Άρειος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
O Άρειος

Ο Άρειος (256 - 336) ήταν πρεσβύτερος στην εκκλησία της Αλεξάνδρειας, με λιβυκή καταγωγή. Οι θεολογικές του θέσεις αποκλήθηκαν «Αρειανισμός» από τους αντιπάλους του, και καταπολεμήθηκαν ως αίρεση σε μια περίοδο τριών και πλέον αιώνων («Αρειανή διαμάχη»), αν και γνώρισαν ιδιαίτερη απήχηση. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ο Υιός του Θεού ήταν κτίσμα, αλλά πολλοί ιστορικοί της εποχής αποδίδουν την κίνησή του σε αίτια εσωτερικής αντιπαλότητας με τοπικούς πρωτοπρεσβύτερους. Η διδασκαλία του καταδικάστηκε από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άρειος γεννήθηκε στη Λιβύη[1]. Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν είναι σήμερα γνωστή, αλλά υπολογίζεται ότι γεννήθηκε περίπου το 256. Οι πηγές για το βίο του μέχρι την ηλικία που εμφανίστηκε στο προσκήνιο είναι περιορισμένες, λόγω των εκτεταμένων καταστροφών σε βιβλία του και επιστολές του, που προκάλεσαν αντίπαλοί του. Ο ίδιος φαίνεται να είναι κάτοχος αξιόλογης μόρφωσης με ιδιαίτερη συμπάθεια προς την Αριστοτελική φιλοσοφία. Κατά τον Επιφάνιο ήταν «δόλιος όφις», κατά το Σοζωμενό «διαλεκτικώτατος», ενώ κατά το Σωκράτη «ουν άμοιρος της διαλεκτικής λέσχης». Το γεγονός ότι οι ενάντιοί του δεν αμφισβήτησαν το ήθος του φανερώνει ότι διήγε άμεμπτη ζωή.[2] Πολλοί θεολόγοι υποστηρίζουν με ισχυρά επιχειρήματα, ότι υπήρξε μαθητής του Λουκιανού Αντιοχείας, αλλά υπάρχουν και ισχυρά στοιχεία και προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η πρώτη σημαντική αναφορά στο όνομά του γίνεται το 306 όταν συνετάχθη με την πλευρά του Μελίτιου όταν προέκυψε η κρίση που ονομάστηκε εκ των υστέρων Σχίσμα του Μελιτίου όσον αφορά το ζήτημα των πεπτωκότων —γεγονός που φανερώνει την αυστηρότητα των θέσεων του Αρείου. Ο ίδιος μάλιστα ζούσε ασκητικό βίο. Ο Άρειος όμως επανήλθε στην εκκλησία και το 308 και χειροτονήθηκε διάκονος από τον αρχιεπίσκοπο Πέτρο. Παρέμεινε όμως σταθερός στις αρχικές του απόψεις, ζητώντας μεγαλύτερη επιείκεια από τον Πέτρο στο ζήτημα των Μελιτιανών, χωρίς να βρει ανταπόκριση, κάτι που τον ενόχλησε και απεσχίσθη πάλι, μέχρι το 311 που απεβίωσε ο Πέτρος. Ο νέος επίσκοπος Αχιλλάς (311-313) ήταν διαλλακτικότερος, αλλά σήμερα δε γνωρίζουμε με βεβαιότητα, αν όντως επί εποχής του επέστρεψε στους κόλπους της εκκλησίας, χειροτονούμενος ως πρεσβύτερος.

Μετά το θάνατο του Αχιλλά, κατά το Φιλόστοργιο[3], στη διαδοχή του επισκοπικού θρόνου ο Άρειος ήταν συνυποψήφιος με τον Αλέξανδρο, αλλά παραιτήθηκε παρά τη βέβαιη εκλογή του, ενώ κατά το Θεοδώρητο[4], απέτυχε λόγω συγκρούσεως με τον συνυποψήφιό του. Η πρώτη όμως μαρτυρία σήμερα θεωρείται και η πιο αξιόπιστη —αφαιρούμενης της υπερβολής της βεβαίας εκλογής—, καθότι σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα τον διόριζε ο Αλέξανδρος πρεσβύτερο στη σημαντικότερη ενορία της Αλεξανδρείας, συνυπολογίζοντας πως οι πρεσβύτεροι στην εκκλησία της Αλεξάνδρειας είχαν μεγάλη δύναμη και αυτονομία. Ο Άρειος είχε επωμισθεί, όπως κάθε πρεσβύτερος την ερμηνεία των Γραφών, ξεπερνώντας τα αυστηρά όρια της ενορίας της Βαυκάλεως, αποκτώντας μεγάλη ακτινοβολία στην τοπική εκκλησία.

Πέθανε ξαφνικά στην Κωνσταντινούπολη το 336, πιθανώς από δηλητηρίαση που του προκάλεσαν οι εχθροί του.[5]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Επιφανίου, Κατά Αιρέσεων, 69,1.
  2. A.H. M. Jones, Constantine and the conversion of Europe, 1949, The English University Press, σ. 139.
  3. Εκκλ. Ιστ. 1,3.
  4. Εκκλ. Ιστ. 1,2.
  5. Dean Dudley, History of the First Council of Nice: A World's Christian Convention A.D. 325 With a Life of Constantine, A & B Book Dist Inc, 1992, σελ. 28.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βλασίου Φειδά, «Εκκλησιαστική Ιστορία», Εκδόσεις Διήγηση, Αθήνα, 2002
  • Catholic Encyclopedia

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]