Κωνστάντιος Β´
| Κωνστάντιος Β´ | |
|---|---|
| Περίοδος | 22 Μαΐου 337 - 3 Νοεμβρίου 361 |
| Στέψη | 9 Νοεμβρίου 337 Σίρμιο |
| Προκάτοχος | Κωνσταντίνος Α΄ |
| Διάδοχος | Ιουλιανός |
| Γέννηση | 7 Αυγούστου 317 Σίρμιο (Σρέμσκα Μιτρόβιτσα, Σερβία) |
| Θάνατος | 3 Νοεμβρίου 361 (44 ετών) Μοψουεστία, Κιλικία |
| Σύζυγος | Κόρη του Ιούλιου Κωνστάντιου Ευσεβία Φαυστίνα |
| Απόγονοι | Φλαβία Μαξίμα Κωνσταντία |
| Οίκος | Δυναστεία του Κωνσταντίνου |
| Πατέρας | Κωνσταντίνος Α΄ |
| Μητέρα | Φαύστα |
| Θρησκεία | Χριστιανισμός (Αρειανισμός) |
| δεδομένα () | |
Ο Κωνστάντιος Β΄, λατιν.: Flavius Iulius Constantius[1] (7 Αυγούστου 317 - 3 Νοεμβρίου 361) ήταν Ρωμαίος Αυτοκράτορας από το 337 έως το 361. Δεύτερος γιος του Κωνσταντίνου Α΄ και της Φαύστας, ανέβηκε στον θρόνο με τους αδελφούς του, τον Κωνσταντίνο Β΄ και τον Κώνστα, μετά το τέλος τού πατέρα τους. Στον θρόνο ανήλθε 21 ετών το 337, έχοντας ήδη το 324 τιτλοφορηθεί από τον πατέρα του ως Καίσαρας.
Ο Κωνστάντιος ως αυτοκράτορας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Κωνστάντιος Β΄ ήταν ο πρώτος γιος, που ευρισκόμενος στην Κωνσταντινούπολη πρόλαβε να αποδώσει τιμές στον νεκρό πατέρα του, καθώς μετά ακολούθησε άγρια σφαγή των αρρένων συγγενών του, προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαδοχή από τους γιους τού Κωνσταντίνου Α΄ με τη Φαύστα. Μόνο δύο μικρά εξαδέλφια του, οι Γάλλος και Ιουλιανός (παιδιά του Ιουλίου Κωνστάντιου, ετεροθαλούς αδελφού του Κωνσταντίνου Α΄ του Μεγάλου) κατάφεραν να σωθούν.
Έτσι, το καλοκαίρι του 338 ο Κωνστάντιος Β΄ και οι αδελφοί του συνέρχονται στην Παννονία και διαμοιράζουν τα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Ο μεγαλύτερος, ο Κωνσταντίνος Β΄, διατήρησε τη Γαλατία, την Ισπανία και την Αγγλία όπου κυβερνούσε ως Καίσαρ, ο νεώτερος ο Κώνστας τη Ρώμη, Ιταλία, το Ιλλυρικό, την Παννονία και τις δυτικές αφρικανικές επαρχίες, ενώ ο Κωνστάντιος Β΄ έμεινε κάτοχος της Ανατολής και των υπόλοιπων Βαλκανίων πλην του Ιλλυρικού. Αργότερα ο Κωνσταντίνος Β΄, υπαναχωρώντας στη συμφωνία, εισέβαλε στην Ιταλία, όπου και σκοτώθηκε σε συμπλοκή, αφήνοντας τον αδελφό του Κώνστα μόνο κύριο σε όλη τη Δύση (340).
Το 350 ένας αξιωματικός, ο Μάγνος Μαγνέντιος, ανακήρυξε αιφνίδια τον εαυτό του αυτοκράτορα της Γαλατίας, και καταδιώκοντας τον Κώνστα τον φονεύει. Ο Μαγνέντιος, βοηθούμενος και από τον στρατηγό Βετράνιο, ζητούν με πρεσβεία από τον Κωνστάντιο Β΄ την αναγνώρισή τους ως συνάρχοντες. Προς τον σκοπό αυτό ο Μαγνέντιος ζητεί ως σύζυγο την αδελφή του Κωνστάντιου Β΄, την Κωνσταντίνα, προσφέροντας τη δική του αδελφή στον Κωνστάντιο Β΄. Ο Κωνστάντιος Β΄ ρίχνει τους πρέσβεις στη φυλακή, και εκστρατεύει κατά των σφετεριστών. Προκαλώντας συνάντηση για δήθεν αναγνώριση του Βετράνιου παρά τον Δούναβη, παρουσία του στρατού, με ρητορικό λόγο καταφέρθηκε κατά των προδοτών, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος τού στρατού τού Βετράνιου να τον εγκαταλείψει. Τότε ο Βετράνιος αποθέτει αμαχητί τα σύμβολα της αρχής, και ζητά συγγνώμη. Στη συνέχεια ο Κωνστάντιος Β΄ με 80.000 στρατό βαδίζει κατά του Μαγνέντιου, του οποίου ο στρατός από 30.000 άνδρες κατατροπώνεται.
Και ενώ είχε αναθέσει στον εξάδελφό του Γάλλο με τον τίτλο του Καίσαρα τη φύλαξη των ασιατικών συνόρων με έδρα την Αντιόχεια (351), δίνοντάς του και την αδελφή του Κωνσταντίνα ως σύζυγο, η τυραννική διαγωγή τού Γάλλου τον φόβισε ότι μπορεί να εξελιχθεί σε νέο Μαγνέντιο. Τον κάλεσε στη Νόλα της Ίστριας (354), και τον αποκεφάλισε (εκεί που ο πατέρας του είχε σκοτώσει τον ετεροθαλή αδελφό τού Κωνστάντιου Β΄, Κρίσπο).
Μετά τα γεγονότα αυτά ο Κωνστάντιος Β΄, έρμαιος των ευνούχων, γινόταν μέρα με τη μέρα πιο ωμός. Οι επιδρομές βαρβάρων και Περσών άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Με παρέμβαση τής συζύγου του Ευσεβίας ανακηρύσσει Καίσαρα τον μόνο εξάδελφό του Ιουλιανό, και του εμπιστεύεται τη Γαλατία. Σε μία πολύχρονη εκστρατεία κατά των Περσών, δεν κατάφερε τίποτε. Το 348 υπέστη δεινή ήττα από τον βασιλιά των Περσών Σαπώρη Β΄. Δέκα χρόνια μετά, ο Σαπώρης Β΄ καλεί τον Κωνστάντιο Β΄ να εγκαταλείψει την Αρμενία και τη Μεσοποταμία.
Όταν αναγκάσθηκε ο Κωνστάντιος Β΄ να ζητήσει τη βοήθεια του Ιουλιανού να σπεύσει κατά των Περσών με τα Γαλατικά στρατεύματα, αυτά εξεγέρθηκαν και ανακήρυξαν τον Ιουλιανό Αυτοκράτορα, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα εξαδέλφια. Ο Κωνστάντιος Β΄, σπεύδοντας προς συνάντηση με τον Ιουλιανό, έπεσε καθ΄οδόν και έμεινε ασθενής κοντά στην πόλη Μοψουκρήνη της Κιλικίας. Βλέποντας το τέλος του ζήτησε να βαπτιστεί, και απεβίωσε στις 3 Νοεμβρίου του 361, χωρίς ούτε οι οπαδοί της Νίκαιας, ούτε οι Εθνικοί να πενθήσουν ειλικρινά τον Αυτοκράτορά τους. Οι Εθνικοί μάλιστα χάρηκαν με το τέλος του, διότι ο θρόνος θα περνούσε στα χέρια του Ιουλιανού, ο οποίος φανερά υποστήριζε τους Εθνικούς. Το σώμα του Κωνστάντιου Β΄ μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, και η κηδεία του έγινε παρουσία του νέου Αυτοκράτορα Ιουλιανού, στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Η Σύγκλητος κατέταξε τον Κωνστάντιο Β΄ ανάμεσα στους θεούς.
Θρησκευτική πολιτική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Κωνστάντιος Β΄ υποστήριξε εμφανώς τον Χριστιανισμό, μη ακολουθώντας όμως τη μετριοπαθή θρησκευτική πολιτική τού πατέρα του Κωνσταντίνου Α΄. Σε αντίθεση με τους αδελφούς του, υπήρξε οπαδός του Αρειανισμού, και έχοντας κοντά του τον Ευσέβιο Νικομηδείας, πολέμησε με πάθος τη χριστιανική Ορθοδοξία, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. Σε νέα Σύνοδο που συγκάλεσε σε Ρίμινι και Αριμίνο (δίδυμη, 359) ανακήρυξε τον Αρειανισμό επίσημο θρησκευτικό δόγμα της Αυτοκρατορίας. Πολύκροτο ζήτημα υπήρξε επί της εποχής του εκείνο του Αθανασίου Αλεξανδρείας. Κατά την εποχή τής βασιλείας του ισχυροί επίσκοποι, που πρόσκεινταν περισσότερο στους Ομοίους (αμιγής αρειανισμός) συνδέθηκαν στενά με τον γραφειοκρατικό μηχανισμό της Αυλής, αποτελώντας μία ακόμα προνομιούχο και ευνοημένη κοινωνική ομάδα. Ο Κωνστάντιος Β΄ προώθησε ενεργητικά τον Αρειανισμό, θεωρώντας τον ως το πιο αποδεκτό φιλοσοφικά και συμβατό με τον νεοπλατωνισμό χριστιανικό δόγμα, βλέποντάς τον σαν θρησκεία «των μορφωμένων χριστιανών Απολογητών μίας προηγούμενης γενιάς, ενάντια στη νέα ύποπτη ευλάβεια του Αθανασίου, που βασιζόταν στον αυξανόμενο ενθουσιασμό των Αιγυπτίων μοναχών»[2]. Η ριζοσπαστική, απροκατάληπτη άρχουσα τάξη που είχε καταλάβει τη δημόσια διοίκηση επί Ιλλυριών Αυτοκρατόρων και είχε αποκτήσει αυλικό προφίλ επί Κωνσταντίνου Α΄, τώρα ως σκοπό θέτει τον προσεταιρισμό της Χριστιανικής Εκκλησίας ως όργανο εξυπηρέτησης των φιλοδοξιών της. Παρόμοια είναι η κατάσταση και στις δυτικές επαρχίες, αλλά σε μικρότερο βαθμό, καθώς ο Χριστιανισμός δεν είχε τόση διάδοση στη Ρωμαϊκή Δύση.
Ο Κωνστάντιος Β΄ εξέδωσε διατάγματα, τα οποία υποβάθμιζαν την ελληνορωμαϊκή αστική λατρεία, απομακρύνοντάς την από την κρατική εξάρτηση και πρόταση. Χαρακτηριστικό είναι το διάταγμα, το οποίο ανέφερε, πως έπρεπε «Να παύσουν όλες οι δεισιδαιμονίες, και να ξεριζωθεί η ανισορροπία των θυσιών»[3], ενώ σταδιακά απέσυρε την κρατική χρηματοδότηση από τις επίσημες τελετουργίες της, αν και ουδέποτε τις διέκοψε[4]. Με διάταγμά του επίσης αποφάσισε το κλείσιμο όλων των ναών, πλην των Χριστιανικών, στην υπαρχία της Ανατολής[5], αλλά και την απαγόρευση επί ποινής θανάτου και κατάσχεσης της περιουσίας, σε όποιον προσέφερε θυσίες σε θεούς[6]. Εν τούτοις τα μέτρα αυτά φαίνεται πως είτε δεν είχαν γενικό χαρακτήρα, είτε δεν εφαρμόστηκαν πλήρως, αφού παρατηρούνται στην Ανατολή επί εποχής Ιουλιανού, τόσο εθνικοί ναοί, όσο και ιερατείο[7].Οι ρυθμίσεις αυτές προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις: ιερείς μυστηριακών ή παμπάλαιων τοπικών λατρειών προσπάθησαν να εισχωρήσουν στους υπό εγκατάλειψη ελληνορωμαϊκούς ναούς, ενώ ταυτόχρονα φανατισμένα χριστιανικά πλήθη βεβήλωναν κατ’ επανάληψη τους τελευταίους με τη σιωπηλή ανοχή της –επίσης χριστιανικής κατά το μεγαλύτερο μέρος– κρατικής μηχανής.[εκκρεμεί παραπομπή] Παρόλα αυτά ο ίδιος επικύρωσε τα προνόμια των Εστιάδων Παρθένων (ιέρειες της θεάς Εστίας), δεν διέλυσε το σώμα των ιερέων της αστικής ελληνορωμαϊκής λατρείας, απένειμε δε ιερατικά αξιώματα σε εξέχοντες Ρωμαίους πολίτες, όριζε με διάταγμα την εκλογή ιερέα για τις αφρικανικές επαρχίες, χορηγούσε οικονομικές ενισχύσεις στους ναούς, ενώ ουδέποτε απαρνήθηκε τον ρόλο και τον τίτλο του Μεγίστου Αρχιερέα, του οποίου επικύρωσε τα δικαιώματα περί των ιερών θεσμών[8]. Κατά γενική ομολογία «ο Εθνισμός κατά τη διάρκεια της βασιλείας του έχανε έδαφος ενώ αντιθέτως ο Χριστιανισμός, όπως τον δίδασκαν οι οπαδοί του Αρείου, προόδευε»[9].

Τελικώς αυτές οι εξελίξεις αποτέλεσαν μεγάλο πλήγμα για την, έτσι και αλλιώς ευρισκόμενη σε υποχώρηση μετά την κρίση της ρωμαϊκής κοινωνίας κατά τον τρίτο αιώνα, αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία. Ωστόσο ο χριστιανισμός, αν και φανερά ευνοούμενος πλέον από το ρωμαϊκό κράτος, δεν επικρατεί ακόμη απόλυτα, και ευρίσκεται σε μία ευαίσθητη ισορροπία με το παλαιότερο θρησκευτικό status quo, αφού -παρά την πρότασή του- η σειρά των διαταγμάτων σχετικά με την εθνική θρησκεία δεικνύουν, πως «ο Εθνισμός εξηκολουθεί να είναι επίσημη θρησκεία του κράτους»[10]. Την εποχή άλλωστε αυτή οι πληθυσμοί των μεγάλων ρωμαϊκών πόλεων είναι στην πλειονότητά τους θρησκευτικά μεικτοί, ενώ στα χωριά της υπαίθρου ο Χριστιανισμός ακόμη δεν έχει μπορέσει να διαταράξει μία παράδοση αιώνων.
Η συμπάθεια που εξαρχής επέδειξε ο Κωνστάντιος Β΄ στους Ομοίους (μία εκ των τριών αρειανικών ομάδων) οδήγησε τους Χριστιανούς αντιπάλους του να τον αποκαλέσουν «εχθρό της Ορθοδοξίας»[11] αφού ως «μονοκράτωρ...εθεώρησεν εύκολον την επιβολήν των αρειανικών απόψεων καθολικώς»[12] όχι μόνο στέλνοντας στην εξορία Ορθοδόξους επισκόπους[13], αλλά επιβάλλοντας και γενικότερο, «συστηματικό διωγμό εναντίον των οπαδών του Συμβόλου της Νικαίας»[14]. Για το ζήτημα των διώξεων επί Κωνσταντίου Β΄, ο παγανιστής Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο οποίος τον διαδέχθηκε, έγραφε σε επιστολή του: «είχα τη γνώμη ότι οι αρχηγοί των Γαλιλαίων θα είχαν μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη σ' εμένα παρά στον προκάτοχό μου στη διοίκηση, διότι επί βασιλείας του έτυχε πολλοί απ' αυτούς να εξοριστούν, να καταδιωχθούν και να φυλακιστούν, και μάλιστα πολλές φορές να σφαγιαστεί μεγάλος αριθμός απ' αυτούς τους λεγόμενους αιρετικούς, όπως στα Σαμόσατα, στην Κύζικο, στην Παφλαγονία, στη Βιθυνία, στη Γαλατία και σε πολλά άλλα μέρη, όπου ολόκληρες κωμοπόλεις λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν»[15].
Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο περίπου (μέσα του 4ου αι.), «ήταν η εποχή που η φιλυποψία του Κωνστάντιου Β΄ άρχισε να αποκτά διαστάσεις μανίας καταδιώξεως. Οι αμέτρητοι μυστικοί αστυνομικοί του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος επωφελήθηκαν από αυτή την κατάσταση, για να καταστρέψουν τη σταδιοδρομία κάθε ταλαντούχου στρατηγού και πολιτικού, που δεν ανήκε στην παράταξή τους»[16]. Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος αναφέρει τον τρόμο που «ένιωθε ο Κωνστάντιος Β΄, όταν σκεπτόταν ότι μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι που ζητούσαν χρησμούς σχετικά με τη ζωή και το τέλος του. Τον τρόμο αυτό φρόντιζαν να καλλιεργούν κόλακες, οι οποίοι του υπέβαλλαν την ιδέα ότι πολλοί συνωμοτούσαν εναντίον του, ζητώντας χρησμούς από τα μαντεία για το μέλλον του, και ότι η μοίρα του εξόντωνε όλους όσους προσπαθούσαν να την επηρεάσουν»[17]. Επρόκειτο, για μία γενικευμένη κατάσταση της εποχής. «Ο φόβος της μαγείας δεν περιοριζόταν στους αδαείς. Άνθρωποι υψηλής παιδείας όπως ο Πλωτίνος και ο Λιβάνιος, πίστευαν σοβαρά ότι είχαν δεχθεί μαγική επίθεση...Έτσι εξηγείται η ανελέητη εφαρμογή των νόμων του Κωνστάντιου Β΄...κατά της μαγείας, [που] τώρα πια έγινε αιτία θανατικής ποινής»[18].
Ο χαρακτήρας του
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στα επίσημα έγγραφα υπέγραφε με τη φράση «mea aeternitas» (η εμού αιωνιότης). Υπήρξε πολύ βαθύς τυπολάτρης. Απέφευγε και την παραμικρή χειρονομία, για να μη μειωθεί το μεγαλείο τού αξιώματός του. Προκειμένου να επιδεικνύει τη μεγαλοπρέπειά του αναζητούσε ευκαιρίες εορτών. Εόρτασε τη 10ετηρίδα και την 20ετηρίδα από της αναρρήσεώς του στον θρόνο (22 Μαΐου 357) στην Παλαιά Ρώμη με 30ήμερες εορτές και αγώνες. Στον στολισμό της Κωνσταντινούπολης συνέβαλε με το στήσιμο του οβελίσκου, που σήμερα δεσπόζει στο Λατερανό. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή των ιστορικών τής εποχής του ότι ο Κωνστάντιος Β΄, διερχόμενος με το άρμα κάτω από αψίδες, έσκυβε ελαφρά, φοβούμενος μήπως ακουμπήσει το κεφάλι του σε αυτές!.
Δύο όμως μεγάλα γεγονότα θεωρούσε ως θεία τιμωρία για τους φόνους των συγγενών του (που καθόλου δεν εμπόδισε): τον ατελείωτο Περσικό πόλεμο, και την ατεκνία του. Παρά τη στάση του όσον αφορά τις εσωτερικές διενέξεις του Χριστιανισμού, καθώς επί των ημερών του ο Αρειανισμός έδωσε τις μεγαλύτερες μάχες, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός τον απεκάλεσε «Μέγα Κωνστάντιο»[εκκρεμεί παραπομπή].
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Νυμφεύτηκε πρώτα την εξαδέλφη του, κόρη τού θείου του Ιουλίου Κωνστάντιου πατρίκιου, υπάτου το 335.
Έπειτα ο Κωνστάντιος Β΄ έκανε δεύτερο γάμο το 353 στο Μεδιόλανο με την από τη Θεσσαλονίκη Ευσεβία, κόρη του Ευσεβείου μαγίστρου του ιππικού και πεζικού (magister equitum et peditum) στην Ανατολή, κόμη (comes), υπάτου δευτέρου (consul posterior) το 347.
Μετά έκανε τρίτο γάμο στην Αντιόχεια το 361 με τη Φαυστίνα, και είχε τέκνο που γεννήθηκε μετά το τέλος εκείνου:
- Φλαβία Μαξίμα Κωνσταντία 361/2-383, παντρεύτηκε τον Γρατιανό Αυτοκράτορα των Ρωμαίων (από τη δυναστεία του Βαλεντινιανού).
Πηγές και παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Στην κλασική λατινική, το όνομα του Κωνστάντιου θα γραφόταν ως FLAVIVS IVLIVS CONSTANTIVS AVGVSTVS.
- ↑ Peter Brown, «Ο κόσμος της ύστερης Αρχαιότητας», σελ. 96
- ↑ Codex Theodosianus XVI, 10, 2
- ↑ Χαρακτηριστική είναι η ύμνηση από τον Σύμμαχο για το ενδιαφέρον του υπέρ της ρωμαϊκής θρησκείας, η οποία είχε εκδηλωθεί με οικονομικές επιχορηγήσεις προς ναούς (Patrologia Latina 18, 391)
- ↑ Codex Theodosianus X, 1, 8
- ↑ Codex Theodosianus XVI, 10, 3-6
- ↑ Βλάσιος Φειδάς, «Εκκλησιαστική Ιστορία», Εκδόσεις Διήγηση, Τόμος Α΄, σελίδα 338
- ↑ Codex Theodosianus IX, 17, 2
- ↑ A. Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Εκδόσεις Πάπυρος, Τόμος Α΄, σελίδα 97
- ↑ Βασίλειος Στεφανίδης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», Εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελίδα 145
- ↑ Κόλια-Δερμιτζάκη Αθηνά, «Ο Βυζαντινός Ιερός Πόλεμος», Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1991, σελίς 353.
- ↑ Χρήστου Παναγιώτης, «Ελληνική Πατρολογία», Τόμος Γ', Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1987, σελίς 479.
- ↑ Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Το Βυζαντινό Κράτος», Τόμος Β', Ερμής, Αθήνα 1988, σελίς 19.
- ↑ Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ζ', «Βυζαντινός ελληνισμός - πρωτοβυζαντινοί χρόνοι 324-642 μ.Χ.», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1978, σελίς 54Β.
- ↑ Επιστολή Ιουλιανού προς Βοστρήνους (362 μ.Χ.), μτφρ. "Κάκτος" στο Ιουλιανός-Άπαντα, τόμ. 5, Κάκτος, Αθήνα 1994, σελ. 193.
- ↑ Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ενθ.αν., σελίς 51Α.
- ↑ Βακαλούδη Αναστασία, «Η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο στο πρώιμο Βυζάντιο, 4ος-7ος μ.Χ. αι.», Ενάλιος, Αθήνα 2001, σελίς 155.
- ↑ Dodds R. Ε., «Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια Εποχή Αγωνίας», Αλεξάνδρεια, 1995, σελίς 193-194, υποσημ. #68.
