Partitio Terrarum Imperii Romaniae

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Διάδοχα κράτη Βυζαντίου (1204). Η Λατινική Αυτοκρατορία (κόκκινο), η Αυτοκρατορία της Νίκαιας (μπλε), η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας (μωβ) ,και το Δεσποτάτο της Ηπείρου (πράσινο). Τα όρια είναι ασαφή.

Με τον λατινικό τίτλο Partitio Terrarum imperii Romaniae (= Διανομή Εδαφών της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας), και κατά σύντμηση Partitio Romaniae, αλλά και Regni Graeci αναφέρεται η ιστορική συνθήκη (συμφωνία) που συνομολογήθηκε και υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ των ηγετών της Δ΄ Σταυροφορίας, αμέσως μετά την Άλωση της Πόλης το 1204. Με τη συνθήκη αυτή δημιουργήθηκαν νέα διάδοχα του Βυζαντίου κράτη, (Αυτοκρατορίες, Βασίλεια, Δουκάτα και Δεσποτάτα) που κυριάρχησαν του χώρου από περίπου μισό μέχρι τρεις επόμενους αιώνες.
Σημαντικότερα εξ αυτών ήταν το Λατινικό (ή Λομβαρδικό) Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, το Ενετικό Βασίλειο (ή Δουκάτο) της Κρήτης, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, το Δεσποτάτο της Ηπείρου, τα Δουκάτο του Αρχιπελάγους (ή Δουκάτα της Νάξου και της Άνδρου) κ.ά., ενώ στην Κωνσταντινούπολη συστάθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Περισσότερο ευνοημένη της συνθήκης αυτής ήταν η τότε θαλασσοκράτειρα Βενετία.

Η Συνθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνθήκη αυτή, που φέρεται να συντάχθηκε από 24μελή επιτροπή στην οποία συμμετείχαν 12 Ενετοί και 12 εκπρόσωποι άλλων Σταυροφόρων καθώς και Ελλήνων Ευγενών της Κωνσταντινούπολης επικυρώθηκε περί τα τέλη του Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου του 1204 μετά από δύο γύρους ευρύτατων διαβουλεύσεων που είχαν ξεκινήσει από τον Μάιο του ίδιου έτους αμέσως μετά την άλωση. Σύμφωνα μ΄ αυτή ο νέος Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης έλαβε υπό τον άμεσο έλεγχό του το ένα τέταρτο, (ή δύο όγδοα), της άλλοτε βυζαντινής επικράτειας, ενώ η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας τα τρία όγδοα αυτής, καθώς και τα τρία όγδοα της πόλης της Κωνσταντινούπολης, συμπεριλαμβανομένης της Αγίας Σοφίας. Τα δε υπόλοιπα τρία όγδοα της βυζαντινής επικράτειας κατανεμήθηκαν μεταξύ των άλλων αρχηγών των Σταυροφόρων και Ελλήνων Ευγενών.
Ουσιαστικά μέσω της διανομής αυτής, η Βενετία έγινε η κύρια εξουσία στη Λατινική Ρωμανία, και η ουσιωδέστερη δύναμη αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τη συμπλήρωση των τίτλων του Δόγη : Dominator quartae et dimidiae partis totius Romaniae (« Άρχοντας του τετάρτου και ημίσεος του τετάρτου πάσης Ρωμανίας »).

Κύρια πρόσωπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική 1η μοιρασιά ήταν ο Βαλδουίνος να λάβει ο 1/4 της Ρωμανίας και ο υπόλοιπο να μοιραστεί εξίσου στον Βονιφάτιο και στους Ενετούς. Ο Βαλδουίνος θα έπαιρνε το ευρωπαϊκό τμήμα, εκτός της Πελοποννήσου, που θα περιερχόταν στον Βονιφάτιο με τη Μ. Ασία.

Όμως ο Βονιφάτιος, που ο αδελφός του Ρενιέ είχε λάβει πριν 25 έτη από τον πεθερό του Μανουήλ Α΄ τη Θεσσαλονίκη, ζήτησε την περιοχή της. Αυτό θα διασπούσε τη συνοχή της επικράτειας του Βαλδουίνου, ο οποίος αρχικά δεν το δέχθηκε· για να μην ξεσπάσει όμως εμφύλιος, τελικά συγκατένευσε και με 2η μοιρασιά έλαβε τη Θράκη και τη Μ. Ασία. Έτσι ο Βονιφάτιος έλαβε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και ό,τι μπορούσε νοτιότερα να κατακτήσει, καθώς ο Λέων Σγουρός και άλλοι τοπικοί άρχοντες αντιστάθηκαν στον Βονιφάτιο. Επίσης έλαβε την Κρήτη (σύμφωνα με την υπόσχεση του Αλέξιου Δ΄, όταν πριν 15 μήνες ήταν στην Κέρκυρα), που πώλησε στους Βενετούς πολύ φθηνά, αντί 1000 αργυρών μάρκων. Οι Βενετοί θα έπαιρναν νησιά και λιμάνια: τις Κυκλάδες, τα νησιά του Ιονίου, τη Μεθώνη, κλπ. Όμως αυτά ήταν σχέδια επάνω στον χάρτη, καθώς στη Μ. Ασία είχε αποσυρθεί ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης Αυτοκράτορας των Ρωμαίων, που με τον αδελφό του Θεόδωρο Α΄ μετέθεσαν την έδρα της Αυτοκρατορίας στη Νίκαια· ο Λέων Σγουρός κατείχε την Κορινθία και την Αργολίδα, ο Ιωάννης Πετραλείφας τα Άγραφα και ο Μάιο/Ματθαίος Ορσίνι την Κεφαλληνία και τη Ζάκυνθο.

Τελικά η Βενετία δεν πήρε την Εύβοια, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, τη Νικόπολη, την Άρτα, την Πάτρα, το Σούνιο, ούτε ο Λατίνος αυτοκράτορας πήρε τη Λήμνο και τη Σκύρο, όπως είχε συμφωνηθεί. Η 3η μοιρασιά έγινε ως εξής:

Οι κατακτήσεις του Βονιφάτιου στη Στερεά Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βονιφάτιος άρχισε την κατάκτηση: ο Λέων Σγουρός, που δεν μπόρεσε να καταλάβει την Αθήνα, κατέλαβε τη Θήβα και έφθασε ως τη Λάρισσα. Ο Βονιφάτιος κατέλαβε τη Λάρισσα και την έδωσε στον Γουλιέλμο, ιππότη από τη Λομβαρδία, που ονομάστηκε Γουλιέλμος ντε Λάρσα. Ο ιππότης έλαβε και τον Αλμυρό. Στις Θερμοπύλες τον περίμενε ο Σγουρός, που όμως υποχώρησε στην Κόρινθο. Ο Βονιφάτιος έδωσε τις Θερμοπύλες στον Γκουίντο Παλαβιτσίνι ως μαρκιωνία της Βοδονίτσας. Προχωρώντας νότια, έδωσε το σημαντικό στενό της Γραβιάς στους αδελφούς Ιάκωβο και Νικόλαο ντε Σαιντ-Ομέρ, ενώ την Άμφισσα στον Θωμά ντε Στρομονκούρ ως βαρονία των Σαλώνων. Προχώρησε στη Θήβα και την Αθήνα, που αυτή τη φορά ο μητροπολίτη της Μιχαήλ Ακομινάτος δεν αντιστάθηκε, όπως πριν με τον Σγουρό. Ο Μιχαήλ αποσύρθηκε στην Κέα και ο Βονιφάτιος έδωσε τη Βοιωτία και την Αττική με τα Μέγαρα στον Όθωνα ντε Λα Ρος, που έγινε κύριος (μετέπειτα δούκας) της Αθήνας και της θήβας. Η Εύβοια δόθηκε στον ακόλουθο τού Βονιφάτιου, τον Ιάκωβο Β΄ ντ' Αβέν, που συνέχισε την πορεία του με τον βασιλιά. Ο Βονιφάτιος στράφηκε στην Κόρινθο και κυρίευσε την οχυρωμένη κάτω πόλη, αλλά η Ακροκόρινθος με τον Σγουρό μέσα, φάνηκε απόρθητη. Έκτισε δύο κάστρα γύρω της και προχώρησε στη Ναυπλία, όπου άρχισε την πολιορκία.

Όταν απεβίωσε ο Ιάκωβος Β΄ ντ'Αβέν άτεκνος, ο Βονιφάτιος μοίρασε την Εύβοια στους τρεις ευγενείς από τη Βερόνα: στον Ραβάνο νταλε Κάρτσερι (το νότιο της Καρύστου), στον Γιβέρτο (το κεντρικό της Χαλκίδας) και στον Πεγκοράρο ντέι Πεγκοράρι (το βόρειο των Ωρεών). Όμως λίγο μετά ο δεύτερος απεβίωσε και ο τρίτος επέστρεψε στη Βερόνα.

Ο Βιλλεαρδουίνος δραστηριοποιείται στον Μωρέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν τω μεταξύ ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που είχε πάει στη Συρία για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, όταν άκουσε τα κατορθώματα των Σταυροφόρων και του ομώνυμου θείου του ιστορικού, πήρε ένα πλοίο για να τους συναντήσει. Όμως η τρικυμία τον ανάγκασε να καταφύγει στη Μεθώνη. Εκεί ένας τοπικός άρχοντας ζήτησε τη συνδρομή του σε μία επίθεση σε γείτονές του και ο Γοδεφρείδος τον βοήθησε. Έμαθε για τους Σταυροφόρους στη Ναυπλία και πήγε και τους συνάντησε: εκεί βρήκε τον παλιό φίλο και συμπατριώτη του Γουλιέλμο Σαμπλίτ. Οι δύο τους πήραν στρατό από τον Βονιφάτιο και κατέλαβαν την Πάτρα· η Ανδραβίδα παραδόθηκε μόνη της, όπως και άλλες πόλεις της Ήλιδας. Κατέλαβαν τα φρούια του Ποντικόκαστρου (στο Κατάκωλο), της Καλαμάτας και της Κορώνης (η Μεθώνη είχε ερημωθεί). Οι Έλληνες συνασπίστηκαν εναντίον του με αρχηγό τον Μιχαήλ Α΄ Άγγελο της Ηπείρου και τον αντιμετώπισαν στον ελαιώνα των Κουντούρων (βορειο-ανατολικά της Μεσσηνίας). Νίκησαν αποφασιστικά οι Φράγκοι. Ο μεγαλόσωμος και στιβαρός Δοξαπατρής υπερασπίστηκε ηρωικά το κάστρο τού Αράκλοβου στην Αρκαδία, όπως και η κόρη του Μαρία. Έμεινε ο Σγουρός στην Κόρινθο, το Άργος και τη Ναυπλία, ο Ιωάννης Χαμάρετος στη Λακωνία, οι Μαμωνάδες στη Μονεμβασιά, οι Καντακουζηνοί στη Μεθώνη, οι Τσάκωνες, οι Μηλιγγοί, κ.ά. Την Κορώνη κατέλαβε από τους Φράγκους η Βενετία με τον Πρεμαρίνι και τον γιο τού Δανδόλου· ανέλαβαν και τη Μεθώνη. Οι Φράγκοι διατήρησαν τα Αυτοκρατορικά προνόμια και επικύρωσαν τους τίτλους των γαιών όσων Ελλήνων είχαν παραδοθεί, ενώ μοίρασαν ό,τι εδάφη κατέλαβαν με μάχη.

Οι Ρωμαίοι αναασυντάσσονται[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Θράκη οι Έλληνες ζήτησαν τη βοήθεια των Βουλγάρων. Ο βασιλιάς τους νίκησε και αιχμαλώτισε τον Βαλδουίνο, που απεβίωσε εγκάθειρκτος ένα έτος μετά τη στέψη του. Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Ερρίκος. Ο Βονιφάτιος έλυσε την πολιορκία της Ναυπλίας και έσπευσε στη Μακεδονία, όπου πάντρεψε την κόρη του Αγνή με τον Ερρίκο. Σε μία αψιμαχία με τους Βούλγαρους σκοτώθηκε και ο Βονιφάτιος. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Δημήτριος, που ως ανήλικος επιτροπεύθηκε από τον Ομπέρτο κόμη του Μπιαντράτε (πόλης του Πεδεμοντίου). Στη Νίκαια είχαν καταφύγει ο Πατριάρχης και οι Αυλή της Κωνσταντινούπολης, στην Τραπεζούντα ο Αλέξιος Κομνηνός, εγγονός του Ανδρονίκου Α΄, είχε ιδρύσει κράτος, καθώς και ο Μιχαήλ Α΄ (εξάδελφος των Ισαακίου Β΄ και Αλεξίου Γ΄) στην Ήπειρο. Ο τελευταίος, όταν έμαθε τη δυσαρέσκεια των Ελλήνων τού θέματος Νικόπολης (Ηπείρου-Αιτωλοακαρνανίας) προς τον Ρωμαίο διοικητή τους, πήγε στην Άρτα. Βρήκε αυτόν να έχει αποβιώσει, έτσι νυμφεύτηκε τη χήρα του Μελισσηνή και ανακηρύχθηκε ηγεμόνας της περιοχής, που περιελάμβανε τα Ιωάννινα, τη Λευκάδα και το Δυρράχιο. Το 1208 ο Σγουρός έγινε αυτόχειρας. Την περιοχή του ανέλαβε ο Μιχαήλ Α΄, που την έδωσε στον αδελφό του Θεόδωρο Άγγελο. Τελικά η Κόρινθος και η Τριζήνα (Δαμαλάς) περιήλθαν στον δούκα των Αθηνών, ενώ το Άργος και η Ναυπλία στους Βενετούς.

Στα Δωδεκάνησα η Πάτμος έμεινε στους μοναχούς του μοναστηριού της. Ο Λέων Γαβαλάς ήτανέγινε ανεξάρτητος άρχοντας της Ρόδου και τη Καρπάθου. Η Λέσβος και η Χίος σε Γενουάτες, τυπικά υποτελείς των Ρωμαίων.

Το μερίδιο της Βενετίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βενετία συνειδητοποίησε πως ήθελε τεράστιους πόρους για την κατάκτηση και οργάνωση του μεριδίου της, έτσι ζήτησε το έργο αυτό να το αναλάβουν ιδιώτες, που θα γίνουν υποτελείς της. Τότε ο Μάρκος Σανούδο, ανιψιός του Δανδόλου και δικαστικός στην Κωνσταντινούπολη, εξόπλισε 8 γαλέρες και αφού μάζεψε τυχοδιώκτες κατέλαβε 17 νησιά των Κυκλάδων. Μόνο η Νάξος αντιστάθηκε στον Σανούδο με τους Γενοβέζους (πειρατές) της. Ο Μάρκος έκαψε τις γαλέρες και έτσι οι σύντροφοί του αναγκάστηκαν να πολιορκήσουν το κάστρο που, έπειτα από 5 εβδομάδες, παραδόθηκε. Πιστός στις υποσχέσεις του, ο Σανούδο μοίρασε τα νησιά στους συντρόφους του: ο Μαρίνος Δάνδολος, ανιψιός του δόγη, πήρε την Άνδρο, ο Γιάκοπο Βαρότσι τη Σαντορίνη, οι αδελφοί Αντρέα και Ιερεμία Γκίζι την Τήνο και τη Μύκονο (επεκτάθηκαν και στις Σποράδες), ο Κουιρίνι την Αστυπάλαια, ο Λεονάρντο Φόσκολο την Ανάφη, οι Ντομένικο Μικέλι και Πιέτρο Ιουστινιάνι τη Σέριφο και την Κέα, ο Μάρκο Βενιέρι τα Κύθηρα, οι Βιάροι τα Αντικύθηρα. Ο Σανούλος κράτησε τη Νάξο, τη Σύρο, τη Μήλο, την Πάρο, την Κύθνο, την Κίμωλο. Η Λήμνος περιήλθε στους Ναβιγαγιόζι.

Την Κέρκυρα κατείχε ο Γενουάτης Λεόνε Βετράνο καπετάνιος (ή μάλλον πειρατής). Βενετικός στόλος κατέλαβε το νησί το 1205 και εγκατέστησε βάιλο, μόλις όμως ο στόλος έφυγε, ο Βετράνο και οι Κερκυραίοι ξεσηκώθηκαν. Το 1206 δεύτερος στόλος κατέλαβε το κάστρο των Κορυφών και σκότωσε τον Βετράνο. Το νησί δόθηκε σε 10 Βενετούς ευγενείς, με την υποχρέωση να συντηρούν τις οχυρώσεις και να πληρώνουν 500 κιλά μανουηλάτα. Οι άποικοι θα διατηρούσαν τη Ρωμαϊκή φορολογία και τα δικαιώματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Μάιο Ορσίνι έθεσε την Κεφαλληνία και τη Ζάκυνθο υπό την προστασία της Βενετίας, η οποία τον άφησε ανενόχλητο.

Έμενε η Κρήτη: η Βενετία άρχισε την κατάληψή της, αλλά οι εκεί Γενουάτες με αρχηγό τον Ερρίκο Πεσκατόρε συνέλαβαν τη Βενετσιάνικη φρουρά. Τότε η Βενετία έστειλε μεγαλύτερη δύναμη, που έδιωξε τον πειρατή και εγκατέστησε τον Ιάκωβο Τιέπολο διοικητή (δούκα) το 1207. Ωστόσο ο Πεσκατόρε, κόμης της Μάλτας, επικαλέστηκε τον Ιννοκέντιο Γ΄ και τη Γένουα και πέρασαν πέντε χρόνια, ώσπου να πειστεί και οι Βενετοί να εποικίσουν και να οργανώσουν το νησί.

Η διαίρεση της Ρωμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης: Θράκη, βορειο-δυτική Μ. Ασία (την έχασε στη Νικαια).
  • Βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Υποτελείς:
    • πριγκιπάτο της Αχαΐας.
    • δουκάτο των Αθηνών, βαρωνία των Θηβών.
    • βαρονία Σαλώνων (Άμφισσα), μαρκιωνία Βοδονίτσας (Φθιώτιδα).
    • τριτημόριοι Εύβοιας: Ωρεών, Χαλκίδας/Νεγρεπόντε, Καρύστου.
  • Βενετικές κτήσεις:
    • Κρήτη
    • Κέρκυρα, Παξοί, Κύθηρα
    • δουκάτο της Νάξου/Αρχιπελάγους (Κυκλάδων)
    • Μεθώνη, Κορώνη, Άργος, Ναυπλία

Επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη συνθήκη - συμφωνία Partitio Romaniae ξεκινά και η περίοδος της λεγόμενης Ενετοκρατίας και κατά περιοχές Φραγκοκρατίας ή Λατινοκρατίας στην ιστορία της Ελλάδας, όπου Ευρωπαίοι ευγενείς της Καθολικής Δύσης, ανέλαβαν τη διοίκηση των ελλαδικών περιοχών, στις οποίες κατά πλειονότητα κυριαρχούσε το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Αξιοσημείωτο είναι ότι τελικά μεγάλες περιφέρειες της πρότινος Βυζαντινής Αυτοκρατορίας παρέμειναν στην κυριότητα Ελλήνων ευγενών και όχι Σταυροφόρων, γεγονός που πολύ σύντομα θα οδηγήσει στην επανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Παράλληλα δε, από τις διαμάχες που ενέσκηψαν στη συνέχεια μεταξύ των Σταυροφόρων, γρήγορα τα νεοπαγή λατινικά κράτη που δημιουργήθηκαν γύρω από την Κωνσταντινούπολη θα διαλυθούν, μετά από την καταστροφική σύγκρουσή τους με την αναδυόμενη αυτοκρατορία της Βουλγαρίας.

Τα κείμενα της συμφωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμφωνία διανομής των εδαφών έχει φτάσει σε εμάς μέσα από πληθώρα πηγών. Κυριότερες αναλύσεις και συλλογές των πηγών αυτών δίνονται στις εξής δημοσιεύσεις:

  • Gottlieb Tafel, Georg Thomas, Urkunden zur älteren Handels und Staatsgeschichte der Republik Venedig mit besonderer Beziehungen auf Byzanz und die Levante, τομ. 1, Βιέννη, aus der kaiserlich-königlichen hof und Staatsdruckerei, 1856 , σελ. 444-501 [1]
  • Antonio Carile, "Partitio terrarum imperii Romanie," Studi veneziani, VII (1965), 125-305