωτικού αρχηγού του ΕΛΑΣ, Στέφανου Σαράφη καλούσε τους ταγματασφαλίτες να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ με τα όπλα τους ώστε να σώσουν την ζωή τους.[9] Την ίδια μέρα ο αντιστράτηγος Σκόμπι έδωσε εντολή στον υφιστάμενό του στην Αθήνα, αντιστράτηγο Σπηλιωτόπουλο, να τους συστήσει να λιποτακτήσουν ή να παραδοθούν σε εκείνον με την υπόσχεση ότι θα φυλακίζονταν ως αιχμάλωτοι πολέμου. Η διαταγή, ωστόσο, είτε δεν αφορούσε τους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου ή αγνοήθηκε από αυτούς.[11] Στις 6 Σεπτεμβρίου ασαφές ανακοινωθέν της κυβέρνησης Παπανδρέου χαρακτήρισε τους ταγματασφαλίτες εγκληματίες κατά της πατρίδας και τους κάλεσε "να εγκαταλείψουν αμέσως" τις θέσεις τους και να έρθουν στην πλευρά των Συμμάχων.[12] Διέταξε επίσης τις αντάρτικες οργανώσεις να σταματήσουν την αυτοδικία κατά των δοσίλογων, διότι η απόδοση δικαιοσύνης δεν ήταν δικαίωμα των οργανώσεων και των ατόμων αλλά αρμοδιότητα του Κράτους.[13]. Οι Βρετανοί επιθυμούσαν τη διατήρηση της κατάστασης ως έχει μέχρι την άφιξη δυνάμεών τους και της κυβέρνησης Παπανδρέου και επιδίωκαν να μη περιέλθει γερμανικός οπλισμός στα χέρια των αντιστασιακών.[14] Από την πλευρά του το ΕΑΜ εφάρμοσε μια δίγλωσση πολιτική. Ενώ δήλωνε πως θα υποστηρίξει με θέρμη την τάξη και την παλινόρθωση της εξουσίας, εξαπέλυσε μια εξωδικαστική «άγρια» εκκαθάριση μεγάλης κλίμακας, με στόχο να κυριαρχήσει πολιτικά πριν την άφιξη βρετανικών δυνάμεων, έτσι ώστε αμέσως μετά να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και να δηλώνει σεβασμό στους νόμους[15]. Ο στρατιωτικός βραχίονας του ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, εξαιτίας και της επιθυμίας των υποστηρικτών του για εκδίκηση εναντίον των ταγματασφαλιτών, ήταν έτοιμος να εμπλακεί σε τακτικές μάχες εναντίον των ταγμάτων.[16]

Τα γεγονότα του Μελιγαλά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οχύρωση στο Μελιγαλά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταγματασφαλίτες αναπαύονται στην ύπαιθρο. (1943)

Οι Γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν από την Καλαμάτα στις 5 Σεπτεμβρίου αφήνοντας τη Χωροφυλακή μόνη επίσημη ένοπλη εξουσία στην πόλη.[17] Μετά την απόρριψη από το νομάρχη Μεσσηνίας Δημήτριο Περρωτή της πρότασης του ΕΛΑΣ, που είχε γίνει με τη μεσολάβηση εκπροσώπων του ΣΜΑ, να παραδώσουν οι ταγματασφαλίτες τον οπλισμό τους και να παραμείνουν κρατούμενοι ως την έλευση της εξόριστης κυβέρνησης, ο ΕΛΑΣ περικύκλωσε την πόλη για να αιχμαλωτίσει το Τάγμα Ασφαλείας και τη Χωροφυλακή. Η επίθεση ξεκίνησε τα χαράματα της 9ης Σεπτεμβρίου.[18] Καθώς ο ΕΛΑΣ εξουδετέρωνε τις εστίες αντίστασης των ταγματασφαλιτών, πλήθος κόσμου από τη Μεσσηνία συνέρρευσε στην πόλη για να πάρει εκδίκηση για τα θύματα της δράσης των ταγματασφαλιτών.[19] Μέσω της αφύλακτης σιδηροδρομικής γραμμής 100-120 ταγματασφαλίτες υπό τη διοίκηση του ανθυπολοχαγού Νίκου Θεοφάνους και του Περρωτή κατέφυγαν στο Μελιγαλά, όπου βρισκόταν εγκατεστημένη ισχυρή δύναμη 800 ταγματασφαλιτών, που ενισχύθηκε με άλλους 100-120, που ήρθαν από το Κοπανάκι στις 11 Σεπτεμβρίου.[20] Ετσι, η κατάληψη του Μελιγαλά απέκτησε μεγάλη σημασία για την επικράτηση του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.

Μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ταγματασφαλίτες τοποθέτησαν το πολυβόλο που είχαν στη διάθεσή τους στο ρολόι της κεντρικής εκκλησίας του Μελιγαλά, του Αγιο-Λιά, και τα περίπου 50 οπλοπολυβόλα σε σπίτια γύρω από τον Αγιο-Λιά και σε ημικυκλικά ταμπούρια γύρω από τη μάντρα του Μελιγαλά.[21] Η επίθεση του ΕΛΑΣ, η συνολική δύναμη του οποίου ανερχόταν σε περίπου 1.200 άνδρες από το 9ο και το 8ο Σύνταγμα, ξεκίνησε το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου.[22] Κατ' εφαρμογήν του επιτελικού σχεδίου του ΕΛΑΣ, που καταστρώθηκε με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του καπετάνιου Γιάννη Μιχαλόπουλου ή Ώρίωνα από την ηγεσία της 9ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, το 2/9 Τάγμα ανέλαβε την επίθεση τον τομέα μεταξύ των δρόμων Μελιγαλά-Ανθούσας και Μελιγαλά-Νεοχωρίου, το 1/9 τον τομέα στα βορειανατολικά του Προφήτη Ηλία, το 3/9 το βόρειο τμήμα ως το δρόμο προς την Μερόπη και το 1/8 την ανατολική πεδιάδα ως το δρόμο προς τη Σκάλα, στα υψώματα της οποίας τοποθετήθηκε και το κανόνι 10,5 χιλ. χωρίς βάση, που χειριζόταν ο λογαχός πυροβολικού Κώστας Καλογερόπουλος.[23] Ο στόχος του ΕΛΑΣίτικου σχεδίου ήταν να προωθηθούν γρήγορα οι δυνάμεις του 2/9 Τάγματος, υπό τη διοίκηση του λογαχού Τάσου Αναστασόπουλου ή Κωλοπιλάλα, από την άκρη του οικισμού στην κεντρική πλατεία, ώστε να δεχτεί το οχυρό του Αγιο-Λιά επίθεση από δύο πλευρές και να εξουδετερωθεί η άμυνα των ταγματασφαλιτών.[24] Οι επιτιθέμενοι, ωστόσο, έπεσαν πάνω σε ένα ναρκοπέδιο κουτιών με δυναμίτη που είχαν τοποθετήσει οι ταγματασφαλίτες έξω από την οχύρωση του Μελιγαλά το απόγευμα της προηγουμένης, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, και έως πριν το χάραμα.[25] Το νέο σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη με επίθεση του Αγιο-Λιά με επικεφαλής το Κώστα Μπασακίδη, διοικητή λόχου του 2/9.[26] Η νέα επίθεση των ΕΛΑΣιτών του 9ου συντάγματος υποχρέωσε τους ταγματασφαλίτες να κατεβάσουν το πολυβόλο από το ρολόι του Αγιο-Λιά και εκείνη ανταρτών του 1/8 ανάγκασε το φυλάκιο των αμυνομένων που βρισκόταν στο σιδηροδρομικό σταθμό να υποχωρήσει στο μπεζεστένι, όπου κρατούνταν όμηροι υποστηρικτές του ΕΛΑΣ. Από το απόγευμα ως το βράδυ τα μέτωπα έμειναν στάσιμα. Οι απώλειες οδήγησαν σε πτώση του ηθικού των ταγματασφαλιτών και απροθυμία να συνεχίσουν τη μάχη.[27] Μια επιτροπή που έστειλε ο διοικητής των ταγματασφαλιτών, ταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόπουλος, στον Παναγιώτη Στούπα στους Γαργαλιάνους για να ζητήσει ενισχύσεις εγκατέλειψε την αποστολή της μετά την έξοδο από το Μελιγαλά.[28]

Το μεσημέρι της 14ης μια ομάδα 30 ανταρτών επιτέθηκε ρίχνοντας «τηγάνια», μεγάλες νάρκες, στα συρματοπλέγματα του Αγιο-Λιά, αλλά δέχτηκε καταιγιστικά πυρά από τους ταγματασφαλίτες, ενώ μια ομάδα υπό τον Μπασακίδη έφτασε μέσα στα ταμπούρια των αμυνομένων, αλλά, όντας χωρίς κάλυψη, απωθήθηκε μετά την αντεπίθεση μιας μικρής ομάδας υπό τον επιλοχία Παναγιώτη Μπένο.[29] Η θέα τραυματισμένων ΕΛΑΣιτών και ειδήσεις για μια άγρια δολοφονία από ταγματασφαλίτες όξυνε τις διαθέσεις των αμάχων που παρακολουθούσαν τη μάχη.[30]

Σε σύσκεψη της ηγεσίας των ταγματσφαλιτών το πρωί της επομένης, 15ης Σεπτεμβρίου, ο Παπαδόπουλος πρότεινε αιφνιδιαστική έξοδο προς τους Γαργαλιάνους για να ξεφύγουν από τον κλοιό του ΕΛΑΣ. Η σύσκεψη διακόπηκε όταν το σπίτι όπου είχαν λάμβανε χώρα χτυπήθηκε από ένα βλήμα όλμου, ενώ η διάδοση του σχεδίου από τον κύκλο του Περρωτή τρομοκράτησε τους τραυματίες ταγματασφαλίτες, αλλά και τους κρατούμενους εαμίτες.[31] Η σύσκεψη διακόπηκε οριστικά από τη νέα επίθεση στον Αγιο-Λιά, κατά την οποία η ομάδα του Μπασακίδη χρησιμοποιώντας χειροβομβίδες και αυτόματα υποχρέωσε σε υποχώρηση τους ταγματασφαλίτες. Από εκεί τέσσερεις ΕΛΑΣίτες ξεκίνησαν να βάλλουν με οπλοπολυβόλα προς το εσωτερικό της πόλης, ενώ οι αμυνόμενοι σήκωσαν λευκές σημαίες στους αντάρτες του 1/8 Τάγματος.[32]

Εκτελέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δικηγόρος Βασίλης Μπράβος, επικεφαλής του στρατοδικείου του ΕΛΑΣ που αποφάσισε τις εκτελέσεις αιχμαλώτων στην «πηγάδα».

Τη λήξη της μάχης ακολούθησε εισβολή αμάχων στο Μελιγαλά και ανεξέλεγκτη λεηλασία και σφαγή.[33] Σύμφωνα με μία έκθεση που σώζεται στα αρχεία του ΚΚΕ επρόκειτο για κατοίκους του χωριού Σκάλα που είχε πυρποληθεί από το γερμανικό στρατό.[34] Το πρώτο αυτό εκδικητικό κύμα ακολούθησαν εκτελέσεις με οργανωμένο τρόπο. Στο Λαϊκο Δικαστήριο που οργανώθηκε στην πόλη με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, πέρα από τους περίπου 60 επικεφαλής των Ταγμάτων, με λίστες με τα ονόματα των οποίων είχαν προμηθεύσει τους υπεύθυνους του ΕΛΑΣ οι τοπικές εαμικές οργανώσεις, πολλοί άλλοι με διαδικασίες διαβλητές που σχετίζονταν και με προσωπικά κίνητρα. Οι εκτελέσεις έγιναν στην "πηγάδα", ένα εγκαταλειμμένο πηγάδι έξω από το Μελιγαλά.[3][35] Όπως ήταν συνήθης πρακτική, για να μην αναγνωριστούν οι δράστες των εκτελέσεων, την πραγματοποίησή τους ανέλαβε ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από άλλη περιοχή, μάλλον μια διμοιρία του 8ου συντάγματος, τα μέλη της οποίας κατάγονταν από την περιοχή Κοσμά-Τσιταλίων-Ασωπού.[36]

Στις 17 Σεπτεμβρίου ο νομάρχης Μεσσηνίας Περωτής, άλλοι αξιωματούχοι των Ταγμάτων Ασφαλείας, οδηγήθηκαν στην Καλαμάτα. Στην κεντρική πλατεία της πόλης το εξαγριωμένο πλήθος έσπασε τις γραμμές της ΕΛΑΣίτικης πολιτοφυλακής και οι αιχμάλωτοι λιντσαρίστηκαν ενώ δώδεκα κρεμάστηκαν από τους φανοστάτες.[10][4]

Απολογισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νεκροταφείο των θυμάτων του Μελιγαλά

Σε ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ της 26ης Σεπτεμβρίου 1944 ο Υποστράτηγος Εμμανουήλ Μάντακας ανέφερε πως "σκοτώθηκαν 800 Ράλληδες",[37] αριθμό που αναφέρει και ο Στρατηγός Στέφανος Σαράφης.[38] Το 1945 το συνεργείο του Δημήτριου Καψάσκη της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας ανέφερε πως ανέσυρε 708 νεκρούς στο Μελιγαλά.[39] Εκπρόσωποι της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης έκαναν λόγο για πολύ περισσότερους νεκρούς από 1.500 ως πάνω από 2.500: ο πρώην νομάρχης της ΕΡΕ και γιος θύματος από τον ΕΛΑΣ Κοσμάς Εμμ. Αντωνόπουλος π.χ. κάνει λόγο για 2.100 δολοφονηθέντες στο Μελιγαλά, αλλά παραθέτει στοιχεία για 699.[3][40] Σε έκδοση του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά» γίνονται αναφορές σε 1.500 ως πάνω από 2.000 νεκρούς, ενώ σε κατάλογο του βιβλίου υπάρχουν 1.144 ονόματα σκοτωμένων, που περιλαμβάνουν τους νεκρούς της μάχης και τους εκτελεσθέντες από τον ΕΛΑΣ, στα οποία περιλαμβάνονται 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ακόμα η πλειοψηφία των σκοτωμένων ήταν άντρες σε μάχιμη ηλικία και από διαφορετικές περιοχές (μόνο 108 ήταν από τον Μελιγαλά), σε μια περιοχή όπου ήταν σταθμευμένος ογκώδης αριθμός ταγματασφαλιτών.[3][41]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεγονότα του Μελιγαλά, όπως και αυτά της Καλαμάτας, αμαύρωσαν την εικόνα της ηγεσίας του ΕΑΜ, η οποία αρχικά αρνήθηκε το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές. Αργότερα όμως αναγκάστηκε να αποδεχτεί τα γεγονότα και να τις καταδικάσει. Πάντως οι μετριοπαθείς ηγέτες του ΕΑΜ, ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Στέφανος Σαράφης, επέμεναν ότι ακολουθούσαν αυστηρά τις εντολές της Προσωρινής Κυβέρνησης, και ήταν ξεκάθαρα κατά των εκτελέσεων.[10]

Τα συμβάντα αυτά, που έδειξαν ότι ο ΕΛΑΣ ήταν διατεθειμένος να υποστεί σημαντικές απώλειες για να αποκτήσει τον έλεγχο πριν την άφιξη των βρετανικών δυνάμεων και ικανός να το επιτύχει, οδήγησαν σε αλλαγή της βρετανικής πολιτικής: οι Βρετανοί σύνδεσμοι στην Πελοπόνησο, που μέχρι τότε είχαν εντολές να μην αναμιγνύονται στα τεκταινόμενα, διατάχθησαν να παρεμβαίνουν για τον αφοπλισμό, τη φύλαξη και την παράδοση του οπλισμού των ταγματασφαλιτών ει δυνατόν σε βρετανικές δυνάμεις, για την αποτροπή του ενδεχόμενου να έλθουν στα χέρια του ΕΛΑΣ.[42]

Έκτοτε, χάρη και στην παρέμβαση Βρετανών συνδέσμων, στελεχών του Ερυθρού Σταυρού, αντιπροσώπων της κυβέρνησης Παπανδρέου ή και των κατά τόπους Εαμικών αρχών, σε πολλές πόλεις της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου τα Τάγματα παραδόθηκαν αμαχητί και χωρίς αιματοχυσία.[43] Υπήρξαν και αρκετά περιστατικά θανάτωσης των παραδοθέντων ταγματασφαλιτών είτε από Ελασίτες, είτε από εξαγριωμένα πλήθη και συγγενείς των θυμάτων τους, όπως στην Πύλο και σποραδικά την περίοδο αυτή στη Βόρειο Ελλάδα, οφειλόμενα, στην έντονη πίεση μέρους του πληθυσμού για εκδίκηση, μερικά, όμως, στη συναίνεση ή και προεργασία εαμικών στελεχών.[44] Γενικά, πάντως, στο κενό εξουσίας που προέκυψε μετά την αποχώρηση του γερμανικού στρατού, οι αξιωματούχοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ προσπάθησαν να επιβάλλουν την τάξη αντιστεκόμενοι σε εκκλήσεις για εκδίκηση, όπως συνέβη στη Μυτιλήνη και τη Νάουσα.[45] Βρετανικά τμήματα που αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο εκείνη την εποχή, διαπίστωσαν ότι η ΕΑΜική πολιτοφυλακή, που είχε δημιουργηθεί προς το τέλος καλοκαιριού του 1944 για να αναλάβει καθήκοντα αστυνόμευσης που ως τότε διεκπεραίωναν οι αντάρτες και να αντικαταστήσει την απαξιωμένη κατοχική Χωροφυλακή, διατηρούσε τον έλεγχο. Μάλιστα στην Πάτρα, μέχρι και τον Νοέμβριο πραγματοποιούνταν κοινή αστυνόμευση από Βρετανούς και πολιτοφύλακες του ΕΑΜ.[10] Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που υπέστησαν λιγότερες καταστροφές κατά τη ναζιστική κατοχή, σημειώθηκαν εκτετεμένα φαινόμενα αντεκδικήσεων: πάνω από 10.000 εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στη Γαλλία πριν εγκατασταθούν οι κυβερνητικές δυνάμεις και 15.000 στην Ιταλία, ενώ στις Βρυξέλλες λυντσαρίστηκαν δημόσια 265 άνθρωποι. [46][47]

Κατά την άποψη των πολιτικών επιστημόνων Σ.Καλύβα και Ν.Μαραντζίδη αντίστοιχες μαζικές δολοφονίες αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ συντελέστηκαν σε πολλά μέρη της Ελλάδας κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης φάσης του Εμφυλίου πολέμου, τον οποίο και χαρακτηρίζουν ως "Εμφυλίο της Κατοχής".[48]

Αντίθετα ο ιστορικός Μιχάλης Λυμπεράτος αναφέρει ότι ο ΕΛΑΣ πέτυχε το ασύλληπτο όσοι ταγματασφαλίτες παραδόσουν τον οπλισμό τους να μη πειραχτούν, αντίθετα με ότι έγινε στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες[49].

Η Συμφωνία της Καζέρτας στις 26 Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά το ρόλο του ΕΛΑΣ ως συμμαχικής δύναμης και καταδίκασε εκ νέου τα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας. Εξάλλου, υπό την πίεση των άλλων χωρών της Ευρώπης που είχαν ήδη θεσμοθετήσει παρόμοιες διατάξεις, η νέα κυβέρνηση της Απελευθέρωσης αναγκάστηκε να νομιμοποιήσει τις εκτελέσεις των δωσιλόγων, επισήμως των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Ειδικής Ασφάλειας της Χωροφυλακής και άλλων πιο μικρών οργανώσεων.[εκκρεμεί παραπομπή]

Μετά την απελευθέρωση, σε ορισμένες περιπτώσεις εκτελεσθέντων στο Μελιγαλά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του κατοχικού νόμου 927/1943 περί συνταξιοδότησης οικογενειών στρατιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων δολοφονηθέντων «παρ' αναρχικών στοιχείων» κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μεταπολεμικά.[50]

Δημόσια μνήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το Σεπτέμβριο του 1945 και εξής κάθε χρόνο πραγματοποιείται μνημόσυνο, οργανωμένο από τις τοπικές αρχές με τη συμμετοχή θεσμικών παραγόντων, έως και κυβερνητικών στελεχών την περίοδο της δικτατορίας.[3]

Τα γεγονότα του Μελιγαλά ιδεολογικοποιήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν πολιτικά.[51] Το μετεμφυλιακό καθεστώς παρουσίαζε το Μελιγαλά ως σύμβολο της "κομμουνιστικής βαρβαρότητας".[52] Οι ταγματασφαλίτες, από την άλλη, μνημονεύονταν αποκλειστικά ως αντίπαλοι ή θύματα των κομμουνιστών, καθώς το μετεμφυλιακό κράτος αντλούσε τη νομιμοποίησή του από την προβολή του ως συνέχεια όχι της δωσίλογης, αλλά της εξόριστης κυβέρνησης. Στις αγγελίες για το ετήσιο μνημόσυνο για τους νεκρούς του Μελιγαλά και στους πανηγυρικούς που εκφωνούνταν εκεί, παραλειπόταν κάθε αναφορά στους νεκρούς ως μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας, που μνημονεύονταν ως "σφαγιασθέντες εθνικόφρονες" ή "πατριώτες".[53]

Το 1982 το Υπουργείο Εσωτερικών κρίνοντας ότι "οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό" αποφάσισε την παύση συμμετοχής επίσημων κρατικών αρχών στο μνημόσυνο, την οργάνωση του οποίου ανέλαβε πλέον ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που είχε δημιουργηθεί το 1980. Η περιθωριοποίηση αυτή των εκδηλώσεων συνοδεύτηκε από τη μεταβολή των πανηγυρικών λόγων σε απολογίες υπέρ των νεκρών, που τιμώνται ως μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Σήμερα στις εκδηλώσεις συμμετέχουν απόγονοι των εκτελεσθέντων και ακροδεξιές και νεοναζιστικές οργανώσεις, όπως η Χρυσή Αυγή.[3][54].

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 σε αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε φοιτητές προσκείμενους στη ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος - Β΄ Πανελλαδική και τις Αριστερές Συσπειρώσεις" από τη μία πλευρά και στη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ και την ΟΝΝΕΔ από την άλλη, στο πλαίσιο της αναγνώρισης της εθνικής αντίστασης το 1982, οι πρώτοι χρησιμοποιούσαν το σύνθημα "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς" ως απάντηση στη θετική προβολή των ταγματασφαλιτών από τους δεύτερους,[51] πρακτική που επαναλήφθηκε στο Πανσπουδαστικό συνέδριο του 1992 ως απάντηση σε εμφυλιοπολεμικά και αντικομμουνιστικά συνθήματα της ΔΑΠ.[55] Σε μία περίοδο αύξησης της πυκνότητας των συνθηματολογικών αναφορών στη δεκαετία του '40,[56] τη δεκαετία του 2000 και εξής και ιδίως μετά την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή, τα γεγονότα στο Μελιγαλά ανασημασιοδοτήθηκαν θετικά απο την Αριστερά ως αντιφασιστική πρωτοβουλία και η αναφορά σε αυτά συνδυάζεται με τυπικά αντιεξουσιαστικά συνθήματα.[55]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πελοπόννησος 1940-45. Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Μουτούλας Παντελής σελ 574,579
  2. Λυμπεράτος 2009, σελ. 93, σημ. 170.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Ο ΙΟΣ (11-09-2005). «Η μαύρη εθνική Πηγάδα». Ελευθεροτυπία. http://www.iospress.gr/ios2005/ios20050911.htm. Ανακτήθηκε στις 17-09-2013. 
  4. 4,0 4,1 Mazower 1993, σελ. 358
  5. Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2004 σελ. 543-544
  6. Bærentzen 1981, σελ. 133
  7. Γασπαρινάτος 1998, σελ. 336
  8. Γασπαρινάτος 1998, σελ. 321
  9. 9,0 9,1 Bærentzen 1981, σελ. 134
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 Mazower 2000, σελ. 27-8
  11. Hondros 1990, σελ. 268
  12. Bærentzen 1981, σελ. 134
  13. Κουσουρής 2014, σελ. 80
  14. Bærentzen 1981, σελ. 137
  15. Κουσουρής 2014, σελ. 109-110
  16. Bærentzen 1981, σελ. 137
  17. Μούτουλας 2004, σελ. 571
  18. Μούτουλας 2004, σελ. 571-2
  19. Μούτουλας 2004, σελ. 572-3
  20. Μούτουλας 2004, σελ. 572, 574
  21. Μούτουλας 2004, σελ. 574
  22. Μούτουλας 2004, σελ. 574-5
  23. Μούτουλας 2004, σελ. 574-5.
  24. Μούτουλας 2004, σελ. 575.
  25. Μούτουλας 2004, σελ. 574, 575-6.
  26. Μούτουλας 2004, σελ. 575-6.
  27. Μούτουλας 2004, σελ. 576, 578.
  28. Μούτουλας 2004, σελ. 576-7.
  29. Μούτουλας 2004, σελ. 578.
  30. Μούτουλας 2004, σελ. 577-8.
  31. Μούτουλας 2004, σελ. 578-9.
  32. Μούτουλας 2004, σελ. 579.
  33. Μούτουλας 2004, σελ. 579-80
  34. Λυμπεράτος 2009, σελ. 93, σημ. 171.
  35. Μούτουλας 2004, σελ. 580-1
  36. Μούτουλας2004, σελ. 581
  37. Ανακοινωθέν υπ'αριθ. 68 του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Από 21-25.9.44 στο Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης. A'. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. 1981, σελ. 414. 
  38. Εθνική Αντίσταση, Συλλογή Δωδέκατη
  39. Καλύβας 2009, σελ. 44
  40. Για τον Αντωνόπουλο, βλ. Χάγκεν Φλάισερ (10-01-2010). «Η «κόκκινη» και η «μαύρη» βία». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=308737. Ανακτήθηκε στις 30-03-2017. 
  41. Κωστόπουλος 2005, σελ. 67
  42. Bærentzen 1981, σελ. 137-8, 140
  43. Κωστόπουλος 2005, σελ. 68-9
  44. Κωστόπουλος 2005, σελ. 66-8.
  45. Mazower 1993, σελ. 359
  46. Λυμπεράτος 2009, σελ. 87-8
  47. Savage Continent: Europe in the Aftermath of World War II By Keith Lowe σελ 150
  48. Καλύβας Στάθης, Μαραντζίδης Νίκος (2015). Εμφύλια Πάθη. 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο.. Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 191-214. 
  49. Η «Ο.Π.Λ.Α» και η εμφυλιοπολεμική ανάγνωση της ιστορίας του Μιχάλη Λυμπεράτου, ανακτήθηκε στις 30/3/2017
  50. Κωστόπουλος 2005, σελ. 84
  51. 51,0 51,1 Γιάννης Ν. Μπασκόζος (23-09-2012). «Ο Μελιγαλάς και ο «μύθος» του. Τα συνθήματα ένθεν κακείθεν που έγραψαν Ιστορία και οι σύγχρονοι νοσταλγοί του εμφύλιου μίσους». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=476215. Ανακτήθηκε στις 18-09-2013. 
  52. Κωστόπουλος 2005, σελ. 66-7
  53. Κωστόπουλος 2005, σελ. 87-9, 95-7
  54. Βασίλης Νέδος (11-09-2005). «Το κλούβιο «αβγό του φιδιού»». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=168197. Ανακτήθηκε στις 18-09-2013. 
  55. 55,0 55,1 Τάσος Κωστόπουλος (30-07-2013). «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://www.efsyn.gr/?p=82540. Ανακτήθηκε στις 21-11-2013. 
  56. Τάσος Κωστόπουλος (22-10-2013). «Μας ξανάρχονται ένα ένα…». Η Εφημερίδα των Συντακτών. https://archive.efsyn.gr/?p=143848. Ανακτήθηκε στις 05-04-2017. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bærentzen, Lars (1981). «The Liberation of the Peloponnese, September 1944». Στο: Iatrides, John O, επιμ. Greece in the 1940s: A Nation in Crisis. Moden Greek Studies Association. University Press of New England. 
  • Γασπαρινάτος, Σπύρος Γ. (1998). Η Κατοχή. Γ': Η κατοχική περίοδος μέχρι την απελευθέρωση. Αθήνα: Σιδέρης. 
  • Hondros, J.L. (1990). «Η Μ. Βρετανία και τα ελληνικά Τάγματα Ασφαλείας, 1943-1944». Στο: Φλάισερ, Χάγκεν. Σβορώνος, Νίκος, επιμ. Ελλάδα 1936-1944: Δικτατορία - Κατοχή - Αντίσταση. Πρακτικά Α' Διεθνούς Συνεδρίου Σύγχρονης Ιστορίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, σελ. 262-276. 
  • Καλύβας, Στάθης (2009). «Η γεωγραφία της εμφύλιας βίας στην κατοχική Μεσσηνία: Μια ποσοτική προσέγγιση». Στο: Καρακατσιάνης, Ιωάννης, επιμ. Νότια Πελοπόννησος 1935-1950. Αθήνα: Αλφειός/Σύνδεσμος Φιλολόγων Μεσσηνίας, σελ. 39-59. http://stathis.research.yale.edu/documents/messinia.kalyvas.revised.pdf. 
  • Καλύβας, Στάθης - Μαραντζίδης, Νίκος (2015). Εμφύλια πάθη. 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο, Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 167-214.
  • Κουσουρής, Δημήτρης (2014). Δίκες των δοσίλογων 1944-1949 Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη. Αθήνα: Πόλις. 
  • Κωστόπουλος, Τάσος (2005). Η αυτολογοκριμένη μνήμη: Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη. Αθήνα: φιλίστωρ. 
  • Λυμπεράτος, Μιχάλης Π. (2009). «Τα γερμανικά αντίποινα, τα Τάγματα Ασφαλείας και ο Ε.Λ.Α.Σ.: Η περίπτωση της κεντρικής και νότιας Πελοποννήσου στην Κατοχή». Στο: Καρακατσιάνης, Ιωάννης, επιμ. Νότια Πελοπόννησος 1935-1950. Αθήνα: Αλφειός/Σύνδεσμος Φιλολόγων Μεσσηνίας, σελ. 61-102. 
  • Mazower, Mark (1993). Inside Hitler's Greece: The Experience of Occupation, 1941-44. Yale University Press. 
  • Mazower, Mark (2000). «Three Forms of Political Justice: Greece, 1944-1945». Στο: Mazower, Mark, επιμ. After the war was over: reconstructing the family, nation, and state in Greece, 1943-1960. Princeton, N.J.: Princeton University Press. ISBN 9780691058429. http://books.google.gr/books?id=YAszKv6JfQUC&pg=PA28&dq=meligala+mazower&hl=el&sa=X&ei=GFQ0UpevNsyOswaq9YHYBg&ved=0CDMQ6AEwAA#v=onepage&q=meligala%20mazower&f=false.  (Μετάφραση: Μετά τον πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2003.)
  • Μούτουλας, Παντελής (2004). Πελοπόννησος 1940-1945: Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης. Αθήνα: Βιβλιόραμα. 

Διαβάστε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντικομμουνιστική πολεμική και υπεράσπιση της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας από ανανήψαντα κομμουνιστή, εκπρόσωπο της εθνικόφρονος ιστοριογραφίας.
Μνήμες ενός ΕΛΑΣίτη από τη δεκαετία του '40. Η συμμετοχή του στη μάχη του Μελιγαλά στις σσ. 25-7.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]