Άγιος Σπυρίδωνας Άρτας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άγιος Σπυρίδωνας Άρτας
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Άγιος Σπυρίδωνας Άρτας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Ηπείρου
Περιφερειακή ενότητα Άρτας
Δήμος Αρταίων
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμα Ήπειρος
Υψόμετρο 10
Πληθυσμός 971 (2011)
Άλλα
Ταχ. κωδ. 47100
Τηλ. κωδ. 26830

Συντεταγμένες: 39°08′31″N 20°53′24″E / 39.142°N 20.890°E / 39.142; 20.890

Ο Aγιος Σπυρίδωνας Αρτας (παλιά ονομασία γνωστή ως και σήμερα Ιμάμ Τσαούς ή κατά το τοπικό ιδίωμα Μαμτσαούς) είναι οικισμός, που ανήκει στο Δήμο Αρταίων. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 971 κατοίκους και αποτελείται από τους συνοικισμούς Δοκίμια και Βαθύπεδο.

Σύμφωνα με το Σχέδιο «Καποδίστριας», ο Άγιος Σπυρίδωνας υπήρξε μέχρι το τέλος του 2010, οικισμός του Δήμου Φιλοθέης, με έδρα τις Χαλκιάδες. Με το Σχέδιο «Καλλικράτης» εντάχθηκε στο Δήμο Αρταίων. Είναι χτισμένος στον κάμπο της Άρτας, δεκαπέντε χιλιόμετρα από την Άρτα, στις όχθες του Λούρου, νοτιοανατολικά του φρουρίου των Ρωγών και απέχει 5 χιλ. από την λιμνοθάλασσα Ροδιάς. Γειτονικά χωριά είναι η Νέα Κερασούντα, η Στρογγυλή, η Πέτρα, η Φιλοθέη, ο Καλόβατος, η Ράχη, το Πολύδροσο και η Βίγλα.

Ιστορία του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πληροφορία για την ίδρυση του χωριού. Κατά την ακμή των Ρωγών υπήρχε αγροτικός οικισμός νοτιοανατολικά του φρουρίου και απέναντι του ποταμού Λούρου, με την ονομασία Απογονιά, οι κάτοικοί του οποίου σε περίπτωση κινδύνου κλείνονταν στο Φρούριο. Όταν τον 14ο αιώνα οι Ρωγοί επαναστάτησαν και δεν δέχονταν την επανένωση με την Κωνσταντινούπολη στρατοπέδευσε εδώ ο Ιωάννης Κατακουζηνός, ο οποίος είχε πάρει αποστολή από τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο να καταλάβει τους Ρωγούς. Αργότερα η ολόκληρη η περιοχή ανήκε αρχικά στην αρβανίτικη οικογένεια των Μπούα, μετά στους Ιταλούς κόμηδες Ορσίνι και τελευταία στην οικογένεια των Τόκκων. Τον Απρίλιο το 1449, ένα μήνα μετά την κατάληψη της Άρτας από τους Οθωμανούς, παραδόθηκαν και οι Ρωγοί με την περιοχή τους. Σύμφωνα με τα οθωμανικά αρχεία η περιοχή μέχρι ακόμη και το 1574 ανήκε ακόμη στον δήμο των Ρωγών (Νιχαγιέ Ρωγούς).

Πότε ακριβώς εμφανίστηκε το όνομα Ιμάμ Τσαούς ή Μεχμέτ τσαούς δεν είναι γνωστό. Τον 15ο και 16ο αιώνα γίνεται στα οθωμανικά αρχεία μνεία για κάποιον αξιωματούχο τιμαριούχο με το όνομα Μεχμέτ τσαβούς στην περιοχή της Αρτας. Τον 17ο αιώνα πέρασε από τον Άγιο Σπυρίδωνα ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος στη συνέχεια την γέφυρα του ποταμού Ρουμπάτι (ο Λούρος στα τούρκικα). Η γέφυρα αυτή βρίσκονταν στην θέση Κοτσιλοχώρι (σημ. Μακρόνησος) και την ανατίναξε αργότερα ο Αχμέτ Κούρτ πασάς για να εμποδίσει τους Τσάμηδες από κλοπές. Στα αρχεία της Βενετίας το Ιμάμ τσαούς και οι Ρωγοί δεν φαίνονται να πλήρωναν φόρο προστασίας για την πειρατεία όμως ο συνοικισμός του Ιμάμ Τσαούς ο Ρουμπάς φαίνεται να πλήρωνε 4 Ριάλια. Στα μισά του 18ου αιώνα κάτοικοι από διάφορα χωριά της περιοχής Άρτας μετοίκησαν στην Πελοπόννησο και ίδρυσαν εκεί νέους οικισμούς με τα ονόματα από τα χωριά από τα οποία προέρχονταν. Στην Ηλεία ιδρύθηκε ο οικισμός του Ιμάμ Τσαούς (σημ. Κέντρο) και του Ζάμπακα (προφανώς από το διπλανό χωριό Ζαβάκα σημ. Πολύδροσο).

Αρχές του 19ου αιώνα πέρασαν από το χωριό ο Άγγλος λοχαγός Μάρτιν Ουίλιαμ Ληκ, ο οποίος το χαρτογράφησε σαν Μαχμούττσαούς. Ο Άγγλος θεολόγος και περιηγητής Χιουζ ανέφερε ότι για να περάσει το πυκνό δάσος από τη σημερινή γέφυρα Καλογήρου μέχρι το φρούριο των Ρωγών κάλεσε τη φρουρά από το Ιμάμ Τσαούς. Ο Πουκεβίλ λέει ότι το χωριό Ιμάμ Τσαούς είναι τσιφλίκι του Αλή πασά με εύφορο κάμπο και φουντουκόδασος. Όταν ο Χουρσίτ πασάς κινήθηκε κατά του Αλή πασά εγκατέστησε στο χωριό μια φρουρά από 500 στρατιώτες ενώ παράλληλα οι Σουλιώτες, με επικεφαλής τον Λάμπρο Βέικο, κατέλαβαν το φρούριο των Ρωγών. Στα 1821 το χωριό φαίνεται να είναι ένα από τα μεγαλύτερα του τμήματος Χαζί Οβασί (τερπνή πεδιάδα) με 100 οικογένειες. Στα 1845 ο Αραβαντινός λέει ότι το Μαμτζαούς ανήκε στην κατηγορία χωριών μουατζέλι,δηλαδή οι κάτοικοι του πλήρωναν ένα συγκεκριμένο ποσό στην κυβέρνηση μέχρι που το χωριό να είναι εντελώς ελεύθερο από δασμούς. Μέχρι το 1880 το χωριό γίνεται κατά το μεγαλύτερο μέρος τσιφλίκι του Καραπάνου. Προφορικά υπάρχει η παράδοση ότι και το Ιμάμ Τσαούς ξεσηκώθηκε με τα άλλα χωριά εναντίον του Καραπάνου και μάλιστα απείλησαν τον Τούρκο διοικητή ότι θα κάνουν αναφορά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κοκκίδης αναφέρει στην στρατιωτική του στατιστική το χωριό με περίπου 360 κάτοικους στα 1880. Στους απελευθερωτικούς αγώνες, το παρών από το χωριό έδωσε ο Χαλάστρας Κωνσταντίνος, Μακεδονομάχος και μέλος της Εθνικής Εταιρείας, με δικό του σώμα.[1]

Αργότερα το τμήμα του ενώθηκε με αυτό του Παύλου Μελά, στον πόλεμο το 1897 το χωριό ελευθερώθηκε για μερικές μέρες και μετά τα γεγονότα με τους Καμαρινιώτες στο Φρούριο των Ρωγών τμήμα οθωμανικής Χωροφυλακής αφόπλισε τους χωρικούς. Στην οθωμανική στατιστική του Σαλναμέ το χωριό αναφέρεται το 1895 με 183 κατοίκους. Σε αυτές τις στατιστικές έπαιξε ρόλο η προσχώρηση της Αρτας στο ελληνικό κράτος και η απαγόρευση στους ορεινούς να πάνε στον οθωμανικό κάμπο για δουλειά. Το 1910, η Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης δημοσιοποιεί τα στοιχεία της απογραφής που πραγματοποίησε το ίδιο έτος σε όλη την εκκλησιαστική περιφέρεια και μας πληροφορεί ότι ο Άγιος Σπυρίδωνας υπαγόταν στο τμήμα Λούρου και στο χωριό κατοικούσαν 457 άτομα.[2]

Το χωριό απελευθερώθηκε στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη του 1912. Το 1924 αναγκάστηκε η κοινότητα του Ιμάμ Τσαούς να παραχωρήσει στους Πρόσφυγες από το Πουλατζάκ και Κερασούντα την πλευρά απέναντι από τον Λούρο, γνωστή σε όλους σαν Λεβούνια, Λιοβούνια όπου σήμερα βρίσκεται χτισμένη η Νέα Κερασούντα. Το 1926 η κοινότητα μετονομάστηκε σε Άγιος Σπυρίδωνας και συμπεριλάμβανε και τον οικισμό της Στρογγυλής. Κατά το Μεσοπόλεμο ο κίτρινο πυρετός, η ισπανική γρίπη και η ελονοσία προκάλεσαν πολλούς θανάτους στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 συμμετείχαν κάτοικοι του χωριού. Στην κατοχή το μεγαλύτερο μέρος του χωριού κατατάχθηκε στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ και μερικοί στον ΕΔΕΣ. Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας πολλοί χωριανοί κακοποιήθηκαν από τους Εθνοφύλακες, φυλακίστηκαν και στάλθηκαν στην Μακρόνησο. Στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου το 1967 πολλοί κάτοικοι του χωριού συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στο κάστρο της Πρέβεζας. Επίσης, αφαιρέθηκαν προσωρινά τα κυνηγετικά όπλα των χωρικών.

Μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα χτίστηκε μεταξύ 1812 και 1813 πάνω στα ερείπια του ναού του Αγίου Μάρκου και το Κοτσέκι, το οποίο είναι προφανώς συνέχεια της οικίας του Κεχαγιάμπεη, του Αλή πασά, όπως το περιγράφει ένας Γάλλος γραμματέας του γαλλικού προξενείου στα 1820. Στην τελική του μορφή όπως σώζεται σήμερα πρέπει να είναι από την εποχή του τσιφλικά Καραπάνου.

Οικονομία-Πολιτισμός -Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και παλαιότερα έτσι και σήμερα μεγάλο μέρος των κατοίκων του χωριού ασχολούνται με την γεωργία και κτηνοτροφία. Υπάρχουν αρκετά χοιροστάσια, βουστάσια και μικρές μονάδες με κοπάδια. Στην καλλιέργεια επικρατεί το καλαμπόκι, το τριφύλλι, το βαμβάκι, η σόγια κ.α. Επίσης τον τελευταίο καιρό έχουν στηθεί μονάδες επεξεργασίας φρούτων μονάδες τυποποίησης κρεάτων.

Στο χωριό υπάρχει Μορφωτικός και Πολιτιστικός σύλλογος, Αγροτικός Σύλλογος και ο Σύλλογος γυναικών Αγίου Σπυρίδωνα καθώς και ποδοσφαιρική ομάδα, ο Παναγροτικός Αγίου Σπυρίδωνα.[3]

Γνωστά άτομα από τον Άγιο Σπυρίδωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γεώργιος Βαΐτσης ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού στην δεκαετία του Ογδόντα αρχές 90
  • Δημήτριος Νταλάκας ποδοσφαιριστής της Παναχαϊκής Πατρών στην δεκαετία του Ογδόντα αρχές 90

Το Ιμάμ Τσαούς στην Λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές στο Ιμάμ Τσαούς γίνονται στο βιβλίο του Γιάννη Δάλλα "Το Γιοφύρι", που αναφέρεται στο κτίσιμο της Γέφυρας Καλογήρου το 1853, και στο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου "Το Ιμαρέτι" που δίνει μια εικόνα πώς μπορεί να ήταν το χωριό στα τέλη του 19ου αιώνα.

Παραδοσιακή κουζίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις κλασικές γαστρονομικές απολαύσεις του χωριού ανήκουν το χέλι πλακί, σχάρας ή σουβλιστό, οι δροσίνες (κατηγορία κυπρίνου παρόμοιο με το γριβάδι), πίνες με ρύζι ή πίνες τηγανιτές, λούφες (φαλαρίδες) ψητές, σχάρας η μαγειρεμένες με ρύζι, αγριόπαπιες και αγριόχηνες, αγριοπούλια όπως Μπαξιάλια, Τσικνιάδες και Μπεκάτσες, φασόλια με χόρτα στο φούρνο, γοβιοί και γόπες, χορτόπιτες, κολοκυθόπιτες κ.α.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]