Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1328
Θάνατος 1359
Δήμος Αχελώου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα μονάρχης
Οικογένεια
Γονείς Ιωάννης Β΄ Ορσίνι
Αδέλφια Thomais Orsini

Ο Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι ή Νικηφόρος Β΄ Δούκας (1328 - 1359) ήταν Δεσπότης της Ηπείρου από το 1335 ως το 1338 και από το 1356 ως το 1359. Το Δεσποτάτο την εποχή του γνώρισε αλλεπάλληλες εισβολές. Υπήρξε ο τρίτος και τελευταίος Δεσπότης της δυναστείας Ορσίνι.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικηφόρος ήταν γιος του Ιωάννη Ορσίνι και της Άννας Αγγελίνας. Όταν η μητέρα του δηλητηρίασε τον πατέρα του το 1335, ο μόλις επτάχρονος Νικηφόρος Β' έγινε Δεσπότης. Η μητέρα του είχε αναλάβει ουσιαστικά τις τύχες του Δεσποτάτου, όμως απέτυχε να αποτρέψει τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο, από την επικείμενη εισβολή. Τα βυζαντινά στρατεύματα κατέλαβαν της κτήσεις του Δεσποτάτου στην Θεσσαλία και προήλασαν ως τα Ιωάννινα. Εν τω μεταξύ αλβανικά φύλα βρήκαν την ευκαιρία να εξεγερθούν στα βόρεια εδάφη του Δεσποτάτου, όμως οι όποιες εξεγέρσεις απέτυχαν μετά την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας σε αυτή την περιοχή, το 1337.

Ο Ανδρόνικος Γ' κάλεσε την Άννα σε διαπραγματεύσεις το 1337, όμως αρνήθηκε να αναγνωρίσει την τυπική βυζαντινή επικυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί του Δεσποτάτου. Κρατώντας την Άννα αιχμάλωτη, πάντρεψε τον Νικηφόρο με την Μαρία Καντακουζηνή, κόρη του έμπιστού του Ιωάννη Καντακουζηνού. Οι αντιβυζαντινοί κύκλοι όμως του Δεσποτάτου φυγάδευσαν τον Νικηφόρο Β' εκτός του Δεσποτάτου και τον έστειλαν στους Ιταλούς συγγενείς του στον Τάραντα, ελπίζοντας σε παλινόρθωσή του με ιταλική παρέμβαση.

Το 1339 ξέσπασε αντιβυζαντινή εξέγερση στην Άρτα και ο Νικηφόρος Β' εστάλη μυστικά στην περιοχή να την στηρίξει. Όμως ο Ανδρόνικος Γ΄ και ο Ιωάννης Καντακουζηνός την κατέπνιξαν γρήγορα και ο Νικηφόρος Β' βρέθηκε πολιορκημένος στο Θωμόκαστρο (παραλιακή τοποθεσία της Ηπείρου). Ευρισκόμενος σε δύσκολη κατάσταση, συμβιβάστηκε και παντρεύτηκε την Μαρία Καντακουζηνή, του δόθηκε ο βυζαντινός τίτλος του Πανυπερευσεβέστατου και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την διάρκεια του βυζαντινού εμφυλίου (1341-1347), παρέμεινε με το μέρος του πεθερού του Ιωάννη Καντακουζηνού. Όταν ο πεθερός του πέτυχε και έγινε αυτοκράτορας (ως Ιωάννης ΣΤ΄), ο Νικηφόρος Β' προήχθη στον τίτλο του Δεσπότη. Το 1351 διορίστηκε κυβερνήτης της Αίνου της Θράκης και άλλων παραπλήσιων πόλεων του Ελλησπόντου.

Το 1355, όταν αναζωπυρώθηκε ο βυζαντινός εμφύλιος, και μετά τον θάνατο του Στέφανου Δ΄ Δουσάν βασιλιά (τσάρου) της Σερβίας, ο οποίος κατέλαβε την Ήπειρο την δεκαετία του 1340, ο Νικηφόρος έσπευσε στην Ήπειρο να στηρίξει τον ηπειρώτικο αγώνα. Εκμεταλλευόμενος την αναρχία από τον θάνατο του Σέρβου ηγεμόνα της Θεσσαλίας, ο Νικηφόρος Β' κατέλαβε την περιοχή την άνοιξη του 1356 και προέλασε προς την Ήπειρο. Κυνήγησε τον Συμεών Ούρεση Παλαιολόγο, αδελφό του Σέρβου βασιλιά (ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του Θωμαΐδα) και ανακατέλαβε την Άρτα και άλλες κύριες πόλεις τις Ηπείρου.

Όμως, πολλές περιοχές της υπαίθρου λεηλατούνταν από αλβανικά φύλα, το οποία ήταν δύσκολο να ελεγχθούν. Για να ενισχύσει τη θέση του και να αποτρέψει σερβική αντεπίθεση, ο Νικηφόρος Β' σκέφτηκε σοβαρά να διαζευχθεί την Μαρία Καντακουζηνή και να παντρευτεί κάποια Σέρβα πριγκίπισσα. Όμως η ηπειρωτική αριστοκρατία διαμαρτυρήθηκε έντονα και απέτρεψε αυτή την κίνηση, καθώς η Μαρία ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην Ήπειρο. Ο Νικηφόρος Β' επίσης προσέγγισε τον Συμεών Ούρεση Παλαιολόγο. Το 1359 ο Νικηφόρος Β' σκοτώθηκε κοντά στον Αχελώο ποταμό σε συμπλοκή με αλβανικά φύλα.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον γάμο του με την Μαρία Καντακουζηνή, κόρη του Ιωάννου ΣΤ', είχαν τουλάχιστον ένα γιο, τον

  • Μανουήλ, πιθανόν γνωστό και ως «Αντώνιος Καντακουζηνός», ο οποίος έγινε μοναχός στα Μετέωρα το 1404.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία του ελληνικού έθνους. Εκδοτική Αθηνών 1980. Τόμος Θ΄. ISBN 960-213-105-5.
  • Φεουδαρχική Ήπειρος και Δεσποτάτο της Ελλάδας. Συμβολή στο Νέο Ελληνισμό. Ν.Γ. Ζιάγκος, Αθήνα 1974.