Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα
| Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα | |
|---|---|
| Μέρος της Βαλκανικής Εκστρατείας του Β' Π.Π. | |
Η επίθεση της Ναζιστικής Γερμανίας στην Ελλάδα |
|
| Χρονολογία | 6 Απριλίου – 30 Απριλίου 1941 |
| Τόπος | Ελλάδα |
| Έκβαση | Νίκη των δυνάμεων του Άξονα, Γερμανική κατοχή της Ηπειρωτικής Ελλάδας |
| Μαχόμενοι | |
| Αρχηγοί | |
| Δυνάμεις | |
| Γερμανία: 180.000 άνδρες, 501 άρματα μάχης[1] 490 αεροσκάφη[2] 1Ιταλία:[3] 565,000 άνδρες |
1Ελλάδα:[4] 430.000 άνδρες Βρετανική Κοινοπολιτεία:[5] 262.612 άνδρες[6] 100 άρματα μάχης 99 αεροσκάφη[7] |
| Απώλειες | |
| 1Ιταλία:[8] 13.755 νεκροί, 63,142 τραυματίες, 25,067 αγνοούμενοι 1Γερμανία:[9] 1,099 νεκροί, 3.752 τραυματία, 385 αγνοούμενοι |
1Ελλάδα:[8] 13.325 νεκροί, 62.663 τραυματίες, 1,290 αγνοούμενοι Βρετανική Κοινοπολιτεία:[5] 903 νεκροί, 1.250 τραυματίες, 13.958 αγνοούμενοι |
| 1Τα στατιστικά για το μέγεθος και τις απώλειες τις Ιταλίας και της Ελλάδας αναφέρονται τόσο για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο όσο και για τη Γερμανική εισβολή (περίπου 300.000 Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν στην Αλβανία[10]). Τα στατιστικά για τις Γερμανικές απώλειες αναφέρονται στο σύνολο της Βαλκανικής Εκστρατείας και βασίζονται στις δηλώσεις του Χίτλερ στο Ράιχσταγκ στις 4 Μαΐου 1941.[11]
2Περιλαμβανομένων Κυπρίων και Παλαιστίνιων. Οι Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες ήταν περίπου 58.000.[5] |
|
Η Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα (γνωστή και με την κωδική ονομασία Επιχείρηση Μαρίτα, Γερμανικά: Unternehmen Marita για τους Γερμανούς)[12] ήταν πολεμική επιχείρηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που έλαβε χώρα στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η μάχη διεξήχθη μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων (Ελλάδα και Βρετανική Κοινοπολιτεία) και των δυνάμεων του Άξονα (Ναζιστική Γερμανία, Φασιστική Ιταλία και Βουλγαρία). Σε συνδυασμό με τη Μάχη της Κρήτης και αρκετών ναυτικών συγκρούσεων η Μάχη της Ελλάδας θεωρείται τμήμα των ευρύτερων πολεμικών επιχειρήσεων στο Αιγαίο της Βαλκανικής Εκστρατείας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η Μάχη της Ελλάδας θεωρείται συνέχεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ο οποίος ξεκίνησε με την εισβολή Ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940. Μέσα σε μερικές εβδομάδες οι Ιταλοί είχαν εκδιωχθεί από την Ελλάδα και οι Ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν και κατέλαβαν μεγάλο τμήμα της νότιας Αλβανίας. Τον Μάρτιο του 1941 μία μεγάλη ιταλική αντεπίθεση απέτυχε και η Γερμανία αναγκάστηκε να προστρέξει σε βοήθεια της συμμάχου της. Η γερμανική εισβολή ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1941, με την εισβολή γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα μέσω της Βουλγαρίας, σε μία προσπάθεια να ασφαλίσουν τη νότια πλευρά της. Οι συνδυασμένες δυνάμεις τις Ελλάδας και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας πολέμησαν με μεγάλη επιμονή, όμως υστερούσαν σε αριθμό και εξοπλισμό και τελικά κατέρρευσαν. Η Αθήνα έπεσε στις 27 Απριλίου. Παρόλα αυτά οι Βρετανοί κατόρθωσαν να εκκενώσουν περίπου 50.000 στρατιώτεςα[›]. Η Ελληνική εκστρατεία τελείωσε με μία γρήγορη και καθολική γερμανική νίκη με την πτώση της Καλαμάτας στην Πελοπόννησο, μέσα σε ακριβώς είκοσι τέσσερις μέρες. Τόσο Γερμανοί όσο και Σύμμαχοι αξιωματούχοι εξέφρασαν το θαυμασμό τους για την ισχυρή αντίσταση που προέβαλαν οι Έλληνες στρατιώτες.
Κάποιοι ιστορικοί θεωρούν τη γερμανική εκστρατεία στην Ελλάδα αποφασιστική για την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, θεωρώντας ότι αποτέλεσε σοβαρή καθυστέρηση της εισβολής του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση. Άλλοι θεωρούν ότι η εκστρατεία δεν είχε καμία επιρροή στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα (Operation Barbarossa) και χαρακτηρίζουν τη Βρετανική επέμβαση στην Ελλάδα ως μάταιο εγχείρημα, μία «πολιτική και συναισθηματική απόφαση» ή ακόμα και ένα «σαφές στρατηγικό σφάλμα».
[Επεξεργασία] Προοίμιο
[Επεξεργασία] Ελληνοϊταλικός Πόλεμος
| « | Ο Χίτλερ πάντα με φέρνει αντιμέτωπο με τετελεσμένα γεγονότα. Αυτή τη φορά θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Θα μάθει από τις εφημερίδες ότι κατέλαβα την Ελλάδα.[13][14] |
» |
|
—Ο Μπενίτο Μουσολίνι μιλώντας στον Κόμη Τσιάνο |
||
Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ιωάννης Μεταξάς επεδίωξε να διατηρήσει πολιτική ουδετερότητας. Όμως η Ελλάδα βρισκόταν υπό διαρκώς αυξανόμενη πίεση από την Ιταλία, η οποία κορυφώθηκε με τον τορπιλισμό του Ελληνικού καταδρομικού Έλλη από το Ιταλικό υποβρύχιο Delfino, στην Τήνο στις 15 Αυγούστου 1940[15]. Ο Μουσολίνι, ενοχλημένος με τον ηγέτη των Ναζί Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος δεν τον είχε συμβουλευτεί στον πολεμικό σχεδιασμό του, επεδίωκε να καθιερώσει την ανεξαρτησία τουβ[›] με μια στρατιωτική επιτυχία αντίστοιχη των Γερμανικών πετυχαίνοντας μία θριαμβευτική νίκη σε βάρος της Ελλάδας, χώρας την οποία θεωρούσε εύκολο αντίπαλο[16]. Στις 15 Οκτωβρίου 1940 ο Μουσολίνι και οι σύμβουλοί του αποφάσισαν να επιτεθούν στην Ελλάδαγ[›]. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι (Emanuele Grazzi) παρουσίασε στον Μεταξά τελεσίγραφο τρίωρης διάρκειας με το οποίο απαιτούσε ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων προκειμένου να καταλάβουν μη καθορισμένα στρατηγικά σημεία εντός της Ελληνικής επικράτειας[17]. Ο Μεταξάς απέρριψε το τελεσίγραφο (η απόρριψη αυτή αποτελεί εθνική εορτή, γνωστή ως «Ημέρα του Όχι»), όμως προτού ακόμα εκπνεύσει ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα από την Αλβανίαδ[›]. Η κύρια ιταλική επίθεση πραγματοποιήθηκε στην οροσειρά της Πίνδου, κοντά στην πόλη των Ιωαννίνων και αρχικά σημείωσε σημαντική πρόοδο. Οι Ιταλοί στη συνέχεια πέρασαν τον ποταμό Θύαμι, όμως η επίθεση τους αναχαιτίστηκε από τις ελληνικές δυνάμεις και εκδιώχθηκαν πίσω στην Αλβανία[18]. Μέσα σε τρεις εβδομάδες η ελληνική επικράτεια ήταν ελεύθερη από εισβολείς, ενώ σε εξέλιξη βρισκόταν και η επιτυχημένη ελληνική αντεπίθεση[19]. Αρκετές πόλεις της νότιας Αλβανίας κατελήφθησαν από τις Ελληνικές δυνάμεις και ούτε η αλλαγή στη διοίκηση των ιταλικών δυνάμεων ούτε η άφιξη σημαντικών ενισχύσεων κατόρθωσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση[20].
| Πρώτη Ιταλική επίθεση 28 Οκτωβρίου - 13 Νοεμβρίου 1940. |
Ελληνική αντεπίθεση 14 Νοεμβρίου 1940 - Μάρτιος 1941. |
Μετά από εβδομάδες άκαρπων χειμερινών συγκρούσεων, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν μία ευρείας κλίμακας αντεπίθεση κατά μήκος ολόκληρου του μετώπου στις 9 Μαρτίου 1941 η οποία, παρά την ανωτερότητα των Ιταλικών ενόπλων δυνάμεων, απέτυχε. Έπειτα από μία εβδομάδα συγκρούσεων και απώλειες 12.000 ανδρών, ο Μουσολίνι ανακάλεσε την αντεπίθεση και εγκατέλειψε την Αλβανία δώδεκα μέρες αργότερα[21]. Σύγχρονοι αναλυτές θεωρούν ότι η ιταλική εκστρατεία απέτυχε επειδή ο Μουσολίνι και οι στρατηγοί του διέθεσαν αρχικά πενιχρές δυνάμεις στην εκστρατεία [μία εκστρατευτική δύναμη 55.000 ανδρών (Οκτώβριος 1940) που έφτασε τους 585.000 (Μάιος 1941)][22], απέτυχαν να αναγνωρίσουν το μέτωπο το φθινόπωρο και εξαπέλυσαν μία επίθεση χωρίς το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και χωρίς τη βοήθεια των Βουλγάρων[23]. Ακόμα και βασικές προφυλάξεις από Ιταλικής πλευράς δεν είχαν ληφθεί, όπως η διάθεση χειμερινού ιματισμού στους στρατιώτες[24], ενώ δεν είχαν ληφθεί υπόψη οι συστάσεις της Ιταλικής Επιτροπής Πολεμικής Παραγωγής, η οποία προειδοποιούσε ότι η Ιταλία δεν θα ήταν σε θέση να εμπλακεί σε ένα πλήρη χρόνο πολεμικών επιχειρήσεων τουλάχιστον μέχρι το 1949[25].
| Δεύτερη Ιταλική επίθεση 9 Μαρτίου - 23 Απριλίου 1941. |
Κατά τη διάρκεια των εξάμηνων μαχών εναντίον της Ιταλίας οι επιτυχίες του Ελληνικού στρατού οφείλονταν στην εξάλειψη εχθρικών θυλάκων. Παρόλα αυτά η Ελλάδα δεν διέθετε ικανή αμυντική βιομηχανία και η προμήθεια τόσο του εξοπλισμού όσο και των πυρομαχικών εξαρτιόταν από τα αποθέματα που αιχμαλώτιζαν οι Βρετανικές δυνάμεις από τους Ιταλούς στη Βόρεια Αφρική. Προκειμένου να τροφοδοτηθεί η μάχη της Αλβανίας η Ελληνική διοίκηση αναγκάστηκε να αποσύρει δυνάμεις από την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Η αναμονή μίας γερμανικής επίθεσης επίσπευσε την ανάγκη να αντιστραφεί αυτή η τακτική, καθώς οι διαθέσιμες δυνάμεις ήταν ανεπαρκείς να προβάλουν αντίσταση σε δύο μέτωπα. Η ελληνική διοίκηση αποφάσισε να διατηρήσει την επιτυχία της στην Αλβανία, ανεξάρτητα από το πώς θα εξελισσόταν η κατάσταση από μία γερμανική επίθεση από τα βουλγαρικά σύνορα[26].
[Επεξεργασία] Η απόφαση του Χίτλερ να επιτεθεί και η Βρετανική βοήθεια στην Ελλάδα
| «Ήθελα, πάνω από όλα, να σου ζητήσω να καθυστερήσεις την επιχείρηση μέχρι μια πιο βολική περίοδο, σε κάθε περίπτωση μέχρι τις προεδρικές εκλογές στην Αμερική. Σε κάθε περίπτωση ήθελα να σου ζητήσω να μην κάνεις αυτή την ενέργεια χωρίς την προηγούμενη διεξαγωγή μίας αστραπιαίας επιχείρησης στην Κρήτη. Για το σκοπό αυτό σκοπεύω να κάνω πρακτικές προτάσεις σχετικά με την ανάπτυξη μίας αερομεταφερόμενης μεραρχίας και μίας μεραρχίας αλεξιπτωτιστών.» |
| Από ένα γράμμα του Αδόλφου Χίτλερ προς τον Μουσολίνι στις 20 Νοεμβρίου 1940[27][28] |
Ο Χίτλερ παρενέβη στις 4 Νοεμβρίου του 1940, τέσσερις μέρες μετά την αποβίβαση βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη και τη Λήμνο. Ο Φύρερ διέταξε το επιτελείο του να προετοιμαστεί για μία εισβολή στη Βόρεια Ελλάδα μέσω της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Τα σχέδιά του για αυτή την εκστρατεία εντάχθηκαν σε ένα ευρύτερο σχέδιο που είχε σκοπό την αποστέρηση των Βρετανών από τις Μεσογειακές τους βάσεις[29]. Στις 12 Νοεμβρίου η Γερμανική Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση εξέδωσε την Οδηγία Νο. 18, στην οποία προγραμματίστηκαν ταυτόχρονες επιχειρήσεις εναντίον του Γιβραλτάρ και της Ελλάδας τον Ιανουάριο του 1941. όμως, τον Δεκέμβριο του 1940, τα γερμανικά σχέδια για τη Μεσόγειο ανατράπηκαν από την απόφαση του Ισπανού στρατηγού Φρανσίσκο Φράνκο να απορρίψει τα σχέδια για την επίθεση στο Γιβραλτάρ[30]. Ως επακόλουθο, η γερμανική επίθεση στην Νότια Ευρώπη περιορίστηκε στην εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας. Η Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση εξέδωσε την Οδηγία Νο. 20 στις 13 Δεκεμβρίου 1940. Το έγγραφο περιέγραφε την Ελληνική εκστρατεία με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Μαρίτα» και αφορούσε σχέδια για την γερμανική κατοχή των βόρειων ακτών του Αιγαίου μέχρι τον Μάρτιο του 1941. Παράλληλα, περιείχε σχέδια για την κατάληψη ολόκληρης της ηπειρωτικής Ελλάδας, εφόσον αυτό κρίνονταν αναγκαίο[31]. Κατά τη διάρκεια μίας έκτακτης σύσκεψης του επιτελείου του Χίτλερ μετά το αναπάντεχο πραξικόπημα ενάντια στην κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας στις 27 Μαρτίου 1941, εξεδόθησαν διαταγές για μελλοντική επίθεση στην Γιουγκοσλαβία, μαζί με αλλαγές στα σχέδια της επίθεσης εναντίον της Ελλάδας. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Γιουγκοσλαβία επρόκειτο να δεχθούν επίθεση στις 6 Απριλίου[32].
| « | Το Γιουγκοσλαβικό πραξικόπημα ήρθε ξαφνικά. Όταν άκουσα τα νέα το πρωινό της 27ης πίστεψα πως ήταν αστείο.[33][34] | » |
|
—Ο Χίτλερ μιλώντας στους επιτελείς του |
||
Η Βρετανία δεσμευόταν να βοηθήσει την Ελλάδα από τη διακήρυξη του 1939, η οποία ανέφερε ότι σε περίπτωση απειλής της Ελληνικής ή Ρουμανικής ανεξαρτησίας, «…η Βρετανική κυβέρνηση δεσμεύεται να παράσχει άμεσα στην Ελληνική ή Ρουμανική κυβέρνηση […] κάθε δυνατή βοήθεια»[35][36]. Η πρώτη βρετανική προσπάθεια ήταν η ανάπτυξη μοιρών της RAF, υπό τη διοίκηση του Τζον ντ' Άλμπιακ (John d' Albiac), οι οποίες εστάλησαν τον Νοέμβριο του 1940[37]. Με τη συναίνεση της ελληνικής κυβέρνησης στάλθηκαν βρετανικές δυνάμεις στην Κρήτη στις 31 Οκτωβρίου για τη φύλαξη του κόλπου της Σούδας, επιτρέποντας στην Ελληνική Κυβέρνηση την αποστολή της 5ης Μεραρχίας Κρήτης στην ηπειρωτική χώρα[38].
Στις 17 Νοεμβρίου 1940 ο Μεταξάς πρότεινε στην Βρετανική κυβέρνηση την ανάληψη κοινής επιθετικής δράσης στα Βαλκάνια έχοντας τα ελληνικά προπύργια της Νότια Αλβανίας ως βάση των επιχειρήσεων. Η βρετανική πλευρά όμως ήταν επιφυλακτική απέναντι στην πρόταση του Μεταξά, καθώς η ανάπτυξη των απαιτούμενων στρατιωτικών δυνάμεων για την υποστήριξη του Ελληνικού σχεδίου θα έθετε σε κίνδυνο τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Κοινοπολιτείας στη Βόρεια Αφρική[39]. Κατά τη διάρκεια μίας συνάντησης των βρετανικών και ελληνικών στρατιωτικών και πολιτικών αρχηγών στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 1941, ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, επικεφαλής του Ελληνικού Στρατού, ζήτησε από τους Βρετανούς εννέα πλήρως εξοπλισμένες μεραρχίες και την αντίστοιχη αεροπορική υποστήριξη. Οι Βρετανοί απάντησαν ότι λόγω των υποχρεώσεών τους στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής μπορούσαν να διαθέσουν άμεσα μία μικρή, συμβολική, δύναμη μικρότερη της μεραρχίας. Η προσφορά αυτή απορρίφθηκε από τους Έλληνες οι οποίοι φοβήθηκαν πως η άφιξη μίας τέτοιας μικρής στρατιωτικής δύναμης θα επίσπευδε τη γερμανική επίθεση χωρίς να παράσχει σημαντική βοήθειαε[›]. Βρετανική βοήθεια θα ζητούνταν αν και εφόσον τα γερμανικά στρατεύματα διέσχιζαν το Δούναβη από τη Ρουμανία προς τη Βουλγαρία[40].
| «Δεν γνωρίζαμε τότε ότι αυτός [ο Χίτλερ] είχε ήδη αποφασίσει τη γιγάντια εισβολή του στη Ρωσία. Εάν το γνωρίζαμε θα αισθανόμασταν περισσότερο σίγουροι για την επιτυχία της πολιτική μας. Έπρεπε να βλέπαμε ότι κινδύνευε να πέσει ανάμεσα σε δύο σκαμνιά και να βλάψει το μεγάλο εγχείρημά του για χάρη μίας Βαλκανικής Εκστρατείας. Αυτό ακριβώς συνέβη, όμως εμείς δεν μπορούσαμε να το γνωρίζουμε εκείνη την περίοδο. Μερικοί θα πουν ότι κινηθήκαμε σωστά. Τουλάχιστον κινηθήκαμε σωστότερα από ότι γνωρίζαμε τότε. Σκοπός μας ήταν να εμψυχώσουμε και να ενώσουμε τη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα και την Τουρκία. Το καθήκον μας όσο ήταν δυνατόν ήταν να βοηθήσουμε τους Έλληνες.» |
| Ουίνστον Τσώρτσιλ[41][42] |
Ο Τσώρτσιλ επέμεινε στη φιλοδοξία του για τη δημιουργία Βαλκανικού Μετώπου με τη συμμετοχή της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας[42] και διέταξε τον Άντονι Ίντεν (Anthony Eden) και τον Σερ Τζον Ντιλ (Sir John Dill) να αρχίσουν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις με την Ελληνική κυβέρνηση. Στις 22 Φεβρουαρίου 1941 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην Αθήνα μεταξύ του Ίντεν και της ελληνικής ηγεσίας, παρόντων του Βασιλιά Γεωργίου, του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή, που διαδέχθηκε τον Μεταξά ο οποίος είχε πεθάνει στις 29 Ιανουαρίου, υποκύπτοντας στην λευχαιμία, από την οποία έπασχε, και του στρατηγού Παπάγου. Αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν η απόφαση για την αποστολή της εκστρατευτικής δύναμης της Βρετανικής Κοινοπολιτείας[43].
Τα γερμανικά στρατεύματα συγκεντρώνονταν στη Ρουμανία και την 1η Μαρτίου οι δυνάμεις της Βέρμαχτ ξεκίνησαν να κινούνται εντός της Βουλγαρίας. Την ίδια στιγμή ο Βουλγαρικός στρατός κινητοποιούνταν και καταλάμβανε θέσεις κατά μήκος των Ελληνικών συνόρων[42].
Στις 2 Μαρτίου άρχισε η επιχείρηση Lustre, η μεταφορά στρατευμάτων και εξοπλισμού στην Ελλάδα και 26 οπλιταγωγά έφθασαν στο λιμάνι του Πειραιά[44]. Στις 3 Απριλίου, στη διάρκεια μίας συνάντησης μεταξύ των Βρετανών, των Γιουγκοσλάβων και των Ελλήνων, οι Γιουγκοσλάβοι υποσχέθηκαν να αποκλείσουν την κοιλάδα του Στρυμόνα σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης στο έδαφός τους[45]. Στη διάρκεια της συνάντησης ο Παπάγος επεσήμανε τη σημασία μίας κοινής Ελληνο-γιουγκοσλαβικής επίθεσης εναντίον των Ιταλών όταν οι Γερμανοί θα επιτίθεντο στις δύο χώρεςστ[›]. Μέχρι τις 24 Απριλίου περισσότεροι από 62.000 στρατιώτες από την Κοινοπολιτεία (Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Παλαιστίνιοι και Κύπριοι) στάλθηκαν στην Ελλάδα, σχηματίζοντας την 6η Αυστραλιανή Μεραρχία, τη 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία και την 1η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία[46]. Οι τρεις αυτοί σχηματισμοί έγιναν αργότερα γνωστοί ως «Δύναμη W», από τον διοικητή τους Αντιστράτηγο Σερ Χένρι Μέτλαντ Γουίλσον (Sir Henry Maitland Wilson)ζ[›].
[Επεξεργασία] Στρατιωτικές προετοιμασίες
[Επεξεργασία] Τοπογραφία
Προκειμένου να εισέλθει στη Βόρεια Ελλάδα ο Γερμανικός Στρατός ήταν υποχρεωμένος να διασχίσει την οροσειρά της Ροδόπης, η οποία διαθέτει λίγες κοιλάδες και περάσματα ικανά να επιτρέψουν την κίνηση μεγάλων στρατιωτικών μονάδων. Δύο περάσματα εντοπίστηκαν δυτικά του Κιουστεντίλ (Kyustendil) και ένα κατά μήκος των συνόρων Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας, μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα προς τα νότια. ελληνικές συνοριακές οχυρώσεις προσαρμοσμένες στο ανάγλυφο και ισχυρά αμυντικά συστήματα κάλυπταν τους λίγους διαθέσιμους δρόμους. Οι ποταμοί Στρυμόνας και Νέστος διέσχιζαν την οροσειρά κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων και αμφότερες οι κοιλάδες προστατεύονταν από ισχυρά οχυρά, τμήματα της ευρύτερης Γραμμής Μεταξά. Αυτό το σύστημα από τσιμεντένια πολυβολεία και οχυρώσεις κατασκευάστηκε κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και βασιζόταν σε παρόμοιες αρχές με αυτές που εφαρμόστηκαν στη Γραμμή Μαζινό. Η ισχύς της γραμμής επαφίονταν στη δύσκολη πρόσβαση που προσέφερε το ανάγλυφο προς τις οχυρωματικές θέσεις[47].
[Επεξεργασία] Στρατηγικοί παράγοντες
Το ορεινό έδαφος της Ελλάδας βοηθούσε στη χάραξη μίας αμυντικής στρατηγικής και οι μεγάλοι ορεινοί όγκοι της Ροδόπης, της Ηπείρου, της Πίνδου και του Ολύμπου προσέφεραν πολλές πιθανότητες να σταματήσουν έναν εισβολέα. Όμως απαιτούνταν επαρκής αεροπορική κάλυψη ώστε να αποτρέψει τις αμυνόμενες επίγειες δυνάμεις από το να παγιδευτούν στα πολλά στενώματα. Αν και μία επιτιθέμενη δύναμη από την Αλβανία μπορούσε εύκολα να αναχαιτιστεί από σχετικά μικρό αριθμό στρατευμάτων τοποθετημένων ψηλά στην οροσειρά της Πίνδου, το νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας ήταν δύσκολο να προστατευθεί από μία επίθεση από τον Βορρά[48].
Ύστερα από μία συνάντηση στην Αθήνα τον Μάρτιο, η βρετανική διοίκηση πίστευε ότι οι δυνάμεις της σε συνδυασμό με τις Ελληνικές θα καταλάμβαναν τη Γραμμή Αλιάκμονα, ένα μικρό μέτωπο με βορειοανατολικό προσανατολισμό κατά μήκος του όρους Βέρμιο και του ποταμού Αλιάκμονα. Ο Παπάγος περίμενε διευκρινήσεις από την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση και αργότερα πρότεινε να στηρίξουν τη Γραμμή Μεταξά, μέχρι τότε σύμβολο εθνικής ασφάλειας για τον ελληνικό πληθυσμό, και να μην αποσυρθεί καμία από τις μεραρχίες του από την Αλβανία[49]. Επέμενε ότι η απόσυρση θα αποτελούσε παραδοχή νίκης των Ιταλών. Το στρατηγικά σημαντικό λιμάνι της Θεσσαλονίκης παρέμενε πρακτικά ανυπεράσπιστο και η μεταφορά των βρετανικών στρατευμάτων στην πόλη παρέμενε επικίνδυνη[50]. Ο Παπάγος πρότεινε να εκμεταλλευτούν το δυσπρόσιτο ανάγλυφο της περιοχής και να προετοιμάσουν οχυρώσεις, ενώ ταυτόχρονα να προστάτευαν τη Θεσσαλονίκη.
Ο στρατηγός Ντιλ περιέγραψε την συμπεριφορά του Παπάγου ως «αφιλόξενη και ηττοπαθή»[53] και υποστήριζε ότι το σχέδιό του Παπάγου παρέβλεπε το γεγονός ότι τα ελληνικά στρατεύματα και το πυροβολικό ήταν ικανά να προσφέρουν μικρή μόνο αντίσταση. Οι Βρετανοί θεωρούσαν ότι η ελληνική αντιπαλότητα με τη Βουλγαρία, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία της Γραμμής Μεταξά, καθώς και η παραδοσιακές καλές σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους, άφηναν τα βορειοδυτικά σύνορα αφύλακτα σε μεγάλο βαθμό[54]. Παρά τις ανησυχίες τους για την τρωτότητα των συνόρων και του γεγονότος πιθανής κατάρρευσης τους σε περίπτωση γερμανικής προώθησης από τους ποταμούς Στρυμόνα και Αξιό, οι Βρετανοί συναίνεσαν με την ελληνική διοίκηση. Στις 4 Μαρτίου ο Ντιλ αποδέχθηκε το σχέδιο για τη Γραμμή Μεταξά και στις 7 Μαρτίου η συμφωνία επικυρώθηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση[55]. Την διοίκηση θα αναλάμβανε ο Παπάγος και οι Ελληνικές και Βρετανικές διοικήσεις θα αναλάμβαναν παρενοχλητικές ενέργειες στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας[48]. Παρόλα αυτά οι Βρετανοί δεν μετακίνησαν τα στρατεύματά τους επειδή ο στρατηγός Γιουίλσον θεωρούσε ότι ήταν αδύναμα να διατηρήσουν μία τόσο ευρεία πρώτη γραμμή. Αντίθετα κατέλαβε μία θέση περίπου σαράντα χιλιόμετρα δυτικά του Αξιού, κατά μήκος της Γραμμής Αλιάκμονα[56]. Οι δύο κύριοι στόχοι στην κατάληψη αυτής της θέσης ήταν να διατηρήσουν επαφή με τα ελληνικά στρατεύματα στην Αλβανία και να αποτρέψουν την πρόσβαση στους Γερμανούς προς την Κεντρική Ελλάδα. Αυτό είχε το πλεονέκτημα ότι απαιτούνταν μικρότερη δύναμη από ότι στις άλλες επιλογές ενώ επέτρεπε μεγαλύτερο χρόνο για προετοιμασίες. Όμως αυτό σήμαινε την εγκατάλειψη σχεδόν ολόκληρης της Βόρειας Ελλάδας, γεγονός απαράδεκτο για τους Έλληνες, τόσο για πολιτικούς όσο και ψυχολογικούς λόγους. Παράλληλα, το αριστερό άκρο της γραμμής ήταν ευάλωτο σε υπερφαλαγγισμό από τους Γερμανούς μέσω του Μοναστηριού της Γιουγκοσλαβίας[57]. Όμως η πιθανότητα ενός γρήγορου κατακερματισμού του Γιουγκοσλαβικού στρατού και μίας γερμανικής κίνησης πίσω από τη θέση του Βέρμιου δεν ελήφθη υπόψη[48]. Η αμυντική εγκατάλειψη της Θεσσαλονίκης με την ενίσχυση της Γραμμής του Αλιάκμονα, έστω και αν σχηματίστηκε η μικρή βρετανική γραμμή αμύνης του Αξιού, έθετε σε κίνδυνο την τροφοδοσία του γιουγκοσλαβικού στρατού από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, την μόνη πηγή τροφοδοσίας με πολεμικό υλικό της Γιουγκοσλαβίας.[58]
Η γερμανική στρατηγική βασιζόταν στην τακτική του αστραπιαίου πολέμου (blitzkrieg) η οποία είχε αποδειχθεί επιτυχημένη κατά τη διάρκεια των εισβολών στη δυτική Ευρώπη και επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητά της κατά την εισβολή στη Γιουγκοσλαβία. Η γερμανική διοίκηση σχεδίαζε να συνδυάσει την επίθεση των πεζοπόρων στρατευμάτων και των τεθωρακισμένων με υποστήριξη από αέρος και να πραγματοποιήσει μία γρήγορη προέλαση στο εσωτερικό. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης η Αθήνα και το λιμάνι του Πειραιά θα αποτελούσαν τους επόμενους κύριους στόχους. Με την πτώση του Πειραιά και του ισθμού της Κορίνθου σε γερμανικά χέρια, η υποχώρηση και εκκένωση των βρετανικών και ελληνικών δυνάμεων θα θέτονταν σε κίνδυνο[48].
[Επεξεργασία] Αμυντικές και επιθετικές δυνάμεις
Η Πέμπτη Γιουγκοσλαβική Στρατιά έφερε την ευθύνη άμυνας του νοτιοανατολικού συνόρου μεταξύ της Κρίβα Παλάνκα (Kriva Palanka) και της Ελληνικής μεθορίου. Κατά το χρόνο της γερμανικής επίθεσης τα γιουγκοσλαβικά στρατεύματα δεν ήταν πλήρως κινητοποιημένα και υστερούσαν σε σύγχρονο εξοπλισμό και οπλισμό προκειμένου να είναι αποτελεσματικά. Μετά την είσοδο των γερμανικών δυνάμεων στη Βουλγαρία η πλειοψηφία των ελληνικών στρατευμάτων αποσύρθηκε από την Δυτική Θράκη[59].
Οι ελληνικές και βρετανικές δυνάμεις που θα αντιμετώπιζαν την γερμανική επίθεση ήταν οι εξής:
- Στην Ανατολική Μακεδονία ήταν το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) υπό τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, αποτελούμενο από τις XVIII, XIV, VII Μεραρχίες Πεζικού, την XIX Μηχανοκίνητη Μεραρχία, την Ταξιαρχία Νέστου, το Απόσπασμα Κρουσίων και ένα ενισχυμένο τάγμα Πεζικού[60].
- Στην τοποθεσία Βερμίου βρισκόταν το Ελληνοβρετανικό Συγκρότημα W υπό τον Αντιστράτηγος Γουίλσον, αποτελούμενο απο[61]:
- - το Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) υπό τον Αντιστράτηγο Ιωάννη Κωτούλα (αντικαταστάθηκε στις 8/4/41 από το Υποστράτηγο Χρήστο Καράσσο) με τις 20ή, ΧΙΙ Μεραρχίες Πεζικού και το X Συνοριακό Συγκρότημα (τρεις λόχοι)
- - Το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα (ΒΕΣ) υπό τον Αντιστράτηγο Γουίλσον το οποίο διέθετε το 1ο Αυστραλιανό Σώμα Στρατού (6η Αυστραλιανή και 2η Νεοζηλανδική Μεραρχίες) και την 1η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία.
- Η Βρετανική Βασιλική Αεροπορία (RAF) είχε πέντε σμήνη βομβαρδισμού και τρία σμήνη μονοκινητήριων καταδιωκτικών, συνολικά 99 αεροσκάφη, όμως μόνο τα 80 ήταν αξιόμαχα. H Ελληνική Βασιλική Αεροπορία (EBA) διέθετε 44 καταδιωκτικά, 46 βομβαρδιστικά και μερικά αναγνωριστικά[62].
Οι Ελληνικές μονάδες στην Ανατολική Μακεδονία αριθμούσαν 65.110 άνδρες, εκ των οποίων μόνο οι μισοί ήταν σε μάχιμες μονάδες[63]. Επιπλέον ο διαθέσιμος οπλισμός ήταν ανεπαρκής και απαρχαιωμένος. Τα αντιαεροπορικά και αντιαρματικά πυροβόλα, όπως και τα διαθέσιμα βλήματα, ήταν λιγότερα από τα προβλεπόμενα, καθώς είχαν σταλθεί στο Αλβανικό μέτωπο. Επίσης τα πυρομαχικά για τα ελαφρά όπλα ήταν στο ένα τρίτο από τα προβλεπόμενα. Οι αξιωματικοί ήταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό έφεδροι, ενώ υπήρχε έλλειψη σε επιτελικούς αξιωματικούς. Η δύναμη του κάθε τάγματος δεν ξεπερνούσε τους 500 άνδρες και πολλοί λόχοι διοικούνταν από ανθυπολοχαγούς που μόλις είχαν αποφοιτήσει από τις Σχολές τους ή ήταν έφεδροι. Τα μεταφορικά μέσα είχαν περιορισθεί στο ελάχιστο ενώ τα υλικά διαβιβάσεων ήταν ανεπαρκέστατα. Εξαίρεση ήταν η επαρκής επάνδρωση των οχυρών της Γραμμής Μεταξά σε έμψυχο δυναμικό, όπως και το εσωτερικό και εξωτερικό δίκτυο διαβιβάσεων αυτών των οχυρών. Σε πολύ χαμηλό επίπεδο μαχητικής ικανότητας ήταν και οι ελληνικές δυνάμεις στο Βέρμιο[64] που δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τους 15.000 μαχητές. Όμως, παρά αυτές τις αδυναμίες το ηθικό των ανδρών, και ιδιαίτερα αυτών που ήταν στα οχυρά και στις μονάδες προκαλύψεως, ήταν σε υψηλό επίπεδο. [65]. Οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις που αποτελούνταν από δεκατέσσερις μεραρχίες, βρισκόταν στην Αλβανία[59].
Στις 28 Μαρτίου οι ελληνικές δυνάμεις στην Κεντρική Μακεδονία, οι XII και 20η Μεραρχίες Πεζικού, τοποθετήθηκαν υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Γουίλσον, ο οποίος κατέστησε το αρχηγείο του βορειοδυτικά της Λάρισας. Η νεοζηλανδική μεραρχία έλαβε θέση βόρεια του όρους Όλυμπος ενώ η αυστραλιανή μεραρχία απέκλεισε την κοιλάδα του Αλιάκμονα μέχρι την οροσειρά του Βέρμιου. Η Βρετανική Βασιλική Αεροπορία συνέχισε να επιχειρεί από αεροδρόμια στην κεντρική και νότια Ελλάδα, όμως λίγα αεροσκάφη μπορούσαν να αποσταλούν στο θέατρο των επιχειρήσεων. Οι βρετανικές δυνάμεις βρίσκονταν σχεδόν σε πλήρη κινητοποίηση όμως ο εξοπλισμός τους ήταν περισσότερο κατάλληλος για πολεμικές επιχειρήσεις στην έρημο παρά στους απότομους ορεινούς δρόμους της Ελλάδας. Υπήρχε έλλειψη σε άρματα μάχης και αντιαεροπορικά όπλα και η γραμμές επικοινωνίας κατά μήκος της Μεσογείου ήταν ευάλωτες, καθώς κάθε νηοπομπή έπρεπε να πλεύσει κοντά από νησιά που τελούσαν υπό εχθρική κατοχή, παρά το γεγονός ότι το Βρετανικό Ναυτικό κυριαρχούσε στο Αιγαίο, Τα εφοδιαστικά αυτά προβλήματα επιτείνονταν από την περιορισμένη διαθεσιμότητα πλοίων και την περιορισμένη χωρητικότητα των ελληνικών λιμανιών[66].
Η Γερμανική 12η Στρατιά, υπό τη διοίκηση του Στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ (Wilhelm List), ήταν επιφορτισμένη με την εκτέλεση της Επιχείρησης Μαρίτα. Οι δυνάμεις που διέθεσε αυτή η Στρατιά για την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας ήταν[67] [68] :
- Το XVIII (18o) Ορεινό Σώμα Στρατού (XVIII Gebirgskorps) υπό τον Αντιστράτηγο Φραντς Μπέμε (Franz Böhme), αποτελούμενο από τη 2η Μεραρχία Πάντσερ (Τεθωρακισμένη Μεραρχία), τις 5η και 6η Ορεινές Μεραρχίες, το 125ο Ανεξάρτητο Ενισχυμένο Σύνταγμα Πεζικού, και την 72η Μεραρχία Πεζικού.
- Το XXX (30ό) Σώμα Στρατού, υπό τον Αντιστράτηγο Ότο Χάρτμαν (Otto Hartmann) αποτελούμενο από τις 164η και 50ή Μεραρχίες Πεζικού.
- Το XL (40ό) Σώμα Πάντσερ (Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού), υπό τον Αντιστράτηγο Γκέοργκ Στούμμε (Georg Stumme), αποτελούμενο από την 9η Μεραρχία Πάντσερ (Τεθωρακισμένη Μεραρχία), την 73η Μεραρχία Πεζικού και την Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία LSSAH (Leibstandarte SS Adolf Hitler) (αργότερα προστέθηκε και η 5η Μεραρχία Πάντσερ).
- Ως εφεδρεία υπήρχε μια Μεραρχία Πεζικού στην περιοχή της Φιλιππούπολης.
- Το VII Αεροπορικό Σώμα υπό τον Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν με περίπου 490 αεροσκάφη[2].
Οι γερμανικές μονάδες, που αποτελούνταν από περίπου 180.000 άνδρεςη[›], ήταν άριστα εξοπλισμένες και οργανωμένες. Μετά τις νίκες της Βέρμαχτ στην Πολωνία και στην Γαλλία το ηθικό τους ήταν υψηλό. Το σύνολο του Μηχανικού, Πυροβολικού, Αντιαεροπορικών και άλλων μέσων της Στρατιάς διατέθηκαν για την εκστρατεία κατά της Ελλάδας[69]. Οι τεθωρακισμένες μονάδες, παρά την πρόσφατη μείωση των διατιθέμενων αρμάτων από 258 κατά μέσο όρο σε 150 ή και λιγότερα ανά μεραρχία, είχαν καλύτερης ποιότητας άρματα αλλά και καλύτερο επίπεδο διοίκησης έναντι των αντιπάλων τους[70]. Συνολικά ο αριθμός των αρμάτων μάχης που διέθεσε η 12η Στρατιά ήταν 501[1].
Στις αεροπορικές δυνάμεις μπορούσαν να συνδράμουν, μετά την μεταπολίτευση στην Γιουγκοσλαβίας, ο 4ος Αεροπορικός Στόλος ανεβάζοντας τον αριθμό των διατιθέμενων αεροσκαφών εναντίον της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας σε 1.000[71], κάνοντας απόλυτη την γερμανική αεροπορική υπεροχή.
[Επεξεργασία] Το Γερμανικό σχέδιο επίθεσης και η συγκέντρωση
Το γερμανικό σχέδιο επίθεσης διαμορφώθηκε βάσει της εμπειρίας που απέκτησε ο Γερμανικός στρατός στη Μάχη της Γαλλίας. Η στρατηγική του βασιζόταν στη δημιουργία ενός αντιπερισπασμού στο Αλβανικό μέτωπο, αποδυναμώνοντας τις δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού από την άμυνα των γιουγκοσλαβικών και βουλγαρικών συνόρων. Χρησιμοποιώντας την τακτική της προώθησης τεθωρακισμένων σχηματισμών προς τα περισσότερο αδύναμα τμήματα της αμυντικής γραμμής, η διείσδυση προς την εχθρική περιοχή θα ήταν ευκολότερη και δεν θα απαιτούσε τη χρήση των γερμανικών τεθωρακισμένων μονάδων πίσω από τις δυνάμεις του πεζικού. Μόλις το αδύναμο αμυντικό σύστημα της Νότιας Γιουγκοσλαβίας κατέρρεε από την επέλαση των γερμανικών τεθωρακισμένων μονάδων, η Γραμμή Μεταξά θα υπερκεράζονταν από τις ταχύτερα κινούμενες δυνάμεις που θα προήλαυναν προς το νότο από τη Γιουγκοσλαβία. Η κατοχή του Μοναστηριού και της κοιλάδας του Αξιού, που οδηγούσε προς τη Θεσσαλονίκη, κρίνονταν απαραίτητη για μία τέτοια στρατηγική[72].
Το πραξικόπημα στη Γιουγκοσλαβία οδήγησε σε ξαφνική αλλαγή του σχεδίου επίθεσης και έφερε τη Δωδέκατη Στρατιά αντιμέτωπη με μία σειρά δύσκολων προβλημάτων. Σύμφωνα με την Οδηγία Νο. 25 της 28ης Μαρτίου, η 12η Στρατιά έπρεπε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της με τέτοιο τρόπο ώστε μία ταχυκίνητη δύναμη να μπορεί να επιτεθεί προς το Βελιγράδι μέσω του Νις. Με μόνο εννέα μέρες από την ημέρα της επίθεσης κάθε ώρα ήταν σημαντική και κάθε νέα συγκέντρωση των στρατευμάτων χρειαζόταν χρόνο για να οργανωθεί. Το βράδυ της 5ης Απριλίου όλες οι επιθετικές δυνάμεις που προορίζονταν να επιτεθούν στην Νότια Γιουγκοσλαβία ή στην Ελλάδα είχαν συγκεντρωθεί[73].
[Επεξεργασία] Γερμανική εισβολή
[Επεξεργασία] Η επίθεση στη Νότια Γιουγκοσλαβία και η κάθοδος στη Θεσσαλονίκη
Στις 5.15 π.μ. της 6ης Απριλίου οι γερμανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ελλάδα[74], ενώ η Λουφτβάφε ξεκίνησε εντατικό βομβαρδισμό του Βελιγραδίου. Το XL Σώμα Τεθωρακισμένων, το οποίο προορίζονταν να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια επιθέσεων κατά μήκος της νότιας Γιουγκοσλαβίας, ξεκίνησε την επίθεσή του στις 5.30 πμ και προωθήθηκε κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων σε δύο ξεχωριστά σημεία. Την ίδια ώρα αεροσκάφη της Λούφτβαφε αρχίζουν να βομβαρδίζουν τον Πειραιά και την Ελευσίνα, προκαλώντας σημαντικές ζημιές[74]. Μέχρι το βράδυ της 8ης Απριλίου η γερμανική ταξιαρχία LSSH είχε καταλάβει την Πρίλαπο (Prilep), αποκόπτοντας μία σημαντική σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ του Βελιγραδίου και της Θεσσαλονίκης και απομονώνοντας τη Γιουγκοσλαβία από τους συμμάχους της. Στο σημείο αυτό οι Γερμανοί κατείχαν εδάφη, τα οποία ήταν κατάλληλα για την συνέχιση των επιθετικών ενεργειών τους. Το βράδυ της 9ης Απριλίου ο Στρατηγός Στούμμε ανέπτυξε τις δυνάμεις του βόρεια του Μοναστηρίου, προετοιμαζόμενος για την επέκταση των επιθέσεων πέρα από τα ελληνικά σύνορα προς τη Φλώρινα. Η θέση αυτή εγκυμονούσε τον κίνδυνο να περικυκλώσει τόσο τους Έλληνες στην Αλβανία όσο και τη Δύναμη W στις περιοχές της Φλώρινας, της Έδεσσας και της Κατερίνης[75]. Διατηρώντας μία μικρή δύναμη ασφαλείας στα μετόπισθεν του Σώματος για την απόκρουση μίας ξαφνικής αντεπίθεσης από την κεντρική Γιουγκοσλαβίας, στοιχεία της 9ης Μεραρχίας Πάντσερ κατευθύνθηκαν δυτικά για να ενωθούν με τους Ιταλούς στα αλβανικά σύνορα[76].
Η 2η Μεραρχία Πάντσερ , υπό τον Στρατηγό Ρούντολφ Φάιελ (Rudolf Veiel) εισήλθε στη Γιουγκοσλαβία από τα ανατολικά το πρωί της 6ης Απριλίου και προωθήθηκε δυτικά μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα. Αντιμετώπισε μικρή εχθρική αντίσταση, όμως καθυστέρησε από ανατιναγμένους και λασπωμένους δρόμους και νάρκες. Παρόλα τα εμπόδια, η μεραρχία κατόρθωσε να φτάσει στην πόλη Στρώμνιτσα. Στις 7 Απριλίου μία γιουγκοσλαβική αντεπίθεση στην βόρεια πλευρά της μεραρχίας αποκρούστηκε και την επόμενη ημέρα η μεραρχία κατόρθωσε να προωθηθεί πέρα από τα βουνά και να υπερκεράσει τις μονάδες της ελληνικής XIXης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Πεζικού που βρίσκονταν νότια της λίμνης Δοϊράνης ως εφεδρεία. Παρά τις πολλές καθυστερήσεις κατά μήκος των στενών ορεινών δρόμων, μία θωρακισμένη προφυλακή με κατεύθυνση την Θεσσαλονίκη κατόρθωσε να εισέλθει στην πόλη το πρωί της 9ης Απριλίου. Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης έλαβε χώρα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, ως επακόλουθο της κατάρρευσης του ΤΣΑΜ[77].
[Επεξεργασία] Γραμμή Μεταξά
Η Γραμμή Μεταξά υπερασπιζόταν από τo ΤΣΑΜ, υπό τη διοίκηση του Αντιστράτηγου Μπακόπουλου. Η γραμμή είναι μήκους περίπου 170 χλμ, κατά μήκος του ποταμού Νέστου προς τα ανατολικά και των βουλγαρικών συνόρων ως το όρος Μπέλες κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Για την υπεράσπιση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων έπρεπε να υπάρχουν άνω των 200.000 ανδρών, όμως λόγω της έλλειψης προσωπικού το συνολικό μέγεθος του ΤΣΑΜ έφτανε τους περίπου 65.000, έχοντας ως αποτέλεσμα την αραιή διάταξη των αμυντικών γραμμών[78].
Η αρχική γερμανική επίθεση κατά της γραμμής πραγματοποιήθηκε από μία μονάδα πεζικού ενισχυμένη από δύο ορεινές μεραρχίες του XVIII Ορεινού Σώματος , αντιμετώπισαν όμως ισχυρή αντίσταση και σημείωσαν μικρή επιτυχία[79]. Μία γερμανική αναφορά στο τέλος της πρώτης μέρας των επιχειρήσεων περιγράφει πως η γερμανική 5η Ορεινή Μεραρχία «απωθήθηκε στο πέρασμα Ρούπελ παρά την ισχυρότατη αεροπορική υποστήριξη, έχοντας σημαντικές απώλειες»[80]. Από τα 24 οχυρά που αποτελούσαν τη Γραμμή Μεταξά μόνο δύο έπεσαν, και αυτά μόνον αφού καταστράφηκαν ολοσχερώς[81]. Τα περισσότερα οχυρά, συμπεριλαμβανομένων των Ρούπελ, Εχίνος, Καρατάς, Λίσσε και Ιστίμπεη αντιστάθηκαν για τρεις ημέρες[82].
Η γραμμή κατέρρευσε έπειτα από τρεις ημέρες μαχών, κατά τις οποίες οι Γερμανοί σφυροκοπούσαν τα οχυρά με πυροβολικό και βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως. Ο στόχος αυτός επετεύχθη κυρίως χάρη στην 6η Ορεινή Μεραρχία, η οποία διέσχισε μια χιονοσκεπή οροσειρά ύψους 2.100 μέτρων και κατέλαβε ένα σημείο το οποίο θεωρούνταν απρόσιτο από τους Έλληνες. Η δύναμη έφτασε στην σιδηροδρομική γραμμή που ερχόταν από τη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 7ης Απριλίου. Οι υπόλοιπες μονάδες του 18ου Ορεινού Σώματος προχωρούσαν με μεγάλη δυσκολία. Η 5η Μεραρχία μαζί με το ενισχυμένο 125ο Σύνταγμα Πεζικού διείσδυσαν στην άμυνα του Στρυμόνα στις 7 Απριλίου και επιτέθηκαν κατά μήκος και των δύο πλευρών του ποταμού, καταστρέφοντας τη μία οχυρωματική θέση μετά την άλλη στο πέρασμά τους. Παρόλα αυτά η μονάδα υπέστη βαριές απώλειες, τέτοιες που αποσύρθηκε από το μέτωπο με την ολοκλήρωση της αποστολής της. Η 72η Μεραρχία Πεζικού προωθήθηκε από το Άνω Νευροκόπι κατά μήκος των βουνών και, παρόλο που υστερούσε σε μεταφορική ικανότητα, μέσο πυροβολικό και ορεινό εξοπλισμό, κατόρθωσε να περάσει τη Γραμμή Μεταξά το βράδυ της 9ης Απριλίου, οπότε και έφτασε βορειοανατολικά των Σερρών[83]. Ακόμα και μετά την παράδοση της Γραμμής Μεταξά από τον Αντιστράτηγο Μπακόπουλο, μεμονωμένα φρούρια συνέχισαν να μάχονται για μέρες και δεν κατελήφθησαν παρά μόνο όταν χρησιμοποιήθηκε βαρύ πυροβολικό εναντίον τους. Αρκετά στρατεύματα που υπερασπίζονταν τη μεθόριο συνέχισαν να μάχονται και ένας αριθμός από αυτά κατόρθωσε να εκκενωθεί δια θαλάσσης[84]. Ουσιαστικά, όμως, η γραμμή περισσότερο παραδόθηκε, λόγω της υπερφαλάγγισης και της κύκλωσής της από τους Γερμανούς παρά κατέρρευσε.
[Επεξεργασία] Η συνθηκολόγηση του ΤΣΑΜ
Το γερμανικό 30ο Σώμα Πεζικού στην αριστερή πτέρυγα πέτυχε τον αντικειμενικό στόχο του το βράδυ της 8ης Απριλίου, όταν η 164η Μεραρχία Πεζικού κατέλαβε την Ξάνθη. Η 50η Μεραρχία Πεζικού προωθήθηκε πέρα από την Κομοτηνή προς τον ποταμό Νέστο, όπου αμφότερες οι μεραρχίες έφτασαν την επόμενη ημέρα[85].
Η 2η Μεραρχία Πάντσερ, μετά από μάχες που έδωσε στην νότια Σερβία, εισήλθε στις 8 Απριλίου στην περιοχή της Δοϊράνης όπου εξουδετέρωσε την XIX Μηχανοκίνητη Μεραρχία και έφτασε στην Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου. Αυτή η σε βάθος διείσδυση των Γερμανών αποτελούσε άμεσο κίνδυνο αιχμαλωσίας για το ΤΣΑΜ. Το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο εκτιμώντας πως ήταν μάταιη η συνεχιζόμενη αντίσταση και για την αποφυγή ανώφελων θυσιών εξουσιοδότησε τον διοικητή του ΤΣΑΜ Μπακόπουλο για σύναψη συνθηκολόγησης και κατάπαυσης των εχθροπραξιών. Στις 9 Απριλίου το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας συνθηκολόγησε άνευ όρων. Σε μία αποτίμηση της κατάστασης, στις 9 Απριλίου, ο Στρατάρχης Λιστ εξέφρασε τη γνώμη ότι, ως αποτέλεσμα της γρήγορης προώθησης των αυτοκινούμενων μονάδων, η 12η Στρατιά του βρισκόταν τώρα σε πλεονεκτική θέση για να αποκτήσει πρόσβαση προς την κεντρική Ελλάδα διασπώντας τις εχθρικές γραμμές πίσω από τον ποταμό Αξιό. Βασιζόμενος σε αυτή του την εκτίμηση ο Λιστ ζήτησε τη μεταφορά της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ από την 1η Ομάδα Πάντσερ στο 40ο Σώμα Πάντσερ. Θεώρησε ότι η παρουσία της 5ης Μεραρχίας θα έδινε επιπλέον δύναμη στην γερμανική προέλαση μέσω του περάσματος του Μοναστηρίου. Για τη συνέχιση της εκστρατείας δημιούργησε δύο επιθετικές ομάδες, μια Ανατολική υπό τη διοίκηση του 18ου Ορεινού Σώματος και μία Δυτική υπό το 40ο Σώμα Πάντσερ[86].
[Επεξεργασία] Η κατάληψη της Κοζάνης
Μέχρι το πρωί της 10ης Απριλίου το 40ο Σώμα Πάντσερ είχε ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του για τη συνέχιση της επίθεσής του και συνέχισε την προέλαση προς την κατεύθυνση της Κοζάνης. Αντίθετα προς κάθε προσδοκία, το πέρασμα του Μοναστηρίου είχε αφεθεί αφύλακτο και οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία. Η πρώτη επαφή με τα Συμμαχικά στρατεύματα πραγματοποιήθηκε βόρεια της Βεύης στις 11.00 πμ τις 10ης Απριλίου. Δυνάμεις των SS κατέλαβαν τη Βεύη στις 11 Απριλίου, όμως αναχαιτίστηκαν στο πέρασμα του Κλειδιού, νότια της πόλης, όπου ένας μεικτός Κοινοπολιτειακός και Ελληνικός σχηματισμός, γνωστός ως Δύναμη Μακέη (Mackay Force), σχηματίστηκε για να «…αναχαιτίσει τον αστραπιαίο πόλεμο προς την κοιλάδα της Φλώρινας», όπως το έθεσε ο Γουίλσον[87]. Κατά τη διάρκεια της επόμενης ημέρας το σύνταγμα των SS κατόπτευε τις εχθρικές θέσεις και το σούρουπο εξαπέλυσε μία κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του περάσματος. Έπειτα από έντονη μάχη, οι Γερμανοί υπερκέρασαν την εχθρική αντίσταση και διέσπασαν τις αμυντικές γραμμές τους[88]. Το πρωί της 14ης Απριλίου η 9η Μεραρχία Πάντσερ εισερχόταν στην Κοζάνη.
[Επεξεργασία] Όλυμπος και πέρασμα Σερβίων
Ο Γουίλσον αντιμετώπισε την προοπτική να καθηλωθεί από τις Γερμανικές δυνάμεις που επιχειρούσαν από τη Θεσσαλονίκη ενώ θα υπερφαλαγγίζονταν από το 40ο Σώμα Πάντσερ που κατέβαινε από στο πέρασμα του Μοναστηρίου. Στις 13 Απριλίου αποφάσισε να αποσύρει όλες τις Βρετανικές δυνάμεις στον ποταμό Αλιάκμονα και στη συνέχεια στο στενό των Θερμοπυλών[89]. Στις 14 Απριλίου η 9η Μεραρχία Πάντσερ εγκατέστησε ένα προγεφύρωμα στον ποταμό Αλιάκμονα, όμως η προσπάθεια να προωθηθεί πέρα από αυτό το σημείο απέτυχε λόγω των πυκνών εχθρικών πυρών. Η αμυντική αυτή γραμμή είχε τρία κύρια στοιχεία, το στενό του Πλαταμώνα μεταξύ του Ολύμπου και της θάλασσας, το πέρασμα του Ολύμπου καθ’ αυτό και το πέρασμα των Σερβίων στα νοτιοανατολικά. Καθοδηγώντας την επίθεση μέσα στα τρία αυτά στενά η νέα γραμμή άμυνας προσέφερε πολύ μεγαλύτερη αμυντική δύναμη στις περιορισμένες διαθέσιμες δυνάμεις. Οι άμυνα των περασμάτων του Ολύμπου και των Σερβίων αποτελούνταν από τις 4η και 5η Νεοζηλανδικές Ταξιαρχίες και την 16η Αυστραλιανή Ταξιαρχία. Για τις επόμενες τρεις μέρες η προέλαση της 9ης Μεραρχίας Πάντσερ καθυστέρησε μπροστά σε αυτές τις θέσεις[90].
Το κάστρο του Πλαταμώνα κυριαρχούσε στο άκρο του παραθαλάσσιου περάσματος του Πλαταμώνα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 15ης Απριλίου ένα γερμανικό τάγμα μοτοσικλετιστών, με την υποστήριξη ενός τάγματος τεθωρακισμένων, επιτέθηκε το στενό, όμως οι Γερμανοί απωθήθηκαν από το 21ο Νεοζηλανδικό Τάγμα υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Μακί (Colonel Macky), που, όμως, υπέστη βαριές απώλειες. Αργότερα την ίδια μέρα έφτασε ένα γερμανικό σύνταγμα τεθωρακισμένων και έπληξε παράκτια και τα εσωτερικά πλευρά του τάγματος, όμως οι Νεοζηλανδοί κράτησαν τις θέσεις τους. Αφού ενισχύθηκαν κατά τη διάρκεια της νύκτας της 15ης προς τη 16η Απριλίου, οι Γερμανοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα τάγμα τεθωρακισμένων, ένα τάγμα πεζικού και ένα τάγμα μοτοσικλετιστών. Το γερμανικό πεζικό επιτέθηκε την αριστερή πλευρά των Νεοζηλανδών την αυγή, ενώ τα άρματα μάχης επιτέθηκαν κατά μήκος της ακτής αρκετές ώρες αργότερα[91].
Το νεοζηλανδικό τάγμα υποχώρησε, πέρασε τον ποταμό Πηνειό και τα χαράματα έφτασε στην δυτική έξοδο του φαραγγιού του Πηνειού, έχοντας υποστεί ελαφρές μόνο απώλειες[91]. Ο Μακί πληροφορήθηκε ότι ήταν «απαραίτητο να κρατήσουν το φαράγγι από τις εχθρικές επιθέσεις μέχρι τις 19 Απριλίου, ακόμα και αν αυτό σήμαινε τον αφανισμό του τάγματος»[92][93]. Βύθισε το προγεφύρωμα στο δυτικό άκρο του φαραγγιού αμέσως μόλις πέρασαν οι όλοι οι άνδρες του και ξεκίνησε να στήνει τις αμυντικές του θέσεις. Το 21ο Τάγμα ενισχύθηκε από το αυστραλιανό 2/2ο Τάγμα και αργότερα και από το 2/3ο και αυτή η δύναμη έγινε γνωστή ως δύναμη Άλεν (Allen force) από τον ταξίαρχο «Τάμπυ» Άλεν ("Tubby" Allen). Τα 2/5ο και 2/11ο τάγματα μετακινήθηκαν στην περιοχή της Ελάτειας, νοτιοδυτικά του φαραγγιού και διετάχθησαν να κρατήσουν τη δυτική έξοδο πιθανόν για τρεις ή τέσσερις μέρες[94].
Στις 16 Απριλίου ο στρατηγός Γουίλσον συναντήθηκε με τον στρατηγό Παπάγο στη Λαμία και τον πληροφόρησε για την απόφασή του να υποχωρήσει στις Θερμοπύλες. Ο στρατηγός Μπλάμεϊ μοίρασε την ευθύνη της καθόδου προς τις Θερμοπύλες στους στρατηγούς Μακέι και Φρέιμπεργκ. Ο Μακέι θα προστάτευε τα πλευρά της Νεοζηλανδικής Μεραρχίας προς το Νότο ως την Λάρισα και θα ήλεγχε την υποχώρηση μέσω του Δομοκού προς τις Θερμοπύλες των δυνάμεων Σάβιτζ και Ζάκρος (Savige και Zarkos Forces) και τέλος της Δύναμης Λη (Lee Force). Η 1η Τεθωρακισμένη Μεραρχία θα κάλυπτε την υποχώρηση της Δύναμης Σάβιτζ στη Λάρισα και στη συνέχεια θα είχε τον έλεγχο της υποχώρησης της Δύναμης Άλεν η οποία θα ακολουθούσε την ίδια πορεία με το Νεοζηλανδικό τμήμα. Οι δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας βρίσκονταν υπό διαρκή επίθεση καθ' όλη τη διάρκεια της υποχώρησης[95].
Το πρωί της 18ης Απριλίου η μάχη για το φαράγγι του Πηνειού έληξε, όταν το γερμανικό πεζικό πέρασε τον ποταμό χρησιμοποιώντας προγεφυρώματα και τα στρατεύματα της 6ης Ορεινής Μεραρχίας περικύκλωσαν το νεοζηλανδικό τάγμα, το οποίο εξοντώθηκε. Στις 19 Απριλίου τα πρώτα στρατεύματα του 18ου Ορεινού Σώματος εισήλθαν στη Λάρισα και κατέλαβαν το αεροδρόμιο, στο οποίο οι Βρετανοί είχαν αφήσει τα αποθέματα εφοδίων τους άθικτα. Η κατάληψη των δέκα φορτίων προμηθειών και καυσίμων επέτρεψε στις μονάδες των Γερμανών να συνεχίσουν την προέλασή τους δίχως στάση. Το λιμάνι του Βόλου, στο οποίο οι Βρετανοί είχαν επιβιβάσει πολυάριθμα στρατεύματα τις τελευταίες ήμερες, έπεσε στις 21 Απριλίου και οι Γερμανοί βρήκαν μεγάλες ποσότητες ντίζελ και αργού πετρελαίου[96].
[Επεξεργασία] Υποχώρηση και παράδοση της Στρατιάς Ηπείρου
Καθώς οι Γερμανοί προωθούνταν βαθύτερα στην Ελληνική επικράτεια, τα ΤΣΗ και ΤΣΔΜ που επιχειρούσαν στην Αλβανία παρέμεναν διστακτικά να αντιδράσουν. Ο στρατηγός Γουίλσον περιέγραψε αυτή τη διστακτικότητα ως «φετιχιστικό δόγμα ότι ούτε μία πιθαμή [γιάρδα] γης δεν έπρεπε να παραχωρηθεί στους Ιταλούς»[97][98]. Τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να αποσύρονται προς την οροσειρά της Πίνδου στις 13 Απριλίου. Η υποχώρηση των Συμμάχων προς τις Θερμοπύλες άφησε εκτεθειμένη ένα πέρασμα κατά μήκος της Πίνδου από όπου οι Γερμανοί θα μπορούσαν να πλευρίσουν την οπισθοφυλακή του ελληνικού στρατού. Η γερμανική Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία LSSAH ανέλαβε την αποστολή να αποκόψει την γραμμή υποχώρησης των ελληνικών στρατευμάτων της Αλβανίας κινούμενο δυτικά προς το πέρασμα του Μετσόβου και από εκεί στα Ιωάννινα[99]. Στις 14 Απριλίου οι δύο δυνάμεις συγκρούστηκαν στο πέρασμα της Κλεισούρας Καστοριάς, όπου οι Γερμανοί εμπόδισαν την ελληνική υποχώρηση. Η υποχώρηση επεκτάθηκε κατά μήκος ολόκληρου του αλβανικού μετώπου, με τους Ιταλούς να καταδιώκουν διστακτικά[100].
Ο στρατηγός Παπάγος κατεύθυνε ελληνικές μονάδες προς το πέρασμα του Μετσόβου, όπου αναμένονταν να επιτεθούν οι Γερμανοί. Στις 18 Απριλίου ξέσπασε η μάχη μεταξύ αρκετών ελληνικών μονάδων και της LSSAH, η οποία μέχρι τότε είχε φτάσει στα Γρεβενά[100]. Οι ελληνικές μονάδες δεν διέθεταν τον απαραίτητο εξοπλισμό για να πολεμήσουν ενάντια σε μία μηχανοκίνητη μονάδα και γρήγορα περικυκλώθηκαν και συνετρίβησαν. Οι Γερμανοί προωθήθηκαν και στις 19 Απριλίου κατέλαβαν τα Ιωάννινα, τελευταία γραμμή εφοδιασμού της Στατιάς Ηπείρου[101]. Οι συμμαχικές εφημερίδες παρομοίασαν την μοίρα του ελληνικού στρατού ως μοντέρνα ελληνική τραγωδία. Ο ιστορικός και πρώην πολεμικός ανταποκριτής Κρίστοφερ Μπάκλεϊ (Christopher Buckley), όταν περιέγραφε τη μοίρα του ελληνικού στρατού την ανέφερε ως «μία εμπειρία αυθεντικής Αριστοτέλειας κάθαρσης, ένα επιβλητικό αίσθημα της ματαιότητας όλης της ανθρώπινης προσπάθειας και όλου του ανθρώπινου κουράγιου»[102][103].
Στις 20 Απριλίου ο διοικητής των ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου συνειδητοποίησε την απελπιστική κατάσταση και προσφέρθηκε να παραδώσει το στρατό του, ο οποίος αποτελούνταν τότε από δεκατέσσερις μεραρχίες[100]. Ο ιστορικός του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου Τζον Κήγκαν (John Keegan) γράφει ότι ο Τσολάκογλου «ήταν τόσο αποφασισμένος […] να αρνηθεί στους Ιταλούς την ικανοποίηση μίας νίκης που δεν κέρδισαν ώστε […] ξεκίνησε συζητήσεις, χωρίς να έχει τέτοια διαταγή, με τον διοικητή της γερμανικής μεραρχίας των SS, Ζεπ Ντίντριχ (Sepp Dietrich), ώστε να κανονίσει η παράδοση να γίνει μόνο στους Γερμανούς»[104][105]. Υπό τις αυστηρές διαταγές του Χίτλερ οι διαπραγματεύσεις παρέμειναν κρυφές από τους Ιταλούς και η παράδοση έγινε δεκτή[100]. Εξοργισμένος από αυτή την απόφαση ο Μουσολίνι διέταξε αντεπιθέσεις εναντίον των ελληνικών δυνάμεων, οι οποίες αποκρούστηκαν. Χρειάστηκε προσωπική παρέμβαση του Μουσολίνι προς τον Χίτλερ ώστε να επιτευχθεί μία ανακωχή στην οποία περιλαμβανόταν και η Ιταλία, στις 23 Απριλίου[106]. Οι Έλληνες στρατιώτες δεν αντιμετωπίστηκαν ως αιχμάλωτοι πολέμου και τους επετράπη να γυρίσουν στα σπίτια τους μετά τον αφοπλισμό των μονάδων τους, ενώ στους αξιωματικούς επετράπη να κρατήσουν τα όπλα τους[107].
[Επεξεργασία] Θερμοπύλες
Από τις 16 Απριλίου η γερμανική διοίκηση είχε συνειδητοποιήσει ότι οι Βρετανοί εκκένωναν τα στρατεύματά τους με πλοία από τον Βόλο και τον Πειραιά. Η όλη εκστρατεία έχει πάρει χαρακτήρα καταδίωξης. Για τους Γερμανούς ήταν βασικό να διατηρούν επαφή με τα υποχωρούντα Βρετανικά στρατεύματα και να παρεμποδίζουν τα σχέδια εκκένωσής τους. Γερμανικές μεραρχίες πεζικού αποσύρονταν από την ενεργό δράση λόγω της έλλειψης μηχανοκίνητης υποστήριξης τους. Οι 2η και 5η Μεραρχίες Πάντσερ, η LSSAH και οι δύο ορεινές μεραρχίες εξαπέλυσαν καταδίωξη στις εχθρικές δυνάμεις[108].
Προκειμένου να επιτραπεί η απομάκρυνση του κυρίως όγκου των βρετανικών δυνάμεων, ο Γουίλσον διέταξε την οπισθοφυλακή να κρατήσει το ιστορικό πέρασμα των Θερμοπυλών. Ο στρατηγός Φρέιμπέργκ έλαβε την εντολή να υπερασπιστεί το παράκτιο πέρασμα, ενώ ο στρατηγός Μακκέι να κρατήσει το χωριό Μπράλος. Μετά τη μάχη ο Μακκέι φέρεται να είπε «Δεν ονειρευόμουν την εκκένωση. Θεωρούσα ότι θα κρατούσαμε για περίπου ένα δεκαπενθήμερο και θα καταρρέαμε υπό το βάρος των αριθμών»[109][110]. Όταν έφτασαν οι εντολές της υποχώρησης το πρωί της 23ης Απριλίου αποφασίστηκε ότι οι δύο θέσεις θα προστατεύονταν από μία ταξιαρχία έκαστη. Αυτές οι ταξιαρχίες, η Αυστραλιανή 19η και η Νεοζηλανδική 6η θα κρατούσαν τα περάσματα όσο το δυνατόν περισσότερο, επιτρέποντας στις άλλες μονάδες να αποσυρθούν. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στις 11.30 πμ της 24ης Απριλίου, συνάντησαν ισχυρή αντίσταση, έχασαν δεκαπέντε άρματα και είχαν σημαντικές απώλειες[111]. Οι Σύμμαχοι κράτησαν ολόκληρη την ημέρα. Με την επίτευξη του στόχου να καθυστερήσουν τα γερμανικά στρατεύματα υποχώρησαν προς την κατεύθυνση των παραλίων εκκένωσης και έστησαν μία οπισθοφυλακή στη Θήβα[112]. Οι μονάδες των Πάντσερ που εξαπέλυσαν καταδίωξη στο δρόμο που οδηγούσε προς το πέρασμα καθυστέρησαν λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους και του μεγάλου αριθμού των δύσκολων στροφών του δρόμου[113].
Ήδη από τις 21 Απριλίου η Λουφτβάφε άρχισε να βομβαρδίζει συστηματικά την περιοχή γύρω από από την Αθήνα, με τον κύριο όγκο των βομβαρδισμών να επικεντρώνεται στην περιοχή από τον όρμο των Μεγάρων μέχρι τον Πειραιά, τη Σαλαμίνα και την περιοχή του Ναυστάθμου, με κύριο στόχο συγκοινωνιακούς κόμβους, πλοία και πλωτά μέσα του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού[114]. Καθ' όλη τη διάρκεια των βομβαρδισμών ρίχτηκαν στην περιοχή μεταξύ Ψυττάλειας και Κερατσινίου μαγνητικές και ακουστικές νάρκες, δυσχεραίνοντας την εκκένωση των συμμαχικών στρατευμάτων, τη χρήση του λιμένα του Πειραιά και την απομάκρυνση του ελληνικού στόλου[115].
Στις 23 Απριλίου γερμανικά αεροσκάφη κάθετης εφορμήσεως πραγματοποίησαν την πρώτη επίθεση εναντίον του ναυστάθμου Σαλαμίνας, προξενώντας σημαντικές ζημιές[116]. Την επόμενη ημέρα πραγματοποιούνται δύο ακόμα επιθέσεις οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα, πέρα από τις υλικές ζημιές, τη βύθιση των παροπλισμένων θωρηκτών Κιλκίς και Λήμνος, ενώ συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση και τις επόμενες ημέρες[117]. Την ίδια μέρα ο Βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός μετέβησαν με υδροπλάνο από τον Σκαραμαγκά στα Χανιά[74].
[Επεξεργασία] Η κατάληψη των Αθηνών
| Η φιλονικία για την νικηφόρα είσοδο των στρατευμάτων στην Αθήνα ήταν ένα κεφάλαιο από μόνη της. Ο Χίτλερ ήθελε να γίνει χωρίς κάποια ειδική παρέλαση, για να αποφύγει να πληγώσει την Ελληνική εθνική υπερηφάνεια. Ο Μουσολίνι, όμως, επέμενε σε μία λαμπρή είσοδο στην πόλη των Ιταλικών του στρατευμάτων. Ο Φύρερ ενέδωσε στην Ιταλική απαίτηση και μαζί τα γερμανικά και ιταλικά στρατεύματα βάδισαν στην Αθήνα. Αυτό το άθλιο θέαμα, που προετοιμάστηκε από τον γενναίο σύμμαχό μας τον οποίο είχαν έντιμα νικήσει πρέπει να δημιούργησε κάποιο ελαφρύ χαμόγελο στους Έλληνες.[118] |
| Βίλχεμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel)[119] |
Αφού εγκατέλειψε την περιοχή των Θερμοπυλών, η βρετανική οπισθοφυλακή αποσύρθηκε σε αυτοσχέδιες θέσεις νότια τις Θήβας, όπου έστησε ένα τελευταίο εμπόδιο πριν την Αθήνα. Το τάγμα μοτοσικλετών της 2ης Μεραρχίας Πάντσερ, το οποίο είχε περάσει στην Εύβοια με σκοπό να καταλάβει το λιμάνι της Χαλκίδας, ανέλαβε την αποστολή να υπερφαλαγγίσει τη βρετανική οπισθοφυλακή. Οι μοτοσικλετιστές συνάντησαν μικρή αντίσταση και το πρωί της 27ης Απριλίου 1941 οι πρώτοι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, ακολουθούμενοι από θωρακισμένα οχήματα, άρματα μάχης και πεζικό. Κατέλαβαν μεγάλες ποσότητες πετρελαίου, λαδιού και λιπαντικών, πολλές χιλιάδες τόνους πυρομαχικών, δέκα φορτηγά φορτωμένα με ζάχαρη και δέκα φορτία άλλων προμηθειών, καθώς και άλλο εξοπλισμό, όπλα και ιατρικές προμήθειες[120]. Οι κάτοικοι της Αθήνας περίμεναν τους Γερμανούς να μπουν στην πόλη πολλές μέρες πριν και βρίσκονταν κλεισμένοι στα σπίτια τους με τα παράθυρά τους κλειστά. Το πρωι το Αθηναϊκό Ραδιόφωνο έβγαλε την ακόλουθη ανακοίνωση:
Εδω ελευθεραι ακομα Αθηναι,αδερφια κρατηστε καλα μεσα σας το πνευμα του μετωπου.Ο εισβολευς εισερχεται εις ολας της προφυλαξης εις την ερημο πολη με τα κατακλιστα σπιτια.Προσοχη υστερα απο λιγο ο ραδιοφωνικος σταθμος δεν θα ειναι ελληνικος,θα ειναι γερμανικος.Μην τον ακουτε,ο πολεμος μας συνεχιζεται και θα συνεχιστει μεχρι τελικης νικης.Ζητω το εθνος,ζητω η Ελλας. Και αμεσως ακολουθησε ο εθνικος υμνος.Οταν τελειωσε μπηκαν οι Γερμανοι στο ραδιοφωνικο σταθμο.
Οι Γερμανοί κατευθύνθηκαν αμέσως στην Ακρόπολη και ύψωσαν τη Ναζιστική σημαία. Σύμφωνα με την πλέον δημοφιλή εκδοχή των γεγονότων, ο Εύζωνας που εκτελούσε χρέη σκοπού, Κωνσταντίνος Κουκίδης, κατέβασε την Ελληνική σημαία, αρνούμενος να την παραδώσει στους εισβολείς τύλιξε τον εαυτό του με αυτή και πήδηξε από τον βράχο[122]. Εάν η ιστορία αυτή είναι αληθινή ή όχι, πολλοί Έλληνες την πίστεψαν και είδαν τον στρατιώτη ως μάρτυρα[112].
[Επεξεργασία] Εκκένωση των Κοινοπολιτειακών δυνάμεων
Λίγα είναι τα νέα από την Ελλάδα, όμως 13.000 άνδρες ξέφυγαν στην Κρήτη την Παρασκευή το βράδυ και έτσι υπάρχουν ελπίδες για ένα αξιοπρεπές ποσοστό εκκένωσης. Είναι ένα τρομερά αγχωτικό [...] Πολεμικό Συμβούλιο. Ο Γουίνστον λέει «Θα χάσουμε μόνο 5.000 στην Ελλάδα». Στην πραγματικότητα θα χάσουμε τουλάχιστον 15.000. Ο Γουίνστον είναι σπουδαίος άνδρας, όμως εθίζεται στην θετική σκέψη περισσότερο κάθε μέρα.[123][124]
- Ρόμπερτ Μένζιες (Robert Menzies), Αποσπάσματα από το προσωπικό του ημερολόγιο, 27 και 28 Απριλίου 1941
Ο στρατηγός Άρτσιμπαλντ Ουέιβελ (Archibald Wavell), διοικητής των δυνάμεων του Βρετανικού Στρατού στη Μέση Ανατολή, όταν βρέθηκε στην Ελλάδα στις 11 με 13 Απριλίου, προειδοποίησε τον Γουίλσον να μην περιμένει ενισχύσεις και εξουσιοδότησε τον αντιστράτηγο Φρέντι ντε Γκουίνγκαρντ (Freddie de Guingand) να συζητήσει τα σχέδια εκκένωσης με συγκεκριμένους αρμόδιους αξιωματικούς. Παρόλα αυτά, οι Βρετανοί δεν μπορούσαν σε αυτό το στάδιο να υιοθετήσουν ή έστω να αναφέρουν συγκεκριμένα σχέδια καθώς η πρόταση έπρεπε να έρθει από την ελληνική κυβέρνηση. Την επόμενη μέρα ο Παπάγος έκανε την πρώτη κίνηση όταν πρότεινε στον Γουίλσον ότι η Δύναμη W έπρεπε να αποσυρθεί. Ο Γουίλσον ενημέρωσε το Αρχηγείο Μέσης Ανατολής και στις 17 Απριλίου ο υποναύαρχος Χ. Τ. Μπαίλι-Γκρόμαν (H. T. Baillie-Grohman) μετέβη στην Ελλάδα για να προετοιμάσει την εκκένωση[127]. Εκείνη την ημέρα ο Γουίλσον μετέβη στην Αθήνα όπου μετείχε σε μία συνάντηση με τον Βασιλιά, τον Παπάγο, τον ντ' Άλμπιακ και τον υποναύαρχο Τέρτλ (Rear admiral Turle). Το ίδιο βράδυ ο Κορυζής, έχοντας πει στον βασιλιά ότι αισθανόταν πως απέτυχε στο σκοπό που του είχε εμπιστευθεί, αυτοκτόνησε[128]. Στις 21 Απριλίου πάρθηκε η οριστική απόφαση για την απομάκρυνση των κοινοπολιτειακών δυνάμεων στην Κρήτη και την Αίγυπτο και ο Ουέιβελ, σε επιβεβαίωση των προφορικών οδηγιών, απέστειλε τις γραπτές οδηγίες στον Γουίλσον[129].
5.200 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους άνηκαν στην 5η Νεοζηλανδική Ταξιαρχία αναχώρησαν το βράδυ της 24ης Απριλίου από το Πόρτο Ράφτη της Ανατολικής Αττικής, ενώ η 4η Νεοζηλανδική Ταξιαρχία παρέμεινε για να καλύψει τον στενό δρόμο προς την Αθήνα, ο οποίος πήρε το όνομα «Εικοσιτετράωρο Πέρασμα» (24 Hour Pass) από τους Νεοζηλανδούς[130]. Στις 25 Απριλίου οι λίγες μοίρες της RAF αναχώρησαν από την Ελλάδα (ο ντ' Άλμπιακ μετέφερε το αρχηγείο του στο Ηράκλειο της Κρήτης) και περίπου 10.200 Αυστραλοί στρατιώτες εκκενώθηκαν από το Ναύπλιο και τα Μέγαρα[131]. 2.000 άνδρες έπρεπε να περιμένουν έως τις 27 Απριλίου καθώς το Ulster Prince προσάραξε σε αβαθή νερά κοντά στο Ναύπλιο. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος οι Γερμανοί συνειδητοποίησαν ότι η εκκένωση πραγματοποιούνταν και από λιμάνια της ανατολικής Πελοποννήσου[132].
| «Δεν μπορούμε να παραμείνουμε στην Ελλάδα ενάντια στη θέληση του Έλληνα Διοικητή και να εκθέσουμε τη χώρα σε καταστροφή. Ο Γουίλσον ή ο Παλάιρετ πρέπει να λάβουν θεωρημένη από την ελληνική κυβέρνηση την επιθυμία του Παπάγου. Με τη λήψη αυτής της συγκατάθεσης η εκκένωση πρέπει να προχωρήσει, χωρίς όμως να προκαταληφθεί κάποια υποχώρηση στη γραμμή των Θερμοπυλών σε συνεργασία με τον Ελληνικό Στρατό. Θα προσπαθήσετε φυσικά να σώσετε όσο περισσότερο πολεμικό υλικό είναι δυνατό»[133] |
| Η απάντηση του Ουίνστον Τσώρτσιλ στην ελληνική πρόταση στις 17 Απριλίου 1941[134] |
Στις 25 Απριλίου οι Γερμανοί πραγματοποίησαν μία από αέρος επιχείρηση με σκοπό την κατάληψη των γεφυρών πάνω από τη διώρυγα της Κορίνθου, ώστε να αποκόψουν την βρετανική γραμμή υποχώρησης και να διασφαλίσουν το πέρασμα των γερμανικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο μέσω του ισθμού. Η επίθεση αρχικά ήταν επιτυχής, ώσπου ένα βρετανικό βλήμα κατέστρεψε τη γέφυρα[135]. Η LSSAH, η οποία βρισκόταν συγκεντρωμένη στα Ιωάννινα, κινήθηκε κατά μήκος των δυτικών παρυφών της Πίνδου μέσω της Άρτας και του Μεσολογγίου και πέρασε στην Πελοπόννησο από την Πάτρα, σε μία προσπάθεια να αποκτήσει πρόσβαση στον ισθμό από τα δυτικά. Με την άφιξή τους στις 5.30 μ.μ.στις 27 Απριλίου οι δυνάμεις των SS πληροφορήθηκαν ότι οι αλεξιπτωτιστές είχαν ήδη αντικατασταθεί από μονάδες του στρατού, που προωθούνταν από την Αθήνα[120].
Η δημιουργία ενός πρόχειρου προγεφυρώματος πάνω από τον ισθμό επέτρεψε σε μονάδες της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ να καταδιώξουν τις εχθρικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο. Κατευθυνόμενες μέσω του Άργους προς την Καλαμάτα, από όπου οι περισσότερες συμμαχικές δυνάμεις είχαν αρχίσει να αποχωρούν, έφτασαν στην νότια ακτή στις 29 Απριλίου, όπου ενώθηκαν με τα στρατεύματα των SS που είχαν φτάσει από τον Πύργο[120]. Οι μάχες στην Πελοπόννησο αποτελούνταν κυρίως από μικρής έκτασης εμπλοκές με αποκομμένες ομάδες βρετανικών στρατευμάτων οι οποίες δεν κατάφεραν να φτάσουν στα πλοία εγκαίρως. Η γερμανική επίθεση πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση και δεν κατόρθωσε να αποκόψει τον κύριο όγκο των βρετανικών στρατευμάτων στην Κεντρική Ελλάδα, όμως κατάφερε να απομονώσει τις αυστραλιανές 16η και 17η ταξιαρχίες[136]. Μέχρι τις 30 Απριλίου η εκκένωση των περίπου 50.000 στρατιωτών είχε ολοκληρωθεί, όμως δέχθηκε βαριά πλήγματα από τη γερμανική Λουφτβάφε, η οποία βύθισε τουλάχιστον 26 πλοία φορτωμένα με στρατιώτες. Οι Γερμανοί αιχμαλώτισαν στην Καλαμάτα περίπου 7-8.000 στρατιώτες από την Κοινοπολιτεία και τη Γιουγκοσλαβία, οι οποίοι δεν πρόλαβαν να διαφύγουν, ενώ ελευθέρωσαν πολλούς Ιταλούς αιχμαλώτους από στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου[137].
[Επεξεργασία] Η επόμενη μέρα
[Επεξεργασία] Τριπλή Κατοχή
Στις 13 Απριλίου 1941 ο Χίτλερ εξέδωσε την Οδηγία Νο. 27 η οποία σκιαγραφούσε την μελλοντική πολιτική του για την κατοχή της Ελλάδας[138]. Οριστικοποίησε τη δικαιοδοσία στα Βαλκάνια με την Οδηγία Νο. 31 που εξεδόθη στις 9 Ιουνίου[139]. Η ηπειρωτική Ελλάδα χωρίστηκε μεταξύ της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν τις πλέον στρατηγικά σημαντικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένων της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της κεντρικής Μακεδονίας, αρκετά νησιά του Αιγαίου και το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης. Κατέλαβαν, επίσης, την Φλώρινα, η οποία διεκδικούνταν τόσο από την Ιταλία όσο και από τη Βουλγαρία[140]. Την ίδια μέρα που ο Τσολάκογλου προσέφερε την παράδοση του, ο Βουλγαρικός Στρατός εισέβαλε στη Θράκη. Ο σκοπός του ήταν η δημιουργία μίας διόδου προς το Αιγαίο στην Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν την περιοχή μεταξύ του Στρυμόνα και μία γραμμή που οριοθετούνταν από την Αλεξανδρούπολη και το Σβίλενγκραντ, δυτικά του ποταμού Έβρου[141]. Η υπόλοιπη Ελλάδα παρέμεινε υπό την κατοχή των Ιταλών. Τα ιταλικά στρατεύματα άρχισαν να καταλαμβάνουν τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου στις 28 Απριλίου. Στις 2 Ιουνίου κατέλαβαν την Πελοπόννησο, στις 8 Ιουνίου τη Θεσσαλία και στις 12 Ιουνίου το μεγαλύτερο μέρος της Αττικής[139].
Η κατοχή της Ελλάδας, στη διάρκεια της οποίας οι πολίτες υπέστησαν τρομερές κακουχίες που κορυφώθηκαν με τον Μεγάλο Λιμό και τις λεηλασίες των κατοχικών αρχών, αποδείχθηκε δύσκολο και δαπανηρό εγχείρημα. Οδήγησε στη δημιουργία αρκετών αντιστασιακών ομάδων, οι οποίες επιδόθηκαν σε ανταρτοπόλεμο με τις δυνάμεις κατοχής και δημιούργησαν δίκτυα κατασκοπείας[142].
[Επεξεργασία] Μάχη της Κρήτης
Στις 25 Απριλίου 1941 ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ και η κυβέρνησή του έφυγαν από την ηπειρωτική Ελλάδα για την Κρήτη, η οποία δέχθηκε επίθεση από τις ναζιστικές δυνάμεις στις 20 Μαΐου του 1941[143]. Οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν δυνάμεις αλεξιπτωτιστών σε μία γιγάντια από αέρος εισβολή και εξαπέλυσαν την επίθεσή τους εναντίον τριών κύριων αεροδρομίων του νησιού, το Μάλεμε, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Μετά από αρκετές μέρες μαχών και ισχυρής αντίστασης οι διοικητές των συμμαχικών δυνάμεων αποφάσισαν την υποχώρηση στα Σφακιά. Την 1η Ιουνίου 1941 η εκκένωση της Κρήτης από τα συμμαχικά στρατεύματα είχε ολοκληρωθεί και το νησί τέθηκε υπό τη γερμανική κατοχή. Υπό το βάρος των βαριών απωλειών της επίλεκτης 7ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας (7th Flieger Division) ο Χίτλερ απαγόρευσε μελλοντικές αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις[144]. Ο στρατηγός Κερτ Στούντεντ (Kurt Student) ανέφερε την Κρήτη ως «το νεκροταφείο των Γερμανών αλεξιπτωτιστών» και μία «καταστροφική νίκη»[144]. Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 24ης Μαΐου ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ και η κυβέρνησή του εκκενώθηκαν από την Κρήτη στην Αίγυπτο[43].
[Επεξεργασία] Κυβέρνηση στην Ελλάδα
Με την αναχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης Τσουδερού και του Βασιλιά για την Κρήτη στις 25 Απριλίου (και αργότερα για το Κάϊρο), στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε η Κυβέρνηση Γεωργίου Τσολάκογλου στις 29 Απριλίου 1941, διορισμένη από τους Γερμανούς. Το κράτος μετονομάστηκε από Βασίλειον της Ελλάδος σε Ελληνική Πολιτεία[145].
[Επεξεργασία] Συμπεράσματα
| Χρονολόγιο της γερμανικής εισβολής (κωδ. ονομασία: 'Μαρίτα') | |
|---|---|
| 6 Απριλίου 1941 | Οι γερμανικές στρατιές εισβάλουν στην Ελλάδα. |
| 8 Απριλίου 1941 | Η γερμανική 164η Μεραρχία Πεζικού καταλαμβάνει την Ξάνθη. |
| 9 Απριλίου 1941 | Τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη. Η γερμανική 72η Μεραρχία Πεζικού διασπά τη Γραμμή Μεταξά. To Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) συνθηκολογεί άνευ όρων. |
| 10 Απριλίου 1941 | Οι Γερμανοί κάμπτουν την εχθρική αντίσταση βόρεια της Βεύης, στο πέρασμα του Κλειδιού. |
| 13 Απριλίου 1941 | Ο στρατηγός σερ Γουίλσον αποφασίζει να αποσύρει όλες τις βρετανικές δυνάμεις στον ποταμό Αλιάκμονα και στη συνέχεια στις Θερμοπύλες. Τμήματα των ελληνικών στρατευμάτων που επιχειρούσαν στην Αλβανία αποσύρονται προς την Πίνδο. Ο Χίτλερ εκδίδει την Οδηγία Νο. 27, η οποία καθορίσει την μελλοντική του πολιτική κατοχής της Ελλάδας. |
| 14 Απριλίου 1941 | Οι στρατιώτες της 9ης Μεραρχίας Πάνζερ φτάνουν στην Κοζάνη. Μετά από συγκρούσεις στην Μάχη της στενωπού της Κλεισούρας, οι Γερμανοί μπλοκάρουν την ελληνική υποχώρηση, η οποία εκτείνεται κατά μήκος ολόκληρου του αλβανικού μετώπου. |
| 16 Απριλίου 1941 | Ο Γουίλσον ενημερώνει τον στρατηγό Παπάγο για την απόφασή του να αποσυρθεί από τις Θερμοπύλες. |
| 17 Απριλίου 1941 | Ο υποναύαρχος Χ. Τ. Μπαίλι-Γκρόμαν φτάνει στην Ελλάδα για να προετοιμάσει την εκκένωση των κοινοπολιτειακών δυνάμεων. |
| 18 Απριλίου 1941 | Μετά από μάχες τριών ημερών το γερμανικό μηχανοκίνητο πεζικό περνάει τον ποταμό Πηνειό. Η Leibstandarte SS Adolf Hitler, η οποία είχε φτάσει στα Γρεβενά, συντρίβει αρκετές ελληνικές μονάδες. |
| 19 Απριλίου 1941 | Γερμανικά στρατεύματα εισέρχονται στη Λάρισα και καταλαμβάνουν το αεροδρόμιο. Γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τα Ιωάννινα. |
| 20 Απριλίου 1941 | Ο διοικητής των ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου παραδίδει το στρατό του μόνο στους Γερμανούς. Ο Βουλγαρικός Στρατός εισβάλει στη Θράκη. |
| 21 Απριλίου 1941 | Λαμβάνεται η τελική απόφαση για την εκκένωση των κοινοπολιτειακών δυνάμεων στην Κρήτη και την Αίγυπτο. Ο Γερμανοί καταλαμβάνουν το Βόλο. |
| 23 Απριλίου 1941 | Επίσημη παράδοση των Ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία τόσο στους Γερμανούς όσο και στους Ιταλούς έπειτα από προσωπική παρέμβαση του Μουσολίνι στον Χίτλερ. |
| 24 Απριλίου 1941 | Οι Γερμανοί επιτίθενται στις κοινοπολιτειακές δυνάμεις στις Θερμοπύλες. Η βρετανική οπισθοφυλακή αποσύρεται στην Θήβα. 5.200 στρατιώτες της Κοινοπολιτείας εκκενώνονται από το Πόρτο Ράφτη της ανατολικής Αττικής. |
| 25 Απριλίου 1941 | Οι λιγοστές μοίρες της RAF φεύγουν από την Ελλάδα. Περίπου 10.200 Αυστραλοί στρατιώτες εκκενώνονται από το Ναύπλιο και τα Μέγαρα. Οι Γερμανοί ξεκινούν από αέρος επίθεση για την κατάληψη των γεφυρών του ισθμού της Κορίνθου. |
| 27 Απριλίου 1941 | Οι πρώτοι Γερμανοί εισέρχονται στην Αθήνα. |
| 28 Απριλίου 1941 | Ιταλικά στρατεύματα αρχίζουν την κατοχή νησιών στο Ιόνιο και το Αιγαίο. |
| 29 Απριλίου 1941 | Μονάδες της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ φτάνουν στο νότιο άκρο της Πελοποννήσου, όπου ενώνονται με στρατεύματα των SS που φτάνουν από τον Πύργο. |
| 30 Απριλίου 1941 | Η εκκένωση περίπου 50.000 στρατιωτών ολοκληρώνεται. Οι Γερμανοί καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν περίπου 7-8.000 στρατιώτες της Κοινοπολιτείας. |
Η επιχείρηση Μαρίτα έληξε με μία καθολική γερμανική νίκη. Οι Βρετανοί δεν διέθεταν τους απαραίτητους στρατιωτικούς πόρους στη Μέση Ανατολή που να τους επιτρέψουν την ταυτόχρονη διεξαγωγή ευρείας κλίμακας επιχειρήσεων στη Βόρεια Αφρική και τα Βαλκάνια. Επιπλέον, ακόμα και αν κατόρθωναν να εμποδίσουν την γερμανική προέλαση στην Ελλάδα, δεν θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση με μία αντεπίθεση στα Βαλκάνια. Παρόλα αυτά οι Βρετανοί έφτασαν πολύ κοντά στο να κρατήσουν την Κρήτη και αρχικά θα πρέπει να είχαν λογικές προοπτικές να κρατήσουν την Κρήτη και ίσως μερικά ακόμα νησιά τα οποία θα ήταν πολύτιμα ως αεροπορικές βάσεις από τις οποίες θα υποστηρίζονταν ναυτικές επιχειρήσεις σε όλη την ανατολική Μεσόγειο.
Απαριθμώντας τους λόγους της καθολικής γερμανικής νίκης στην Ελλάδα, εξαιρετικά σημαντικοί φαίνεται να υπήρξαν οι εξής παράμετροι:
- Η γερμανική υπεροχή σε επίγειες δυνάμεις και εξοπλισμό[146].
- Η γερμανική υπεροχή στον αέρα σε συνδυασμό με την αδυναμία των Ελλήνων να παράσχουν στη RAF περισσότερα αεροδρόμια[147].
- Η ανεπάρκεια της βρετανικής εκστρατευτικής δύναμης αφού η διαθέσιμη αυτοκρατορική δύναμη ήταν μικρή[146].
- Η φτωχή κατάσταση του Ελληνικού Στρατού και οι ελλείψεις σε σύγχρονο εξοπλισμό[147].
- Οι ανεπαρκείς υποδομές σε λιμάνια, δρόμους και σιδηροδρόμους[148].
- Η απουσία μίας κοινής διοίκησης και η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των βρετανικών, ελληνικών και γιουγκοσλαβικών δυνάμεων[147].
- Η αυστηρή ουδετερότητα της Τουρκίας[147].
- Η γρήγορη πτώση της γιουγκοσλαβικής αντίστασης[147].
Μετά την ήττα των Συμμάχων στη Γαλλία η απόφαση να σταλούν βρετανικές δυνάμεις στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκε με έντονη κριτική στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο στρατάρχης Άλαν Μπρουκ (Alan Brooke), επικεφαλής του Αυτοκρατορικού Επιτελείου κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου, θεωρούσε την εμπλοκή στην Ελλάδα ένα «βέβαιο στρατηγικό σφάλμα»[149], καθώς η εμπλοκή αυτή στερούσε στον Ουέιβελ τους απαραίτητους πόρους για την ολοκλήρωση της ιταλοκρατούμενης Λιβύης ή την επιτυχή ανάσχεση της επίθεσης του Άφρικα Κορπ του Έρβιν Ρόμελ. Έτσι, παρατάθηκε ο πόλεμος στη Βόρεια Αφρική, ο οποίος θα μπορούσε να είχε λήξει επιτυχώς μέσα στο 1941[150]. Το 1947 ο ντε Γκουίνγκαρντ ζήτησε από τη βρετανική κυβέρνηση να αναγνωρίσει τα σφάλματα που διαπράχθησαν όταν καταστρωνόταν η στρατηγική της για την Ελλάδα[151]. Ο Μπάκλεϊ από την άλλη ανέφερε ότι εάν η Βρετανία δεν στήριζε τη δέσμευσή της του 1939 να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της Ελλάδας θα έπληγε την ηθική αιτιολόγηση του αγώνα της ενάντια στη Ναζιστική Γερμανία[152]. Σύμφωνα με τον Καθηγητή Ιστορίας Χάιντς Ρίχτερ (Heinz Richter) ο Τσώρτσιλ προσπάθησε μέσω της εκστρατείας στην Ελλάδα να επηρεάσει την πολιτική ατμόσφαιρα στις Ηνωμένες Πολιτείες και επέμεινε σε αυτή του τη στρατηγική ακόμα και μετά την ήττα[153]. Σύμφωνα με τον Τζον Κήγκαν (John Keegan) «η ελληνική εκστρατεία έπρεπε να είναι ένας παλαιομοδίτικος πόλεμος κυρίων, με τιμή από και προς τους γενναίους αντιπάλους σε κάθε πλευρά»[154] και οι ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις, υπό το βάρος της τεράστιας αριθμητικής υπεροχής των Γερμανών «είχαν, δικαίως, την αίσθηση ότι πολέμησαν για καλό σκοπό»[155][106].
Ο Φρέιμπεργκ και ο Μπλάμεϊ είχαν επίσης σοβαρές αμφιβολίες για την έκβαση της επιχείρησης όμως απέτυχαν να μεταφέρουν στις κυβερνήσεις τις επιφυλάξεις και τις ανησυχίες τους[156]. Η εκστρατεία προκάλεσε αντιδράσεις στην Αυστραλία όταν έγινε γνωστό ότι, όταν έλαβε την πρώτη του ειδοποίηση για την μεταφορά στην Ελλάδα στις 18 Φεβρουαρίου 1941, ο στρατηγός Μπλάμεϊ ανησύχησε αλλά δεν ενημέρωσε την κυβέρνηση της Αυστραλίας, λέγοντας στον στρατηγό Ουέιβελ ότι ο πρωθυπουργός Μένζιες (Robert Menzies) είχε ήδη δώσει τη συγκατάθεσή του για το σχέδιο[157]. Πραγματικά, η πρόταση είχε γίνει αποδεκτή σε μία συνάντηση του Πολεμικού Συμβουλίου στο Λονδίνο στο οποίο ο Μένζιες ήταν παρών, όμως ο Αυστραλός πρωθυπουργός είχε διαβεβαιωθεί από τον Τσώρτσιλ ότι τόσο ο Φρέιμπεργκ όσο και ο Μπλάμεϊ είχαν εγκρίνει την αποστολή[158]. Στις 5 Μαρτίου, σε ένα γράμμα του προς τον Μένζιες, ο Μπλάμεϊ είπε ότι «το σχέδιο είναι, φυσικά, αυτό που φοβόμουν, κομματιαστή απόσπαση την Ευρώπη»[159] και την επόμενη μέρα αποκάλεσε την επιχείρηση «εξαιρετικά επικίνδυνη». Όμως, θεωρώντας ότι ο Μπλάμεϊ ήταν σύμφωνος, η αυστραλιανή κυβέρνηση είχε ήδη δεσμεύσει την Αυστραλιανή Αυτοκρατορική Δύναμη στην ελληνική εκστρατεία[160].
Το 1942 μέλη της Βρετανικής Βουλής χαρακτήρισαν την εκστρατεία στην Ελλάδα ως μία «πολιτική και συναισθηματική απόφαση». Ο Άντονυ Ήντεν απέρριψε την κριτική, αντιπρότεινε ότι η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν ομόφωνη και ισχυρίστηκε ότι η Μάχη της Ελλάδας καθυστέρησε την επίθεση του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση[161]. Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε από κάποιους ιστορικούς όπως ο Κήγκαν ώστε να αποδείξουν ότι η ελληνική αντίσταση μπορεί να υπήρξε καθοριστικό σημείο στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο[162]. Σύμφωνα με την Λένι Ρίφενσταλ (Leni Riefenstahl) ο Χίτλερ είπε ότι «αν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και χρειάζονταν τη βοήθειά μας ο πόλεμος θα είχε πάρει άλλη διαφορετική τροχιά. Θα προλαμβάναμε το ρωσικό κρύο για βδομάδες και θα κατακτούσαμε το Λένινγκραντ και τη Μόσχα. Δεν θα υπήρχε κανένα Στάλινγκραντ»[163][164]. Παρά τις επιφυλάξεις του ο Μπρουκ φέρεται να αποδέχεται ότι η έναρξη της επίθεσης ενάντια στη Σοβιετική Ένωση καθυστέρησε εξαιτίας της βαλκανικής εκστρατείας[150]. Οι Τζον Ν. Μπράντλεϊ (John N. Bradley) και Τόμας Μπ. Μπιούελ (Thomas B. Buell) καταλήγουν ότι «παρόλο που κανένα τμήμα της βαλκανικής εκστρατείας δεν ανάγκασε τους Γερμανούς να καθυστερήσουν την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, προφανώς όλη η εκστρατεία του ανάγκασε να καθυστερήσουν»[165][166]. Από την άλλη πλευρά ο Ρίχτερ αποκαλεί τους ισχυρισμούς του Ίντεν ως «παραποίηση της ιστορίας»[167]. Οι Μπέιζιλ Λίντελ Χαρτ (Basil Liddell Hart) και ντε Γκουίνγκαρντ ισχυρίστηκαν ότι, ακόμα και αν η επιχείρηση Μαρίτα καθυστέρησε την επίθεση του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση, αυτό δεν ήταν αρκετό να δικαιώσει την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης γιατί δεν ήταν ο αρχικός στρατηγικός σκοπός της[168]. Το 1952 το Ιστορικό Τμήμα του Βρετανικού Κοινοβουλίου κατέληξε ότι η βαλκανική εκστρατεία δεν επηρέασε την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα[168]. Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Κιρχούμπελ (Robert Kirchubel), «οι κύριες αιτίες για την μετάθεση την ημερομηνία έναρξης της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα από τις 15 Μαΐου στις 22 Ιουνίου ήταν οι μη ολοκληρωμένες εφοδιαστικές προετοιμασίες και ένας ασυνήθιστα υγρός χειμώνας που κράτησε τα ποτάμια πλημμυρισμένα μέχρι αργά την άνοιξη»[169][170], άποψη που συμμερίζεται και ο ιστορικός Ian Kershaw, ο οποίος απορρίπτει την προαναφερθείσα δικαιολογία του Χίτλερ ως εκ των υστέρων προσπάθεια διάσωσης της υστεροφημίας του[171].
[Επεξεργασία] Αναγνώριση της ελληνικής αντίστασης
| «Όλοι μπορούν να ανακαλέσουν τα συναισθήματα θαυμασμού τα οποία η ηρωική άμυνα της Ελλάδας, πρώτα ενάντια στους Ιταλούς και μετά ενάντια στον Γερμανοί εισβολέα, ξύπνησε σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο»[172] |
| Ουίνστον Τσώρτσιλ[173] |
Σε μία ομιλία του στο Ράιχσταγκ το 1941 ο Χίτλερ εξέφρασε τον θαυμασμό του για την ελληνική αντίστασηθ[›], λέγοντας για την εκστρατεία «η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να δηλώσω ότι από τους εχθρούς οι οποίοι μας αντιτάχθηκαν, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με το μεγαλύτερο κουράγιο. Συνθηκολόγησε μόνο όταν η περαιτέρω αντίσταση κατέστη αδύνατη και άνευ σκοπού»[174]. Ο Φύρερ διέταξε επίσης την απελευθέρωση και επαναπατρισμό όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου, αμέσως μόλις αυτοί αφοπλίζονταν «λόγω της γενναίας συμπεριφοράς τους»[175][176][177]. Σύμφωνα με τον επιτελάρχη του Χίτλερ, στρατάρχη Βίλχελμ Κάιτελ, ο Φύρερ «ήθελε να δώσει στους Έλληνες ένα δίκαιο διακανονισμό σε αναγνώριση της γενναίας προσπάθειάς τους και της άδικης αιτίας αυτού του πολέμου. Ούτως η άλλως τον ξεκίνησαν οι Ιταλοί»[178]ι[›]. Εμπνευσμένος από την ελληνική αντίσταση ενάντια σε Ιταλούς και Γερμανούς ο Τσώρτσιλ είπε «Εφεξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολέμησαν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες»[179][180][181][182]. Σε απάντηση ενός γράμματος από τον βασιλιά Γεώργιο Β’ με ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου 1940 ο Αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ δήλωσε ότι «όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι είναι βαθύτατα εντυπωσιασμένοι από το κουράγιο και την σταθερότητα του Ελληνικού έθνους»[183]ια[›].
[Επεξεργασία] Σημειώσεις
^ α: Οι πηγές δεν συμφωνούν για τον ακριβή αριθμό των στρατιωτών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας που κατάφεραν να διαφύγουν κατά την εκκένωση. Σύμφωνα με τις βρετανικές πηγές 50.732 στρατιώτες διέφυγαν με την εκκένωση [184]. Όμως από αυτούς, σύμφωνα με τον Τζ. Α. Τίτερτον (G.A. Titterton), 600 στρατιώτες χάθηκαν στο οπλιταγωγό (πρώην Ολλανδικό επιβατηγό) Slamat[185]. Προσθέτοντας τα 500 με 1.000 άτομα που έφτασαν στην Κρήτη ο Τίτερτον υπολογίζει ότι «ο αριθμός των στρατιωτών που έφυγαν από την Ελλάδα και έφτασαν στην Κρήτη και την Αίγυπτο, συμπεριλαμβανομένων Βρετανικών και Ελληνικών στρατευμάτων, πρέπει να ήταν περίπου 51.000». Ο Γκάβιν Λονγκ (Gavin Long) υποστηρίζει ότι διέφυγαν περίπου 46.500, ενώ σύμφωνα με τον Γ. Τζ. Μακλίμοντ (W.G. McClymont) εκκενώθηκαν 50.172 στρατιώτες[186]. Ο Μακλίμοντ τονίζει ότι «οι διαφορές είναι κατανοητές εάν έχουμε υπόψη μας ότι οι επιβιβάσεις γίνονταν τη νύχτα και με μεγάλη βιασύνη ενώ μεταξύ των εκκενωθέντων ήταν πολύ Έλληνες και πρόσφυγες»[187].
^ β: Σε δύο προηγούμενες περιπτώσεις ο Χίτλερ είχε συμφωνήσει ότι η Μεσόγειος και η Αδριατική αποτελούσαν αποκλειστικά Ιταλικές σφαίρες επιρροής. Εφόσον η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα βρίσκονταν μέσα σε αυτές τις σφαίρες ο Μουσολίνι θεώρησε αυτονόητη να υιοθετήσει όποια πολιτική θεωρούσε κατάλληλη.[188]
^ γ: Σύμφωνα με το Κέντρο Στρατιωτικής Ιστορίας του Αμερικανικού Στρατού, η επίθεση του Μούσολίνι εναντίων της Ελλάδας και «η σχεδόν άμεση υποχώρηση των Ιταλών το μόνο πέτυχε ήταν να αυξήσει την δυσαρέσκεια του Χίτλερ. Αυτό που εξόργισε τον Φύρερ περισσότερο ήταν ότι οι συνεχείς δηλώσεις του για την ανάγκη ειρήνης στα Βαλκάνια αγνοήθηκαν από τον Μουσολίνι».[188]
^ δ: Σύμφωνα με τον Μπάκλεϊ ο Μουσολίνι προτιμούσε οι Έλληνες να απορρίψουν το τελεσίγραφο και να προέβαλαν κάποια αντίσταση. Ο Μπάκλεϊ γράφει «έγγραφα που αποκαλύφθηκαν αργότερα έδειξαν ότι κάθε λεπτομέρεια της επίθεσης είχε προετοιμαστεί... Το γόητρό του χρειαζόταν κάποιες αδιαμφισβήτητες νίκες για να ισορροπήσει τους Ναπολεόντειους θριάμβους της Ναζιστικής Γερμανίας».[17]
^ ε: Σύμφωνα με το Κέντρο Στρατιωτικής Ιστορίας του Αμερικανικού Στρατού οι Έλληνες πληροφόρησαν τους Γιουγκοσλάβους για αυτή την απόφαση και αυτοί με τη σειρά τους τη γνωστοποίησαν στη γερμανική κυβέρνηση.[189] Ο Παπάγος γράφει για το θέμα:
Αυτό, παρεμπιπτόντως, καταδεικνύει ότι τον γερμανικό ισχυρισμό ότι αναγκάστηκαν να μας επιτεθούν προκειμένου να διώξουν τους Βρετανούς από την Ελλάδα, καθώς γνώριζαν πως εάν δεν προήλαυναν στη Βουλγαρία κανένας Βρετανός στρατιώτης δεν θα είχε πατήσει στην Ελλάδα. Ο ισχυρισμός τους ήταν απλά μία δικαιολογία από μέρους τους για να τους επιτραπεί να επικαλεστούν ιδιάζουσες περιστάσεις για τη δικαιολόγηση της επιθετικότητας του ενάντια σε ένα μικρό έθνος το οποίο βρίσκονταν ήδη σε πόλεμο με μία μεγάλη δύναμη. Όμως, ανεξάρτητα από την παρουσία ή απουσία των βρετανικών στρατευμάτων στα Βαλκάνια, η γερμανική παρέμβαση θα πραγματοποιούνταν πρώτον γιατί οι Γερμανοί έπρεπε να εξασφαλίσουν τη δεξιά πλευρά του Γερμανικού Στρατού, που θα επιχειρούσε εναντίον της Ρωσίας, σύμφωνα με τα σχέδια που είχαν ήδη καταστρωθεί το φθινόπωρο του 1940, και δεύτερον γιατί η κατοχή του νότιου τμήματος της βαλκανικής χερσονήσου, που επόπτευε το ανατολικό άκρο της Μεσογείου, ήταν στρατηγικής σημασίας για τα γερμανικά σχέδια επίθεσης στη Μεγάλη Βρετανία και τις Αυτοκρατορικές γραμμές επικοινωνίας με την Ανατολή.[190]
^ στ: Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 6ης Απριλίου 1941 και ενώ η γερμανική εισβολή είχε ξεκινήσει, οι Γιουγκοσλάβοι πληροφόρησαν τους Έλληνες ότι θα υιοθετήσουν το σχέδιο: θα επιτίθεντο στα Ιταλικά στρατεύματα το πρωί της επόμενης ημέρας, στις 6:00 π.μ. Στις 3:00 π.μ. της 7ης Απριλίου η XIII Μεραρχία επιτέθηκε στα ιταλικά στρατεύματα, κατέλαβε ένα ύψωμα και αιχμαλώτισε σχεδόν ένα ολόκληρο ιταλικό τάγμα, αλλά στην συνέχεια καθηλώθηκε και είχε σοβαρές απώλειες[191]. Παρόλα αυτά, η γιουγκοσλαβική επίθεση δεν πραγματοποιήθηκε και, στις 8 Απριλίου, το ελληνικό αρχηγείο διέταξε την ματαίωση της επιχείρησης.[192]
^ ζ: Αν και προορίζονταν για την Ελλάδα η Ανεξάρτητη Πολωνική Καρπαθιανή Ταξιαρχία Τυφεκιοφόρων (Polish Independent Carpathian Rifle Brigade) και η Αυστραλιανή 7η Μεραρχία κρατήθηκαν από τον Ουέιβελ (Wavell) στην Αίγυπτο λόγω της επιτυχούς προέλασης του Έρβιν Ρόμελ στην Κυρηναϊκή.[193]
^ η: Εκείνη την εποχή κάθε Τεθωρακισμένη Μεραρχία της Βέρμαχτ είχε περίπου 15.000 άνδρες, κάθε Μεραρχία Πεζικού 15.000-18.000 άνδρες ενώ κάθε Μηχανοκίνητη Μεραρχία Πεζικού περίπου 14.000 άνδρες[194]. Συνολικά στην Ελλάδα επιτέθηκαν τρεις Τεθωρακισμένες Μεραρχίες, δύο Ορεινές Μεραρχίες, τέσσερις (συν μία εφεδρική) πεδινές Μεραρχίες και δύο ανεξάρτητα Συντάγματα[69].
^ θ: Ο Γιόζεφ Γκέμπελς, ο οποίος ήταν θαυμαστής των Ελληνικών αρχαιοτήτων (στο ημερολόγιό του περιγράφει πως πραγματοποιήθηκε ένα όνειρο της νιότης του όταν επισκέφθηκε την Ελλάδα για πρώτη φορά)[195]) και πίστευε ότι ο Μεταξάς σκόπευε να κρατήσει ουδέτερη στάση,[196] επιβεβαιώνει στο ημερολόγιό του ότι ο Χίτλερ ήταν θετικά διακείμενος προς την Ελλάδα και τους κατοίκους της. Παρόλα αυτά η ευρύτερη στρατηγική του Άξονα καθιστούσε την εισβολή στην Ελλάδα αναπόφευκτη.[197]
^ ι: Σύμφωνα με τον Κάιτελ, κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 1940, όταν οι Γερμανοί προετοιμάζονταν για τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας, ο Χίτλερ είχε πει επανειλημμένα στους στενότερους συνεργάτες του ότι μετάνιωνε βαθύτατα για αυτή την εκστρατεία.[198]
^ ια: Γράμμα από τον Πρόεδρο Ρούσβελτ στον Βασιλιά Γεώργιο της Ελλάδας, με ημερομηνία 5 Δεκεμβρίου 1940.[199]
[Επεξεργασία] Παραπομπές
- ↑ 1,0 1,1 Richter (1998) 431
- ↑ 2,0 2,1 Richter (1998) 432
- ↑ Richter (1998), 119, 144
- ↑ "Campaign in Greece". The Encyclopedia Americana.
* Ziemke, Balkan Campaigns - ↑ 5,0 5,1 5,2 Beevor (1992), 26
* Long (1953), 182–183
* McClymont (1959), 486
* Richter (1998), 595–597 - ↑ Από αυτούς μόλις οι 33.000 ήταν μάχιμοι Richter (1998), 431
- ↑ Richter (1998), 432
- ↑ 8,0 8,1 Richter (1998), 595–597
- ↑ Bathe-Glodschey (1942), 246
- ↑ "Greek Wars". Encyclopaedia "The Helios".
- ↑ Bathe-Glodschey (1942), 246
* Hitler, Speech to the Reichstag on May 4, 1941
* Richter (1998), 595–597 - ↑ Blau (1953), 82
- ↑ Hitler always faces me with a fait accompli. This time I am going to pay him back in his own coin. He will find out from the papers that I have occupied Greece.
- ↑ Ciano (1946), 247
* Svolopoulos (1997), 272 - ↑ "Greece, History of". Encyclopaedia "The Helios".
- ↑ Buckley (1984), 18
* Goldstein (1992), 53 - ↑ 17,0 17,1 Buckley (1984), 17
- ↑ Southern Europe, World War-2.Net
- ↑ Buckley (1984), 19
- ↑ Buckley (1984), 18–20
- ↑ Bailey (1984), 22
* More U-boat Aces Hunted down, OnWar.Com - ↑ Richter(1998), 119, 144
- ↑ Creveld (1972), 41
* Rodogno (2006), 29–30 - ↑ Neville (2003), 165
- ↑ Lee (2000), 146
- ↑ Blau (1953), 70–71
- ↑ "I wanted, above all to ask you to postpone the operation until a more favorable season, in any case until after the presidential election in America. In any event I wanted to ask you not to undertake this action without previously carrying out a blitzkrieg operation on Crete. For this purpose I intended to make practical suggestions regarding the employment of a parachute and of an airborne division."
- ↑ Blau (1953), 5
- ↑ Blau (1953), 5–7
* "Greece, History of". Encyclopaedia "The Helios". - ↑ Keitel (1965), 154–155
- ↑ Blau (1953), 5–7
* "Greece, History of". Encyclopaedia "The Helios".
* Svolopoulos (1997), 288 - ↑ "Greece, History of". Encyclopaedia "The Helios".
* McClymont, 158–159 - ↑ The Yugoslav coup came suddenly out of the blue. When the news was brought to me on the morning of the 27th I thought it was a joke.
- ↑ McClymont, 158
- ↑ His Majesty's Government would feel themselves bound at once to lend the Greek or Romanian Government [...] all the support in their power.
- ↑ Lawlor (1994), 167
- ↑ Barrass, Air Marshal Sir John D'Albiac
* Beevor (1992), 26 - ↑ Blau (1953), 71–72
* Vick (1995), 22 - ↑ Svolopoulos (1997), 285, 288
- ↑ Beevor (1992), 38
* Blau (1953), 71–72 - ↑ "We did not then know that he [Hitler] was already deeply set upon his gigantic invasion of Russia. If we had we should have felt more confidence in the success of our policy. We should have seen that he risked falling between two stools, and might easily impair his supreme undertaking for the sake of a Balkan preliminary. This is what actually happened, but we could not know that at the time. Some may think we builded rightly; at least we builded better than we knew at the time. It was our aim to animate and combine Yugoslavia, Greece, and Turkey. Our duty so far as possible was to aid the Greeks."
- ↑ 42,0 42,1 42,2 Churchill (1991), 420
- ↑ 43,0 43,1 "George II". Encyclopedia "The Helios".
- ↑ "Greece, History of". Encyclopaedia The Helios.
* Simpson (2004), 86–87 - ↑ Blau (1953), 74
- ↑ Balkan Operations - Order of Battle - W-Force - April 5, 1941, Orders of Battle
- ↑ Bailey (1979), 37
* Blau (1953), 75 - ↑ 48,0 48,1 48,2 48,3 Blau (1953), 77
- ↑ McClymont (1959), 106–107
* Papagos (1949), 115
* Ziemke, Balkan Campaigns - ↑ McClymont (1959), 106–107
- ↑ "there was no other course open to us but to make certain that we had spared no effort to help the Greeks who had shown themselves so worthy."
- ↑ Lawlor (1994), 191–192
- ↑ Lawlor (1994), 168
- ↑ Bailey (1979), 37
- ↑ Lawlor (1994), 168
* McClymont (1959), 107–108 - ↑ Svolopoulos (1997), 290
* Ziemke, Balkan Campaigns - ↑ Buckley (1979), p. 40–45
- ↑ (Αγγλικά) John S. Koliopoulos, General Papagos and the Anglo-Greek talks of February 1941, Thesis, Journal of the Hellenic Diaspora, Pella Publishing Company, December , 1980, p. 27
- ↑ 59,0 59,1 Blau (1953), 79
- ↑ ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 161-2
- ↑ ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 162-3
- ↑ Richter (1998) 432
- ↑ ΓΕΣ/ΔΙΣ (1956) 237
- ↑ Richter (1998) 427
- ↑ ΓΕΣ/ΔΙΣ (1956) 121-3,
- ↑ Blau (1953), 79–80
- ↑ Blau (1953), 81
- ↑ ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 160
- ↑ 69,0 69,1 ΓΕΣ/ΔΙΣ (1956) 119
- ↑ Μαστοράκος (1997) 45
- ↑ ΓΕΣ/ΔΙΣ (1956) 119
- ↑ Blau (1953), 82–83
- ↑ Blau (1953), 83–84
- ↑ 74,0 74,1 74,2 National Geographic, σελ. 92
- ↑ McClymont (1959), 160
- ↑ Blau (1953), 86
- ↑ Blau (1953), 87
- ↑ Buckley (1984), 30–33
- ↑ Buckley (1984), 50
* Blau (1953), 88 - ↑ Beevor (1991), 33
- ↑ Buckley (1984), 50
- ↑ Sampatakakis (2008), 23
- ↑ Blau (1953), 88
- ↑ Buckley (1984), 61
* Blau (1953), 89 - ↑ Blau (1953), 89
- ↑ Blau (1953), 89–91. ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 172-3
- ↑ The Roof is Leaking, Australian Department of Veterans' Affairs
- ↑ Blau (1953), 91
- ↑ Hondros (1983), 52
- ↑ Blau (1953), 94
* Long (1953), 96 - ↑ 91,0 91,1 Blau (1953), 98
- ↑ "essential to deny the gorge to the enemy till April 19 even if it meant extinction"
- ↑ Long (1953), 96
- ↑ Long (1953), 96–97
- ↑ Long (1953), 98–99
- ↑ Blau (1953), 100
- ↑ "the fetishistic doctrine that not a yard of ground should be yielded to the Italians"
- ↑ Beevor (1994), 39
- ↑ Bailey (1979), 32
- ↑ 100,0 100,1 100,2 100,3 Blau (1953), 94
- ↑ Long (1953), 95
- ↑ "one experience[d] a genuine Aristotelian catharsis, an awe-inspiring sense of the futility of all human effort and all human courage"
- ↑ Buckley (1984), 113
- ↑ "was so determined [...] to deny the Italians the satisfaction of a victory they had not earned that [...] he opened quite unauthorized parley with the commander of the German SS division opposite him, Sepp Dietrich, to arrange a surrender to the Germans alone"
- ↑ Keegan (2005), 157
- ↑ 106,0 106,1 Keegan (2005), 158
- ↑ Blau (1953), 94–96
* Hondros (1983), 90 - ↑ Blau (1953), 103
- ↑ "I did not dream of evacuation; I thought that we'd hang on for about a fortnight and be beaten by weight of numbers"
- ↑ Long (1953),143
- ↑ Bailey (1979), 33
* "Brallos Pass". The Encyclopaedia of Australia's Battles. - ↑ 112,0 112,1 Bailey (1979), 33
- ↑ Blau (1953), 104
- ↑ Τσαπράζης (1991), 163
- ↑ Τσαπράζης (1991), 164
- ↑ Τσαπράζης (1991), 162
- ↑ Τσαπράζης (1991), 162-163
- ↑ "The quarrel over the troops' victorious entry into Athens was a chapter to itself: Hitler wanted to do without a special parade, to avoid injuring Greek national pride. Mussolini, alas, insisted on a glorious entry into the city for his Italian troops. The Führer yielded to the Italian demand and together the German and Italian troops marched into Athens This miserable spectacle, laid on by our gallant ally whom they had honorably beaten, must have produced some hollow laughter from the Greeks."
- ↑ Keitel (1965), 166
- ↑ 120,0 120,1 120,2 Blau (1953), 111
- ↑ Sampatakakis (2008), 28
- ↑ Events Marking the Anniversary of the Liberation of the City of Athens, The Hellenic Radio
- ↑ ’’Little news from Greece, but 13,000 men got away to Crete on Friday night, and so there are hopes of a decent percentage of evacuation. It is a terrible anxiety [...] War Cabinet. Winston says "We will lose only 5,000 in Greece." We will in fact lose at least 15,000. W. is a great man, but he is more addicted to wishful thinking every day.’’
- ↑ Menzies, 1941 Diary
- ↑ "We must of course continue to fight in close cooperation with Greeks but from news here it looks as if early further withdrawal necessary."
- ↑ Long (1953), 104–105
- ↑ McClymont (1959), 362
- ↑ Long (1953), 112
- ↑ McClymont (1959), 366
* Richter (1998), 566–567, 580–581 - ↑ Macdougall (2004), 194
- ↑ Macdougall (2004), 195
* Richter (1998), 584–585 - ↑ Richter (1998), 584
- ↑ "We cannot remain in Greece against wish of Greek Commander-in-Chief, and thus expose country to devastation. Wilson or Palairet should endorsement by Greek Government of Papagos' request. Consequent upon this assent, evacuation should proceed, without however prejudicing any withdrawal to Thermopylae position in co-operation with the Greek Army. You will naturally try to save as much material as possible."
- ↑ McClymont (1959), 362–363
- ↑ Blau (1953), 108
- ↑ Macdougall (2004), 195
- ↑ Blau (1953), 112
* "Greece (World War II)". An Encyclopedia of Battles.
* Richter (1998), 595 - ↑ Richter (1998), 602
- ↑ 139,0 139,1 Richter (1998), 615
- ↑ Richter (1998), 616
- ↑ Richter (1998), 616–617
- ↑ Carlton (1992), 136
- ↑ "Crete, Battle of". Encyclopaedia "The Helios".
* "George II". Encyclopaedia "The Helios". - ↑ 144,0 144,1 Beevor (1992), 231
- ↑ "ΦΕΚ A 146/1941". Εθνικό Τυπογραφείο. 1941-04-29. http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wFA21Udt8I16XdtvSoClrL8NFVwjN9oWbZ5MXD0LzQTLWPU9yLzB8V68knBzLCmTXKaO6fpVZ6Lx3UnKl3nP8NxdnJ5r9cmWyJWelDvWS_18kAEhATUkJb0x1LIdQ163nV9K--td6SIubv86XBm60mJEXofuasU5s1TDTvo2FKSd1PcU6Z5oE60. Ανακτήθηκε την 2011-01-08.
- ↑ 146,0 146,1 Blau (1953), 116–118
* McClymont (1959), 471–472 - ↑ 147,0 147,1 147,2 147,3 147,4 Blau (1953), 116–118
- ↑ McClymont (1959), 471–472
- ↑ a definite strategic blunder
- ↑ 150,0 150,1 Broad (1958), 113
- ↑ Richter (1998), 624
- ↑ Buckley (1984), 138
- ↑ Richter (1998), 633
- ↑ "the Greek campaign had been an old-fashioned gentlemen's war, with honor given and accepted by brave adversaries on each side"
- ↑ "had, rightly, the sensation of having fought the good fight."
- ↑ McClymont (1959), 475–476
- ↑ McClymont (1959), 476
- ↑ Richter (1998), 338
- ↑ "the plan is, of course, what I feared: piecemeal dispatch to Europe"
- ↑ McClymont (1959), 115 και 476
- ↑ Richter (1998), 638–639
- ↑ "Greece (World War II)". An Encyclopedia of Battles.
* Keegan (2005), 144 - ↑ "if the Italians hadn't attacked Greece and needed our help, the war would have taken a different course. We could have anticipated the Russian cold by weeks and conquered Leningrad and Moscow. There would have been no Stalingrad"
- ↑ Riefenstahl (1987), 295
- ↑ "although no single segment of the Balkan campaign forced the Germans to delay Barbarossa, obviously the entire campaign did prompt them to wait."
- ↑ Bradley-Buell (2002), 101
- ↑ Richter (1998), 639–640
- ↑ 168,0 168,1 Richter (1998), 640
- ↑ "the main causes for deferring Barbarossa's start from May 15 to June 22 were incomplete logistical arrangements, and an unusually wet winter that kept rivers at full flood until late spring."
- ↑ Kirchubel (2005), 16
- ↑ Ian Kershaw, Χίτλερ 1936-1945:Νέμεσις, 2000, (2η έκδοση στα ελληνικά, Αθήνα: Scripta, 2002), σελ. 340-341.
- ↑ "Everyone can recall the sentiments of admiration which the heroic defense of Greece, first against the Italians and then against the German invader, aroused throughout the civilized world."
- ↑ Churchill (1974), 6 891.
- ↑ "Historical justice obliges me to state that of the enemies who took up positions against us, the Greek soldier particularly fought with the highest courage. He capitulated only when further resistance had become impossible and useless."
- ↑ "because of their gallant bearing."
- ↑ Hitler, Speech to the Reichstag on May 4, 1941
- ↑ Keitel (1965), 165–66.
- ↑ "wanted to give the Greeks an honorable settlement in recognition of their brave struggle, and of their blamelessness for this war: after all the Italians had started it."
- ↑ "Hence we will not say that Greeks fight like heroes, but that heroes fight like Greeks"
- ↑ Celebration of Greek Armed Forces in Washington, Press Office of the Embassy of Greece
- ↑ "Greece, History of". Encyclopaedia "The Helios".
- ↑ Πιλάβιος & Τομαή, Οι Ήρωες Πολεμούν σαν Έλληνες
- ↑ "all free peoples are deeply impressed by the courage and steadfastness of the Greek nation"
- ↑ Murray-Millett (2000), 105
* Titterton (2002), 84 - ↑ Duncan, More Maritime Disasters
* Titterton (2002), 84 - ↑ Long (1953), 182–183
* McClymont (1959), 486 - ↑ McClymont (1959), 486
- ↑ 188,0 188,1 Blau (1953), 3–4
- ↑ Blau (1953), 72
- ↑ Papagos (1949), 317
- ↑ ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 177-8
- ↑ "Greece, History of". Encyclopaedia The Helios.
* Long (1953), 41 - ↑ Beevor (1992), 60
- ↑ Richter (1998) 417
- ↑ M. Pelt (1998), 122–123
- ↑ Pelt (1998), 226
- ↑ Goebbels (1982)
* Jerasimof Vatikiotis (1998), 156–157 - ↑ Keitel (1965), 150, 165–166
- ↑ Roosevelt, Letter to King George of Greece
[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία
- "Air Marshal Sir John D'Albiac". Air of Authority - A History of RAF Organisation. http://www.ww2australia.gov.au/greatrisk/greatrisk05.html. Ανακτήθηκε την 2007-03-31.
- "Balkan Operations, Order of Battle, W-Force, April 5, 1941". Orders of Battle. http://orbat.com/site/ww2/drleo/017_britain/41-04_greece/_w-force.html. Ανακτήθηκε την 2007-03-31.
- Bailey, Robert H. (1979). Partisans and Guerrillas (World War II). Time Life UK. ISBN 0-8094-2490-8.
- Bathe, Rolf; Glodschey, Erich (1942) (στα German). Der Kampf um den Balkan. Oldenburg, Berlin: Stalling.
- Barrass, M.B.. "Air Marshal Sir John D'Albiac". Air of Authority - A History of RAF Organisation. http://www.rafweb.org/Biographies/DAlbiac.htm. Ανακτήθηκε την 2007-03-31.
- Beevor, Antony (1994). Crete: The Battle and the Resistance. Westview Press; Reissue edition. ISBN 0-813-32080-1.
- Blau, George E. (1986) [1953]. The German Campaigns in the Balkans (Spring 1941) (Reissue edition έκδοση). Washington DC: United States Army Center of Military History. CMH Pub 104-4. http://www.army.mil/cmh-pg/books/wwii/balkan/intro.htm. Ελληνική έκδοση: Κέντρο Ιστορία των ΗΠΑ, Οι Γερμανικές Εκστρατείες στα Βαλκάνια (Άνοιξη 1941), μετ.- απόδ. Νικόλαος Κολόμβας, εκδ. 7ου ΕΓ/ΓΕΣ, Αθήνα 1993.
- Bradley, John N.; Buell, Thomas B. (2002). "Why Was Barbarossa Delayed". The Second World War: Europe and the Mediterranean (The West Point Military History Series). Square One Publishers, Inc.. ISBN 0-757-00160-2.
- "Brallos Pass". The Encyclopaedia of Australia's Battles. Allen & Unwin. 2001. ISBN 1-865-08634-7.
- Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα 1985.
- Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αγώνες εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και Θράκην (1941), έκδ. ΓΕΣ/ΔΕΣ, Αθήναι 1956.
- Buckley, Christopher (1984). Greece and Crete 1941. P. Efstathiadis & Sons S.A..
- "Campaign in Greece". The Encyclopedia Americana. Grolier. 2000. ISBN 0717201333.
- "Celebration of Greek Armed Forces in Washington - Remarks by Secretary for Veteran Affairs, Mr Jim Nicholson". Press Office of the Embassy of Greece. 2006-11-24. http://greekembassy.org/Embassy/Content/en/Article.aspx?office=1&folder=361&article=19051. Ανακτήθηκε την 2007-05-24.
- Churchill, Sir Winston (1974). Robert Rhodes James. επιμ. His Complete Speeches, 1897–1963. Chelsea House Publishers. ISBN 0-835-20693-9.
- Churchill, Sir Winston (1991). "Yugoslavia and Greece". Memoirs of the Second World War. Houghton Mifflin Books. ISBN 0-395-59968-7.
- Ciano, Galeazzo (1946). The Ciano Diaries 1939–1943. Doubleday & Company. ASIN B000IVT93U.
- Collier, Richard (1971). Duce!. Viking Adult. ISBN 0-670-28603-6.
- "Crete, Battle of". Encyclopedia "The Helios". 1945-1955.
- Ėrlikhman, Vadim (1946). The Ciano Diaries 1939–1943. Doubleday & Company. ASIN B000IVT93U.
- Creveld, Martin van (July-October 1972). In the Shadow of Barbarossa: Germany and Albania, January-March 1941. 7. pp. 22–230. http://links.jstor.org/sici?sici=0022-0094(197207%2F10)7%3A3%2F4%3C221%3AITSOBG%3E2.0.CO%3B2-E. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
- Duncan, George. "More Maritime Disasters of World War II". Historical Facts of World War II. http://members.iinet.net.au/~gduncan/maritime-2.html. Ανακτήθηκε την 2007-09-14.
- Eggenberger, David (1985). "Greece (World War II)". An Encyclopedia of Battles. Courier Dover Publications. ISBN 0-486-24913-1.
- "Events Marking the Anniversary of the Liberation of the City of Athens from Occupation Troops". News in English, 00-10-12. The Hellenic Radio (ERA). http://www.hri.org/news/greek/eraen/2000/00-10-12.eraen.html#08. Ανακτήθηκε την 2007-04-23.
- Goebbels, Joseph (1982). Diaries, 1939–41 (translated by Fred Taylor). Hamish Hamilton Ltd. ISBN 0-241-10893-4.
- "George II" (στα Greek). Encyclopaedia "The Helios". 1945-1955.
- Goldstein, Erik (1992). "Second World War 1939–1945". Wars and Peace Treaties. Routledge. ISBN 0-415-07822-9.
- "Greece, History of". Encyclopedia "The Helios". 1945-1955.
- "Greek Wars". Encyclopedia "The Helios". 1945-1955.
- [http://en.wikisource.org/wiki/Address_to_the_Reichstag wikisource: Address to the Reichstag (Adolf Hitler)}}
- Hondros, John (1983). Occupation and Resistance: The Greek Agony 1941–44. Pella Pub Co. ISBN 0-918618-19-3.
- Jerasimof Vatikiotis, Panayiotis (1998). "Metaxas Becomes Prime Minister". Popular Autocracy in Greece, 1936–41: a Political Biography of General Ioannis Metaxas. Routledge. ISBN 0-714-64869-8.
- Keegan, John (2005). The Second World War. Penguin (Non-Classics); Reprint edition. ISBN 0-14-303573-8.
- Keitel, Wilhelm (1965). "Prelude to the Attack on Russia, 1940–1941". Walter Görlitz. In the Service of the Reich (translated by David Irving). Focal Point. http://www.fpp.co.uk/books/Keitel/Keitel.zip.
- Kirchubel, Robert (2005). "Opposing Plans". Operation Barbarossa 1941 (2): Army Group North. Osprey Publishing. ISBN 1-841-76857-X.
- Lawlor, Sheila (1994). Churchill and the Politics of War, 1940–1941. Cambridge University Press. ISBN 0-521-46685-7.
- Lee, Stephen J. (2000). European Dictatorships, 1918–1945. Routledge. ISBN 0-415-23045-4.
- Long, Gavin (1953). "Chapters 1 to 9". Volume II – Greece, Crete and Syria. Australia in the War of 1939–1945. Canberra: Australian War Memorial. http://www.awm.gov.au/histories/chapter.asp?volume=18.
- Μαστοράκος Μάνος. "Τα γερμανικά τεθωρακισμένα στην Ελλάδα (1941-1945)", περιοδικό Πόλεμος και Ιστορία, τεύχ. 9, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1999, σελ. 45-53.
- Macdougall, A.K (2004). Australians ar War A Pictorial History. The Five Mile Press. ISBN 1-86503-865-2.
- McClymont, W.G. (1959). "Chapters 6 - 22". To Greece. Part of: The Official History of New Zealand in the Second World War 1939–1945. Wellington: Historical Publications Branch. http://www.nzetc.org/tm/scholarly/tei-WH2Gree.html.
- Menzies, Robert. "The Greek campaign". Menzies' 1941 Diary. Old Parliament House, Canberra. http://www.oph.gov.au/menzies/thegreekcampaign.htm. Ανακτήθηκε την 2006-09-12.
- "More U-boat Aces Hunted down (Sunday, March 16, 1941)". Chronology of World War II. OnWar.Com. http://www.onwar.com/chrono/1941/mar41/f16mar41.htm. Ανακτήθηκε την 2006-10-06.
- Murray, Williamson; Millett, Allan Reed (2000). "Diversions in the Mediterranean and Balkans". A War to Be Won: Fighting the Second World War. Harvard University Press. ISBN 0-674-00680-1.
- Papagos, Alexandros (1949) (στα Greek). The Battle of Greece 1940–1941. Athens: J. M. Scazikis Alpha.
- Pelt, Mogens (1998). Tobacco, Arms and Politics: Greece and Germany from World Crisis to World War, 1929–1941. Museum Tusculanum Press. ISBN 8-772-89450-4.
- Richter, Heinz A. Η Ιταλο-γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδος, (τίτλος πρωτοτύπου Griechenland im Zweiten Weltkrieg August 1939 – Juni 1941, μετάφραση Κώστας Σαρρόπουλος) Γκοβόστης, Αθήνα 1998, ISBN 9602707895
- Riefenstahl, Leni, Leni Riefenstahl: A Memoir. (Picador New York, USA. 1987) ISBN 0-312-11926-7
- Rodogno, Davide (2006). Fascism's European Empire: Italian Occupation During the Second World War translated by Adrian Belton. Cambridge University Press. ISBN 0-521-84515-7.
- "The Roof is Leaking". Australia's Wars 1939–1945. Australian Department of Veterans' Affairs. http://www.worldwar-2.net/timelines/war-in-europe/southern-europe/southern-europe-index-1940.htm. Ανακτήθηκε την 2006-10-09.
- Roosevelt, Franklin D.. "President Roosevelt to King George of Greece, December 5, 1940". Peace and War: United States Foreign Policy, 1931–1941. http://www.mtholyoke.edu/acad/intrel/WorldWar2/george.htm. Ανακτήθηκε την 2007-08-01.
- Sampatakakis, Theodoros (2008). "From the Invasion to the Capitulation" (στα Greek). Occupation and Resistance 1941–1945. Athens: Ch.K.Tegopoulos Editions.
- Svolopoulos, Konstantinos (1997) (στα Greek). The Greek Foreign Policy. Estia. ISBN 9-600-50432-6.
- Titterton, G.A. (2002). "British Evacuate Greece". The Royal Navy and the Mediterranean. Routledge. ISBN 0-714-65205-9.
- Ziemke, Earl F.. "Balkan Campaigns". World War II Commemoration. http://www.grolier.com/wwii/wwii_7.html. Ανακτήθηκε την 2007-04-04.
- Τσαπράζης, Νικόλαος (1991) (στα Ελληνικά). Ο Πολεμικός Ναύσταθμος Σαλαμίνος. Ιστορική Υπηρεσία Πολεμικού Ναυτικού.
- Δρακόπουλος, Ευάγγελος (2001) (στα Ελληνικά). National Geographic, 1940-41, Ελλάδα, η Πρώτη Νίκη. Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη. ISBN 978-960-469-244-6.
[Επεξεργασία] Περαιτέρω ανάγνωση
- Barber, Laurie and Tonkin-Covell, John. Freyberg : Churchill's Salamander, Hutchinson 1990. ISBN 1-86941-052-1
- Bevin, Alexander (2001). How Hitler Could Have Won World War II: The Fatal Errors That Led to Nazi Defeat. Three Rivers Press; Reprint edition. ISBN 0-609-80844-3.
- Bitzes, John (1989). Greece in World War II: To April 1941. Sunflower University Press. ISBN 0-89745-093-0.
- Bosworth, R.J.B (2002). Mussolini. A Hodder Arnold Publication. ISBN 0-340-73144-3.
- Carlton, Eric (1992). Occupation: The Policies and Practices of Military Conquerors. Routledge. ISBN 0-415-05846-5.
- Broad, Charlie Lewis (1958). Winston Churchill: A Biography. Hawthorn Books.
- Cervi, Mario (1972). The Hollow Legions. Chatto and Windus London. ISBN 0-7011-1351-0.
- Hellenic Army General Staff (1997). An Abridged History of the Greek-Italian and Greek-German War. Athens: Army History Directorate Editions. OCLC 45409635.
- Lannoy, Francois de (2001) (στα French). Operation Marita-April 1941: La Guerre dans les Balkans. Editions Heimdal. ISBN 2-840-48124-3.
- Μαζάουερ Μαρκ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, ISBN 960-221-096-6
- Neville, Peter (2003). Mussolini. Routledge. ISBN 0-415-24989-9.
- Rigopoulos, Rigas (2003). Secret War: Greece-Middle East 1940–1945: The Events Surrounding the Story of Service 5-16-5. Turner Publishing Company. ISBN 1-56311-886-6.
- Shores Christopher ,Cull Brian ,Malizia Nicola , Ο αεροπορικός πόλεμος στην Ελλάδα 1940 - 1941, Eurobooks, Αθήνα, 2009 ISBN 978-960-98327-4-8
- Stassinopoulos, Costas (2005). AModern Greeks: Greece in World War II: The German Occupation and National Resistance and Civil War. American Hellenic Institute Foundation, Inc. ISBN 1-889247-01-4.
- Willingham, Mathew (2005). Perilous Commitments: The Battle for Greece and Crete 1940–1941. Spellmount Publishers. ISBN 1-86227-236-0.
- Zotos, Stephanos (1967). Greece:The Struggle For Freedom. ASIN B0006BRA38.
- Καράσσος Χρήστος, Ο πόλεμος κατά των Γερμανών εν τη Κεντρική Μακεδονία 1941, Αετός, Αθήναι 1948
- Κολιόπουλος Ιωάννης , Η στρατιωτική και η πολιτική κρίση στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, Μνήμων, 6(1976-1977),σελ.53-74
- Κολιόπουλος Ιωάννης, Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του '40, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, Αθήνα 2009, ISBN 978-960-469-676-5
- Vick, Alan (1995). "The German Airborne Assault on Greece". Snakes in the Eagle's Nest: A History of Ground Attacks on Air Bases. Rand Corporation. ISBN 0-833-01629-6.
- Fafalios, Maria; Hadjipateras, Costas (1995) (στα Greek). Greece 1940–41: Eyewitnessed. Athens: Efstathiadis Group. ISBN 9-60226-533-7.
[Επεξεργασία] Εξωτερικές συνδέσεις
- Horlington, E.. "Brotherhood of veterans of the greek Campaign". WW2 People's War. BBC. http://www.bbc.co.uk/ww2peopleswar/stories/91/a7305491.shtml. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
- "Judgement : The Aggression Against Yugoslavia and Greece". The Avalon Project at Yale Law School. http://www.yale.edu/lawweb/avalon/imt/proc/judyugo.htm. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
- Moher, John. "The Story of Greece in World War II". World War 2 Greece. http://ww2greece.wargaming.info/. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
- "The Greek Campaign". Prisoners of War. http://www.btinternet.com/~stalag18A/greece.html. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
- "The Greek Campaign, 1941". Australian War Memorial. http://www.awm.gov.au/encyclopedia/greek_campaign.htm. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
- "The Invasion and Battle for Greece (Operation Marita)". Feldgrau.com - Research on the German Armed Forces 1918–1945. http://www.feldgrau.com/greecewar.html. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
- "The Invasion of the Balkans: Yugoslavia, Greece and Crete, 1940–1941". Democracy at War: Canadian Newspapers and the Second World War. War Museum. http://replay.waybackmachine.org/20080424144458/http://www.warmuseum.ca/cwm/newspapers/operations/greece_e.html. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
- Watt, Jock. "Greek Campaign 1940–41". WW2 People's War. BBC. http://www.bbc.co.uk/ww2peopleswar/stories/84/a3404684.shtml. Ανακτήθηκε την 2007-09-12.
Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης: Η γερμανική εισβολή (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Ε.Ρ.Τ.)
|
|||||
| Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Battle of Greece της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες). |