Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπό τη Δυναστεία των Κομνηνών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διοικήθηκε από Αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών για μία περίοδο 104 ετών, από το 1081 έως το 1185 περίπου. Η περίοδος των Κομνηνών περιλαμβάνει τη βασιλεία πέντε Αυτοκρατόρων, του Αλέξιου Α΄, του Ιωάννη Β΄, του Μανουήλ Α', του Αλεξίου Β΄ και του Ανδρόνικου Α΄. Ήταν μία περίοδος διαρκούς, αν και τελικά ημιτελούς, αποκατάστασης της στρατιωτικής, εδαφικής, οικονομικής και πολιτικής θέσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Το Βυζάντιο υπό τους Κομνηνούς έπαιξε βασικό ρόλο στην ιστορία των Σταυροφοριών στους Αγίους Τόπους, ενώ άσκησε επίσης τεράστια πολιτιστική και πολιτική επιρροή στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή και τα εδάφη γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Οι Κομνηνοί Αυτοκράτορες, ιδιαίτερα ο Ιωάννης Β΄ και ο Μανουήλ Α΄, άσκησαν μεγάλη επιρροή στις σταυροφορικές πολιτείες του Οτρμέρ, ενώ ο Αλέξιος Α' έπαιξε βασικό ρόλο στην πορεία της Α΄ Σταυροφορίας, την οποία βοήθησε να πραγματοποιηθεί.

Επιπλέον, ήταν κατά την περίοδο των Κομνηνών που η επαφή μεταξύ του Βυζαντίου και της «Λατινικής» Χριστιανικής Δύσης, συμπεριλαμβανομένων των σταυροφορικών κρατών, βρισκόταν στο πιο κρίσιμο στάδιο. Βενετοί και άλλοι Ιταλοί έμποροι κατοίκησαν στην Κωνσταντινούπολη και την Αυτοκρατορία σε μεγάλους αριθμούς (60–80.000 «Λατίνους» μόνο στην Κωνσταντινούπολη) και η παρουσία τους, μαζί με τους πολυάριθμους Λατίνους μισθοφόρους που χρησιμοποίησε ο Μανουήλ Α΄, βοήθησε ιδιαίτερα στη διάδοση της Βυζαντινής τεχνολογίας, τέχνης, λογοτεχνία και πολιτισμού σε όλη τη Ρωμαιοκαθολική δύση. Περισσότερο απ' όλα, η πολιτιστική επίδραση της Βυζαντινής τέχνης στη δύση αυτή την περίοδο ήταν τεράστια και μακροχρόνιας σημασίας.

Σημαντική συμβολή στην ιστορία της Μ. Ασίας είχαν και οι Κομνηνοί. Ανακατακτώντας μεγάλο μέρος της περιοχής, οι Κομνηνοί ανέστειλαν την προέλαση των Σελτούκων στη Μ. Ασία για περισσότερο από δύο αιώνες. Στην πορεία φύτεψαν τα θεμέλια των Βυζαντινών διαδόχων κρατών της Νίκαιας, της Ηπείρου και της Τραπεζούντας. Εν τω μεταξύ, το εκτεταμένο πρόγραμμα οχυρώσεων έχει αφήσει ένα διαρκές σημάδι στο τοπίο της Μ. Ασίας, το οποίο μπορεί να εκτιμηθεί ακόμη και σήμερα. [1]

Κρίση και κατακερματισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εποχή των Κομνηνών ήταν μετά από μία περίοδο μεγάλων δυσκολιών και αγώνων για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μετά από ένα διάστημα σχετικής επιτυχίας και επέκτασης υπό τη Μακεδονική δυναστεία (π. 867 – π. 1054), το Βυζάντιο γνώρισε αρκετές δεκαετίες στασιμότητας και παρακμής, που κορυφώθηκε σε μία τεράστια επιδείνωση της στρατιωτικής, εδαφικής, οικονομικής και πολιτικής κατάστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όταν μετά επικράτησε ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός το 1081.

Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Αυτοκρατορία προκλήθηκαν εν μέρει από την αυξανόμενη επιρροή και τη δύναμη της αριστοκρατίας, η οποία αποδυνάμωσε τη στρατιωτική δομή της Αυτοκρατορίας, υπονομεύοντας το σύστημα των Θεμάτων, που εκπαίδευε και διοικούσε τους στρατούς της. Ξεκινώντας με το τέλος του επιτυχημένου στρατιωτικού-Αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ το 1025, μία μακρά σειρά αδύναμων ηγεμόνων είχαν διαλύσει τους μεγάλους στρατούς, που υπερασπίζονταν τις ανατολικές επαρχίες από επίθεση. Αντίθετα, ο χρυσός αποθηκευόταν στην Κωνσταντινούπολη, φαινομενικά για να προσλάβουν μισθοφόρους, σε περίπτωση που προκύψουν προβλήματα. [2] Στην πραγματικότητα όμως το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων διδόταν με τη μορφή δώρων σε ευνοούμενους του Αυτοκράτορα, εξωφρενικά αυλικά συμπόσια και πολυτέλειες για την Αυτοκρατορική οικογένεια. [3]

Εν τω μεταξύ τα υπολείμματα των άλλοτε τρομερών ενόπλων δυνάμεων αφέθηκαν να αποσυντεθούν, σε σημείο που δεν ήταν πλέον ικανά να λειτουργήσουν ως στρατός. Ηλικιωμένοι άνδρες με κακοσυντηρημένο εξοπλισμό, αναμεμειγμένοι με νεοσύλλεκτους που δεν είχαν συμμετάσχει ποτέ σε εκπαιδευτική άσκηση, αποτελούσαν τώρα το στράτευμα. [2]

Η ταυτόχρονη άφιξη νέων επιθετικών εχθρών, Σελτζούκων στα ανατολικά και Νορμανδών στα δυτικά, ήταν ένας άλλος παράγοντας, που αύξησε τις δυσκολίες. Το 1040 οι Νορμανδοί, αρχικά ακτήμονες μισθοφόροι από τα βόρεια μέρη της Ευρώπης σε αναζήτηση λεηλασίας, άρχισαν να επιτίθενται στα Βυζαντινά οχυρά στη νότια Ιταλία. Για την αντιμετώπισή τους στάλθηκε στην Ιταλία το 1042 μικτή δύναμη μισθοφόρων και στρατευσίμων υπό τον τρομερό Γεώργιο Μανιάκη [3] Ο Μανιάκης και ο στρατός του διεξήγαγαν μία βάναυση, επιτυχή εκστρατεία, αλλά πριν προλάβει να ολοκληρωθεί, ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Θυμωμένος από μία σειρά αδικιών εναντίον της συζύγου και της περιουσίας του από έναν από τους αντιπάλους του, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τα στρατεύματά του και τα οδήγησε στην Αδριατική σε νίκη εναντίον ενός στρατού πιστού στον Μιχαήλ Ε΄ και τη Ζωή. Ωστόσο, ένα θανάσιμο τραύμα τον οδήγησε στον θάνατο λίγο αργότερα. Με την αντίσταση έτσι απούσα στα Βαλκάνια, οι Νορμανδοί μπόρεσαν να ολοκληρώσουν την εκδίωξη των Βυζαντινών από την Ιταλία μέχρι το 1071. [3]

Παρά τη σοβαρότητα αυτής της απώλειας, στη Μ. Ασία θα συνέβαινε η μεγαλύτερη καταστροφή της Αυτοκρατορίας. Οι Σελτζούκοι, αν και ασχολούνταν κυρίως με την ήττα της Αιγύπτου υπό τους Φατιμίδες, εντούτοις διεξήγαγαν μία σειρά καταστροφικών επιδρομών στην Αρμενία και την ανατολική Μ. Ασία, τον κύριο χώρο στρατολόγησης των Βυζαντινών στρατευμάτων. Με τους Αυτοκρατορικούς στρατούς αποδυναμωμένους από χρόνια ανεπαρκούς χρηματοδότησης και εμφυλίου πολέμου, ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης συνειδητοποίησε ότι ήταν απαραίτητος ένας χρόνος αναδιάρθρωσης και επανεξοπλισμού. Κατά συνέπεια, προσπάθησε να ηγηθεί μίας αμυντικής εκστρατείας στα ανατολικά, έως ότου οι δυνάμεις του να έχουν ανακάμψει αρκετά για να νικήσουν τους Σελτζούκους. Ωστόσο, υπέστη μία αιφνιδιαστική ήττα από τον Αλπ Αρσλάν (σουλτάνος των Σελτζούκων) στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071. Ο Ρωμανός Δ΄ αιχμαλωτίστηκε και παρόλο που οι όροι ειρήνης του Σουλτάνου ήταν αρκετά επιεικείς, η μάχη μακροπρόθεσμα είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη απώλεια της Βυζαντινής Μ. Ασίας. [2]

Με την απελευθέρωσή του ο Ρωμανός Δ΄ διαπίστωσε, ότι οι εχθροί του είχαν συνωμοτήσει εναντίον του, για να τοποθετήσουν τον δικό τους υποψήφιο στο θρόνο ερήμην του. Μετά από δύο ήττες στη μάχη κατά των επαναστατών, ο Ρωμανός Δ΄ παραδόθηκε και υπέστη φρικτό τέλος από βασανιστήρια. Ο νέος Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας αρνήθηκε να τιμήσει τη συνθήκη, που είχε υπογράψει ο Ρωμανός. Σε απάντηση οι Τούρκοι άρχισαν να κινούνται στη Μ. Ασία το 1073. Η κατάρρευση του παλαιού αμυντικού συστήματος σήμαινε, ότι δεν συνάντησαν αντίσταση. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, το χάος επικράτησε καθώς οι εναπομείναντες πόροι της Αυτοκρατορίας σπαταλήθηκαν σε μία σειρά καταστροφικών εμφυλίων πολέμων. Χιλιάδες Τουρκομανικές φυλές διέσχισαν τα αφύλακτα σύνορα και κινήθηκαν στη . Ασία. Μέχρι το 1080, μία έκταση 78.000 τετρ. χλμ. είχαν χαθεί από την Αυτοκρατορία. [3]

Αλέξιος Α΄ Κομνηνός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά την επικράτηση του Αλεξίου Α' Κομνηνού, π. 1081.

Μετά το Μαντζικέρτ κατέστη δυνατή η μερική ανάκαμψη, λόγω των προσπαθειών της δυναστείας των Κομνηνών. Αυτό μερικές φορές αναφέρεται ως η αποκατάσταση της Αυτοκρατορίας από τους Κομνηνούς. [4] Ο πρώτος Αυτοκράτορας αυτής της βασιλικής γραμμής ήταν ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (του οποίου τη ζωή και τις πολιτικές θα περιέγραφε η κόρη του Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα). Η μακρόχρονη βασιλεία του Αλεξίου Α΄, σχεδόν 37 έτη, ήταν γεμάτη αγώνες. Κατά την άνοδό του το 1081, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε χάος μετά από μία παρατεταμένη περίοδο εμφυλίου πολέμου, που προέκυψε από την ήττα στο Μαντζικέρτ. [5]

Στην αρχή της βασιλείας του, ο Αλέξιος Α΄ έπρεπε να αντιμετωπίσει την τρομερή απειλή των Νορμανδών υπό τον Ροβέρτο Γυισκάρδο και τον γιο του Boημούνδο του Τάραντα, που κατέλαβαν το Δυρράχιο και την Κέρκυρα και πολιόρκησαν τη Λάρισα στη Θεσσαλία (βλ. μάχη του Δυρραχίου). Ο Αλέξιος Α΄ οδήγησε τις δυνάμεις του αυτοπροσώπως εναντίον των Νορμανδών, ωστόσο παρά τις προσπάθειές του ο στρατός του καταστράφηκε στο πεδίο. Ο ίδιος ο Αλέξιος Α΄ τραυματίστηκε, αλλά το τέλος του Ροβέρτου Γυισκάρδου το 1085 οδήγησε στην υποχώρηση του Νορμανδικού κινδύνου για λίγο. [4]

Ωστόσο, τα προβλήματα του Αλέξιου Α΄ μόλις ξεκινούσαν. Σε μία εποχή που ο Αυτοκράτορας χρειαζόταν επειγόντως να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερα έσοδα από την κατεστραμμένη Αυτοκρατορία του, η φορολογία και η οικονομία ήταν σε πλήρη σύγχυση. Ο πληθωρισμός έβγαινε εκτός ελέγχου, η νομισματοκοπία είχε υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό, το δημοσιονομικό σύστημα ήταν μπερδεμένο (υπήρχαν έξι διαφορετικά νομίσματα σε κυκλοφορία) και το Αυτοκρατορικό ταμείο ήταν άδειο. Σε απόγνωση, ο Αλέξιος Α΄ είχε αναγκαστεί να χρηματοδοτήσει την εκστρατεία του κατά των Νορμανδών χρησιμοποιώντας τον πλούτο της Εκκλησίας, που είχε τεθεί στη διάθεσή του από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. [6]

Αυτό το ισταμένον εξ ηλέκτρουκόπηκε από τον Αλέξιο Α΄ κατά τη διάρκεια του πολέμου του εναντίον του Ροβέρτου Γυισκάρδου. Η καταστροφική οικονομική κατάσταση της Αυτοκρατορίας μετά το 1071 είχε οδηγήσει σε μεγάλης κλίμακας υποβάθμιση της νομισματικής της κοπής.

Το 1087 ο Αλέξιος αντιμετώπισε μια νέα εισβολή. Αυτή τη φορά οι εισβολείς αποτελούνταν από μία ορδή 80.000 Πετσενέγων από βόρεια του Δούναβη, που κατευθύνονταν προς την Κωνσταντινούπολη. Χωρίς αρκετά στρατεύματα για να αποκρούσει αυτή τη νέα απειλή, ο Αλέξιος Α΄ χρησιμοποίησε τη διπλωματία, για να επιτύχει μία νίκη. Έχοντας δωροδοκήσει τους Κουμάνους, μία άλλη βαρβαρική φυλή, για να τον βοηθήσουν, προχώρησε εναντίον των Πετσενέγων, οι οποίοι αιφνιδιάστηκαν και εξολοθρεύτηκαν στη μάχη του Λεβουνίου στις 28 Απριλίου 1091 [4].

Με τη σταθερότητα που επιτέλους επιτεύχθηκε στη δύση, ο Αλέξιος Α΄ είχε τώρα την ευκαιρία να αρχίσει να επιλύει τις σοβαρές οικονομικές του δυσκολίες και τη διάλυση των παραδοσιακών αμυνών της Αυτοκρατορίας. Προκειμένου να αποκαταστήσει τον στρατό, ο Αλέξιος Α΄ άρχισε να κτίζει μία νέα δύναμη με αμοιβή κτήματα (πρόνοιαι) και ετοιμάστηκε να προχωρήσει ενάντια στους Σελτζούκους, που είχαν κατακτήσει τη Μ. Ασία και ήταν πλέον εγκατεστημένοι στη Νίκαια. [7]

Παρά τις βελτιώσεις του, ο Αλέξιος Α΄ δεν είχε αρκετό ανθρώπινο δυναμικό, για να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη στη Μ. Ασία. Έχοντας εντυπωσιαστεί από τις ικανότητες του Νορμανδικού ιππικού στο Δυρράχιο, έστειλε πρέσβεις στα δυτικά, για να ζητήσουν ενισχύσεις από την Ευρώπη. Αυτή η αποστολή εκπληρώθηκε επιδέξια: στη Σύνοδο της Πιατσέντσα το 1095, ο πάπας Ουρβανός Β΄ εντυπωσιάστηκε από την έκκληση του Αλεξίου Α΄ για βοήθεια, που μιλούσε για τα δεινά των Χριστιανών της Ανατολής και υπαινίσσετο μία πιθανή ένωση της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Ο πάπας Ουρβανός Β΄ έβλεπε την αυξανόμενη ανησυχία των φιλοπόλεμων αρχόντων στη Δυτική Ευρώπη, οι οποίοι, στερούμενοι επί του παρόντος σημαντικούς εχθρούς, προκαλούσαν χάος σε όλη την ύπαιθρο. Η έκκληση του Αλεξίου Α΄ προσέφερε ένα μέσο, όχι μόνο για να ανακατευθύνει την ενέργεια των ιπποτών προς όφελος της Εκκλησίας, αλλά και να εδραιώσει την εξουσία του πάπα σε όλο τον Χριστιανικό κόσμο και να κερδίσει την Ανατολή για την έδρα της Ρώμης. [8]

Α΄ Σταυροφορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεσαιωνικό χειρόγραφο που απεικονίζει την κατάληψη της Ιερουσαλήμ κατά την Α' Σταυροφορία.

Στις 27 Νοεμβρίου 1095, ο Ουρβανός Β΄ συγκάλεσε το Συμβούλιο του Κλερμόν στη Γαλλία. Εκεί, ανάμεσα σε ένα πλήθος χιλιάδων, που είχαν έρθει για να ακούσουν τα λόγια του, παρότρυνε όλους τους παρευρισκόμενους να πάρουν τα όπλα κάτω από τη σημαία του Σταυρού και να ξεκινήσουν έναν ιερό πόλεμο, για να ανακτήσουν την Ιερουσαλήμ και την Ανατολή από τους «άπιστους» Μουσουλμάνους. Έπρεπε να δοθούν συγχωροχάρτια, σε όλους όσοι συμμετείχαν στο μεγάλο εγχείρημα. Πολλοί υποσχέθηκαν να εκτελέσουν την εντολή του πάπα και η είδηση της Σταυροφορίας διαδόθηκε σύντομα σε όλη τη δυτική Ευρώπη. [8]

Ο Αλέξιος Α΄ περίμενε βοήθεια με τη μορφή μισθοφορικών δυνάμεων από τη Δύση, και ήταν εντελώς απροετοίμαστος για τις απέραντο και απείθαρχο πλήθος, που έφτασαν σύντομα προς έκπληξη και αμηχανία του. Την πρώτη ομάδα, υπό τον Πέτρο τον Ερημίτη, έστειλε στη Μ. Ασία, διατάζοντάς τους να μείνουν κοντά στην ακτή και να περιμένουν ενισχύσεις. Ωστόσο, οι απείθαρχοι σταυροφόροι αρνήθηκαν να ακούσουν και άρχισαν να λεηλατούν και να λαφυραγωγούν τους ντόπιους Χριστιανούς κατοίκους. Καθώς βάδισαν στη Νίκαια το 1096, πιάστηκαν από τους Τούρκους και σφαγιάστηκαν σχεδόν μέχρι τον τελευταίο άνδρα. [6]

Το δεύτερο, «επίσημο» πλήθος των ιπποτών, με αρχηγό τον Γοδεφρείδου του Μπουγιόν, ο Αλέξιος Α΄ το έστειλε επίσης στη Μ. Ασία, υποσχόμενος να τους προμηθεύσει με εφόδια με αντάλλαγμα τον όρκο υποτέλειας. Τους συνόδευε ο Βυζαντινός στρατηγός Τατίκιος. Με τις νίκες τους, ο Αλέξιος Α΄ μπόρεσε να ανακτήσει για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μία σειρά από σημαντικές πόλεις και νησιά: Νίκαια, Χίο, Ρόδο, Σμύρνη, Έφεσο, Φιλαδέλφεια, Σάρδεις και μάλιστα μεγάλο μέρος της δυτικής Μ. Ασίας (1097-1099). Αυτό αποδίδει η κόρη του Άννα στην πολιτική και τη διπλωματία του, αλλά οι καλές σχέσεις δεν έμελλε να διαρκέσουν. Οι σταυροφόροι πίστευαν, ότι οι όρκοι τους έγιναν άκυροι, όταν ο Αλέξιος Α΄ δεν τους βοήθησε κατά την πολιορκία της Αντιόχειας (στην πραγματικότητα είχε ξεκινήσει στον δρόμο προς την Αντιόχεια, αλλά είχε πειστεί να γυρίσει πίσω από τον Στέφανο του Μπλουά, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν χαμένα και ότι η αποστολή είχε ήδη αποτύχει). Ο Βοημούνδος, ο οποίος είχε οριστεί ως πρίγκιπας της Αντιόχειας, έκανε για λίγο πόλεμο με τον Αλέξιο Α΄, αλλά μετά συμφώνησε να γίνει υποτελής του Αλέξιου Α΄ βάσει της Συνθήκης της Δεαβόλεως το 1108. [8]

Ανάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις πολλές επιτυχίες του, τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του, ο Αλέξιος Α΄ έχασε μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς του. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στα σκληρά μέτρα, που αναγκάστηκε να λάβει για να σώσει την εμπόλεμη Αυτοκρατορία. Καθιερώθηκε η επιστράτευση, προκαλώντας δυσαρέσκεια στους αγρότες, παρά την πιεστική ανάγκη για νεοσύλλεκτους στον Αυτοκρατορικό στρατό. Για να αποκαταστήσει το Αυτοκρατορικό ταμείο, ο Αλέξιος Α΄ έλαβε μέτρα για να φορολογήσει βαριά την αριστοκρατία. Ακύρωσε επίσης πολλές από τις φορολογικές απαλλαγές, που απολάμβανε προηγουμένως η Εκκλησία. Προκειμένου να διασφαλίσει ότι όλοι οι φόροι πληρώνονταν πλήρως και για να σταματήσει ο κύκλος της υποτίμησης και του πληθωρισμού, αναμόρφωσε πλήρως τη νομισματοκοπία, εκδίδοντας το νέο χρυσό νόμισμα υπέρπυρον (= πολύ εξευγενισμένο) για τον σκοπό αυτό. Μέχρι το 1109 είχε καταφέρει να αποκαταστήσει την τάξη, επεξεργαζόμενος μία σωστή συναλλαγματική ισοτιμία για όλα τα νομίσματα. Το νέο του υπέρπυρο θα ήταν το τυπικό Βυζαντινό νόμισμα για τα επόμενα διακόσια χρόνια. [5]

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Αλεξίου σημαδεύτηκαν από διωγμούς των οπαδών των αιρέσεων των Παυλικιανών και των Βογομίλων - μια από τις τελευταίες του πράξεις ήταν να κάψει στην πυρά τον ηγέτη των βογομίλων, Βασίλειο τον Ιατρό, με τον οποίο είχε εμπλακεί σε θεολογική διαμάχη. Με ανανεωμένους αγώνες με τους Σελτζούκους (1110–1117) και από αγωνίες ως προς τη διαδοχή, την οποία η σύζυγός του Ειρήνη ήθελε να αλλάξει υπέρ τού -συζύγου τής κόρης της Άννας- Νικηφόρου Βρυέννιου, προς όφελος τουύ οποίου δημιουργήθηκε ο ειδικός τίτλος τού πανυπερσεβάστου (= τιμώμενου επάνω από όλους). Αυτή η δολοπλοκία τάραξε ακόμη και τις ώρες του τέλους του. [5]

Ωστόσο, παρά τη μη δημοτικότητα ορισμένων μέτρων του, οι προσπάθειες του Αλεξίου Α΄ ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της Αυτοκρατορίας. Οικονομικά και στρατιωτικά χρεοκοπημένη, και αντιμέτωπη με κύματα ξένων εισβολών, η Αυτοκρατορία που είχε κληρονομήσει βρισκόταν στο σημείο της κατάρρευσης. Ο μακροχρόνιος αγώνας του για την προστασία και την αποκατάσταση της δύναμης της Αυτοκρατορίας ήταν εξαντλητικός, αλλά οι διάδοχοι του Αλεξίου Α΄ κληρονόμησαν ένα βιώσιμο κράτος, τόσο με εσωτερική σταθερότητα, όσο και με στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους, για να επεκταθούν στο μέλλον. [3]

Αποκατάσταση επί Ιωάννου Β΄ Κομνηνού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (1118–1143) κέρδισε σχεδόν παγκόσμιο σεβασμό, ακόμη και από τους Σταυροφόρους, για το θάρρος, την αφοσίωση και την ευσέβειά του.

Ο γιος του Αλεξίου Α΄, ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, τον διαδέχθηκε το 1118 και επρόκειτο να κυβερνήσει μέχρι το 1143. Λόγω της ήπιας και δίκαιης βασιλείας του, ονομάστηκε ο Βυζαντινός Μάρκος Αυρήλιος. Ο Ιωάννης Β΄ ήταν ασυνήθιστος για την έλλειψη σκληρότητας: παρά τη μακρά βασιλεία του, ποτέ δεν εκτελέστηκε ή τυφλώθηκε κάποιος. Αγαπήθηκε από τους υπηκόους του, οι οποίοι του έδωσαν το όνομα «Καλοϊωάννης». Ήταν επίσης ενεργητικός μαχητής, περνώντας μεγάλο μέρος της ζωής του σε στρατόπεδα και επιβλέποντας προσωπικά τις πολιορκίες. [7]

Κατά τη βασιλεία του Ιωάννη Β΄, το Βυζάντιο αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες: οι εχθροί επιτέθηκαν την Αυτοκρατορία από όλες τις πλευρές. Μία εισβολή νομάδων ιππέων από το βορρά απείλησε τον Βυζαντινό έλεγχο στα Βαλκάνια και οι Τούρκοι παρενοχλούσαν το Βυζαντινό έδαφος στη Μ. Ασία. Ωστόσο, ο Ιωάννης Β΄ σύντομα αποδείχθηκε εξίσου αποφασισμένος και ενεργητικός με τον προκάτοχό του. Στη μάχη της Βέροιας, ο Ιωάννης οδήγησε προσωπικά τους Αυτοκρατορικούς στρατούς κατά των εισβολέων των Πετσενέγκων. Με τη βοήθεια των επίλεκτων στρατευμάτων του Αυτοκράτορα, της φρουράς των Βαράγγων, οι ιππείς της εχθρικής φυλής συντρίφτηκαν αποφασιστικά. Η νίκη του Αυτοκράτορα ήταν τόσο εμφατική, που οι Πετσενέγκοι σύντομα εξαφανίστηκαν ως ανεξάρτητος λαός. [7]

Ο γάμος του Ιωάννη Β΄ με την πριγκίπισσα Πιρόσκα της Ουγγαρίας τον ενέπλεξε στους δυναστικούς αγώνες του βασιλείου της Ουγγαρίας. Δίνοντας άσυλο στον Άλμος, έναν τυφλωμένο διεκδικητή του Ουγγρικού θρόνου, ο Ιωάννης Β΄ προκάλεσε την υποψία των Ούγγρων. Οι Ούγγροι, με επικεφαλής τον Στέφανο Β'΄, εισέβαλαν στη συνέχεια στις Βαλκανικές επαρχίες του Βυζαντίου το 1127, με εχθροπραξίες που διήρκεσαν μέχρι το 1129 [9] Οι Ούγγροι επιτέθηκαν στο Βελιγράδι, τη Νις και τη Σόφια. Ο Ιωάννης Β΄, που βρισκόταν κοντά στη Φιλιππούπολη της Θράκης, αντεπιτέθηκε με την υποστήριξη ενός ναυτικού στολίσκου, που δρούσε στον Δούναβη. [10] Μετά από μία προκλητική εκστρατεία, οι λεπτομέρειες της οποίας είναι ασαφείς, ο Αυτοκράτορας κατάφερε να νικήσει τους Ούγγρους και τους Σέρβους συμμάχους τους στο φρούριο Χαράμ ή Χραμών, που είναι η σύγχρονη Νόβα Παλάνκα. [11] Μετά από αυτό, οι Ούγγροι ανανέωσαν τις εχθροπραξίες επιτιθέμενοι στο Μπρανίτσεβο, το οποίο ανοικοδομήθηκε αμέσως από τον Ιωάννη Β΄. Περαιτέρω Βυζαντινές στρατιωτικές επιτυχίες -ο Χωνιάτης αναφέρει αρκετές εμπλοκές- είχαν ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση της ειρήνης. Το σύνορο τού Δούναβη είχε εξασφαλιστεί οριστικά. [9] [12]

Ο Ιωάννης Β΄ μπόρεσε τότε να συγκεντρωθεί στη Μ. Ασία, η οποία έγινε το επίκεντρο της προσοχής του για το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του. Οι Σελτζούκοι πίεζαν μπροστά στα Βυζαντινά σύνορα και ο Ιωάννης Β΄ ήταν αποφασισμένος να τους διώξει πίσω. Χάρη στην ενεργητική εκστρατεία του Ιωάννη Β΄, οι Σελτζουκικές προσπάθειες επέκτασης στη Μ. Ασία σταμάτησαν και ο Ιωάννης Β΄ ετοιμάστηκε να δώσει τη μάχη με τον εχθρό. Προκειμένου να επαναφέρει την περιοχή στον Βυζαντινό έλεγχο, ο Ιωάννης Β΄ ηγήθηκε μίας σειράς εκστρατειών κατά των Τούρκων, μία από τις οποίες είχε ως αποτέλεσμα την εκ νέου κατάκτηση της πατρογονικής οικίας των Κομνηνών στην Κασταμονή. Γρήγορα κέρδισε μία τρομερή φήμη ως νικητή πολιορκιών, παίρνοντας το ένα οχυρό μετά το άλλο από τους εχθρούς του. Οι περιοχές που είχαν χαθεί από την Αυτοκρατορία στον απόηχο του Μαντζικέρτ ανακτήθηκαν και απέκτησαν φύλαξη. Ωστόσο, η αντίσταση, ιδιαίτερα από τους Δανισμενίδες της βορειοανατολικής πλευράς, ήταν ισχυρή, και η δύσκολη φύση της αναχαίτισης των νέων κατακτήσεων φαίνεται από το γεγονός, ότι η Κασταμονή ανακαταλήφθηκε από τους Σελτζούκους, ενώ ο Ιωάννης Β΄ επέστρεφε στην Κωνσταντινούπολη και εόρταζε την επιστροφή της στη Βυζαντινή κυριαρχία. Ο Ιωάννης Β΄ επέμεινε, και η Κασταμόνου σύντομα άλλαξε χέρια για άλλη μία φορά. Προχώρησε στη βορειοανατολική Μ. Ασία, προκαλώντας τους Σελτζούκους να επιτεθούν στον στρατό του. Σε αντίθεση με τον Ρωμανό Δ΄ Διογένη, οι δυνάμεις του Ιωάννη Β΄ μπόρεσαν να διατηρήσουν τη συνοχή τους: η Σελτζουκική προσπάθεια, τού να επιβληθεί μία ήττα -όπως αυτή στο Mάντζικερτ- στον στρατό του Αυτοκράτορα, απέτυχε και ο σουλτάνος, απαξιωμένος από την αποτυχία του, δολοφονήθηκε από τους δικούς του ανθρώπους. [7]

Ο Ιωάννης Β΄, όπως και ο Βασίλειος Β΄ πριν από αυτόν, ήταν ένας αργός, αλλά σταθερός αγωνιστής. Οι στρατοί του έκαναν προσεκτικά, μετρημένα κέρδη με την πάροδο του χρόνου, σπάνια εκθέτοντας τους εαυτούς τους σε υπερβολικούς κινδύνους, αλλά παρόλ' αυτά προχωρούσαν απαρέγκλιτα προς τους στόχους τους. Ωστόσο, οι Σελτζούκοι ήταν ανθεκτικοί και δεν επέτρεψαν να ηττηθούν αποφασιστικά σε κάποια εμπλοκή. Γνώριζαν ότι ήταν δύσκολο για τον Αυτοκράτορα να παραμείνει σε ένα θέατρο πολέμου για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς συχνά συνέβαιναν γεγονότα αλλού, που απαιτούσαν την προσοχή του. [7]

Ο Ιωάννης Β΄ εδραίωσε τις κατακτήσεις του και τις υπάρχουσες Βυζαντινές κτήσεις στην Ασία με την κατασκευή μίας σειράς οχυρών. Ο ιστορικός Παύλος Μαγδαληνός εξηγεί αυτή τη διαδικασία στο βιβλίο του Η αυτοκρατορία του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού, τοποθετώντας την στο πλαίσιο της Κομνήνειας αποκατάστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στο σύνολό της. Επισημαίνει, ότι ενώ ο πατέρας τού Ιωάννη Β΄, ο Αλέξιος Α΄ είχε οχυρώσει μέρη στην ακτή, ο Ιωάννης επέκτεινε τώρα τον έλεγχο του Βυζαντίου στο εσωτερικό, οχυρώνοντας μέρη όπως το Λοπάδιο, η Αχυράος και η Λαοδίκεια, που φύλαγαν τις προσβάσεις προς τις κοιλάδες και τις ακτές της Μ. Ασίας. Αυτή η αποκατάσταση της τάξης υπό τον Ιωάννη Β΄ επέτρεψε στην αγροτική ευημερία να ξεκινήσει μία ανάκαμψη, που θα επανέφερε τελικά αυτές τις κατεστραμμένες από τον πόλεμο περιοχές στην προηγούμενη κατάστασή τους ως παραγωγικό και πολύτιμο τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [13]

Προς το τέλος της βασιλείας του, ο Ιωάννης Β΄ έκανε μία συντονισμένη προσπάθεια να εξασφαλίσει την Αντιόχεια. Στον δρόμο, κατέλαβε τα νότια παράλια της Μ. Ασίας και την Κιλικία. Προχώρησε στη Συρία επικεφαλής του στρατού παλαιμάχων του, ο οποίος είχε ωριμάσει από μία ζωή εκστρατείας. Παρόλο που ο Ιωάννης Β΄ πολέμησε σκληρά για τους Χριστιανούς στην εκστρατεία στη Συρία, υπήρξε ένα διάσημο περιστατικό, όπου οι σύμμαχοί του, ο Ραϋμόνδος πρίγκιπας της Αντιόχειας και ο Ζοσλέν Β΄ κόμης της Έδεσσας, κάθισαν οι δύο τους παίζοντας ζάρια, ενώ ο Ιωάννης Β΄ πίεζε την Πολιορκία του Αχυράου. Αυτοί οι σταυροφόροι πρίγκιπες ήταν καχύποπτοι ο ένας για τον άλλον και τον Ιωάννη Β΄, και κανένας δεν ήθελε να κερδίσει ο άλλος από τη συμμετοχή στην εκστρατεία, ενώ ο Ραϋμόνδος ήθελε επίσης να κρατήσει την Αντιόχεια, την οποία είχε συμφωνήσει να παραδώσει στον Ιωάννη Β΄, εάν η εκστρατεία ήταν επιτυχής. [14] Τελικά, ο Ζοσλέν Β΄ και ο Ραϋμόνδος συνωμότησαν για να κρατήσουν τον Ιωάννη Β΄ μακριά από την Αντιόχεια, και ενώ ετοιμαζόταν να κάνει ένα προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ και μία περαιτέρω εκστρατεία, έκοψε κατά λάθος το χέρι του σε ένα δηλητηριώδες βέλος, ενώ ήταν έξω για κυνήγι. Το δηλητήριο μπήκε και λίγο αργότερα απεβίωσε. [8]

Ο ιστορικός Γι. Μπίρκενμαϊερ υποστήριξε πρόσφατα, ότι η βασιλεία του Ιωάννη Β΄ ήταν η πιο επιτυχημένη της περιόδου των Κομνηνών. Στο «Η ανάπτυξη του στρατού των Κομνηνών 1081–1180», τονίζει τη σοφία της προσέγγισης του Ιωάννη Β΄ στον πόλεμο, ο οποίος επικεντρωνόταν σε πόλεμο πολιορκίας και όχι σε επικίνδυνες μάχες. Ο Μπίρκενμαϊερ υποστηρίζει, ότι η στρατηγική του Ιωάννη Β΄ να ξεκινά ετήσιες εκστρατείες με περιορισμένους, ρεαλιστικούς στόχους ήταν πιο λογική, από αυτή που ακολούθησε ο γιος του Μανουήλ Α΄. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι εκστρατείες του Ιωάννη Β΄ ωφέλησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, επειδή προστάτευαν την καρδιά της Αυτοκρατορίας από επιθέσεις, ενώ σταδιακά επέκτειναν την επικράτειά της στη Μ. Ασία. Οι Σελτζούκοι αναγκάστηκαν να περιέλθουν σε άμυνα, ενώ ο Ιωάννης Β΄ κράτησε τη διπλωματία σχετικά απλή, συμμαχώντας με τον Δβασιλιά της Γερμανίας ενάντια στους Νορμανδούς της Σικελίας. [7]

Συνολικά, ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός άφησε την Αυτοκρατορία πολύ καλύτερα από ό,τι την είχε βρει. Σημαντικά εδάφη είχαν ανακτηθεί και οι επιτυχίες του εναντίον των εισβολέων Πετσενέγκων, Σέρβων και Σελτζούκων, μαζί με τις προσπάθειές του να εγκαθιδρύσει Βυζαντινή επικυριαρχία στα Σταυροφορικά κράτη στην Αντιόχεια και την Έδεσσα, συνέβαλαν πολύ στην αποκατάσταση της φήμης της Αυτοκρατορίας του. Η προσεκτική, μεθοδική προσέγγισή του στον πόλεμο είχε προστατεύσει την Αυτοκρατορία από τον κίνδυνο ξαφνικών ηττών, ενώ η αποφασιστικότητα και η επιδεξιότητά του τού επέτρεψαν να συσσωρεύσει μία μακρά σειρά επιτυχημένων πολιορκιών και επιθέσεων εναντίον των εχθρικών οχυρών. Μέχρι τη στιγμή τού τέλους του, είχε κερδίσει σχεδόν παγκόσμιο σεβασμό, ακόμη και από τους Σταυροφόρους, για το θάρρος, την αφοσίωση και την ευσέβειά του. Το πρόωρο τέλος του σήμαινε, ότι το έργο του έμεινε ημιτελές. Η ιστορικός Ζωή Όλντενμπουργκ εικάζει, ότι η τελευταία του εκστρατεία θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ως αποτέλεσμα ουσιαστικά κέρδη για το Βυζάντιο και τη Χριστιανική υπόθεση. [14]

Μανουήλ Α΄ Κομνηνός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό τον Μανουήλ Α΄, π. 1170. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Αυτοκρατορία ήταν και πάλι το πιο ισχυρό κράτος στη Μεσόγειο, με κράτη-πελάτες που εκτείνοντο από την Ουγγαρία έως το βασίλειο της Ιερουσαλήμ και ένα δίκτυο συμμάχων και διπλωματικών επαφών που εκτείνοντο από την Αραγονία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Πίζα, τη Γένοβα και τη Ρώμη. στα δυτικά, στην Αντιόχεια, την Ιερουσαλήμ, το Ικόνιο και τη Δαμασκό στα ανατολικά.

Ο εκλεκτός διάδοχος του Ιωάννη Β΄ ήταν ο τέταρτος γιος του, ο Μανουήλ Α΄. Σύμφωνα με τον ιστορικό του Βυζαντίου Νικήτα Χωνιάτη, ο Μανουήλ Α΄ επιλέχθηκε αντί του μεγαλύτερου επιζώντος αδελφού του, λόγω της ικανότητάς του να ακούει προσεκτικά τις συμβουλές. Ο Mανουήλ Α΄ ήταν γνωστός για τη ζωηρή και χαρισματική του προσωπικότητα και ήταν γνωστός για την αγάπη του για όλα τα πράγματα από τη Δυτική Ευρώπη. Ο Μανουήλ Α΄ κανόνιζε αγώνες κονταρομαχίας, ακόμη και τη συμμετοχή του σε αυτούς, μία ασυνήθιστη εμπειρία για τους Βυζαντινούς. Ο ίδιος ο Μανουήλ Α΄ θεωρείται γενικά ο πιο λαμπρός από τους τέσσερις Αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών. Ασυνήθιστα για έναν Βυζαντινό ηγεμόνα, η φήμη του ήταν ιδιαίτερα καλή στη δύση και στα κράτη των Σταυροφόρων, ιδιαίτερα μετά το τέλος του. Ο Λατίνος ιστορικός Γουλιέλμος της Τύρου περιέγραψε τον Μανουήλ Α΄ ως «αγαπημένο του Θεού... έναν μεγαλόψυχο άνθρωπο με απαράμιλλη ενέργεια, [του οποίου] η μνήμη θα είναι πάντα ευλογημένη». Ο Μανουήλ Α΄ εξυμνήθηκε περαιτέρω από τον Ροβέρτο του Κλαρί ως «γενναιόδωρος και άξιος άνθρωπος». [8]

Ο Μανουήλ Α΄ αφιερώθηκε για να αποκαταστήσει τη δόξα της Αυτοκρατορίας και να ανακτήσει το καθεστώς της υπερδύναμης. Η εξωτερική του πολιτική ήταν και φιλόδοξη και επεκτατική, φτάνοντας σε όλες τις γωνιές του Μεσογειακού κόσμου. Έκανε πολλές συμμαχίες με τον πάπα και τα δυτικά χριστιανικά βασίλεια, και χειρίστηκε επιδέξια το πέρασμα της δυνητικά επικίνδυνης Β΄ Σταυροφορίας μέσω της Αυτοκρατορίας του, εγκαθιδρύοντας ένα Βυζαντινό προτεκτοράτο στα σταυροφορικά βασίλεια της Παλαιστίνης. [13]

Ο Μανουήλ Α΄ εκστράτευσε επιθετικά εναντίον των γειτόνων του, τόσο στα δυτικά όσο και στα ανατολικά. Για να αντιμετωπίσει τους Μουσουλμάνους στην Παλαιστίνη, συμμάχησε με το βασίλειο των Σταυροφόρων της Ιερουσαλήμ και έστειλε έναν μεγάλο στόλο, για να συμμετάσχει σε μία συνδυασμένη εισβολή στην Αίγυπτο των Φατιμιδών. Σε μία προσπάθεια να αποκαταστήσει τον έλεγχο των Βυζαντινών στα λιμάνια της νότιας Ιταλίας, έστειλε μία εκστρατεία για να εισβάλει στην Ιταλία το 1155. Λειτουργώντας ως μέρος ενός συνασπισμού Βυζαντινών, ανταρτών και παπικών δυνάμεων, οι στρατοί του Μανουήλ Α΄ επέτυχαν την αρχική επιτυχία. Ωστόσο, οι διαφωνίες εντός του συνασπισμού οδήγησαν στην τελική αποτυχία της αποστολής. Παρά τη στρατιωτική αποτυχία, ο Μανουήλ Α΄ δεν αποθαρρύνθηκε και οι στρατοί του εισέβαλαν με επιτυχία στο βασίλειο της Ουγγαρίας το 1167, νικώντας τους Ούγγρους στη μάχη του Σίρμιου . Είχε μεγάλη επιτυχία στα Βαλκάνια και την Ουγγαρία. Ο ιστορικός Παύλος Μαγδαλινός υποστηρίζει, ότι κανένας Αυτοκράτορας δεν είχε κυριαρχήσει στην περιοχή τόσο αποτελεσματικά από την Ύστερη Αρχαιότητα. [13]

Στα ανατολικά, ωστόσο, τα επιτεύγματα του Μανουήλ Α΄ ήταν πιο διφορούμενα. Υπέστη μεγάλη ήττα στη μάχη του Μυριοκεφάλου το 1176 κατά των Τούρκων. Ο Μανουήλ Α΄ βάδιζε προς το Ικόνιο, τη Σελτζουκική πρωτεύουσα, όταν οι δυνάμεις του έπεσαν σε ενέδρα. Η ήττα που ακολούθησε μπήκε από τότε στη λαϊκή φαντασία ως θρυλική καταστροφή. Οι υπερβολικές μαρτυρίες της μάχης συχνά περιγράφουν την καταστροφή ολόκληρου του Βυζαντινού στρατού και μαζί το τέλος της Βυζαντινής δύναμης και επιρροής. Ωστόσο, η σύγχρονη συναίνεση μεταξύ των Βυζαντινολόγων είναι ότι, ενώ η μάχη του Μυριοκεφάλου ήταν μία σοβαρή ταπείνωση για τον Αυτοκράτορα, σίγουρα δεν ήταν μία καταστροφή. Ούτε ήταν σε καμία περίπτωση ισοδύναμη με τη μάχη του Μαντζικέρτ, που είχε γίνει περισσότερο από έναν αιώνα νωρίτερα. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος τού στρατού τού Αυτοκράτορα βγήκε από τη μάχη χωρίς σοβαρές ζημιές. [7] Οι μονάδες που συμμετείχαν στη μάχη είναι καλά τεκμηριωμένο, ότι εκστράτευσαν στη Μ. Ασία το επόμενο έτος. [4] Τα Αυτοκρατορικά σύνορα παρέμειναν αμετακίνητα για το υπόλοιπο της βασιλείας του Μανουήλ Α΄, μία σαφής ένδειξη ότι οι Σελτζούκοι δεν μπόρεσαν να κερδίσουν κάποιο πλεονέκτημα από τη νίκη τους. [4] Το 1177 οι Βυζαντινοί προκάλεσαν μία μεγάλη ήττα σε ίια μεγάλη Σελτζουκική δύναμη στο Υέλιον και Λειμόχειρ στην κοιλάδα του Μαιάνδρου. [7]

Οικισμοί και περιοχές που επλήγησαν κατά το πρώτο κύμα των Σελτζουρκικών επιδρομών στη Μ. Ασία (1050-1204).

Το πρόγραμμα οχύρωσης του Μανουήλ Α΄ στη Βυζαντινή Ασία, για το οποίο τον επαίνεσε ο Βυζαντινός ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, θεωρείται σε μεγάλο βαθμό ως σημαντική επιτυχία. Ο Μανουήλ Α΄ απαίτησε φόρο υποτέλειας από τους Τουρκμένιους της ενδοχώρας της Μ. Ασίας για τα χειμερινά βοσκοτόπια στην Αυτοκρατορική επικράτεια. Βελτίωσε επίσης την άμυνα πολλών πόλεων και κωμοπόλεων και ίδρυσε νέες φρουρές και φρούρια σε όλη την περιοχή. Ως αποτέλεσμα των συσσωρευτικών προσπαθειών και των τριών Κομνηνών Αυτοκρατόρων, η κυριαρχία του Μανουήλ Α΄ στη Μικρά Ασία ήταν πιο αποτελεσματική από οποιονδήποτε Αυτοκράτορα πριν από το Μαντζικέρτ. Όπως ξεκαθαρίζει ο ιστορικός Παύλος αγδαλινός, «στο τέλος της βασιλείας του Μανουήλ Α΄, οι Βυζαντινοί έλεγχαν όλες τις πλούσιες γεωργικές πεδινές εκτάσεις της χερσονήσου, αφήνοντας μόνο τις λιγότερο φιλόξενες ορεινές και σε οροπέδια περιοχές στους Σελτζούκους». [13]

Στον θρησκευτικό τομέα, οι διαμάχες μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας έβλαψαν περιστασιακά τις προσπάθειες συνεργασίας με τους Λατίνους. Ωστόσο, ο Μανουήλ Α΄ ήταν σχεδόν σίγουρα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας που έφτασε πιο κοντά στη θεραπεία της ρήξης μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ είχε σαφώς θετική άποψη για τον Μανουήλ Α΄, όταν είπε στον Αλέξιο Γ΄ ότι θα έπρεπε να μιμηθεί "τον εξέχοντα προκάτοχό σας της περίφημης μνήμης τον Αυτοκράτορα Μανουήλ... με αφοσίωση στην αποστολική Έδρα, τόσο στα λόγια όσο και στα έργα". [13]

Ο Μανουήλ Α΄ είχε μεγάλη επιτυχία στην επέκταση της επιρροής του, ιδιαίτερα στα κράτη των Σταυροφόρων. Ως παράδειγμα, συμμετείχε στην οικοδόμηση και διακόσμηση πολλών από τις βασιλικές και τα ελληνικά μοναστήρια στους Αγίους Τόπους, συμπεριλαμβανομένης της Εκκλησίας του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ, όπου χάρη στις προσπάθειές του επιτράπηκε στον Βυζαντινό κλήρο να τελεί την ελληνική λειτουργία κάθε ημέρα. [8] Όλα αυτά ενίσχυσαν τη θέση του ως κυρίαρχου των κρατών των Σταυροφόρων, με την ηγεμονία του στην Αντιόχεια και την Ιερουσαλήμ να εξασφαλίζεται με συμφωνία με τον Ρεϋνάλδο πρίγκιπα της Αντιόχειας και τον Αμαλρίκ βασιλιά της Ιερουσαλήμ. [8] Αυτή η επιτυχία στην απόκτηση επιρροής και συμμάχων μεταξύ των δυτικών κρατών και του πάπα θεωρείται ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα της βασιλείας του Μανουήλ Α΄.

Στρατιωτική μεταρρύθμιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές της περιόδου των Κομνηνών το 1081, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε περιοριστεί στη μικρότερη εδαφική έκταση στην ιστορία της. Περιτριγυρισμένη από εχθρούς και κατεστραμμένη οικονομικά από μία μακρά περίοδο εμφυλίου πολέμου, οι προοπτικές της Αυτοκρατορίας έμοιαζαν ζοφερές. Ωστόσο, μέσα από έναν συνδυασμό αποφασιστικότητας, στρατιωτικής μεταρρύθμισης και πολυετούς εκστρατείας, ο Αλέξιος Α΄, ο Ιωάννης Β΄ και ο Μανουήλ Α΄ κατάφεραν να αποκαταστήσουν την εξουσία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [13] Σημαντικός παράγοντας στην επιτυχία των Κομνηνών ήταν η ίδρυση ενός αναδημιουργημένου Βυζαντινού στρατού. Το νέο στρατιωτικό σύστημα που δημιούργησαν είναι γνωστό ως ο στρατός των Κομνηνών. Από π. 1081 έως π. Το 1180, ο στρατός των Κομνηνών έπαιξε σημαντικό ρόλο στην παροχή στην Αυτοκρατορία μίας περιόδου ασφάλειας, που επέτρεψε στον Βυζαντινό πολιτισμό να ακμάσει. [7]

Η νέα δύναμη ήταν και επαγγελματική και πειθαρχημένη. Περιείχε τρομερές μονάδες φρουράς όπως η φρουρά των Βαράγγων, οι «Αθάνατοι» (μονάδα βαρέως ιππικού) που στάθμευε στην Κωνσταντινούπολη και οι Αρχοντόπουλοι, που στρατολογήθηκαν από τον Αλέξιο Α΄ από γιους νεκρών Βυζαντινών αξιωματικών, καθώς και στρατολογήσεις από τις επαρχίες. [7] Αυτές οι στρατολογήσεις περιελάμβαναν καταφράκτους Ιππείς από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Θράκη και διάφορες άλλες επαρχιακές δυνάμεις, όπως οι τοξότες της Τραπεζούντας από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας της Μ. Ασίας και οι Βαρδαριώτες, μία μονάδα ιππικού που στρατολογήθηκε από εκχριστιανισμένους Μαγυάρους από την κοιλάδα του Βαρδάρη. [7] Παράλληλα με τα στρατεύματα που συγκεντρώνονταν και πληρώνονταν απευθείας από το κράτος, ο στρατός των Κομνηνών περιελάμβανε τους ένοπλους οπαδούς των μελών της ευρύτερης Αυτοκρατορικής οικογένειας και τις εκτεταμένες διασυνδέσεις της. Σε αυτό φαίνονται οι απαρχές της "φεουδαρχίας" των Βυζαντινών στρατιωτικών. Η παραχώρηση εκτάσεων ως Πρόνοιας, όπου δινόταν γη έναντι στρατιωτικών υποχρεώσεων, άρχισε να γίνεται αξιοσημείωτο στοιχείο της στρατιωτικής υποδομής προς το τέλος της Κομνήνειας περιόδου, αν και έγινε πολύ πιο σημαντικό στη συνέχεια. Το 1097 ο Βυζαντινός Στρατός αριθμούσε περίπου 70.000 άνδρες συνολικά. Μέχρι τα τελευταία χρόνια της εποχής του 1180 και το τέλος του Μανουήλ Α΄, του οποίου οι συχνές εκστρατείες ήταν σε μεγάλη κλίμακα, ο στρατός ήταν πιθανώς πολύ μεγαλύτερος. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλέξιου Α΄, ο στρατός πεδίου αριθμούσε περίπου 20.000 άνδρες, ο οποίος αυξήθηκε σε περίπου 30.000 άνδρες κατά τη βασιλεία του Ιωάννη Β΄. Στο τέλος της βασιλείας του Μανουήλ Α΄ ο Βυζαντινός στρατός είχε αυξηθεί σε 40.000 άνδρες.

Υπό τον Ιωάννη Β΄, διατηρήθηκε μία μακεδονική μεραρχία και στρατολογήθηκαν νέα αυτόχθονα Βυζαντινά στρατεύματα από τις επαρχίες. [7] Καθώς η Βυζαντινή Μ. Ασία άρχισε να ευημερεί υπό τον Ιωάννη Β΄ και τον Μανουήλ Α΄, περισσότεροι στρατιώτες αυξήθηκαν από τα ασιατικά θέματα του Νεοκάστρου, της Παφλαγονίας και ακόμη και της Σελεύκειας (στα νοτιοανατολικά). [7] Στρατιώτες προέρχονταν επίσης από ηττημένους λαούς, όπως οι Πετσενέγκοι (τοξότες ιππικού) και οι Σέρβοι, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως άποικοι στη Νικομήδεια. Τα ιθαγενή στρατεύματα οργανώθηκαν σε τακτικές μονάδες και στάθευαν τόσο στις ασιατικές, όσο και στις ευρωπαϊκές επαρχίες. [7] Οι στρατοί των Κομνηνών επίσης συχνά ενισχύονταν από συμμαχικά σώματα από την Αντιόχεια, τη Σερβία και την Ουγγαρία, αλλά παρόλα αυτά αποτελούνταν γενικά κατά τα δύο τρίτα από βυζαντινά στρατεύματα και το ένα τρίτο από ξένα. [4] Μονάδες τοξοτών, πεζικού και ιππικού συγκεντρώθηκαν, έτσι ώστε να παρέχουν συνδυασμένη υποστήριξη μεταξύ τους. [7] Ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Α' επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τους Δυτικούς (και οι δύο βασίλισσές του ήταν «Φράγκες») και στην αρχή της βασιλείας του επανεξόπλισε και εκπαίδευσε εκ νέου το Βυζαντινό βαρύ ιππικό του κατά μήκος των δυτικών γραμμών. [4] Συμπεραίνεται ότι ο Μανουήλ Α΄ εισήγαγε την τεχνική της λόγχης, την εκ του σύνεγγυς επίθεση και αύξησε τη χρήση της βαριάς θωράκισης. Ο Μανυήλ Α΄ συμμετείχε προσωπικά σε «ιπποτικές» κονταρομαχίας (tournois) κατά τον δυτικό τρόπο, όπου η σημαντική ανδρεία του εντυπωσίασε τους δυτικούς παρατηρητές. Μόνιμα στρατόπεδα ιδρύθηκαν στα Βαλκάνια και στη Μ. Ασία: αυτά περιγράφονται για πρώτη φορά κατά τη βασιλεία του Ιωάννη Β΄. [4] Το κύριο στρατόπεδο της Μ. Ασίας ήταν κοντά στο Λοπάδιο (μεταξύ Προύσης και Κυζίκου) στον Ρύνδακο ποταμό κοντά στη Θάλασσα του Μαρμαρά, ενώ στην Ευρώπη ήταν στα Κύψαλα της Θράκης, στη Σόφια (Σερδική) και στην Πελαγονία, δυτικά της Θεσσαλονίκης. Αυτά τα μεγάλα στρατιωτικά στρατόπεδα φαίνεται, ότι ήταν μία καινοτομία των Κομνηνών Αυτοκρατόρων και μπορεί να έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των Βυζαντινών δυνάμεων, που παρατηρήθηκε εκείνη την περίοδο. Τα στρατόπεδα χρησιμοποιήθηκαν ως σταθμοί διέλευσης για την κίνηση των στρατευμάτων, ως σημεία συγκέντρωσης για στρατούς πεδίου, για την εκπαίδευση των στρατευμάτων και για την προετοιμασία τους για τη σκληρότητα της εκστρατείας. [4]

«Αναγέννηση» του 12ου αι.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Ο Θρήνος του Χριστού» (1164), μία τοιχογραφία από την εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα στο Νερέζι κοντά στα Σκόπια, στη Βόρεια Μακεδονία. Θεωρείται εξαιρετικό δείγμα Κομνήνειας τέχνης του 12ου αι.

Πρόσφατα υποστηρίχθηκε ότι μία «αναγέννηση του 12ου αι.» συνέβη στο Βυζάντιο. [13] Αν και ο όρος δεν χρησιμοποιείται ευρέως, είναι αναμφίβολο ότι το Βυζάντιο του 12ου αι. γνώρισε σημαντική πολιτιστική άνθιση, η οποία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την ταχεία οικονομική ανάπτυξη.

Ο 12ος αι. ήταν μία εποχή σημαντικής ανάπτυξης της Βυζαντινής οικονομίας, με αυξανόμενα επίπεδα πληθυσμού και εκτεταμένες εκτάσεις νέας γεωργικής γης, που εισήχθησαν σε παραγωγή. Τα αρχαιολογικά στοιχεία τόσο από την Ευρώπη, όσο και από τη Μ. Ασία δείχνουν μία σημαντική αύξηση στο μέγεθος των αστικών οικισμών, μαζί με μία «αξιοσημείωτη έξαρση» σε νέες πόλεις. [15] Στην Αθήνα η μεσαιωνική πόλη γνώρισε μία περίοδο ταχείας και διαρκούς ανάπτυξης, που ξεκίνησε τον 11ο αι. και συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη του 12ου αι. [15] Η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας, φιλοξενούσε μία διάσημη θερινή έκθεση, που προσήλκυε εμπόρους από όλα τα Βαλκάνια και ακόμη πιο μακριά, στους πολυσύχναστους πάγκους της αγοράς. [6] Στην Κόρινθο η παραγωγή μεταξιού τροφοδότησε μία ακμάζουσα οικονομία. [15] Στη Μ. Ασία ορισμένες περιοχές είχαν ερημωθεί λόγω των Σελτζουκικών επιδρομών στα τέλη του 11ου αι. Ωστόσο, καθώς οι Κομνηνοί Αυτοκράτορες έκτισαν εκτεταμένες οχυρώσεις σε αγροτικές περιοχές κατά τη διάρκεια του 12ου αι., έλαβε χώρα επανοικισμός της υπαίθρου. [15]

Συνολικά, δεδομένου ότι τόσο ο πληθυσμός, όσο και η ευημερία αυξήθηκαν σημαντικά αυτή την περίοδο, η οικονομική ανάκαμψη στο Βυζάντιο φαίνεται να ενίσχυε την οικονομική βάση τού κράτους. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί πώς οι Κομνηνοί αυτοκράτορες, ιδιαίτερα ο Μανουήλ Α΄, μπόρεσαν να προβάλουν τόσο ευρέως τη δύναμη και την επιρροή τους αυτή την εποχή. [15]

Ο νέος πλούτος που δημιουργήθηκε την περίοδο αυτή, είχε θετικό αντίκτυπο στη Βυζαντινή πολιτιστική ζωή. Από καλλιτεχνική άποψη, ο 12ος αιώνας ήταν μία πολύ παραγωγική περίοδος στη Βυζαντινή ιστορία. Υπήρξε μία αναβίωση στην τέχνη του ψηφιδωτού και οι περιφερειακές σχολές αρχιτεκτονικής άρχισαν να παράγουν πολλές ξεχωριστές τεχνοτροπίες, που βασίστηκαν σε μία σειρά πολιτιστικών επιρροών. [16]

Σύμφωνα με τον N. Χ. Μπάυνςστο έργο του Βυζάντιο, μία εισαγωγή στον Ανατολικο-Ρωμαϊκό Πολιτισμό, [17] Ήταν τέτοια η επιρροή της Βυζαντινής Τέχνης κατά τον 12ο αι., που η Ρωσία, η Βενετία, η Νότια Ιταλία και η Σικελία, έγιναν στην πράξη επαρχιακά κέντρα αφιερωμένα στην παραγωγή της Τέχνης του Βυζαντίου.

Ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός και η πτώση των Κομνηνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος του Μανουήλ Α΄ στις 24 Σεπτεμβρίου 1180, σηματοδότησε μία καμπή στις τύχες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Όταν απεβίωσε ο Μανουήλ, τον διαδέχθηκε ο 11ετής γιος του Αλέξιος Β΄ Κομνηνός, ο οποίος βρισκόταν υπό την κηδεμονία της Αυτοκράτειρας Μαρίας της Αντιοχείας. Η συμπεριφορά της προκάλεσε τη λαϊκή αγανάκτηση και οι επακόλουθες ταραχές, που ισοδυναμούσαν σχεδόν με εμφύλιο πόλεμο, έδωσαν την ευκαιρία στη φιλοδοξία τού αποξενωμένου εξαδέλφου τού Μανουήλ, τού Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού (βασ. 1183–1185), γιου του Ισαάκιου Κομνηνού. Ο Ανδρόνικος άφησε την απόσυρσή του το 1182 και βάδισε στην Κωνσταντινούπολη με στρατό, που (σύμφωνα με μη Βυζαντινές πηγές) περιλάμβανε μουσουλμανικά σώματα. [18] Την άφιξή του ακολούθησε σύντομα μία σφαγή των Λατίνων κατοίκων, η οποία επικεντρώθηκε στους Βενετούς εμπόρους, που ήταν εγκατεστημένοι σε κάποιους αριθμούς στην Κωνσταντινούπολη. Πιστεύεται, ότι είχε κανονίσει τη δηλητηρίαση της μεγαλύτερης αδελφής του Αλέξιου Β΄, της Μαρίας Κομνηνής, και τού συζύγου της Ρενιέ του Μονφεράτου, αν και η ίδια η Μαρία τον είχε ενθαρρύνει να παρέμβει. Ο δηλητηριαστής λέγεται ότι ήταν ο ευνούχος Πτερυγεωνίτης. Αμέσως μετά έβαλε την Αυτοκράτειρα Μαρία στην ειρκτή και στη συνέχεια τη δολοφόνησε, από τον Πτερυγεωνίτη και τον εταιρειάρχη Κωνσταντίνο Τρίψυχο. Ο Αλέξιος Β΄ αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τον Ανδρόνικο ως συνάδελφό του στην Αυτοκρατορία, αλλά στη συνέχεια θανατώθηκε. Η δολοφονία έγινε από τον Τρίψυχο, τον Θεόδωρο Δαδιβρηνό και τον Στέφανο Αγιοχριστοφορίτη. [19] Ο Ανδρόνικος Α΄, από το 1183 μοναδικός αυτοκράτορας, νυφεύτηκε την Αγνή της Γαλλίας, μία κοπέλα 12 ετών που είχε προηγουμένως αρραβωνιαστεί με τον Αλέξιο Β΄. Η Αγνή ήταν κόρη του βασιλιά Λουδοβίκου Ζ΄ της Γαλλίας και της τρίτης συζύγου του Aδέλας της Καμπανίας. Μέχρι τον Νοέμβριο του 1183, ο Ανδρόνικος Α΄ έκανε συναυτοκράτορα τον νεότερο (νόμιμο) γιο του Ιωάννη Κομνηνό.

Ο Ανδρόνικος Α΄ ήταν άνθρωπος με εκπληκτικές αντιθέσεις. [20] Όμορφος και εύγλωττος, ο νέος αυτοκράτορας ήταν ταυτόχρονα γνωστός για τα φαύλα κατορθώματά του. [21] Ήταν ενεργητικός, ικανός και αποφασιστικός, [22] αλλά και ικανός για τρομακτική βαρβαρότητα, βία και σκληρότητα. [20]

Ο Ανδρόνικος Α΄ ξεκίνησε καλά τη βασιλεία του: ειδικότερα, τα μέτρα που πήρε για τη μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης της Αυτοκρατορίας έχουν εγκωμιαστεί από τους ιστορικούς. Στις επαρχίες, οι μεταρρυθμίσεις του Ανδρόνικου Α΄ έφεραν μία γρήγορη και αξιοσημείωτη βελτίωση. [23] Η σκληρή αποφασιστικότητα του Ανδρόνικου Α΄ να ξεριζώσει τη διαφθορά και πολλές άλλες καταχρήσεις ήταν αξιοθαύμαστη. Επί Ανδρόνικου Α΄ έπαυσε η πώληση αξιωμάτων. Η επιλογή βασίστηκε στην αξία, και όχι στην ευνοιοκρατία. Οι υπάλληλοι λάμβαναν επαρκή μισθό, ώστε να μειωθεί ο πειρασμός της δωροδοκίας. Κάθε μορφή διαφθοράς εξαλείφθηκε με άγριο ζήλο. [23]

Απεικόνιση του οικτρού τέλους τού Ανδρόνικου Α΄. Μικρογραφία χειρογράφου στην Εθνική Βιβλιοθήκη, Γαλλία.

Ο λαός, που ένιωθε τη αυστηρότητα των νόμων του, αναγνώριζε ταυτόχρονα τη δικαιοσύνη του και βρέθηκε προστατευμένος από την αρπαγή των ανωτέρων του. [24] Οι δυναμικές προσπάθειες του Ανδρόνικου Α΄ να χαλιναγωγήσει τους καταπιεστικούς φοροεισπράκτορες και αξιωματούχους της Αυτοκρατορίας, συνέβαλαν πολύ στην ανακούφιση της κατάστασης των αγροτών. Ωστόσο, οι προσπάθειές του να ελέγξει τη δύναμη των ευγενών ήταν πολύ πιο προβληματικές. Οι αριστοκράτες ήταν εξαγριωμένοι μαζί του, και πράγμα που χειροτέρεψε την κατάσταση, ο Ανδρόνικος Α΄ φαίνεται να εξαγριώθηκε περισσότερο: οι εκτελέσεις και η βία έγιναν ολοένα και πιο συνηθισμένες και η βασιλεία του μετατράπηκε σε βασιλεία τρόμου. [25] Ο Ανδρόνικος Α΄ φαινόταν σχεδόν να επιδιώκει την εξόντωση της αριστοκρατίας συνολικά. Ο αγώνας ενάντια στην αριστοκρατία μετατράπηκε σε συνολική σφαγή, καθώς ο Αυτοκράτορας κατέφυγε σε όλο και πιο ανελέητα μέτρα, για να στηρίξει το καθεστώς του. [23]

Υπήρξαν πολλές εξεγέρσεις, που οδήγησαν σε εισβολή του βασιλιά Γουλιέλμου Β΄ της Σικελίας. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1185, κατά την απουσία του από την πρωτεύουσα, ο Στέφανος Αγιοχριστοφορίτης κινήθηκε για να συλλάβει τον Ισαάκιο (Α΄) Άγγελο, του οποίου η πίστη ήταν ύποπτη. Ο Ισαάκιος σκότωσε τον Αγιοχριστοφορίτη και κατέφυγε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Έκανε έκκληση στον κόσμο και ξέσπασε μία αναταραχή, που απλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την πόλη. [26]

Όταν έφτασε ο Ανδρόνικος Α΄, διαπίστωσε ότι η εξουσία του είχε ανατραπεί: ο Ισαάκιος Α΄ είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτορας. Ο έκπτωτος Αυτοκράτορας προσπάθησε να διαφύγει με μία βάρκα με τη σύζυγό του Aγνή και την ερωμένη του, αλλά συνελήφθη. [26] Ο Ισαάκιος Α΄ τον παρέδωσε στον όχλο της πόλης και για τρεις ημέρες ήταν εκτεθειμένος στην οργή και την αγανάκτησή τους. Του έκοψαν το δεξί χέρι, του έβγαλαν τα δόντια και τα μαλλιά, του έβγαλαν το ένα μάτι και, ανάμεσα σε πολλά άλλα βάσανα, του πέταξαν βραστό νερό στο πρόσωπο. [27] Επιτέλους, οδηγούμενος στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, τον κρέμασαν από τα πόδια ανάμεσα σε δύο στύλους, και δύο Λατίνοι στρατιώτες διαγωνίστηκαν για το ποιού το σπαθί θα εισχωρούσε πιο βαθιά στο σώμα του. Απεβίωσε στις 12 Σεπτεμβρίου 1185. Στην είδηση τού τέλους του, ο γιος του και συναυτοκράτορας Ιωάννης δολοφονήθηκε από τα δικά του στρατεύματα στη Θράκη.

Ο Ανδρόνικος Α΄ ήταν ο τελευταίος από τους Κομνηνούς, που κυβέρνησε την Κωνσταντινούπολη, αν και οι εγγονοί του Αλέξιος και Δαβίδ ίδρυσαν την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας το 1204. Ωστόσο, ο ρόλος του Ανδρόνικου Α΄ στην κατάρρευση της Αυτοκρατορίας είναι αμφιλεγόμενος. Οι ιστορικοί διαφωνούν σχετικά με τον βαθμό, στον οποίο η σύντομη βασιλεία του επηρέασε τα γεγονότα μετά την τελευτή του. Το πραξικόπημα του Ανδόνικου Α΄, μαζί με το βίαιο τέλος του, είχαν αποδυναμώσει τη δυναστική συνέχεια και τη σταθερότητα, στην οποία βασιζόταν η δύναμη του Βυζαντινού κράτους. [28] Επιπλέον, η λεγόμενη «αντιλατινική» πολιτική του έχει επικριθεί από ορισμένους ιστορικούς ως αποτυχία, εν όψει της αυξανόμενης εχθρότητας, που προκαλούσε προς το Βυζάντιο στη Δύση. [29] Ειδικότερα, η αποτυχία του Ανδρονίκου Α΄ να αποτρέψει τη σφαγή των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη το 1182 θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι στο εξής η Βυζαντινή εξωτερική πολιτική γινόταν πάντα αντιληπτή ως απαίσια και αντιλατινική στη Δύση. [30] Έχει μάλιστα υποστηριχθεί, ότι οι προσπάθειες του Ανδρόνικου Α΄ να συντρίψει την αριστοκρατία, ήταν επιζήμιες για τη στρατιωτική ισχύ της Αυτοκρατορίας, αφού οι στρατιωτικοί, που προερχόταν από την αριστοκρατία, ήταν απαραίτητοι για την άμυνα του κράτους. [29] Από την άλλη πλευρά, οι μεταρρυθμίσεις του στις επαρχίες ήταν και σοφές και ευεργετικές για την εσωτερική υγεία και ευημερία της Αυτοκρατορίας. [31]

Την περίοδο των Κομνηνών ακολούθησε η δυναστεία των Αγγέλων, οι οποίοι επέβλεψαν ίσως την πιο κρίσιμη περίοδο της Παρακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [13] Το επόμενο τέταρτο του αιώνα θα έβλεπε την Κωνσταντινούπολη να πέφτει από μία δύναμη εισβολής για πρώτη φορά στην ιστορία της και την οριστική απώλεια τής θέσης ως «μεγάλης δύναμης» στην Αυτοκρατορία. Ωστόσο, με το τέλος του Ανδρόνικου Α΄, η δυναστεία των Κομνηνών, που κράτησε 104 χρόνια, είχε οριστικά λήξει.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. C. Foss & D. Winfield, Byzantine fortifications, an introduction
  2. 2,0 2,1 2,2 Haldon, John, Byzantium at War: AD 600–1453.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Norwich, John, A short history of Byzantium
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 4,8 Haldon, John, The Byzantine Wars.
  5. 5,0 5,1 5,2 Kean, Roger, Forgotten Power — Byzantium — Bulwark of Christianity
  6. 6,0 6,1 6,2 Angold, Michael, The Byzantine Empire 1025–1204.
  7. 7,00 7,01 7,02 7,03 7,04 7,05 7,06 7,07 7,08 7,09 7,10 7,11 7,12 7,13 7,14 Birkenmeier, J, The development of the Komnenian army, 1081–1180
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 8,5 8,6 Harris, Jonathon, Byzantium and the Crusades
  9. 9,0 9,1 Angold, p. 154
  10. Choniates, p. 11
  11. Kinnamos, p. 18
  12. Choniates, pp. 11-12
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 13,6 13,7 Magdalino, Paul, The empire of Manuel I Komnenos 1143–1180
  14. 14,0 14,1 Oldenbourg, Zoe, The Crusades
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 15,4 Harvey, Alan, Economic expansion in the Byzantine empire 900–1200
  16. Diehl, Charles, Byzantine Art
  17. Baynes, N. H., Economic expansion in the Byzantine empire 900–1200
  18. Ibn Jubayr p. 355 Broadhurst (Turks and Arabs); William of Tyre, Historia Transmarina 22.11 (innumeras Barbararum nationum secum trahens copias); Walter Map, De Nugis Curialium 2.18 (Turks).
  19. Niketas Choniates, Histories pp. 260–274 van Dieten.
  20. 20,0 20,1 G. Ostrogorsky, History of the Byzantine State, 396
  21. J.Harris, Byzantium and the Crusades, 117
  22. J.J. Norwich, A short history of Byzantium, 291
  23. 23,0 23,1 23,2 G. Ostrogorsky, History of the Byzantine State
  24. G. Ostrogorsky, History of the Byzantine State, 397
  25. J.Harris, Byzantium and the Crusades, 118
  26. 26,0 26,1 J.Harris, Byzantium and the Crusades, 124
  27. J.J Norwich, A short history of Byzantium, 294
  28. P. Magdalino, The Medieval Empire, 194
  29. 29,0 29,1 G. Ostrogorsky, History of the Byzantine State, 398
  30. J. Harris, Byzantium and the Crusades, 112
  31. Angold, p. 298