Μάχη του Μελιγαλά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη του Μελιγαλά
Εθνική Αντίσταση
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Χρονολογία 13–15 Σεπτεμβρίου 1944
Τόπος Μελιγαλάς Μεσσηνίας
Έκβαση Νίκη του ΕΛΑΣ. Eκτελέσεις αιχμαλώτων από χωρικούς και τον ΕΛΑΣ.
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δημήτρης Περρωτής  Εκτελέστηκε
Διονύσιος Παπαδόπουλος  + #
Νίκος Θεοφάνους
Παναγιώτης Μπένος  
Μονάδες που εμπλέκονται
9ο Σύνταγμα
1/8 Τάγμα
Στοιχεία από 11ο Σύνταγμα
Επιτελείο 9ής ταξιαρχίας
Μαυροσκούφηδες
Εφεδρικός ΕΛΑΣ[1]

Τάγματα Ασφαλείας

Μελιγαλά
Γαργαλιάνων
Καλαμάτας
Δυνάμεις
περ. 1.200
περ. 1.000
Απώλειες
> 150 νεκροί
250 τραυματίες[2]
708-1.144

Η μάχη του Μελιγαλά έλαβε χώρα από τις 13 ως και τις 15 Σεπτεμβρίου του 1944 μεταξύ του ΕΛΑΣ, αντιστασιακού στρατού του ΕΑΜ, και των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας.

Μετά την αποχώρηση των κατοχικών γερμανικών δυνάμεων από την Πελοπόννησο μέρος της δωσιλογικής διοίκησης της Καλαμάτας κατέφυγε στο Μελιγαλά της Μεσσηνίας, όπου οχυρώθηκε μια δύναμη περίπου 1.000 ταγματασφαλιτών. Εκεί περικυκλώθηκαν από τμήματα του ΕΛΑΣ, συνολικής δύναμης περίπου 1.200 ανταρτών. Μετά από τριήμερη σκληρή μάχη, οι αντάρτες εκπόρθησαν τις οχυρώσεις των ταγματασφαλιτών και εισήλθαν στην πόλη. Την επικράτηση του ΕΛΑΣ ακολούθησε σφαγή, κατα την οποία πραγματοποιήθηκαν εκτελέσεις αιχμαλώτων ταγματασφαλιτών και κάποιων αμάχων σε μια κοντινή «πηγάδα». Το πλήθος των εκτελεσθέντων υπολογίζεται σε περίπου 700 με 1100. Μετά τη διάδοση της είδησης οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εργάστηκαν στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας για την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας, περιορίζοντας τα φαινόμενα αντεκδικήσεων.

Μεταπολεμικά οι εκτελεσθένες μνημονεύονταν ως πατριώτες θύματα της κομμουνιστικής βαρβαρότητας. Μετά την έκλειψη της εθνικόφρονης κρατικής αιγίδας, τη δεκαετία του '80, οι εκτελεσθέντες τιμώνται από τους βιολογικούς απογόνους και τους ιδεολογικούς επιγόνους τους και τα γεγονότα του Μελιγαλά έγιναν μέρος του συνθηματολογικού οπλοστασίου της αντιφασιστικής αριστεράς στην αντιπαράθεση με την άκρα Δεξιά.

Πολιτικό και στρατιωτικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίσταση και δωσιλογισμός στην κατοχική Μεσσηνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, εξατίας της επιθυμίας του Χίτλερ να αποδεσμέυσει το γρηγορότερο στρατεύματα για την επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Πελοποννήσου, περιήλθε υπό ιταλική στρατιωτική κατοχή, εκτός από τη Θράκη και την ανατολική Μακεδονία, που τέθηκαν υπό βουλγαρική διοίκηση, και στρατηγικά σημεία (κυρίως η Κρήτη, η Αθήνα και ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη και η ενδοχώρα της) που αποτέλεσαν τη γερμανική κατοχική ζώνη.[3] Στην επαρχία Καλαμάτας η μόνη οργάνωση που ήταν ενεργή το 1942 ήταν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που προωθούσε την παθητική αντίσταση στις απεχθείς για τον ντόπιο πληθυσμό κατασχέσεις τροφίμων από τους Ιταλούς στρατιώτες και προσπαθούσε να οργανώσει αντάρτικες ομάδες.[4] Οι ανά την Πελοπόννησο ένοπλες αυτές ομάδες καταδιωκόμενων αριστερών περιορίζονταν σε αψιμαχίες με τη Χωροφυλακή και τον ιταλικό στρατό και έως το χειμώνα όλες τους πλην μιάς διαλύθηκαν ή πέρασαν στη Στερεά.[5] Τον Απρίλιο του 1943, όταν η Πελοπόννησος θεωρούνταν ελεύθερη από αντάρτες, ο αντισμήναρχος Δημήτρης Μίχος, που είχε φυλακιστεί για ένα διάστημα από τους Ιταλούς, δημιούργησε με εντολή του ΕΑΜ μία αντάρτικη ομάδα που πολύ γρήγορα πλήθυνε μετά απο τις πρώτες επιτυχίες και τη λήψη τον Ιούλιο των ενισχύσεων που είχε ζητήσει το τοπικό ΕΑΜ από τον Άρη Βελουχιώτη και στράφηκε εναντίον Ιταλών στρατιωτών και πληροφοριοδοτών των αρχών κατοχής.[6] Τον Ιούνιο δρούσαν συνολικά στην Πελοπόννησο περίπου 500 αντάρτες, που ως εκεινη την περιοδο ήταν οργανωμένοι σε ομάδες που λόγω της ανυπαρξίας κεντρικής διοίκησης και της δυσκολίας της μεταξύ τους επικοινωνίας λειτουργούσαν ημι-αυτόνομα.[7] Τον Αύγουστο του 1943, σύμφωνα με ένα φυλλάδιο της γερμανικής αντικατασκοπείας, σημειώθηκε αύξηση των αντάρτικων δραστηριοτήτων στην ορεινή Μεσσηνία, όπου δρούσαν περίπου 800 άνδρες υπό την ηγεσία του Κανελλόπουλου.[8]

Εν τω μεταξύ, την άνοιξη του 1943 συγκροτήθηκαν μικρές ανταρτοομάδες του «Ελληνικού Στρατού» (Ε.Σ.), μιας οργάνωσης κατά πλειονότητα βασιλοφρόνων αξιωματικών, που αρχικά διακήρυξε την πολιτική της ανεξαρτησία, αλλά μετά την ανάπτυξη σχέσεων με αθηναϊκά και κυρίως τοπικά φιλοβασικά δίκτυα και κάποιες συμπλοκές με τον ιταλικό στρατό, απέκτησε τον Ιούλιο αντιεαμικό προσανατολισμό.[9] Μετά την αποτυχία των βρετανικών προσπαθειών να ενοποιήσουν τις αντιστασιακες οργανωσεις της Πελοποννήσου, τον Αύγουστο ο Ε.Σ. ενεπλάκη σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ και τα επιφανέστερα στελέχη του, Διονύσιος Παπαδόγγονας και Τηλέμαχος Βρεττάκος, επιδίωξαν τη συνεργασία με τον ιταλικό και το γερμανικό στρατο. Η καθυστέρηση της ενίσχυσής τους, όμως, είχε ως αποτέλεσμα την οριστική ήττα από τον ΕΛΑΣ και τη βίαιη διάλυση του Ε.Σ. τον Οκτώβριο, καθιστώντας έτσι το ΕΑΜ μοναδική αντιστασιακή πολιτική δύναμη στην Πελοπόννησο.[10]

Μετά τη συνθηκολογηση της Ιταλίας το Σεπτέμβριο του 1943 τη διευθυνση των στρατιωτικων επιχειρησεων στη νότια Πελοποννησο ανέλαβε η 117η Μεραρχία Καταδρομών, η οποία είχε μεταφερθεί στην Πελοπόννησο τον Ιούλιο, υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Καρλ φον Λε Σουίρ, που τον Οκτώβριο διορίστηκε μοναδικός διοικητής Πελοποννήσου.[11] O Μελιγαλάς, μια κωμόπολη της Μεσσηνίας με πληθυσμό περίπου 3.000 κατοίκους, που μετά την κατοχή της Ελλάδας από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Άξονα είχε αποτελέσει τη βάση μιας ιταλικής καραμπινιερίας, έγινε τώρα έδρα μιας διλοχίας της γερμανικής Βέρμαχτ.[12][13] Η ιταλική συνθηκολόγηση οδήγησε στην ψυχολογική, υλική και έμψυχη ενίσχυση του ΕΛΑΣ,[14] που με τη συνδρομη Βρετανών συνδέσμων ξεκινησε επιθέσεις σε γερμανικους στοχους.[15] Εκπρόσωποι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που είχε πλέον το μονοπώλιο της αντίστασης στην Πελοπόννησο, είχαν αναλάβει την άσκηση της εξουσίας σε χωριά στις ορεινές περιοχές, αντιμετωπίζοντας, ωστόσο, δυσκολίες στην ιδεολογική αποδοχή από τον πληθυσμό, που χαρακτηριζόταν για τις συγκριτικά ισχυρές φιλομοναρχικές του διαθέσεις.[16] Στη δυσαρέσκεια των χωρικών συνέβαλε η ανάγκη εφοδιασμού των ανταρτών σε συνθήκες υποσιτισμού και διατάραξης της αγροτικής παραγωγής στην επαρχία, λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού και των γερμανικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων (Säuberungen) μεγάλης κλίμακας εναντίον των ανταρτών και αντιποίνων,[17] που πραγματοποιούνταν κατ' εφαρμογή διαταγής του Ιουλίου του διοικητή του 68ου Σώματος Στρατού Χέλμουτ Φέλμυ[18] και με ιδιαίτερη σκληρότητα στην Πελοπόννησο από το Λε Σουίρ, όπως συνέβη στη σφαγή των Καλαβρύτων τον Οκτώβριο του 1943, καθώς ένιωθε να χάνει τον έλεγχο της περιοχής από τους αντάρτες.[19]

Ταγματασφαλίτης δίπλα σε απαγχονισμένο. (1943)

To χειμώνα του 1943-44 διαπιστώνοντας την ανεπάρκεια των προσπαθειών τους για την αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ και προκειμένου να «διασωθεί γερμανικό αίμα» οι γερμανοί επιτελικοί αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού πληθυσμού ώστε να πληγεί η κοινωνική βάση του ΕΑΜ.[20] Πέρα από τα ευζωνικά τάγματα της κυβέρνησης Ράλλη, συγκροτήθηκαν από το φθινόπωρο του 1943 Τάγματα Ασφαλείας (Τ.Α.) σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου, όπου το έδαφος ήταν πρόσφορο λόγω των φιλοβασιλικών αισθημάτων του πληθυσμού και της αντικομμουνιστικής δεξαμενής που προέκυψε από τη διαλυση του Ε.Σ.[21] Ως την άνοιξη του 1944 ιδρύθηκαν και τέθηκαν υπό τη διοίκηση του Παπαδόγγονα συνολικά πέντε Τάγματα, ένα από οποία ήταν το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών (Μελιγαλά) που είχε έδρα το Μελιγαλά, θέση που είχε ιδιαίτερη σημασία για τους Γερμανούς, καθώς επέτρεπε τον έλεγχο του δρόμου Καλαμάτας-Τρίπολης και ολόκληρης της προς νότον περιοχής.[22][13] Τα Τ.Α. υπάγονταν στο διοικητή των SS στην Ελλάδα Βάλτερ Σιμάνα, αλλά η ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης με τις γερμανικές αρχές είχε ως αποτέλεσμα να απολαμβάνουν αρχικά ανεξαρτησία κινήσεων.[23] Ασκούσαν καθήκοντα φρουράς σε πόλεις της Πελοποννήσου, συμμετείχαν όλο και περισσότερο σε γερμανικές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών, επέλεγαν τους μελλοθάνατους μεταξύ κρατουμένων και εκτελούσαν ομήρους ως αντίποινα σε πλήγματα γερμανικών στόχων από τους αντάρτες (όπως συνέβη μετά το θάνατο του υποστράτηγου Κρεχ),[24] με αποτέλεσμα να φημίζονται για την έλλειψη πειθαρχίας και την αγριότητά τους.[25]

Μετά τα πρώτα πλήγματα, ο ΕΛΑΣ κατάφερε να ανακτήσει την επιρροή του και από το 1944 επιχειρούσε συνεχείς δολιοφθορές στους μεταφορικούς άξονες που χρησιμοποιούσε ο γερμανικός στρατός.[26] Τον Απρίλιο ο ΕΛΑΣ πραγματοποίησε την πρώτη επίθεση σε πόλη που υπεράσπιζε ισχυρή γερμανική φρουρά προσβάλλοντας το Μελιγαλά, αλλά η επίθεσή του αποκρούστηκε.[27] Τον ίδιο μήνα στάλθηκε από το Σιάντο στην Πελοπόννησο, όπου είχε σημειωθεί προς το τέλος του 1943 χαλάρωση της πειθαρχίας των ανταρτών, ο Άρης Βελουχιώτης ως εκπρόσωπος της ΠΕΕΑ για να αναλάβει τη στρατιωτική αναδιοργάνωση της 3ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, συνολικής δύναμης 6.000 ανδρών.[28] Η δράση του Βελουχιώτη είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή αυστηρής πειθαρχίας, την αντιστροφή της τάσης αραίωσης των τάξεων των ανταρτών και την αύξηση των επιθέσεών τους.[29] Η επιδείνωση της κατάστασης οδήγησε το Φέλμυ να ανακηρύξει το Μάιο την Πελοπόννησο εμπόλεμη ζώνη επιτρέποντας στο Λε Σουίρ να κηρύξει στρατιωτικό νόμο που περιόριζε την ελευθερία κινήσεων και συναθροίσεων των κατοίκων.[30] Εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και αντίποινα Γερμανών και ταγματασφαλιτών συνεχίστηκαν δίχως αποτέλεσμα λόγω της διείσδυσης του ΕΛΑΣ στη μεσσηνιακή και λακωνική ύπαιθρο.[31] Στην περιοχή της Καλαμάτας, όπου κατά τη διάρκεια της κατοχής πυρπολήθηκαν χιλιάδες σπίτια και περίπου 1.500 άτομα είχαν εκτελεστεί, τα αντίποινα των ταγματασφαλιτών συνεχίστηκαν ως το τέλος του καλοκαιριού του 44.[32] Προς το τέλος Αυγούστου, ενώ σημειώθηκαν μόνο σποραδικές συμπλοκές ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τους Γερμανούς, οι συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας αυξάνονταν καθημερινά.[33]

Το τέλος της κατοχής και η τιμωρία των δωσιλόγων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

[...] ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε μια τόσο λεπτή γραμμή ανάμεσα στο αίτημα για εκδίκηση και την έκκληση για δικαιοσύνη, ανάμεσα στην αναρχία και τον νόμο [...]
Σχόλιο του Πολωνού θεωρητικού του θεάτρου Γιαν Κοτ για το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου.[34]

Το Νοέμβριο του 1943 εκδόθηκε στη Μόσχα μία δήλωση των Ρούσβελτ, Τσώρτσιλ και Στάλιν «περί ωμοτήτων» για τη μελλοντική εκδίκαση κατηγοριών εις βάρος Γερμανών για εγκλήματα πολέμου από τους πληγέντες λαούς, που αποτέλεσε τη βάση για την καταδίκη επίσης συνεργατών των δυνάμεων του Άξονα.[35] Στο πνεύμα αυτό η εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου ανακοίνωσε τη στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας από τα μέλη των δωσιλογικών κυβερνήσεων, ενώ η ΠΕΕΑ, η κυβέρνηση που συγκρότησε το 1944 το ΕΑΜ στην Ελεύθερη Ελλάδα, εξέδωσε μια νομοθετική πράξη που όριζε την επιβολή της θανατικής ποινής για εσχάτη προδοσία σε όσους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, συμπεριλαμβανομένων των ταγματασφαλιτών.[36] Η αντιπαράθεση μεταξύ αφενός του ΕΑΜ και αφετέρου της εξόριστης κυβέρνησης και των Βρετανών, που από το 1943 θεωρούσαν το ΕΑΜ εμπόδιο για την άσκηση της βρετανικής επιρροής στην Ελλάδα, έκανε τους δεύτερους περισσότερο δεκτικούς στο ενδεχόμενο χρησιμοποίησης των Ταγμάτων Ασφαλείας ως τμήματος του σχεδιαζόμενου εθνικού στρατού ή τουλάχιστον ως μοχλού πίεσης ώστε να συμμετάσχει το ΕΑΜ στην κυβέρνηση εθνικής εθνότητας. Έτσι, τον Ιούνιο έπαψε μετά από αίτημα του Παπανδρέου αρχικά η ρίψη φυλλαδίων και έπειτα η μετάδοση ραδιοφωνικών μηνυμάτων εναντίον των Ταγμάτων, ενώ, παρά τις πιέσεις της ΠΕΕΑ κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την είσοδό της στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ο Παπανδρέου ανέβαλλε τη συμφωνημένη στο Λίβανο καταγγελία τους, ισχυριζόμενος ότι το είχε ήδη πράξει τότε.[37]

Καθώς στο ανατολικό μέτωπο η γερμανική γραμμή άμυνας κατέρρεε μπροστά στη ραγδαία προέλαση του Ερυθρού Στρατού ως τη Ρουμανία, πάρθηκε η απόφαση στις 23 Αυγούστου του 1944 να αποχωρήσει από την Πελοπόννησο η 117η μεραρχία και στις 26 από την Ελλάδα τα στρατεύματα της Βέρμαχτ και να μεταβούν στη Γιουγκοσλαβία.[38] Ενώ οι Βρετανοί επιθυμούσαν τη διατήρηση της κατάστασης ως έχει μέχρι την άφιξη δυνάμεών τους και της κυβέρνησης Παπανδρέου και επιδίωκαν να μη περιέλθει γερμανικός οπλισμός στα χέρια των αντιστασιακών,[39] τα δωσίλογικά στοιχεία και ιδιαίτερα τα υπολείμματα της κατοχικής χωροφυλακής και τα τάγματα ασφαλείας βρίσκονταν στο στόχαστρο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που, εξαιτίας και της επιθυμίας των υποστηρικτών του για εκδίκηση, ήταν έτοιμος να εμπλακεί σε τακτικές μάχες εναντίον των ταγμάτων.[40] Μετά τη γερμανική αποχώρηση από την Πελοπόννησο η θέση τους ήταν επισφαλής και ο φόβος τους για αντίποινα από τον ΕΛΑΣ ήταν έντονος.[41] Ανακοίνωση της 3ης Σεπτεμβρίου του στρατιωτικού αρχηγού του ΕΛΑΣ, Στέφανου Σαράφη καλούσε τους ταγματασφαλίτες να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ με τα όπλα τους ώστε να σώσουν την ζωή τους.[42] Την ίδια μέρα ο αντιστράτηγος Σκόμπι έδωσε εντολή στον υφιστάμενό του στην Αθήνα, αντιστράτηγο Σπηλιωτόπουλο, να τους συστήσει να λιποτακτήσουν ή να παραδοθούν σε εκείνον με την υπόσχεση ότι θα φυλακίζονταν ως αιχμάλωτοι πολέμου. Η διαταγή, ωστόσο, είτε δεν αφορούσε τους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου ή αγνοήθηκε από αυτούς.[43] Καθώς είχε προηγηθεί στις 15 Αυγούστου η συμφωνία για τη συμμετοχή εκπροσώπων του ΕΑΜ στην κυβέρνηση, εκδόθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου ασαφές ανακοινωθέν της κυβέρνησης Παπανδρέου που χαρακτήρισε τους ταγματασφαλίτες εγκληματίες κατά της πατρίδας και τους κάλεσε «να εγκαταλείψουν αμέσως» τις θέσεις τους και να έρθουν στην πλευρά των Συμμάχων, ενώ διέταξε τις αντάρτικες οργανώσεις να σταματήσουν την αυτοδικία κατά των δοσίλογων, παρουσιάζοντας την απόδοση δικαιοσύνης ως δικαίωμα του κράτους και όχι «των οργανώσεων και των ατόμων», και υποσχόταν πως «η Εθνική Νέμεσις θα είναι αδυσώπητος».[44]

Τα γεγονότα του Μελιγαλά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οχύρωση στο Μελιγαλά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταγματασφαλίτες αναπαύονται στην ύπαιθρο. (1943)

Κατά την αποχώρησή τους από την Πελοπόννησο στις αρχές Σεπτεμβρίου, οι γερμανικές δυνάμεις κατέστρεψαν γέφυρες και σιδηροδρομικές γραμμές και άφησαν πολεμοφόδια και εξοπλισμό στους ταγματασφαλίτες, προσπαθώντας να υποθάλψουν την εμφύλια ένταση στην Ελλάδα.[42] Επικαλούμενος την αποκήρυξή τους από την ΚΕΕ, ο ΕΛΑΣ αντιμετώπισε τους ταγματασφαλίτες ως εχθρικούς σχηματισμούς.[45] Στον Πύργο μετά τη γερμανική αποχώρηση στις 4 Σεπτεμβρίου ο διοικητής του εκεί Τάγματος Ασφαλείας, Γεώργιος Κοκκώνης, ανακοίνωσε πως έθετε το τάγμα υπό τη διοίκηση του βασιλιά και της κυβέρνησης και κατέβαλε αποτυχημένες προσπάθειες διαπραγμάτευσης με τον ΕΛΑΣ, που αξίωνε τον αφοπλισμό του, ώστε να μην εισέλθει στον Πύργο μέχρι την έλευση κάποιου εκπροσώπου της κυβέρνησης. Ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου και κατέλαβε την πολη την επομένη μετά από αιματηρή μάχη.[46] Στην Καλαμάτα οι Γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν στις 5 Σεπτεμβρίου αφήνοντας τη Χωροφυλακή μόνη επίσημη ένοπλη εξουσία στην πόλη.[47] Μετά την απόρριψη από το νομάρχη Μεσσηνίας Δημήτριο Περρωτή της πρότασης του ΕΛΑΣ, που είχε γίνει με τη μεσολάβηση εκπροσώπων του ΣΜΑ, να παραδώσουν οι ταγματασφαλίτες τον οπλισμό τους και να παραμείνουν κρατούμενοι ως την έλευση της εξόριστης κυβέρνησης, ο ΕΛΑΣ περικύκλωσε την πόλη για να αιχμαλωτίσει το Τάγμα Ασφαλείας και τη Χωροφυλακή. Η επίθεση ξεκίνησε τα χαράματα της 9ης Σεπτεμβρίου.[48] Καθώς ο ΕΛΑΣ εξουδετέρωνε τις εστίες αντίστασης των ταγματασφαλιτών, πλήθος κόσμου από τη Μεσσηνία συνέρρευσε στην πόλη για να πάρει εκδίκηση για τα θύματα της δράσης των ταγματασφαλιτών.[49] Μέσω της αφύλακτης σιδηροδρομικής γραμμής 100-120 ταγματασφαλίτες υπό τη διοίκηση του ανθυπολοχαγού Νίκου Θεοφάνους και του Περρωτή κατέφυγαν στο Μελιγαλά, όπου βρισκόταν εγκατεστημένη ισχυρή δύναμη 800 ταγματασφαλιτών, που ενισχύθηκε με άλλους 100-120, που ήρθαν από το Κοπανάκι στις 11 Σεπτεμβρίου.[50]

Ετσι, η κατάληψη του Μελιγαλά απέκτησε μεγάλη σημασία για την επικράτηση του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο. Ο αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος μαζί με δύο Βρετανούς αξιωματικούς μεσολάβησαν και μετέφεραν στους ταγματασφαλίτες πρόταση για παράδοση και μεταφορά τους σε ασφαλές στρατόπεδο μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, για να διασφαλισθεί η ζωή και η περιουσία των ίδιων και των συγγενών τους, αλλά ο Περρωτής την απέρριψε. Την ίδια τύχη είχαν και εκκλήσεις συγγενών των πολιορκημένων που ήρθαν στο Μελιγαλά από κοντινά χωριά.[51]

Μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ταγματασφαλίτες τοποθέτησαν το πολυβόλο που είχαν στη διάθεσή τους στο ρολόι της κεντρικής εκκλησίας του Μελιγαλά, του Αγιο-Λιά, και τα περίπου 50 οπλοπολυβόλα σε σπίτια γύρω από τον Αγιο-Λιά και σε ημικυκλικά ταμπούρια γύρω από τη μάντρα του Μελιγαλά.[52] Η επίθεση του ΕΛΑΣ, η συνολική δύναμη του οποίου ανερχόταν σε περίπου 1.200 άνδρες από το 9ο και το 8ο Σύνταγμα, ξεκίνησε το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου.[53] Κατ' εφαρμογήν του επιτελικού σχεδίου του ΕΛΑΣ, που καταστρώθηκε με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του καπετάνιου Γιάννη Μιχαλόπουλου ή Ώρίωνα από την ηγεσία της 9ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, το 2/9 Τάγμα ανέλαβε την επίθεση τον τομέα μεταξύ των δρόμων Μελιγαλά-Ανθούσας και Μελιγαλά-Νεοχωρίου, το 1/9 τον τομέα στα βορειανατολικά του Προφήτη Ηλία, το 3/9 το βόρειο τμήμα ως το δρόμο προς την Μερόπη και το 1/8 την ανατολική πεδιάδα ως το δρόμο προς τη Σκάλα, στα υψώματα της οποίας τοποθετήθηκε και το κανόνι 10,5 χιλ. χωρίς βάση, που χειριζόταν ο λογαχός πυροβολικού Κώστας Καλογερόπουλος.[54] Ο στόχος του ΕΛΑΣίτικου σχεδίου ήταν να προωθηθούν γρήγορα οι δυνάμεις του 2/9 Τάγματος, υπό τη διοίκηση του λογαχού Τάσου Αναστασόπουλου ή Κωλοπιλάλα, από την άκρη του οικισμού στην κεντρική πλατεία, ώστε να δεχτεί το οχυρό του Αγιο-Λιά επίθεση από δύο πλευρές και να εξουδετερωθεί η άμυνα των ταγματασφαλιτών.[55] Οι επιτιθέμενοι, ωστόσο, έπεσαν πάνω σε ένα ναρκοπέδιο κουτιών με δυναμίτη που είχαν τοποθετήσει οι ταγματασφαλίτες έξω από την οχύρωση του Μελιγαλά το απόγευμα της προηγουμένης, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, και έως πριν το χάραμα.[56] Το νέο σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη με επίθεση του Αγιο-Λιά με επικεφαλής το Κώστα Μπασακίδη, διοικητή λόχου του 2/9.[57] Η νέα επίθεση των ΕΛΑΣιτών του 9ου συντάγματος υποχρέωσε τους ταγματασφαλίτες να κατεβάσουν το πολυβόλο από το ρολόι του Αγιο-Λιά και εκείνη ανταρτών του 1/8 ανάγκασε το φυλάκιο των αμυνομένων που βρισκόταν στο σιδηροδρομικό σταθμό να υποχωρήσει στο μπεζεστένι, όπου κρατούνταν όμηροι υποστηρικτές του ΕΛΑΣ. Από το απόγευμα ως το βράδυ τα μέτωπα έμειναν στάσιμα. Οι απώλειες οδήγησαν σε πτώση του ηθικού των ταγματασφαλιτών και απροθυμία να συνεχίσουν τη μάχη.[58] Μια επιτροπή που έστειλε ο διοικητής των ταγματασφαλιτών, ταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόπουλος, στον Παναγιώτη Στούπα στους Γαργαλιάνους για να ζητήσει ενισχύσεις εγκατέλειψε την αποστολή της μετά την έξοδο από το Μελιγαλά.[59]

Το μεσημέρι της 14ης μια ομάδα 30 ανταρτών επιτέθηκε ρίχνοντας «τηγάνια», μεγάλες νάρκες, στα συρματοπλέγματα του Αγιο-Λιά, αλλά δέχτηκε καταιγιστικά πυρά από τους ταγματασφαλίτες, ενώ μια ομάδα υπό τον Μπασακίδη έφτασε μέσα στα ταμπούρια των αμυνομένων, αλλά, όντας χωρίς κάλυψη, απωθήθηκε μετά την αντεπίθεση μιας μικρής ομάδας υπό τον επιλοχία Παναγιώτη Μπένο.[60] Η θέα τραυματισμένων ΕΛΑΣιτών και ειδήσεις για μια άγρια δολοφονία από ταγματασφαλίτες όξυνε τις διαθέσεις των αμάχων που παρακολουθούσαν τη μάχη.[61]

Σε σύσκεψη της ηγεσίας των ταγματσφαλιτών το πρωί της επομένης, 15ης Σεπτεμβρίου, ο Παπαδόπουλος πρότεινε αιφνιδιαστική έξοδο προς τους Γαργαλιάνους για να ξεφύγουν από τον κλοιό του ΕΛΑΣ. Η σύσκεψη διακόπηκε όταν το σπίτι όπου είχαν λάμβανε χώρα χτυπήθηκε από ένα βλήμα όλμου, ενώ η διάδοση του σχεδίου από τον κύκλο του Περρωτή τρομοκράτησε τους τραυματίες ταγματασφαλίτες, αλλά και τους κρατούμενους εαμίτες.[62] Η σύσκεψη διακόπηκε οριστικά από τη νέα επίθεση στον Αγιο-Λιά, κατά την οποία η ομάδα του Μπασακίδη χρησιμοποιώντας χειροβομβίδες και αυτόματα υποχρέωσε σε υποχώρηση τους ταγματασφαλίτες. Από εκεί τέσσερεις ΕΛΑΣίτες ξεκίνησαν να βάλλουν με οπλοπολυβόλα προς το εσωτερικό της πόλης, ενώ οι αμυνόμενοι σήκωσαν λευκές σημαίες στους αντάρτες του 1/8 Τάγματος. Κάποιες δεκάδες ταγματασφαλίτες υπό τον ταγματάρχη Καζάκο επιχείρησαν να διαφύγουν προς νότο και έπειτα προς το Δερβένι, αλλά υπέστησαν απώλειες από την εφεδρεία του ΕΛΑΣ, τους μαυροσκούφηδες του Άρη Βελουχιώτη στο δρόμο Μελιγαλά-Σκάλας και μια διμοιρία του 11ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ στα υψώματα της Ανθούσας.[63]

Εκτελέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δικηγόρος Βασίλης Μπράβος, επικεφαλής του στρατοδικείου του ΕΛΑΣ που αποφάσισε τις εκτελέσεις αιχμαλώτων στην «πηγάδα».

Τη λήξη της μάχης ακολούθησε εισβολή αμάχων στο Μελιγαλά και ανεξέλεγκτη λεηλασία και σφαγή.[64] Σύμφωνα με μία έκθεση που σώζεται στα αρχεία του ΚΚΕ επρόκειτο για κατοίκους του χωριού Σκάλα που είχε πυρποληθεί από το γερμανικό στρατό.[65] Μεταξύ των αιχμαλώτων ταγματασφαλιτών, που κρατούνταν στο μπεζεστένι της πόλης, ο Βελουχιώτης αναγνώρισε ένα χωροφύλακα τον οποίο είχε συλλάβει αλλά είχε απελευθερώσει στο παρελθόν και διέταξε την εκτέλεσή του.[66] Το πρώτο αυτό εκδικητικό κύμα ακολούθησαν εκτελέσεις με οργανωμένο τρόπο. Στο ανταρτοδικείο που οργανώθηκε στην πόλη με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, πέρα από τους περίπου 60 επικεφαλής των Ταγμάτων, με λίστες με τα ονόματα των οποίων είχαν προμηθεύσει τους υπεύθυνους του ΕΛΑΣ οι τοπικές εαμικές οργανώσεις, πολλοί άλλοι με διαδικασίες διαβλητές που σχετίζονταν και με προσωπικά κίνητρα. Οι εκτελέσεις έγιναν στην "πηγάδα", ένα εγκαταλειμμένο πηγάδι έξω από το Μελιγαλά.[13][67] Όπως ήταν συνήθης πρακτική, για να μην αναγνωριστούν οι δράστες των εκτελέσεων, την πραγματοποίησή τους ανέλαβε ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από άλλη περιοχή, μάλλον μια διμοιρία του 8ου συντάγματος, τα μέλη της οποίας κατάγονταν από την περιοχή Κοσμά-Τσιταλίων-Ασωπού.[68]

Στις 17 Σεπτεμβρίου ο Βελουχιώτης μετέβη στην Καλαμάτα[69] όπου οδηγήθηκαν ο νομάρχης Μεσσηνίας Περρωτής και άλλοι δωσίλογοι αξιωματούχοι. Στην κεντρική πλατεία της πόλης το εξαγριωμένο πλήθος έσπασε τις γραμμές της ΕΛΑΣίτικης πολιτοφυλακής και οι αιχμάλωτοι λιντσαρίστηκαν ενώ δώδεκα κρεμάστηκαν από τους φανοστάτες.[45][32]

Απολογισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νεκροταφείο των θυμάτων του Μελιγαλά

Σε ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ της 26ης Σεπτεμβρίου 1944 ο Υποστράτηγος Εμμανουήλ Μάντακας ανέφερε πως "σκοτώθηκαν 800 Ράλληδες",[70] αριθμό που αναφέρει και ο Στρατηγός Στέφανος Σαράφης.[71] Έκθεση του Ερυθρού Σταυρού, που προσπαθούσε να είναι αντικειμενικός, ανέφερε ότι ο αριθμός των νεκρών «ξεπέρασε τους 1.000».[72] Το 1945 το συνεργείο του Δημήτριου Καψάσκη της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας ανέφερε πως ανέσυρε 708 νεκρούς στο Μελιγαλά.[73] Εκπρόσωποι της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης έκαναν λόγο για πολύ περισσότερους νεκρούς από 1.500 ως πάνω από 2.500: ο πρώην νομάρχης της ΕΡΕ και γιος θύματος από τον ΕΛΑΣ Κοσμάς Εμμ. Αντωνόπουλος π.χ. κάνει λόγο για 2.100 δολοφονηθέντες στο Μελιγαλά, αλλά παραθέτει στοιχεία για 699.[13][74] Αντιθέτως, συγγραφείς της εαμικής πλευράς τείνουν να μειώνουν τον αριθμό των εκτελεσθέντων· η πιο αναλυτική καταγραφή υπολογίζει ότι 120 σκοτώθηκαν μαχόμενοι και 280-350 εκτελέστηκαν.[13] Σε έκδοση του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά» γίνονται αναφορές σε 1.500 ως πάνω από 2.000 νεκρούς, ενώ σε κατάλογο του βιβλίου υπάρχουν 1.144 ονόματα σκοτωμένων (οι 108 από το Μελιγαλά), που περιλαμβάνουν τους νεκρούς της μάχης και τους εκτελεσθέντες από τον ΕΛΑΣ, στα οποία περιλαμβάνονται 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ήταν άντρες σε μάχιμη ηλικία.[13][75]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεγονότα του Μελιγαλά, όπως και αυτά της Καλαμάτας, αμαύρωσαν την εικόνα της ηγεσίας του ΕΑΜ, η οποία αρχικά αρνήθηκε το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές. Αργότερα όμως αναγκάστηκε να αποδεχτεί τα γεγονότα και να τις καταδικάσει. Πάντως οι μετριοπαθείς ηγέτες του ΕΑΜ, ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Στέφανος Σαράφης, επέμεναν ότι ακολουθούσαν αυστηρά τις εντολές της Προσωρινής Κυβέρνησης, και ήταν ξεκάθαρα κατά των εκτελέσεων.[45] Τα συμβάντα αυτά, που έδειξαν ότι ο ΕΛΑΣ ήταν διατεθειμένος να υποστεί σημαντικές απώλειες για να αποκτήσει τον έλεγχο πριν την άφιξη των βρετανικών δυνάμεων και ικανός να το επιτύχει, οδήγησαν σε αλλαγή της βρετανικής πολιτικής: οι Βρετανοί σύνδεσμοι στην Πελοπόνησο, που μέχρι τότε είχαν εντολές να μην αναμιγνύονται στα τεκταινόμενα, διατάχθησαν να παρεμβαίνουν για τον αφοπλισμό, τη φύλαξη και την παράδοση του οπλισμού των ταγματασφαλιτών ει δυνατόν σε βρετανικές δυνάμεις, για την αποτροπή του ενδεχόμενου να έλθουν στα χέρια του ΕΛΑΣ.[76] Έκτοτε, χάρη και στην παρέμβαση Βρετανών συνδέσμων, στελεχών του Ερυθρού Σταυρού, αντιπροσώπων της κυβέρνησης Παπανδρέου ή και των κατά τόπους Εαμικών αρχών, σε πολλές πόλεις της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου τα Τάγματα παραδόθηκαν αμαχητί και χωρίς αιματοχυσία.[77] Υπήρξαν και αρκετά περιστατικά θανάτωσης των παραδοθέντων ταγματασφαλιτών είτε από Ελασίτες, είτε από εξαγριωμένα πλήθη και συγγενείς των θυμάτων τους, όπως στην Πύλο και σποραδικά την περίοδο αυτή στη Βόρειο Ελλάδα, οφειλόμενα, στην έντονη πίεση μέρους του πληθυσμού για εκδίκηση, μερικά, όμως, στη συναίνεση ή και προεργασία εαμικών στελεχών.[78] Η κοινωνική πόλωση μεταξύ του ΕΑΜ και των αντιπάλων του, φιλελεύθερων και εθνικιστών αντικομμουνιστών, είχε ως αποτέλεσμα τα δύο στρατόπεδα να υιοθετήσουν διπλή γλώσσα. Το μεν ΕΑΜ δήλωνε πως θα υποστηρίξει με θέρμη την τάξη και την παλινόρθωση της εξουσίας, ενώ εξαπέλυσε μια αιματηρή εξωδικαστική εκκαθάριση μεγάλης κλίμακας, με στόχο να κυριαρχήσει πολιτικά πριν την άφιξη βρετανικών δυνάμεων, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική του ισχύ στο εσωτερικό της κυβέρνησης και ικανοποιώντας τη λαϊκή αγανάκτηση, έτσι ώστε αμέσως μετά να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και να δηλώνει σεβασμό στους νόμους, οι δε αντίπαλοί του εγγυώνταν ταυτόχρονα τη συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση και την διαφύλαξη της ζωής των δωσιλόγων.[79]

Γενικά, πάντως, στο κενό εξουσίας που προέκυψε μετά την αποχώρηση του γερμανικού στρατού, οι αξιωματούχοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ προσπάθησαν να επιβάλλουν την τάξη αντιστεκόμενοι σε εκκλήσεις για εκδίκηση, όπως συνέβη στη Μυτιλήνη και τη Νάουσα.[80] Βρετανικά τμήματα που αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο εκείνη την εποχή, διαπίστωσαν ότι η ΕΑΜική πολιτοφυλακή, που είχε δημιουργηθεί προς το τέλος καλοκαιριού του 1944 για να αναλάβει καθήκοντα αστυνόμευσης που ως τότε διεκπεραίωναν οι αντάρτες και να αντικαταστήσει την απαξιωμένη κατοχική Χωροφυλακή, διατηρούσε τον έλεγχο. Μάλιστα στην Πάτρα, μέχρι και τον Νοέμβριο πραγματοποιούνταν κοινή αστυνόμευση από Βρετανούς και πολιτοφύλακες του ΕΑΜ.[45] Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που υπέστησαν λιγότερες καταστροφές κατά τη ναζιστική κατοχή, σημειώθηκαν εκτετεμένα φαινόμενα αντεκδικήσεων: πάνω από 10.000 εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στη Γαλλία πριν εγκατασταθούν οι κυβερνητικές δυνάμεις και 15.000 στην Ιταλία, ενώ στις Βρυξέλλες λυντσαρίστηκαν δημόσια 265 άνθρωποι. [81][82]

Η Συμφωνία της Καζέρτας που υπέγραψαν ο Παπανδρέου, ο Ζέρβας, ο Σαράφης και ο Σκόμπυ στις 26 Σεπτεμβρίου, με την οποία οι ανταρτικοι σχηματισμοί, ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ, τέθηκαν υπό τη διοίκηση του Σκόμπυ, χαρακτήρισε τα ΤΑ «όργανα του εχθρού» και όρισε την αντιμετώπισή τους ως εχθρικά στρατεύματα εάν δεν παραδίδονταν. Μετά τη συμφωνία, ο Σκόμπυ διέταξε τους αξιωματικούς του να μεσολαβήσουν για να προστατεύσουν τους ταγματασφαλίτες, αφοπλίζοντάς τους και θέτοντάς τους υπό περιορισμό.[83]

Μετά την απελευθέρωση, σε ορισμένες περιπτώσεις εκτελεσθέντων στο Μελιγαλά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του κατοχικού νόμου 927/1943 περί συνταξιοδότησης οικογενειών στρατιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων δολοφονηθέντων «παρ' αναρχικών στοιχείων» κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μεταπολεμικά.[84]

Δημόσια μνήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το Σεπτέμβριο του 1945 και εξής κάθε χρόνο πραγματοποιείται μνημόσυνο, οργανωμένο από τις τοπικές αρχές με τη συμμετοχή θεσμικών παραγόντων, έως και κυβερνητικών στελεχών την περίοδο της δικτατορίας.[13]

Τα γεγονότα του Μελιγαλά ιδεολογικοποιήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν πολιτικά.[85] Το μετεμφυλιακό καθεστώς παρουσίαζε το Μελιγαλά ως σύμβολο της "κομμουνιστικής βαρβαρότητας".[86] Οι ταγματασφαλίτες, από την άλλη, μνημονεύονταν αποκλειστικά ως αντίπαλοι ή θύματα των κομμουνιστών, καθώς το μετεμφυλιακό κράτος αντλούσε τη νομιμοποίησή του από την προβολή του ως συνέχεια όχι της δωσίλογης, αλλά της εξόριστης κυβέρνησης. Στις αγγελίες για το ετήσιο μνημόσυνο για τους νεκρούς του Μελιγαλά και στους πανηγυρικούς που εκφωνούνταν εκεί, παραλειπόταν κάθε αναφορά στους νεκρούς ως μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας, που μνημονεύονταν ως "σφαγιασθέντες εθνικόφρονες" ή "πατριώτες".[87]

Το 1982 το Υπουργείο Εσωτερικών κρίνοντας ότι "οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό" αποφάσισε την παύση συμμετοχής επίσημων κρατικών αρχών στο μνημόσυνο, την οργάνωση του οποίου ανέλαβε πλέον ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που είχε δημιουργηθεί το 1980. Η περιθωριοποίηση αυτή των εκδηλώσεων συνοδεύτηκε από τη μεταβολή των πανηγυρικών λόγων σε απολογίες υπέρ των νεκρών, που τιμώνται ως μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Σήμερα στις εκδηλώσεις συμμετέχουν απόγονοι των εκτελεσθέντων και ακροδεξιές και νεοναζιστικές οργανώσεις, όπως η Χρυσή Αυγή.[13][88].

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 σε αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε φοιτητές προσκείμενους στη ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος - Β΄ Πανελλαδική και τις Αριστερές Συσπειρώσεις" από τη μία πλευρά και στη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ και την ΟΝΝΕΔ από την άλλη, στο πλαίσιο της αναγνώρισης της εθνικής αντίστασης το 1982, οι πρώτοι χρησιμοποιούσαν το σύνθημα "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς" ως απάντηση στη θετική προβολή των ταγματασφαλιτών από τους δεύτερους,[85] πρακτική που επαναλήφθηκε στο Πανσπουδαστικό συνέδριο του 1992 ως απάντηση σε εμφυλιοπολεμικά και αντικομμουνιστικά συνθήματα της ΔΑΠ.[89] Σε μία περίοδο αύξησης της πυκνότητας των συνθηματολογικών αναφορών στη δεκαετία του '40,[90] τη δεκαετία του 2000 και εξής και ιδίως μετά την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή, τα γεγονότα στο Μελιγαλά ανασημασιοδοτήθηκαν θετικά απο την Αριστερά ως αντιφασιστική πρωτοβουλία και η αναφορά σε αυτά συνδυάζεται με τυπικά αντιεξουσιαστικά συνθήματα.[89]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μουτούλας 2004, σελ. 574,579
  2. Λυμπεράτος 2009, σελ. 93, σημ. 170.
  3. Mazower 1993, σελ. 19-22, Μάγερ 2004, σελ. 36-7.
  4. Mazower 1993, σελ. 112, Μάγερ 2004, σελ. 97.
  5. Φλάισερ 1995, σελ. 98-9
  6. Φλάισερ 1995, σελ. 98-9, Mazower 1993, σελ. 133, Μάγερ 2004, σελ. 97, 134-5, 182-3.
  7. Μάγερ 2004, σελ. 125, 187-8.
  8. Μάγερ 2004, σελ. 158
  9. Φλάισερ 1995, σελ. 95-8, 109, Μάγερ 2004, σελ. 158.
  10. Μάγερ 2004, σελ. 193, Φλάισερ 1995, σελ. 100-8, 109-10, 97.
  11. Μάγερ 2004, σελ. 90, 117-8, 170, 228.
  12. Κουσουρής 2014, σελ. 110
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 13,6 13,7 Ο ΙΟΣ (11-09-2005). «Η μαύρη εθνική Πηγάδα». Ελευθεροτυπία. http://www.iospress.gr/ios2005/ios20050911.htm. Ανακτήθηκε στις 17-09-2013. 
  14. Mazower 1993, σελ. 152
  15. Μάγερ 2004, σελ. 175, 179.
  16. Μάγερ 2004, σελ. 206-9, Φλάισερ 1995, σελ. 108 Mazower 1993, σελ. 291
  17. Μάγερ 2004, σελ. 209-11, Mazower 1993, σελ. 48-9, 170
  18. Μάγερ 2004, σελ. 125-6, 96-7.
  19. Mazower 1993, σελ. 177, 179
  20. Μάγερ 2004, σελ. 501-2, Fleischer 1982, σελ. 196
  21. Κωστόπουλος 2005, σελ. 16-9, Mazower 1993, σελ. 326-7
  22. Κωστόπουλος 2005, σελ. 16-9, Μάγερ 2004, σελ. 543.
  23. Fleischer 1982, σελ. 190, 193, Μάγερ 2004, σελ. 506, 507.
  24. Mazower 1993, σελ. 172, Μάγερ 2004, σελ. 507-15
  25. Mazower 1993, σελ. 326, 333-4
  26. Mazower 1993, σελ. 172, Μάγερ 2004, σελ. 515-6
  27. Μάγερ 2004, σελ. 543-544
  28. Γασπαρινάτος 1998, σελ. 336, Μάγερ 2004, σελ. 544, Mazower 1993, σελ. 300, 316
  29. Μάγερ 2004, σελ. 208, 546
  30. Mazower 1993, σελ. 172, 180, Μάγερ 2004, σελ. 553-5
  31. Κωστόπουλος 2005, σελ. 40-2
  32. 32,0 32,1 Mazower 1993, σελ. 358
  33. Μάγερ 2004, σελ. 581
  34. Παρατίθεται στο: Κουσουρής 2014, σελ. 82.
  35. Κουσουρής 2014, σελ. 71.
  36. Κουσουρής 2014, σελ. 72, 75-6.
  37. Papastratis 1984, σελ. 209-10, Κουσουρής 2014, σελ. 77.
  38. Μάγερ 2004, σελ. 583-6, Γασπαρινάτος 1998, σελ. 321
  39. Bærentzen 1981, σελ. 137
  40. Bærentzen 1981, σελ. 137
  41. Mazower 2000, σελ. 28
  42. 42,0 42,1 Bærentzen 1981, σελ. 134
  43. Hondros 1990, σελ. 268
  44. Bærentzen 1981, σελ. 133-4, Κουσουρής 2014, σελ. 80, Hondros 1990, σελ. 267
  45. 45,0 45,1 45,2 45,3 Mazower 2000, σελ. 28
  46. Μάγερ 2004, σελ. 602-3, Bærentzen 1984, σελ. 231.
  47. Μούτουλας 2004, σελ. 571
  48. Μούτουλας 2004, σελ. 571-2
  49. Μούτουλας 2004, σελ. 572-3
  50. Μούτουλας 2004, σελ. 572, 574
  51. Μούτουλας 2004, σελ. 573-4
  52. Μούτουλας 2004, σελ. 574
  53. Μούτουλας 2004, σελ. 574-5
  54. Μούτουλας 2004, σελ. 574-5.
  55. Μούτουλας 2004, σελ. 575.
  56. Μούτουλας 2004, σελ. 574, 575-6.
  57. Μούτουλας 2004, σελ. 575-6.
  58. Μούτουλας 2004, σελ. 576, 578.
  59. Μούτουλας 2004, σελ. 576-7.
  60. Μούτουλας 2004, σελ. 578.
  61. Μούτουλας 2004, σελ. 577-8.
  62. Μούτουλας 2004, σελ. 578-9.
  63. Μούτουλας 2004, σελ. 579.
  64. Μούτουλας 2004, σελ. 579-80
  65. Λυμπεράτος 2009, σελ. 93, σημ. 171.
  66. Μούτουλας 2004, σελ. 580
  67. Μούτουλας 2004, σελ. 580-1
  68. Μούτουλας2004, σελ. 581
  69. Μάριος Αθανασόπουλος (12-02-2017). «Ο Βελουχιώτης επιστρέφει στον Μελιγαλά». Πρώτο Θέμα. http://www.platy-kalamatas-messinias.gr/2017/02/blog-post_13.html. Ανακτήθηκε στις 22-10-2017. 
  70. Ανακοινωθέν υπ'αριθ. 68 του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Από 21-25.9.44 στο Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης. A'. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. 1981, σελ. 414. 
  71. Εθνική Αντίσταση, Συλλογή Δωδέκατη
  72. Μάγερ 2004, σελ. 604
  73. Καλύβας 2009, σελ. 44
  74. Για τον Αντωνόπουλο, βλ. Χάγκεν Φλάισερ (10-01-2010). «Η «κόκκινη» και η «μαύρη» βία». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=308737. Ανακτήθηκε στις 30-03-2017. 
  75. Κωστόπουλος 2005, σελ. 67
  76. Bærentzen 1981, σελ. 137-8, 140
  77. Κωστόπουλος 2005, σελ. 68-9
  78. Κωστόπουλος 2005, σελ. 66-8.
  79. Κουσουρής 2014, σελ. 109-110, 112.
  80. Mazower 1993, σελ. 359
  81. Λυμπεράτος 2009, σελ. 87-8
  82. Savage Continent: Europe in the Aftermath of World War II By Keith Lowe σελ 150
  83. Κουσουρής 2014, σελ. 91, Hondros 1990, σελ. 269.
  84. Κωστόπουλος 2005, σελ. 84
  85. 85,0 85,1 Γιάννης Ν. Μπασκόζος (23-09-2012). «Ο Μελιγαλάς και ο «μύθος» του. Τα συνθήματα ένθεν κακείθεν που έγραψαν Ιστορία και οι σύγχρονοι νοσταλγοί του εμφύλιου μίσους». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=476215. Ανακτήθηκε στις 18-09-2013. 
  86. Κωστόπουλος 2005, σελ. 66-7
  87. Κωστόπουλος 2005, σελ. 87-9, 95-7
  88. Βασίλης Νέδος (11-09-2005). «Το κλούβιο «αβγό του φιδιού»». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=168197. Ανακτήθηκε στις 18-09-2013. 
  89. 89,0 89,1 Τάσος Κωστόπουλος (30-07-2013). «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://www.efsyn.gr/?p=82540. Ανακτήθηκε στις 21-11-2013. 
  90. Τάσος Κωστόπουλος (22-10-2013). «Μας ξανάρχονται ένα ένα…». Η Εφημερίδα των Συντακτών. https://archive.efsyn.gr/?p=143848. Ανακτήθηκε στις 05-04-2017. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bærentzen, Lars (1981). «The Liberation of the Peloponnese, September 1944». Στο: Iatrides, John O, επιμ. Greece in the 1940s: A Nation in Crisis. Moden Greek Studies Association. University Press of New England, σελ. 131-144. 
  • ελληνική μετάφραση: Bærentzen, Lars (1984). «Η απελευθέρωση της Πελοποννήσου, Σεπτέμβριος 1944». Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950 : ένα έθνος σε κρίση. Αθήνα: Θεμέλιο, σελ. 225-243. 

Διαβάστε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντικομμουνιστική πολεμική και υπεράσπιση της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας από ανανήψαντα κομμουνιστή, εκπρόσωπο της εθνικόφρονος ιστοριογραφίας.
Μνήμες ενός ΕΛΑΣίτη από τη δεκαετία του '40. Η συμμετοχή του στη μάχη του Μελιγαλά στις σσ. 25-7.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]