Άρτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°9′54″N 20°59′15″E / 39.16500°N 20.98750°E / 39.16500; 20.98750

Άρτα
Arta Bridge Epirus Greece.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Άρτα
39°9′54″N 20°59′15″E
ΧώραΕλλάδα[1]
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Αρταίων
Έκταση436,76 τετραγωνικό χιλιόμετρο
Υψόμετρο30 μέτρα
Πληθυσμός21.895 (2011)[2]
Ταχ. κωδ.471 00
Τηλ. κωδ.26810
Ζώνη ώραςUTC+02:00 (επίσημη ώρα)
UTC+03:00 (θερινή ώρα)
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Άρτα είναι η πρωτεύουσα του νομού Άρτας και του δήμου Αρταίων, καθώς και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου μετά τα Γιάννενα με πληθυσμό 21.895 κατοίκους (απογραφή 2011)[3]. Στην είσοδο της πόλης βρίσκεται το φημισμένο πέτρινο γεφύρι της Άρτας, σήμα κατατεθέν της πόλης, γνωστό από το ομώνυμο δημοτικό ποίημα.[4] Η πόλη είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Αμβρακίας[5] και έχει σημαντική βυζαντινή παράδοση από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Ιστορία της Άρτας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλασσική και Ρωμαϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αρχαία Αμβρακία

Η ίδρυση της αρχαίας Αμβρακίας τοποθετείται από τους αρχαιολόγους στο 625 π.Χ. Ιδρύθηκε από τον Γόργο, νόθο γιό του Κύψελου, τυράννου της Κορίνθου σε μια περιοχή που ανήκε στους Δρύοπες, και έλαβε μέρος στους Περσικούς πολέμους, διαθέτοντας επτά πλοία στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και πεντακόσιους οπλίτες στη Μάχη των Πλαταιών.[5]

Στον Αμβρακικό κόλπο υπήρχε επίνειον της Αμβρακίας με το όνομα Άμβρακος. Η Αμβρακία και ο Άμβρακος συνδέονταν με την πλακόστρωτη ή σκυρόστρωτη (χαλικόστρωτη) Ιερά Οδό πλάτος 12 μέτρων, εκ της οποίας έχουν αποκαλυφθεί 300m κοντά στο στάδιο της Άρτας[εκκρεμεί παραπομπή]. Διάσημοι Αμβρακιώτες ήταν ο γλύπτης Πολύστρατος, ο μουσικός Επίγονος, ο ποιητής της μέσης κωμωδίας Επικράτης και ο ολυμπιονίκης Λέων της 96ης Ολυμπιάδας (Παυσανίας). Το 500 π.Χ. κτίσθηκε στην Αμβρακία ο μεγάλος Ναός του Απόλλωνος Σωτήρος[εκκρεμεί παραπομπή]. Τα ερείπιά του σώζονται κοντά στην Πλατεία Κιλκίς της σημερινής Άρτας. Επί βασιλέως Πύρρου, το 295 μ.Χ., η Αμβρακία έφτασε στη μέγιστη ακμή της, όντας πρωτεύουσα του βασιλείου του. Ο Πύρρος γέμισε την Αμβρακία με μεγάλες οικοδομές, ναούς, αγάλματα και ζωγραφικούς πίνακες.[5] Τότε χτίστηκε η αρχική μορφή του γεφυριού του Αράχθου, το Μικρό Θέατρο (κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο), το Μεγάλο Θέατρο (κοντά στον ναό του Απόλλωνα), και το Πρυτανείο (δίπλα στον ναό του Απόλλωνα).[6]

Μετά το θάνατο της Βασίλισσας της Ηπείρου Δηϊδάμειας B΄, το έτος 232 π.Χ., οι Ηπειρωτικές πόλεις αποφάσισαν να συνενωθούν πολιτικά, υπό το «Κοινό των Ηπειρωτών» ως ομόσπονδο κράτος με το δικό της κοινό αντιπροσώπων, ή συνέδριο όπως αναφέρονταν αλλά και κοινό νόμισμα. Το Κοινό των Ηπειρωτών έπαυσε να υπάρχει με τη ρωμαϊκή εισβολή του 168 π.Χ.

Η Αμβρακία επαναστάτησε κατά των Ρωμαίων αλλά υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει και ο ύπατος Marcus Fulvious Noviliorus διέταξε να μεταφερθούν πολλοί καλλιτεχνικοί θησαυροί της Αμβρακίας στη Ρώμη το έτος 168 π.Χ. Μετά το 31 π.Χ., οι Ρωμαίοι μετέφεραν τον πληθυσμό της στη Νικόπολη και, για 1.000 χρόνια, η πόλη ήταν έρημη, όπως μαρτυρεί και ο Παυσανίας.[5]

Βυζαντινή εποχή (324 μ.Χ. - 1205 μ.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ίδρυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η περιοχή ακολούθησε την πορεία του Θέματος Νικοπόλεως. Περί το έτος 1000 μ.Χ. εμφανίζεται το όνομα Άρτα, από το λατινικό artus, arta, artum = στενός, στενή, στενό[εκκρεμεί παραπομπή]. Κατ’ άλλη άποψη του Σεραφείμ Ξενόπουλου του Βυζαντίου[7] το όνομα προήλθε από το αρτίζομαι, και τη φράση «Άρτα αρτυμή του κόσμου» λόγω της παραγωγής σιτηρών που τάϊζε τον κόσμο.[εκκρεμεί παραπομπή] Στην περιοχή υπάρχουν πολλές εκκλησίες που χρονολογούνται από τον 9ο και τον 10ο αιώνα μ.Χ., η Άρτα αναφέρεται για πρώτη φορά την εποχή που ο Νορμανδός Βοημούνδος Α΄ της Αντιόχειας πολιόρκησε την πόλη.[8] Στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπό τη Δυναστεία των Κομνηνών είχε συνεχείς διασυνδέσεις με την Δημοκρατία της Βενετίας και ήταν έδρα επισκοπής (1157).[9][10] Ο Ιουδαίος περιηγητής Μπενχαμίν οφ Τουδέλα την επισκέφτηκε (1165).[11] Στα τέλη του 12ου αιώνα η Άρτα έγινε Επίσκεψις υπό το Θέμα Νικοπόλεως.[12]

Δεσποτάτο της Ηπείρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν οι Λατίνοι κατέκτησαν στην Δ΄ Σταυροφορία την Κωνσταντινούπολη η Άρτα καταγράφεται στην Λατινική διανομή, εισήλθε στο μερίδιο της Βενετίας.[13] Οι Βενετοί δεν πρόλαβαν να αναλάβουν τον έλεγχο, κατέφθασε ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, ίδρυσε την δυναστεία του και δημιούργησε το δικό του κράτος το Δεσποτάτο της Ηπείρου.[14] Το Δεσποτάτο της Ηπείρου, μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, θεωρούνταν η νόμιμη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το έτος 1205 μ.Χ., ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, επιστρέφει εσπευσμένα στην Ήπειρο, κατόπιν έκκλησης για βοήθεια από τον διοικητή της Νικοπόλεως Σεναχηρείμ, αλλά τον βρίσκει νεκρό από τους στασιαστές Νικοπολίτες, οι οποίοι τον είχαν ήδη δολοφονήσει. O Μιχαήλ Κομνηνός βρίσκει την ευκαιρία να σφετερισθεί την περιουσία του Σεναχηρείμ και την κηδεμονία της πρώην αυτοκρατορικής επαρχίας του «Θέματος Νικοπόλεως» και αμέσως ιδρύει το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με νέα έδρα, την Άρτα, διαλύοντας τη συμμαχία με τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Επί εποχής του Μιχαήλ Κομνηνού κτίζεται το Κάστρο της Άρτας, παρέμεινε η πρωτεύουσα του Δεσποτάτου στο μεγαλύτερο διάστημα της ύπαρξης του.[15] Στην πόλη σημειώθηκε σημαντική οικοδομική δραστηριότητα, πολλές εκκλησίες κτίστηκαν και πολλές άλλες ανακαινίστηκαν όπως η Εκκλησία της Παρηγορήτισσας και η εκκλησία της Κάτω Παναγιάς.[16] Μετά το 1227 δημιουργήθηκαν στην Άρτα νέες οχυρώσεις και έγινε η έδρα εκκλησιαστικού Συμβουλίου (1213, 1219, 1225).[17] Το Χρονικό των Τόκκων που γράφτηκε τον 15ο αιώνα την περιγράφει σαν "το επίκεντρο της αγροτικής γονιμότητας με πολλούς ταύρους, αγελάδες και άλογα". Η πόλη είχε απευθείας σύνδεση με την Δημοκρατία της Βενετίας και την Ραγκούζα, εξήγαγε κρέας, σαλάμι και λουκάνικα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα έδειξαν επίσης μια τοπική μορφή κεραμικής.[18]

Το Δεσποτάτο της Ηπείρου γεωγραφικά εκτείνονταν, νότια από την Πάτρα έως και τη μισή περίπου σημερινή Αλβανία μέχρι το Δυρράχιο και δυτικά από την Πρέβεζα έως τη Θεσσαλία και τις Πρέσπες. Το έτος 1210 μ.Χ. ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, συμμάχησε με την Βενετία και επιτέθηκε στην Θεσσαλονίκη. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας κατέλαβε μία σειρά από πόλεις επεκτείνοντας τα όρια του Δεσποτάτου: Λάρισα (έτος 1212), Δυρράχιο (1214), Κέρκυρα (1214). Επίσης κατέλαβε την παραλιακή ζώνη του Κορινθιακού κόλπου. Μετά την Μάχη της Πελαγονίας (1259) κατέλαβαν την πόλη τα αντίπαλα στρατεύματα από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας που σύντομα ανέκτησαν την Κωνσταντινούπολη (1261) αλλά την ανακατέλαβε ο Ιωάννης Α΄ Δούκας.[19] Ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος έκανε νέα επίθεση στην Άρτα από ξηρά και θάλασσα αλλά χωρίς καμιά επιτυχία (1292).[20] Η πόλη καταστράφηκε από φωτιά (1313), την επόμενη χρονιά επιτέθηκαν ξανά τα Βυζαντινά στρατεύματα.[21] Ο τελευταίος απόγονος του Μιχαήλ Α΄ Θωμάς Κομνηνός Δούκας δολοφονήθηκε (1318) από τον Παλατίνο κόμη της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου Νικόλαο Ορσίνι, η Ήπειρος πέρασε στην Ιταλική Οικογένεια Ορσίνι. Ο Ιωάννης Β΄ Ορσίνι δολοφόνησε με την σειρά του τον αδελφό του Νικόλαο (1323), ο Γκωτιέ ΣΤ΄ του Μπριέν κατέλαβε την Άρτα και πολλές άλλες περιοχές όπως την Λευκάδα, ο Ορσίνι δέχτηκε την Ανδεγαυική κυριαρχία.[22] Με τον θάνατο του Ιωάννη Β΄ (1335) την Ήπειρο κληρονόμησε ο ανήλικος Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι και η μητέρα του Άννα Παλαιολογίνα, ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος βρήκε την ευκαιρία να καταλάβει την Ήπειρο και να την ενσωματώσει στην αυτοκρατορία του.[23] Η Βυζαντινή κυριαρχία στην συνέχεια δεν ήταν δημοφιλής, στην Άρτα ξέσπασε εξέγερση με αρχηγό τον Νικόλαο Βασιλίτζη. Ο Ανδρόνικος Γ΄ και ο αρχιστράτηγος του Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός προχώρησαν σε εκστρατεία στην Ήπειρο και κατέλαβαν πολλά κάστρα είτε με πολιορκία είτε με διαπραγματεύσεις. Η Βυζαντινή κυριαρχία αποκαταστάθηκε στην Ήπειρο στα τέλη του 1340 και ο Σεβαστοκράτωρ Ιωάννης Άγγελος διορίστηκε αυτοκρατορικός κυβερνήτης της Άρτας.[24][25]

Δεσποτάτο της Άρτας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή που ξέσπασαν ο Βυζαντινός Εμφύλιος Πόλεμος (1341-1347) και η Μαύρη πανώλη το φθινόπωρο του 1347 κατέλαβε την Άρτα ο Σέρβος βασιλιάς Στέφανος Δουσάν. Ο ετεροθαλής αδελφός του Δουσάν Συμεών Ούρεσης Παλαιολόγος παντρεύτηκε την κόρη του Ιωάννη Β΄ Ορσίνι Θωμαΐς Κομνηνή Αγγελίνα Παλαιολογίνα και διορίστηκε κυβερνήτης της Ηπείρου.[26] Η πόλη εντάχθηκε στην Σερβική Αυτοκρατορία μέχρι τον θάνατο του Δουσάν (1355). Ο Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι ανέκτησε την Ήπειρο (1356) αλλά όταν έπεσε στην Μάχη του Αχελώου (1359) εναντίον των Αλβανικών φυλών που επιτέθηκαν στο βασίλειο του η Άρτα επέστρεψε στον Συμεών Ουρέση που προτίμησε την Θεσσαλία από την Ήπειρο.[27][28][29] Ακολούθησε μεγάλη μετανάστευση Αλβανών εποίκων που κατέκλυσαν ολόκληρη την Ήπειρο εκτός από τα Ιωάννινα.[30] Ο Συμεών Ούρεσης παραχώρησε την Άρτα στους Αλβανούς, έγινε πρωτεύουσα στο Δεσποτάτο της Άρτας (1367) με τον Πέτρο Λιόσα, τον διαδέχθηκε ο Ιωάννης Μπούας Σπάτας από την Οικογένεια Σπάτα (1174).[31] Οι Αλβανοί κυβερνήτες δέχθηκαν επιθέσεις από την Ανδεγαυική Αυτοκρατορία (1374-1384) και από τον Χουάν Φερνάντεθ ντε Ερέδια Μέγα Μάγιστρο των Οσπιτάλιων Ιπποτών (1378) αλλά λεηλατήθηκαν από την Οθωμανική αυτοκρατορία (1384).[32] Ο Παλατίνος κόμης της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου Κάρολος Α΄ Τόκκος εκμεταλλεύτηκε την εξασθένιση των Αλβανών και ξεκίνησε επιθέσεις στην Άρτα. Ο Αλβανός δούκας Γιακούμπ Σπάτας ζήτησε την βοήθεια των Οθωμανών αλλά δεν μπόρεσε να εμποδίσει τον Τόκκο να καταλάβει την Άρτα μετά από μακρόχρονη πολιορκία (1416). Ο Κάρολος Α΄ Τόκκος είχε καταλάβει ήδη τα Ιωάννινα αναγνωρίστηκε άρχοντας της Ηπείρου τόσο από την Βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και από την Οθωμανική.[33] Τον Κάρολο Α΄ διαδέχθηκε ο ανεψιός του Κάρολος Β΄ Τόκκος (1429), οι εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν ωστόσο στην Οικογένεια των Τόκκων είχαν σαν αποτέλεσμα να κληθούν οι Οθωμανοί και να καταλάβουν την πόλη (1449).[34]

Οθωμανική αυτοκρατορία - A΄ περίοδος (1449-1788)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος 1449 μ.Χ., Οι Οθωμανοί φθάνουν στο Δεσποτάτο της Ηπείρου το οποίο βρίσκεται σε παρακμή. Οθωμανικές δυνάμεις αποβιβάζονται στα παράλια της Ηπείρου από την Πρέβεζα και την Άρτα μέχρι το Δυρράχιο της Αλβανίας και την καταλαμβάνουν.[εκκρεμεί παραπομπή] Είναι βέβαιο ότι η Άρτα κατελήφθη από τους Οθωμανούς στις 24 Μαρτίου 1449 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της εξουσίας του Κάρλο Β΄ Τόκκου. Στη συνέχεια, ίσως και πριν, κυρίευσαν την Πρέβεζα, την Αμφιλοχία, το Αγγελόκαστρο, την Ακαρνανία, και αργότερα τη Ναύπακτο.[35] Το 1470 μ.Χ. γεννήθηκε στην Άρτα ο Μάξιμος Γραικός. Ο Μάξιμος ο Γραικός (1470-1555), μετοίκησε στη Ρωσία όπου σπούδασε και διέπρεψε ως λογοτέχνης. Έγραψε 365 έργα και η προσφορά του στον ρωσικό πολιτισμό είναι τεράστια όπως και η συμβολή του στην αναμόρφωση των εκκλησιαστικών της Ρωσίας. Έχει ανακηρυχθεί άγιος από τη Ρωσική εκκλησία. Στα έτη 1602-1606 μ.Χ. κτίζεται στην Άρτα το διάσημο πέτρινο Γεφύρι της Άρτας. Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας, είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό βέβαια το χρωστάει στο θρύλο για τη «θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα», που η λαϊκή μούσα τον έκανε τραγούδι. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η χρηματοδότηση της κατασκευής του Γεφυριού της Άρτας, έγινε από έναν Αρτινό παντοπώλη, τον Ιωάννη Θιακογιάννη ή Γυφτοφάγο, ο οποίος προφανώς είχε εμπορικές δραστηριότητες και ενδιαφερόταν για τη διάβαση του Αράχθου ποταμού από τα μουλάρια με τα φορτία του.[36] Τα έτη 1644-1646 μ.Χ., εξαπλώθηκε επιδημία πανώλης στην Άρτα και την Πρέβεζα. Το έτος 1650 μ.Χ., κτίσθηκε το Οθωμανικό Ρολόι της Άρτας.

Β΄ Οθωμανική περίοδος Αλή Πασά Τεπελενλή (1788-1822)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άρτα περιήλθε στην εξουσία του Αλή Πασά Τεπελενλή το έτος 1788 και τερματίσθηκε με τον αποκεφαλισμό του το 1822. Η Επανάσταση του 1821 έχει να επιδείξει πολλές ιστορικές μάχες στην περιοχή της Άρτας και στα γύρω χωριά. Μετά τις νικηφόρες μάχες του Γώγου Μπακόλα στη Λαγκάδα, στο Πέτα, στην Πλάκα, στα Άγναντα και στο Σταυρό Θεοδώριανων, οι Οθωμανοί πανικοβλήθηκαν γιατί εγκλωβίστηκαν πλέον στην Άρτα. Έτσι ξέσπασαν σε αντίποινα στον άμαχο πληθυσμό και σε αιχμαλώτους κρατούμενους στο κάστρο της πόλης. Γράφει ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, Αρτινός αγωνιστής του 1821. «Και μόριχναν εμένα ξύλο! Και από τα χτυπήματα επρίστηκε το σώμα μου και εκαντήλιασε και ήμουν εις θάνατον… ενώ η πόλις της Άρτας επλημμύρει αίματος και μαρτυρίων». Άλλος αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει: «Αι εκτελέσεις ελάμβανον χώραν εις την πλατείαν, την καλουμένην Μονοπωλειό… Η πέτρινη γέφυρα της Αρτας ήτο στολισμένη με ανθρωπίνους κεφαλάς και άπειρα κορμιά έκειντο άνευ κεφαλής επί της γεφύρας…». Μέσα στο κλίμα αυτό, έγινε σύσκεψη στο Κομπότι και αποφασίστηκε η επίθεση κατά της Άρτας. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γώγος Μπακόλας και αρκετοί συνεργαζόμενοι Μουσουλμάνοι Αρβανίτες αγωνιστές, επιτέθηκαν στην πόλη από το πρωί της 15ης Νοεμβρίου 1821 και την κατέλαβαν στις 17 Νοεμβρίου 1821.[37][38]. Όμως οι Αρβανίτες σύμμαχοι στην Άρτα δεν τήρησαν τη συμφωνία συνεργασίας, είχαν τάσεις προσχώρησης στις σουλτανικές δυνάμεις του Κιουταχή και του Χουρσίτ, πιθανώς είτε γιατί φοβήθηκαν τις ερχόμενες επικουρίες των Τούρκων, είτε γιατί δωροδοκήθηκαν. Έτσι, σε λίγες μέρες ο λαός της Άρτας και το στρατόπεδο των Ελλήνων πολεμιστών κινδύνευσε να εγκλωβισθεί από την ερχόμενη νέα Οθωμανική δύναμη με επικεφαλής τον Κιουταχή Πασά. Η εξυπνάδα όμως του Γεώργιου Καραϊσκάκη τους έσωσε έγκαιρα, και διέφυγαν όλοι, αγωνιστές και 500 οικογένειες Αρτινών, στο Πετροβούνι και από εκεί προς το Πέτα, το Κομπότι και στα ορεινά των Τζουμέρκων. Η πόλη άδειασε και ο Καραϊσκάκης απεχώρησε τελευταίος με τη σάλπιγγα στο χέρι στις 2 Δεκεμβρίου 1821. Έτσι ο Καραϊσκάκης διατήρησε ακέραιες τις δυνάμεις του, τις οποίες χρησιμοποίησε σύντομα στα όρη του Βάλτου (Πύργος της Σουμερού, Μεσόπυργος, Μάχη του Γαύρογου) τον Φεβρουάριο 1822.[37][38]

Γ΄ Οθωμανική περίοδος (1822-1881)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον αποκεφαλισμό του Αλή Πασά Τεπελενλή το 1822, η Άρτα περιήλθε στην εξουσία του Χουρσίτ Πασά και σύντομα στον Κιουταχή Πασά. Στις 4 Ιουλίου 1822 διεξήχθη, δίπλα στην, Άρτα η Μάχη του Πέτα, μια από τις μεγαλύτερες ήττες που γνώρισαν οι Έλληνες κατά την διάρκεια της Επανάστασης. Τελικά, η πορεία της Επανάστασης του 1821 δεν κατάφερε να προσαρτήσει την Άρτα στα εδάφη του νέου κράτους. Έτσι η Άρτα παρέμεινε όπως και η Ήπειρος, η μισή Θεσσαλία, η Μακεδονία, η Θράκη και η Κρήτη υπό Οθωμανική κυριαρχία.

Απελευθέρωση και νεότερη Ιστορία της Άρτας (1881-σήμερα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Μαρτίου 1881 , η Θεσσαλία και η Άρτα περιέρχονται στην Ελλάδα: Ανακοινώνεται μετά από τη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, η προσάρτηση της Θεσσαλίας και λωρίδας της Ηπείρου μέχρι και της Άρτας στο Ελληνικό Κράτος. Στο παλιό γεφύρι της Άρτας διατηρείται το Τουρκικό φυλάκιο-τελωνείο, που έχει μετατραπεί σήμερα σε Εθνογραφικό Λαογραφικό Μουσείο. Το έτος 1882 έγινε σύγκρουση τσιφλικάδων με κολίγους στην Άρτα, τριάντα χρόνια πριν τα παρόμοια γεγονότα στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας (1910)[εκκρεμεί παραπομπή]. Δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες αν το κίνημα αυτό επεκτάθηκε και στην Πρέβεζα, αλλά είναι μάλλον απίθανο, γιατί η Πρέβεζα ήταν υπό Οθωμανική κατοχή. Το έτος 1884 εξεδόθη το πρώτο βιβλίο για την Άρτα και την Πρέβεζα: Ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος του Βυζαντίου εκδίδει το βιβλίο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης».[39] Στον ατυχή Πόλεμο του 1897 η Άρτα αποτέλεσε βάση εξόρμησης και εφοδιασμού του Ελληνικού Στρατού. Οι περισσότερες όμως μάχες έλαβαν χώρα στον σημερινό Νομό Πρέβεζας.

Στις 21 και 22 Δεκεμβρίου 1944, κατά τη Μάχη της Άρτας, διεξάγονταν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της πόλης. Η έκβαση της μάχης απέβη υπέρ του ΕΛΑΣ και οι αντάρτες του ΕΔΕΣ αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη μαζί με πλήθος αμάχων. Οι απώλειες και για τις δύο πλευρές των ανταρτών ήταν βαρύτατες.

Μεταπολιτευτικά το σημαντικό έργο του Φράγματος Πουρναρίου της Δ.Ε.Η., κατασκευασμένο από Σοβιετικούς, αναβάθμισε οικονομικά την Άρτα. Είναι ενδιαφέρον ότι το κόστος κατασκευής του καλύφθηκε από εξαγωγές εσπεριδοειδών της Άρτας στην Σοβιετική Ένωση[εκκρεμεί παραπομπή]. Μια νέα οικονομική ώθηση δόθηκε μετά το 1977, οι επιχορηγήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα εσπεριδοειδή. Σημαντικό επίτευγμα είναι για την Άρτα το νέο Νοσοκομείο Άρτας (στο Λόφο Περάνθης), το ΤΕΙ Ηπείρου (με έδρα την Άρτα) και τελευταία το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας.[40]

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα στοιχεία που περιέχονται στον παρακάτω πίνακα αναφέρονται στην Δημοτική κοινότητα Αρταίων με έκταση 29,4 τ.χλμ. και περιλαμβάνει τους οικισμούς Άρτα, Αγία Τριάδα, Άγιοι Ανάργυροι, Άγιος Γεώργιος Γλυκορρίζου, Γλυκόρριζο, Μαραθοβούνι, Μονή Κάτω Παναγιάς. Τα διοικητικά όρια του Δήμου Αρταίων διευρύνθηκαν με τα σχέδια Καποδίστριας (1998) και Καλλικράτης (2010). Οι απογραφές 1940-1981 αναφέρονται σε πραγματικό πληθυσμό και οι επόμενες σε μόνιμο.

Ιστορική εξέλιξη πληθυσμού της Άρτας[41]
Έτος Πληθυσμός
1940 9.441 _
1951 14.177 50,2
1961 17.654 24,5
1971 20.538 16,3
1981 20.004 -2,6
1991 23.549 17,7
2001 24.725 5,0
2011[42] 24.427 -1,2

Συνοικίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πλατεία Αγίου Δημητρίου (Κέντρο)
  • Άγιος Νικόλαος
  • Τρίγωνο
  • Σκοπευτήριο
  • Πλατεία Κιλκίς
  • Κέντρο
  • Γύφτικα
  • Κεντρική Βαλαώρα

Πρόσβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την Βόρεια Ελλάδα η Άρτα είναι εύκολα προσβάσιμη μέσω της Εγνατίας Οδού έως τον κόμβο της Πεδινής και από εκεί υπάρχει σύνδεση με την Ιόνια Οδό. Από την Νότια Ελλάδα με την Ολυμπία Οδό έως το τέλος της και από εκεί σύνδεση με την Ιόνια Οδό. Η Άρτα εξυπηρετείται από το αεροδρόμιο των Ιωαννίνων και από το αεροδρόμιο του Ακτίου.

Τριτοβάθμια εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άρτα ήταν έδρα του πρώην ΤΕΙ Ηπείρου μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018, όπου και καταργήθηκε σύμφωνα με τον νόμο 4559/3-8-2018. Οι Σχολές και τα Τμήματα του πρώην ΤΕΙ Ηπείρου εντάχθηκαν στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με τον ίδιο νόμο.

Στην Άρτα σήμερα λειτουργούν τα εξής τμήματα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων:

  • Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών.
  • Τμήμα Μουσικών Σπουδών.
  • Τμήμα Γεωπονίας.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την αρχαία Αμβρακία διασώθηκαν ελάχιστα μνημεία, αρκετά όμως έργα τέχνης. Στον δρόμο ενός ταφικού περιβόλου, στην ανατολική πλευρά της Ιεράς Οδού της Αμβρακίας, διασώθηκε μια σημαντικότατη - για το είδος και τον τρόπο γραφής- επιγραφή του 6ου π.Χ. Δίπλα στο σημερινό ναό του Αγ. Κωνσταντίνου αποκαλύφθηκε ένα μικρό θέατρο - ίσως το μικρό θέατρο που μνημονεύει ο Διονύσιος Αλικαρνασσέας - με την ορχήστρα του και τέσσερις σειρές κερκίδων. Κοντά στην πλατεία Κιλκίς διασώθηκε τμήμα του μεγάλου ναού του Πύθιου Απόλλωνα Σωτήρα - το μέχρι την ευθυντηρία τμήμα - διαστάσεων 20,75Χ44μ. Εκεί βρέθηκε και ενεπίγραφη στήλη με κείμενο συνθήκης καθορισμού ορίων μεταξύ Αμβρακίας και Χαράδρου. Διασώθηκαν τμήματα του αρχαίου τείχους, που δείχνουν πως το τείχος ήταν επιβλητικό και επιμελημένης κατασκευής. Στο βορειοανατολικό τμήμα του επιχτίστηκε αργότερα το βυζαντινό κάστρο (13ος αιώνας) που είναι από τα ωραιότερα κάστρα και διασώζεται, με επισκευές των Τούρκων, σε άριστη κατάσταση. Στα μουσεία της Άρτας, των Ιωαννίνων, της Αθήνας, της Ρώμης, του Λονδίνου, υπάρχουν αγάλματα, επιγραφές, κοσμήματα, νομίσματα, αγγεία, ειδώλια κ.λπ. προερχόμενα από την αρχαία Αμβρακία.

Άλλα αξιοθέατα:

Μουσεία της Άρτας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας (έναρξη 2010)
  • Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας «Γ. Μόραλης»
  • Λαογραφικό Μουσείο Συλλόγου «Σκουφάς»
  • Ιστορικό Μουσείο Συλλόγου «Σκουφάς»
  • Βιβλιοθήκη «Σκουφάς»
  • Λαογραφικό Μουσείο στο Γεφύρι της Άρτας (Οθωμανικό Τελωνείο)

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

[1]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. GEOnet Names Server. 11  Ιουνίου 2018. -814640.
  2. «Απογραφή Πληθυσμού - Κατοικιών 2011». (Ελληνικά) Ελληνική απογραφή 2011. Ελληνική Στατιστική Αρχή. 1  Μαΐου 2011.
  3. «ΦΕΚ αποτελεσμάτων ΜΟΝΙΜΟΥ πληθυσμού». Ελληνική Στατιστική Αρχή. 20 Μαρτίου 2014. σελ. 10579. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Νοεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 28 Αυγούστου 2021. 
  4. «Δημοτικό Τραγούδι - Το γεφύρι της Άρτας». www.artainfo.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Οκτωβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 2016. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 «Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού | Αμβρακία». odysseus.culture.gr. Ανακτήθηκε στις 28 Αυγούστου 2021. 
  6. Κώστας Τραχανάς: «Η ιστορία της Αμβρακίας και της Άρτας», 2006
  7. Σεραφείμ Ξενόπουλος: «Περί Άρτης και Πρεβέζης Δοκίμιον», έκδοση 1884
  8. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  9. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  10. Gregory, Timothy E.; Ševčenko, Nancy Patterson (1991). "Arta". In Kazhdan, Alexander (ed.). The Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford and New York: Oxford University Press. σσ. 191–192
  11. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  12. Gregory, Timothy E.; Ševčenko, Nancy Patterson (1991). "Arta". In Kazhdan, Alexander (ed.). The Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford and New York: Oxford University Press. σσ. 191–192
  13. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  14. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  15. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  16. Gregory, Timothy E.; Ševčenko, Nancy Patterson (1991). "Arta". In Kazhdan, Alexander (ed.). The Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford and New York: Oxford University Press. σσ. 191–192
  17. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  18. Gregory, Timothy E.; Ševčenko, Nancy Patterson (1991). "Arta". In Kazhdan, Alexander (ed.). The Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford and New York: Oxford University Press. σσ. 191–192
  19. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  20. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  21. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  22. Soustal & Koder 1981, σ. 113
  23. Fine 1994, σσ. 253–254
  24. Fine 1994, pp. 254–255
  25. Nicol 2010, σσ. 114–121, 124
  26. Fine 1994, σ. 320
  27. Soustal & Koder 1981, σσ. 70, 113–114
  28. Fine 1994, σσ. 347–350
  29. Nicol 2010, σσ. 123–138
  30. Fine 1994, σσ. 350–351
  31. Soustal & Koder 1981, σ. 114
  32. Soustal & Koder 1981, σ. 114
  33. Soustal & Koder 1981, σσ. 72–73, 114
  34. Soustal & Koder 1981, σ. 114
  35. Θέμις Χατζηγεωργίου: «Το Δεσποτάτον της Ηπείρου», Αθήνα 1962, σελίδα 143-144
  36. Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος, μητροπολίτης Άρτας: «Δοκίμιον περί Άρτης και Πρεβέζης»,
  37. 37,0 37,1 Νίκος Ντασκαγιάννης: «Η πολεμική δράση του Καραϊσκάκη στην Άρτα», Περιοδικό Απειρος Χώρα, Μάϊος, 2009, σελίδες 12 και 13
  38. 38,0 38,1 Κάδμιος: «Πολεμικαί Επιχειρήσεις παρά την Πρέβεζαν», εκδόσεις Σαλίβερου, Αθήναι 1900, σελίδα 30
  39. Σεραφείμ Ξενόπουλος: «Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης», έκδοση 1884. Ανατύπωση συλλόγου Σκουφάς, Αρτα 1986
  40. efaart. «Αρχαιολογικό Μουσείo Άρτας». Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2022. 
  41. http://dlib.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/categoryyears?p_cat=10007862&p_topic=10007862
  42. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 23 Ιανουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2013. 
  43. «Άγιος Βασίλειος πόλης». Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2022. 
  44. Μήτσος Αλεξάνδρου, Σκηνές από το βίο του Μάξιμου Γραικού, 2002 εκδ. ελληνικά γράμματα ISBN 960-406-258-1
  45. «Η ιστορία ενώνει Άρτα και Σαλαμίνα». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Οκτωβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2012. 
  46. «Αδελφοποίηση της Άρτας με τα Λεύκαρα της Κύπρου». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 2 Αυγούστου 2013. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Fine, John Van Antwerp Jr. (1994) [1987]. The Late Medieval Balkans: A Critical Survey from the Late Twelfth Century to the Ottoman Conquest. Ann Arbor, Michigan: University of Michigan Press.
  • Nicol, Donald MacGillivray (2010). The Despotate of Epiros 1267–1479: A Contribution to the History of Greece in the Middle Ages. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Soustal, Peter; Koder, Johannes (1981). Tabula Imperii Byzantini, Band 3: Nikopolis und Kephallēnia (in German). Vienna: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften.
  • Zečević, Nada (2014). The Tocco of the Greek Realm: Nobility, Power and Migration in Latin Greece (14th-15th centuries). Belgrade: Makart.
  • Κωνσταντίνος Στεργιόπουλος, «Ο πληθυσμός της Άρτας επί Τουρκοκρατίας», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ.21, σελ.377-468
  • Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Άρτα 1881-1941,  εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2010. ISBN: 978-960-8342-87-3
  • Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Κάποτε στην Άρτα, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2011. ISBN: 978-960-303-189-5
  • Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Μια αναδρομή στην ιστορία του 1ου γυμνασίου Άρτας - Από το 1881 έως τα μέσα του 20ού αιώνα, εκδ. Διαπολιτισμός, Πάτρα 2013, ISBN: 978-618-80641-3-3
  • Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Η Λιτανεία, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2016. ISBN: 978-960-303-235-9
  • Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Οι σημειώσεις του φαροφύλακα, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2019. ISBN: 978-960-303-256-4

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]