Κωνσταντίνος Λεκαπηνός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κωνσταντίνος Λεκαπηνός
Romanos I with co-emperors, miliaresion, 931-944 AD.jpg
Αργυρό μιλιαρήσιο (2,72 γραμ.) Επιγρ.: ΙΗSUS ΧRISTOS NICA RVMA[NOC Α'] / ROMANOS [Α'], KONSTANTINOS [Z'], STEFANOS CE CONSTA[NTINOC] EN XΩ Β[ΑCΙΛΕΙC] Ρ[ΩΜΑΙΩΝ]
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Κωνσταντίνος Λακαπηνός (Ελληνικά)
ΓέννησηΔεκαετία του 930
Κωνσταντινούπολη
ΘάνατοςΔεκαετία του 950
Σαμοθράκη
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμονάρχης
Οικογένεια
ΓονείςΡωμανός Α´ και Θεοδώρα
ΑδέλφιαΧριστόφορος Λακαπηνός
Στέφανος Λεκαπηνός
Πατριάρχης Θεοφύλακτος
Ελένη Λεκαπηνή
ΟικογένειαΔυναστεία Λεκαπηνών
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΒυζαντινός Αυτοκράτορας

Ο Κωνσταντίνος (απεβ. 946-948) από τη Δυναστεία των Λεκαπηνών ήταν συναυτοκράτορας των Ρωμαίων (924-945). Πρώτα έγινε με τον πατέρα του, τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του και τον Κωνσταντίνο Ζ΄ (924-931), μετά με τον πατέρα του, τον μεσαίο αδελφό του και τον Κωνσταντίνο Ζ΄ (931-944) και μετά μαζί με τον μεσαίο αδελφό του και τον Κωνσταντίνο Ζ΄ (944-945, για 37 ημέρες). Εξορίστηκε στη Σαμοθράκη και όταν προσπάθησε να δραπετεύσει, φονεύθηκε.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν ο τρίτος γιος του Ρωμανού Α΄ Αυτοκράτορα των Ρωμαίων και της Θεοδώρας, αγνώστου καταγωγής. Οι Συνεχιστές Θεοφάνη τον αναφέρουν ως τον πιο μικρό γιο, ενώ ο Γ. Κεδρηνός του 11ου αι. ως τον τρίτο. Μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν ο Χριστόφορος, ο Στέφανος, η Ελένη σύζυγος του Κωνσταντίνου Ζ΄ των Μακεδόνων και η Αγάθη σύζυγος του Ρωμανού Λεκαπηνού. Μικρότερα αδέλφια του ήταν ο Θεοφύλακτος μετέπειτα Πατριάρχης (933-956), μία αδελφή σύζυγος του μάγιστρου Ρωμανού Μοσελέ και ακόμη μία αδελφή σύζυγος του μαγίστρου Ρωμανού Σαρωνίτη.

Η βασιλεία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατέρας του Ρωμανός (Α΄) από στρατηγός της Σάμου έγινε δρουγγάριος του πλωίμου και το 919 ανήλθε στην εξουσία, όταν κατόρθωσε να διοριστεί αντιβασιλιάς για τον 14ετή Κωνσταντίνο Ζ΄ των Μακεδόνων. Τότε πάντρεψε την κόρη του Ελένη με τον Αυτοκράτορα και έτσι έλαβε τον τίτλο του βασιλεοπάτορα. Το επόμενο έτος έγινε Καίσαρ και στις 17 Δεκεμβρίου 920 έγινε ανώτερος Αυτοκράτορας. Για να κρατήσει την εξουσία, σκέφθηκε να αντικαταστήσει τη Μακεδονική δυναστεία με τη δική του, έτσι έκανε τον πρωτότοκο γιο του Χριστόφορο συναυτοκράτορα (Μάιος 921) και μετά τους επόμενους γιους του Στέφανο και Κωνσταντίνο συναυτοκράτορες (25 Δεκεμβρίου 924).

Το 931 απεβίωσε πρόωρα ο Χριστόφορος και οι Στέφανος και Κωνσταντίνος ανήλθαν σε σημασία, έτσι στην πράξη ο Κωνσταντίνος Ζ΄ υποβαθμίστηκε. Ωστόσο οι δύο αδελφοί αναφέρονταν επίσημα μετά τον Κωνσταντίνο Ζ΄. Το 939 ο Κωνσταντίνος νυμφεύτηκε την Ελένη, κόρη του πατρίκιου Αδριανού, Αρμένιου. Ο Συμεών ο μάγιστρος αναφέρει ότι αυτή απεβίωσε στις 14 Ιανουαρίου 940 και στις 2 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους ο Κωνσταντίνος νυμφεύτηκε την Θεοφανώ Μάμα. Γιος του ήταν ο Ρωμανός. Η Ελένη και ο Κωνσταντίνος Ζ΄ απέκτησαν γιο τον Ρωμανό (Β΄).

Τα δύο αδέλφια ήλθαν στο προσκήνιο το 943, όταν αντιτέθηκαν σε έναν δυναστικό γάμο του ανιψιού τους Ρωμανού (Β΄). Ο πατέρας τους ήθελε να τον νυμφεύσει με την Ευφροσύνη, κόρη του επιτυχημένου στρατηγού Ιωάννη Κουρκούα. Αν και αυτός ο γάμος θα στερέωνε την πίστη του στρατού στους Λεκαπηνούς, όμως θα δυνάμωνε και τη θέση της Μακεδονικής δυναστείας, που αντιπροσώπευε ο Ρωμανός (Β΄) και ο πατέρας του Κωνσταντίνος Ζ΄ εις βάρος των δύο αδελφών. Όπως αναμενόταν, οι δύο αδελφοί αντιτέθηκαν στην απόφαση και υπερίσχυσαν του πατέρα τους, που τότε ήταν ασθενής και ηλικιωμένος, έτσι ο Ιωάννης απολύθηκε το φθινόπωρο του 944. Ο Ρωμανός Β΄ νυμφεύτηκε τη Βέρθα των Μποζονιδών, νόθη κόρη του Ούγου βασιλιά της Λομβαρδίας ("Ιταλίας"), που μετά τον γάμο της άλλαξε το όνομά της σε Ευδοκία.

Με τον Ρωμανό Α΄ να πλησιάζει στο τέλος του, το θέμα της διαδοχής έγινε επείγον. Το 943 ο πατέρας τους σύνταξε διαθήκη, που άφηνε μετά το τέλος του ως ανώτερο Αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο Ζ΄. Αυτό αναστάτωσε πολύ του δύο γιους του, που φοβήθηκαν ότι ο επ'αδελφή γαμπρός τους Κωνσταντίνος Ζ΄ θα τους εκτόπιζε και θα τους έκειρε μοναχούς. Παρακινούμενοι -κατά τον Στήβεν Ράνσιμαν- εν μέρει από αυτοσυντήρηση και εν μέρει από γνήσια φιλοδοξία, άρχισαν να σχεδιάζουν την κατάληψη της εξουσίας μέσω πραξικοπήματος, με τον Στέφανο αρχηγό και τον Κωνσταντίνο απρόθυμο συνεργάτη.

Ακολούθησαν στη συνωμοσία ο Μαριανός Αργυρός, ο πρωτοσπαθάριος Βασίλειος Πετεινός, ο Μανουήλ Κουρτίκης, ο στρατηγός Διογένης, ο Κλάδων και ο Φίλιππος. Ο Γεώργιος Κεδρηνός θεωρεί τον Πετεινό ότι υπηρέτησε ως πράκτορας του Κωνσταντίνου Ζ΄, μεταξύ των συνωμοτών. Στις 20 Δεκεμβρίου 944, οι συνωμότες έθεσαν σε κίνηση τα σχέδιά τους: οι δύο αδελφοί μετέφεραν λαθραία τους υποστηρικτές τους μέσα στο Μεγάλο Παλάτι της Κωνσταντινούπολης, κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος των δραστηριοτήτων του Παλατιού. Μετά τους οδήγησαν στο δωμάτιο του Ρωμανού Α΄, όπου εύκολα αιχμαλώτισαν τον αδύναμο γέροντα. Έπειτα μπόρεσαν να τον μεταφέρουν στο πλησιέστερο λιμάνι και από εκεί στην Πρώτη των Πριγκιποννήσων, συνήθη τόπο εξορίας. Εκεί ο Ρωμανός Α΄ συμφώνησε να καρεί μοναχός και να αποσυρθεί του θρόνου.

Έχοντας καταφέρει να εκτοπίσουν ήσυχα τον πατέρα τους, οι δύο αδελφοί έπρεπε τώρα να χειριστούν τον Κωνσταντίνο Ζ΄. Ατυχώς γι'αυτούς οι φήμες απλώθηκαν γρήγορα στην Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι μετά την εκτόπιση του Ρωμανού Α΄, η ζωή του Κωνσταντίνου Ζ΄ βρισκόταν σε κίνδυνο. Έτσι μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε μπροστά από το παλάτι, ζητώντας να δουν τον Αυτοκράτορά τους. Ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας που ήταν τότε εκεί, σημειώνει πως οι πρέσβεις και οι αντιπρόσωποι από το Αμάλφι, τη Γκαέτα, τη Ρώμη και την Προβηγκία που ήταν παρόντες, επίσης υποστήριξαν τον Κωνσταντίνο Ζ΄. Έτσι οι δύο αδελφοί έπρεπε να υποκύψουν στο αναπόφευκτο, αναγνωρίζοντας τον γαμπρό τους ως ανώτερο Αυτοκράτορα.

Οι τρεις είχαν μείνει Αυτοκράτορες για 37 ημέρες. Σύντομα διόρισαν νέους ηγέτες στον στρατό: ο Βάρδας Φωκάς ο πρεσβύτερος διορίστηκε ως ο νέος δομέστικος των Σχολών και ο Κωνσταντίνος Γογγύλης επικεφαλής του ναυτικού. Οι δύο αδελφοί κατόρθωσαν να αμείψουν τους συνωμότες ακολούθους τους: ο Πετεινός έγινε πατρίκιος και μέγας Εταιρειάρχης, ο Αργυρός κόμης των Στάβλων, ο Κουρτίκης πατρίκιος και δρουγγάριος της Βίγλας. Στις 26 Ιανουαρίου 945 ωστόσο με παρότρυνση της Ελένης, ένα άλλο πραξικόπημα απομάκρυνε τους δύο αδελφούς της από την εξουσία και αποκατέστησε μόνον Αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο Ζ΄.

Σφραγίδα του Κωνσταντίνου Λεκαπηνού: Ο [ΑΓΙΟC] ΘΕΟΔΩΡΟC / +CΦΡΑΓΙC ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΝΟΥ ΤΟΥ ΛΑΚΑΠΙΝΟΥ.

Εξορίζεται και αποβιώνει στη Μήθυμνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά οι δύο αδελφοί στάλθηκαν στη νήσο Πρώτη. Οι Ρωμαίοι χρονικογράφοι έχουν τον πατέρα τους να τους δέχεται με ένα χωρίο του Βιβλίου του Ησαΐα (κεφ. 1:2): "Άκουσε ουρανέ και δώσε αυτί ω γη. Διότι ο Γιαχβέ μίλησε: Έθρεψα και μεγάλωσα παιδιά και εξεγέρθηκαν εναντίον μου". Ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας πάντως, δίνει μία ελαφρώς διαφορετική αφήγηση: ο Ρωμανός Α΄ τους δέχτηκε πικρόχολα, ευχαριστώντας τους για το ότι δεν τον παραμέλησαν και παρακαλώντας τους να συγχωρέσουν τους μοναχούς, που δεν ήξεραν πώς να δεχθούν σωστά τους Αυτοκράτορες. Ο Κωνσταντίνος σύντομα μεταφέρθηκε στην Τένεδο και μετά στη Σαμοθράκη. Τελικά φονεύθηκε, ενώ προσπαθούσε να δραπετεύσει από το νησί. Τη στιγμή του τέλους του ο εξόριστος Ρωμανός Α΄ είδε σε όνειρο τον γιο του να κατεβαίνει στην Κόλαση, όπως αναφέρουν οι Συνεχιστές Θεοφάνη. Από αυτό χρονολογούμε το τέλος του Κωνσταντίνου μεταξύ του 946 και 948, οπότε απεβίωσε ο πατέρας του.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε πρώτα την Ελένη, κόρη του πατρίκιου Αδριανού, ενός Αρμενίου. Αυτή απεβίωσε στις 14 Ιανουαρίου 940.

Στις 2 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους ο Κωνσταντίνος έκανε δεύτερο γάμο με τη Θεοφανώ, κόρη του Μάμα.

Είχε έναν γιο (δεν γνωρίζουμε από ποιον γάμο):

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Cawley, Charles (14 February 2011). "Medieval Lands Project: Byzantium 395–1057". Foundation for Medieval Genealogy. Retrieved 20 February 2012.
  • Charanis, Peter (1963). The Armenians in the Byzantine Empire. Lisbon, Portugal: Fundação Calouste Gulbenkian.
  • Kazhdan, Alexander Petrovich, ed. (1991). The Oxford Dictionary of Byzantium. New York, New York and Oxford, United Kingdom: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-504652-6.
  • Runciman, Steven (1988) [1929]. The Emperor Romanus Lecapenus and His Reign: A Study of Tenth-Century Byzantium. Cambridge, United Kingdom: Cambridge University Press. ISBN 0-521-35722-5.
  • Treadgold, Warren (1997). A History of the Byzantine State and Society. Stanford, California: Stanford University Press. ISBN 0-8047-2630-2.