Άμβρακος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°02′28″N 20°57′14″E / 39.041069°N 20.9538381°E / 39.041069; 20.9538381Ο Άμβρακος ήταν το επίνειο της αρχαίας Αμβρακίας, στον Αμβρακικό κόλπο.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άμβρακος (Φιδόκαστρο) σε χάρτη του Βιντσέντζο Κορονέλλι, 1691.

Ο Πολύβιος περιγράφει τον Άμβρακο ως μία καλά οχυρωμένη θέση, περιτρυγισμένη από ελώδεις εκτάσεις και σύμφωνα με τον ίδιο, το 219 π.Χ, πολιορκήθηκε από το βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας για 40 ημέρες μετά από αίτημα των Ηπειρωτών για ανακατάληψη της Αμβρακίας από τους Αιτωλούς. Ο Πολύβιος μας ενημερώνει ότι την εποχή της πολιορκίας ο Άμβρακος φυλασσόταν από στρατό 500 Αιτωλών.[1][2] Ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς κάνει αναφορά στο λιμάνι της Αμβρακίας και το χαρακτηρίζει ως «κλειστό λιμήν», στο οποίο δέσποζε το φρούριο του Άμβρακου ενώ παρόμοια αναφορά κάνει και ο Δικαίαρχος και μας πληροφορεί ότι η Αμβρακία απείχε 80 στάδια από τη θάλασσα.[3][4] Ο Πλίνιος αντίθετα αναφέρει ότι η θάλασσα είχε υποχωρήσει και το λιμάνι της Αμβρακίας απείχε περίπου 10 ρωμαϊκά μίλια από την ακτή.[5] Ο Στέφανος ο Βυζάντιος κάνει αναφορά στον Άμβρακο και τον χαρακτηρίζει ως μία μικρή πόλη κοντά στην Αμβρακία.[6]

Αναφορά στην ισχυρή οχύρωση του Άμβρακου κάνει και ο Τίτος Λίβιος, ο οποίος μας πληροφορεί ότι η περιφέρεια του τείχους ήταν περίπου 25 στάδια.[7] Το μικρό άνοιγμα του λιμανιού καθιστούσε δύσκολη την πρόσβαση των πλοίων και την αποβίβαση, γεγονός που οδηγεί τον Λουκανό να χαρακτηρίσει το λιμάνι της Αμβρακίας ως επικίνδυνο.[8]

Ο Άμβρακος επικοινωνούσε με την Αμβρακία μέσω της αρχαίας λεωφόρου που ξεκινούσε από τη νοτιοδυτική κύρια πύλη της πόλης και διέτρεχε παράλληλα τον Άραχθο και έφθανε ως τη θάλασσα.[9] Η λεωφόρος, πλάτους 12 μ., ήταν πλακόστρωτη ή σκυρόστρωτη και ένα τμήμα της έχει αποκαλυφθεί κοντά στο δυτικό νεκροταφείο της Αμβρακίας.[10] Ο Άμβρακος βρισκόταν ανατολικά των τότε εκβολών του Αράχθου και από αυτή τη θέση οι Κορίνθιοι και οι Αμβρακιώτες είχαν τη δυνατότητα να ελέγχουν αρχικά τη μοναδική πρόσβαση στην πόλη της Αμβρακίας μέσω του πλωτού κάτω ρου του ποταμού, πριν την κατασκευή της λεωφόρου. Ο Κυριακός ο Αγκωνίτης επιβεβαιώνει το σημαντικό ρόλο που είχε ο Άραχθος στην επικοινωνία της πόλης με τον Αμβρακικό, καθότι το 1435 έφθασε στις εκβολές του ποταμού και ανέβηκε με πλοίο ως την πόλη.[11] Η ισχυρή οχύρωση του Άμβρακου ήταν αποτέλεσμα της στρατηγικής σημασίας που είχε ο χώρος της Αμβρακίας για τις μετακινήσεις προς το εσωτερικό της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Ακαρνανίας.[12]

Φιδόκαστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tα ερείπια του Φιδόκαστρου σε χάρτη του Τζέημς Γούλφ, δίπλα στην παλαιά κοίτη του Αράχθου, Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία, 1830.
Απεικόνιση του Φιδόκαστρου, σύμφωνα με πληροφορίες του Μπέικερ, Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία, 1837.

Ο στρατιωτικός και αρχαιολόγος Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ, έφθασε το 1805 στις εκβολές του Αράχθου και αντίκρισε ένα μικρό νησί, κοντά στα βαλτώδη και ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας, πάνω στο οποίο υπήρχαν τα ερείπια ενός κάστρου. Τα τείχη είχαν κατασκευαστεί από μικρές πέτρες και αμμοκονίαμα και στα θεμέλια τους υπήρχαν λίθοι αρχαιοελληνικής προέλευσης.[13]

Ο Βρετανός περιηγητής και πολιτικός Τζον Χομπχάουζ, σε επίσκεψή του στην περιοχή το 1809, παρατήρησε ίχνη από ένα εγκαταλειμμένο κάστρο, δίπλα στο οποίο υπήρχαν μεγάλες πέτρες, η καθεμία από τις οποίες είχε μήκος 14 πόδια και πλάτος 6 με 7 πόδια και ήταν τοποθετημένες στο κάτω μέρος του τείχους. Ο Χομπχάουζ δεν είχε αμφιβολία ότι οι συγκεκριμένες πέτρες αποτελούσαν μέρος κάποιου αρχαιοελληνικού οικοδομήματος. Η άρτια δομή τους έκανε εμφανή τη διαφορά ανάμεσα στην αρχαιοελληνική κατασκευή και το νεότερο φρούριο. Ο Χομπχάουζ έκανε αναφορά και σε κάποια φαινόμενα αρχαιοκαπηλίας και μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι των γύρω χωριών αποσπούσαν πέτρες από το αρχαιοελληνικό οικοδόμημα.[14]

Ο Φρανσουά Πουκεβίλ, στο ταξίδι του στην Άρτα, το 1822, επισκέφθηκε τις εκβολές του Αράχθου και εντόπισε απομεινάρια από τείχη και πύργους. Ο Γάλλος διπλωμάτης αναφέρει ότι τα ερείπια ήταν βυθισμένα στο νερό και η γύρω περιοχή ήταν βαλτώδης. Σύμφωνα με τον ίδιο αυτό οφειλόταν σε κάποια μεγάλη αλλαγή στην ακτή του Αμβρακικού ή στην άνοδο της στάθμης του νερού.[15]

Το 1832 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, η αναφορά του Τζέημς Γουλφ, ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή το 1830. Ο Γουλφ μας πληροφορεί για την ύπαρξη ερειπίων στη δυτική πλευρά της παλαιάς κοίτης του Αράχθου, δίπλα στη λιμνοθάλασσα Λογαρού. Τα ερείπια βρίσκονταν σε μία ελώδη τοποθεσία και τα ρηχά νερά εμπόδιζαν την πρόσβαση με τη βάρκα. Ο ίδιος έφθασε σε απόσταση 800 μέτρων και διέκρινε τα τείχη, τα οποία είχαν ύψος 25 με 30 πόδια. Ο Γουλφ αναφέρει ότι η συγκεκριμένη τοποθεσία ήταν γνωστή στους κατοίκους της περιοχής ως Παλιόκαστρο.[16]

Παρόμοια αναφορά κάνει και ο λοχαγός Μπέικερ, ο οποίος το 1837 επισκέφθηκε το κάστρο. Ο Μπέικερ αναφέρει την ύπαρξη ερειπίων Ελληνιστικής περιόδου, πάνω από τα οποία υπήρχε τοιχοποιία μεταγενέστερης κατασκευής. Τα ερείπια είχαν σχήμα ακανόνιστου πενταγώνου και είχαν ύψος 15 με 25 πόδια. Σε κάποια σημεία, το ύψος του αρχαίου τείχους έφθανε τα 2/3 του συνολικού ύψους της τοιχοποιίας ενώ η μία πλευρά του πενταγώνου ήταν χαμηλότερη. Το πεντάγωνο τείχος περίκλειε ένα ακανόνιστο τετράπλευρο οικοδόμημα, το οποίο είχε μήκος 160 γιάρδες και πλάτος 140 γιάρδες. Η πεντάγωνη αυτή λεκάνη εμφάνιζε άνοιγμα προς τη θάλασσα, το οποίο βρισκόταν κοντά στη νοτιοανατολική γωνία και αποτελούσε τη μοναδική είσοδο.

Ο Μπέικερ μας πληροφορεί ότι υπήρχαν δύο πυργίσκοι στη βόρεια και νότια γωνία του πεντάγωνου τείχους και άλλοι δύο στη βορειοανατολική και νοτιοδυτική πλευρά του τετράπλευρου οικοδομήματος. Η πρόσβαση στην περιοχή ήταν εφικτή μέσω μίας στενής λωρίδας γης που ξεκινούσε από την Κορωνησία και έφτανε σε απόσταση περίπου 2,5 μιλίων από τις παλιές εκβολές του ποταμού Αράχθου, στο ύψος της σημερινής Παλιομπούκας. Τα ερείπια είχαν καλυφθεί από τα νερά και η πρόσβαση σε αυτά μπορούσε να γίνει μόνο με βάρκες.[17][18]

Τα ερείπια του κάστρου που παρατήρησε ο Ληκ, ο Χομπχάουζ, ο Πούκεβιλ, ο Γουλφ και ο Μπέικερ, προέρχονται από το Φιδόκαστρο, μία μεταγενέστερη κατασκευή του 9ου αιώνα μ.Χ. Η κατασκευή του πιθανολογείται ότι στόχευε στη βελτίωση της άμυνας της περιοχής απέναντι στις επιθέσεις των Αράβων. Τα συχνά πλημμυρικά φαινόμενα και η μετατόπιση της κοίτης του Αράχθου προς τα ανατολικά, οδήγησαν στην εγκατάλειψη του συγκεκριμένου κάστρου στα τέλη της Μεσοβυζαντινής περιόδου και στην αναζήτηση νέας τοποθεσίας για τη δημιουργία οχυρωματικών θέσεων, κατά μήκος της βόρειας ακτής του Αμβρακικού. Το λιμάνι του Φιδόκαστρου, μέχρι την εποχή της εγκατάλειψης του, λειτουργούσε ως σκάλα για τις μεταφορές των προϊόντων στην ενδοχώρα της Άρτας, ενώ μετά, οι βασικές σκάλες έγιναν τα λιμάνια της Σαλαώρας και της Κόπραινας.[19][20]

Ο Άγγλος ιστορικός Νίκoλας Χάμοντ επισκέφθηκε την περιοχή και παρατήρησε ερείπια από τείχη, τα οποία είχαν μήκος 1200 μ. και είχαν καλυφθεί από τα νερά. Οι διαστάσεις του περίβολου ήταν περίπου 150 x 100 μ. και στη βορειανατολική γωνία υπήρχαν ίχνη μικρού κάστρου, διαστάσεων 35 x 20 μ. Το λιμάνι παρουσίαζε στενή είσοδο και είχε άνοιγμα στις εκβολές του Αράχθου.[21] Σύμφωνα με πληροφορίες των κατοίκων, τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε πλακόστρωτος δρόμος που ένωνε το Φιδόκαστρο με τη Σαλαώρα και οι ψαράδες της Λογαρού εντόπιζαν με τα καμάκια τους τη συγκεκριμένη διάβαση, στα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας.[22]

Το Φιδόκαστρο στη λαϊκή παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημερινή άποψη του Φιδόκαστρου.

Το ερειπωμένο κάστρο του Φιδόκαστρου, υπήρξε η αφορμή για να αναπτυχθούν διάφοροι μύθοι στη γύρω περιοχή. Τα πλημμυρισμένα ερείπια και η βαλτώδη θέση στην οποία βρίσκεται το κάστρο, υπήρξε το ιδανικό σενάριο για τη λαϊκή παράδοση, η οποία το πλαισίωσε με θρύλους και δοξασίες που αναφέρονταν σε βασιλιάδες, νεράιδες και αμύθητους θησαυρούς.

Η πιο γνωστή ιστορία είναι εκείνη που μιλάει για έναν βασιλιά, ο οποίος ζούσε στο κάστρο μαζί με την όμορφη μοναχοκόρη του. Η ομορφιά της βασιλοπούλας είχε γίνει γνωστή σε όλη την περιοχή και πολλοί νέοι ήθελαν να την κάνουν γυναίκα τους και γι' αυτό ο βασιλιάς όρισε έναν άθλο για να βρει το πιο άξιο βασιλόπουλο που θα παντρευόταν την κόρη του. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον άθλο, ο νέος που θα έφτανε στο κάστρο, πεζός μέσα στη θάλασσα, θα παντρευόταν την όμορφη βασιλοπούλα και θα έπαιρνε όλο το χρυσάφι του βασιλιά. Όλοι όσοι άκουσαν τον άθλο, απογοητεύτηκαν διότι ήταν αδύνατο κανείς να περπατήσει μέσα στη θάλασσα και να φτάσει στο κάστρο. Τα νέα έφθασαν και στο βασιλόπουλο της Νικόπολης, ο οποίος μετά από σκέψη, βρήκε τη λύση σε αυτόν τον παράξενο γρίφο. Έδωσε εντολή να κατασκευάσουν έναν πέτρινο δρόμο, στα αβαθή νερά της λιμνοθάλασσας Λογαρού, λίγα μέτρα κάτω από την επιφάνεια του νερού. Ο δρόμος θα ξεκινούσε από τη Σαλαώρα και θα έφθανε στο κάστρο. Όταν ολοκληρώθηκε ο δρόμος, το βασιλόπουλο ανέβηκε στο άσπρο άλογο του και πέρασε μέσα από τη θάλασσα, δίχως να πατήσει στο νερό, και έφθασε στο κάστρο. Ο βασιλιάς θαύμασε το κατόρθωμα του νεαρού και αμέσως του έδωσε για γυναίκα, την πανέμορφη βασιλοπούλα.[23]

Μία άλλη παρόμοια ιστορία μιλάει επίσης για μία βασιλοπούλα, που ζούσε στο κάστρο μαζί με τον βασιλιά πατέρα της. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, ξέσπασε θύελλα και τα νερά του Αμβρακικού έφτασαν μέχρι το κάστρο. Η νεαρή βασιλοπούλα ξύπνησε και βγήκε έξω από το κάστρο και δίχως να το καταλάβει, βρέθηκε μέσα στη θάλασσα. Η θύελλα ήταν τόσο μεγάλη που παρέσυρε μακριά τη μικρή βασιλοπούλα, η οποία τελικά πνίγηκε. Την επόμενη ημέρα, τα νερά έβγαλαν στην ακτή το άψυχο σώμα της νεαρής κοπέλας. Ο βασιλιάς ήταν απαρηγόρητος και θεώρησε πως υπεύθυνοι για αυτό που συνέβη ήταν οι κάτοικοι των γύρω χωριών. Αποφάσισε λοιπόν να κατασκευάσει ένα ψηλό τοίχο γύρω από το κάστρο, ώστε να μην μπορεί να πλησιάσει κανένας χωρικός και έχτισε τρία μεγάλα δωμάτια στο εσωτερικό του κάστρου. Στο πρώτο, έβαλε αμύθητους θησαυρούς, στο δεύτερο έβαλε τρόφιμα και στο τρίτο έβαλε δηλητηριώδη φίδια. Τα χειμωνιάτικα βράδια, που ο ποταμός Άραχθος φούσκωνε, οι κάτοικοι πίστευαν πως στο κάστρο εμφανίζονταν νεράιδες και μαζί με τα φίδια, έκαναν κακό σε όποιον πλησίαζε. Κανείς από τους χωρικούς δεν μπορούσε να εισέλθει στο κάστρο διότι έβγαιναν τα φίδια και τους τσιμπούσαν και έτσι αυτό ερήμωσε και οι κάτοικοι ονόμασαν το κάστρο αυτό Φιδόκαστρο.

Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, μέσα στο κάστρο υπήρχαν 5 μεγάλα μπαούλα. Το πρώτο είχε στο εσωτερικό του χρυσάφι, το δεύτερο και το τρίτο, μία μαρμαρωμένη βασιλοπούλα και ένα μαρμαρωμένο βασιλιά, το τέταρτο είχε κουνούπια και το πέμπτο είχε φίδια. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών ήθελαν να πάρουν το χρυσάφι, όμως δεν γνώριζαν σε ποιο μπαούλο βρίσκεται και έτσι δεν τολμούσαν να πλησιάσουν από το φόβο των φιδιών και των κουνουπιών αλλά και από το ξύπνημα του μαρμαρωμένου βασιλιά και της βασιλοπούλας.[24]

Οι δοξασίες αυτές επιβίωσαν μέχρι την σύγχρονη εποχή. Αξιόλογη είναι η αναφορά που κάνει ο Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος, μητροπολίτης Άρτας, ο οποίος μας πληροφορεί ότι στο χωρίο Μύτικας, κοντά στο Φιδόκαστρο, υπήρχε ένα αρχαίο οικοδόμημα σε μια τοποθεσία με πανύψηλα δέντρα και πυκνή βλάστηση και κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει διότι υπήρχε η φημολογία ότι ένας κάτοικος πριν χρόνια, είχε επιχειρήσει να αποσπάσει μια πλάκα από τα ερείπια του οικοδομήματος και υπέστη συμφορές.[25]

Τοποθεσία και πρόσβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπια του Άμβρακου βρίσκονται κοντά στις όχθες της λιμνοθάλασσας Λογαρού, περίπου 4 χλμ. από το χωριό Ψαθοτόπι και απέχει από την πόλη της Άρτας περίπου 16 χλμ.[26]

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πολύβιος, Ιστοριών, 4.61.7, «ὁ γὰρ Ἄμβρακος ἔστι μὲν χωρίον εὖ κατεσκευασμένον καὶ προτειχίσμασι καὶ τείχει, κεῖται δ' ἐν λίμναις , μίαν ἀπὸ τῆς χώρας στενὴν καὶ χωστὴν ἔχον πρόσοδον , ἐπίκειται δ' εὐκαίρως τῇ τε χώρᾳ τῶν Ἀμβρακιωτῶν καὶ τῇ πόλει.»
  2. Πολύβιος, Ιστοριών, 4.63.1-4.63.4, «Φίλιππος δὲ τὰ περὶ τὴν Μακεδονίαν ἀκούσας, καὶ παραχρῆμα τῆς Ἠπειρωτῶν ἀγνοίας καὶ φιλονεικίας τἀπίχειρα κεκομισμένος, ἐπολιόρκει τὸν Ἄμβρακον. χρησάμενος δὲ τοῖς τε χώμασιν ἐνεργῶς καὶ τῇ λοιπῇ παρασκευῇ ταχέως κατεπλήξατο τοὺς ἐνόντας, καὶ παρέλαβε τὸ χωρίον ἐν ἡμέραις τετταράκοντα ταῖς πάσαις. ἀφεὶς δὲ τοὺς φυλάττοντας ὑποσπόνδους, ὄντας εἰς πεντακοσίους Αἰτωλῶν, τὴν μὲν τῶν Ἠπειρωτῶν ἐπιθυμίαν ἐπλήρωσε, παραδοὺς τὸν Ἄμβρακον, αὐτὸς δ' ἀναλαβὼν τὴν δύναμιν προῆγε παρὰ Χαράδραν, σπεύδων διαβῆναι τὸν Ἀμβρακικὸν καλούμενον κόλπον, οὗ στενώτατόν ἐστι, κατὰ τὸ τῶν Ἀκαρνάνων ἱερὸν καλούμενον Ἄκτιον.»
  3. Σκύλαξ Καρυανδεύς, Περίπλους 33.3, Ἀμβρακία, «Εστί δέ και έπί θαλάττης τείχος και λιμήν κλειστός».
  4. Δικαίαρχος στ.24, «Τής Ελλάδος έστίν Άμβρακία πρώτη πόλις. Αύτη δ' αποικία λέγεται Κορινθίων είναι. Κατά τόν κόλπον δέ τόν καλούμενον Άμβρακικόν ώκισται μέση, σταδίους δ* έχει από τής θαλάττης όγδοήκοντ' έπιφανές δ' ίερόν Άθηνάς έστ' έν αύτή καί λιμήν κλειστός.»
  5. Gaius Plinius Secundus, Naturalis Historia, 2.201.5, «nec recessu maris, sicut idem Circeis, quod accidisse et in Ambraciae portu decem milium passuum intervallo et Atheniensium quinque milium ad Piraeeum memoratur».
  6. ,Στέφανου Βυζάντιου, Εθνικά, σ.38, «Αμβρακος, πολίχνιον τής Ηπείρου, παρά την Αμβρακίαν ιδιάζον.»
  7. Τίτος Λίβιος, Βιβ. λη', κεφ.4, «Είχε δέ τείχος ίσχυρόν, περιφέρειαν εχον όλίγω μείζονα των τρισχιλίων βημάτων (25 στάδια).»
  8. Lucano, De Bello Civili Sive Pharsalia, Liber Viii, 650, «non humilem Sasona vadis [non litora curvae Thessaliae saxosa pavent] oraeque malignos Ambraciae portus, scopulosa Ceraunia nautae summa timent.»
  9. Αρχαιολογικό δελτίο, τόμος 47, μέρος Β, έκδοση 1, σ.260, «αρχίζει από τη νοτιοδυτική πύλη του τείχους και κατευθύνεται — παράλληλα προς τον Άραχθο — προς τα νότια προάστια και τον Αμβρακο, το λιμένα της αρχαίας πόλης επί του Αμβρακικού, έχει αποκαλυφθεί (και καταχοοστεί κάτω από νέες οικοδομές) κατά την παρελθούσα δεκαετία σε σειρά οικοπέδων, ευρισκομένων στον ίδιο άξονα»
  10. Αρχαιολογικός χώρος Αμβρακίας, Υπουργείο Πολιτισμού
  11. N.G.L. Hammond, Epirus, 1967, 136f, «In December 1435 Cyriacus tells us that he arrived off the mouth of the Arachthus and his ship went up the river under oar for 9 miles to reach Arecthea Acarnania, as he called Arta.»
  12. Αρχαιολογικό δελτίο, τόμος 51-52, μέρος A, σ.145.
  13. W. M. Leake, Travels in Northern Greece 1 (1885), p. 201 : «Near the eastern side of the muddy and shallow bay of Palea Bukka, is an island in the lagoon, covered with the ruins of a castle called Fidhokastro, built of small stones and mortar, mixed with Hellenic work towards the foundations.»
  14. John Cam Hobhouse Broughton, Travels in Albania and Other Provinces of Turkey in 1809 & 1810, Τόμος 1, chap. IV, p.35.
  15. François Charles Hugues Laurent Pouqueville ,Travels in Southern Epirus, Acarnania, Aetolia, Attica, and Peloponesus. 1822, p.34.
  16. James Wolfe, Observations on the Gulf of Arta, Made in 1830, Journal of the Royal Geographical Society of London, Vol.3, (1832), p.84, «Near the western shore of the old mouth of the Arta are some ruins, whose topographical situation will accord with the above description, being on a swampy island, in a marshy lake near the gulf, whose, shores however I could not approach in a boat, by reason of the shallowness of the water. I got no nearer than half a mile, whence I could perceive the walls tolerably perfect, to the height of twenty-five or thirty feet. These remains have no other modern name than Paleo Kastro, which is a sort of generic term for all ruins from twenty to two thousand years antiquity, meaning simply old castle.»
  17. Lieutenant-Colonel Baker, Memoir on the Northern Frontier of Greece, The Journal of the Royal Geographical Society of London, 1837, p.84.
  18. W. M. Leake, Travels in Northern Greece 1 (1885), p. 201 : «Palea Bukka: so called from the belief that hère was anciently the mouth of the river of Arta, now three miles to the eastward, which is not devoid of probability, as in almost every instance of an increase of land at the mouth of rivers, their lower course has assumed a new direction.»
  19. Μυρτώ Βεΐκου, Byzantine Epirus: A Topography of Transformation: Settlements of the Seventh-Twelfth Centuries in Southern Epirus and Aetoloacarnania, Greece (The ... Peoples, Economies and Cultures, 400-1500), Brill Academic Pub (May 2012), p.296, p.490.
  20. Éric Fouache, Panagiotis N. Doukellis, La centuriation romaine de la plaine d'Arta replacée dans le contexte de l'évolution morphologique récente des deltas de l'Arachtos et du Louros, Bulletin de correspondance hellénique, Année 1992, Volume 116, Numéro 1, pp. 375-382, «Ainsi, la lecture du matériel photographique amène à la conclusion que dans le passé, à des périodes qui restent à déterminer, le fleuve Arachtos se jetait dans la lagune de. Logarou et que son embouchure se situait beaucoup plus à l'Ouest qu'aujourd'hui»
  21. N.G.L. Hammond, Epirus, 1967, 137f, «The port of Ambrakia on the bank of a lagoon by the Gulf of Arta, where the foundations of a circuit wall ca. 1200 m long are awash. A gap in the foundation marks the exit of the harbor, which led into the course of the river Arachthos.»
  22. Θεοχάρης Ι.Τσούτσινος, Αρτινά Μελετήματα, 1937.
  23. Χ.Μ Κοντοχρήστος, Περιοδικό Σκουφάς, τεύχος 14, σ.156-157.
  24. Κασελούρης Λάμπρος, Ιστορικά και λαογραφικά της Άρτας, 1980, Αθήνα, σ.230-232.
  25. Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, εκδ.1884.
  26. Περί χαρακτηρισμού ως ιστορικών διατηρητέων μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, Ακρόπολη Φιδοκάστρου (Αρχαίος Άμβρακος, ΥΑ 15794/19-12-1961, ΦΕΚ 35/Β/2-2-1962.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πολύβιος, Ιστοριών.
  • Σκύλαξ Καρυανδεύς, Περίπλους.
  • Gaius Plinius Secundus, Naturalis Historia.
  • Στέφανου Βυζάντιου, Εθνικά.
  • Titus Livius (Livy), The History of Rome, Βιβλίο 38.
  • Lucano, De Bello Civili Sive Pharsalia, Liber Viii.
  • N.G.L. Hammond, Epirus, 1967.
  • John Cam Hobhouse of Broughton, Travels in Albania and Other Provinces of Turkey in 1809 & 1810, Τόμος 1.
  • François Charles Hugues Laurent Pouqueville, Travels in Southern Epirus, Acarnania, Aetolia, Attica, and Peloponesus, Paris, 1822.
  • Journal of the Royal Geographical Society of London.
  • W. M. Leake, Travels in Northern Greece, τόμος 1, Λονδίνο 1885.
  • Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, εκδ. 1884.
  • Μυρτώ Βεΐκου, Byzantine Epirus: A Topography of Transformation: Settlements of the Seventh-Twelfth Centuries in Southern Epirus and Aetoloacarnania, Greece, Brill Academic, Pub (May 2012).
  • Χ.Μ. Κοντοχρήστος, Περιοδικό Σκουφάς, τεύχος 14.
  • Κασελούρης Λάμπρος, Ιστορικά και λαογραφικά της Άρτας, Αθήνα, 1980.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]