Μέτσοβο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°46′13″N 21°11′02″E / 39.7703°N 21.1839°E / 39.7703; 21.1839

Μέτσοβο
Πόλη
Γενική άποψη του Μετσόβου.
Μέτσοβο στον χάρτη: Ελλάδα
Μέτσοβο
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Περιφέρεια Ήπειρος
Δήμος Δήμος Μετσόβου
Νομός Ιωάννινα (πρωτεύουσα)
Υψόμετρο 1.160 μ
Πληθυσμός 2.503 (2011)

Το Μέτσοβο είναι μια ορεινή κωμόπολη του νομού Ιωαννίνων σε υψόμετρο 1.160μ. Παραδοσιακός οικισμός, βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του νομού, κοντά στα όρια με το νομό Τρικάλων, στις βόρειες πλαγιές, ανάμεσα στα βουνά της μεγαλύτερης οροσειράς της Ελλάδος, της Πίνδου. Οι κάτοικοί του, που σύμφωνα με την απογραφή του 2001 ανέρχονται σε 3.195 κατοικους, είναι κυρίως βλάχικης καταγωγής, ασχολούνται λιγότερο με τη γεωργία και περισσότερο με την κτηνοτροφία. Στο Μέτσοβο έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία το μοναστήρι της Θεοτόκου, κοντά στο Μετσοβίτικο ποταμό, το Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου νότια της κωμόπολης και το μοναστήρι της Ζωοδόχου πηγής στη θέση Κιάτρα Ρόσσια (που σημαίνει στα βλάχικα κόκκινος βράχος/λιθάρι). Στην κωμόπολη λειτουργεί εξάλλου, αξιόλογο Λαογραφικό Μουσείο και το χειμώνα οργανωμένο χιονοδρομικό κέντρο το οποίο σε συνδυασμό με την γραφικότητα του τοπίου αποτελεί πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Από το 1988 λειτουργεί η Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ όπου εκτίθενται 250 περ. πίνακες αξιολόγων ζωγράφων του 19ου και 20ου αιώνα. Σύμφωνα με μία άποψη η λέξη Μέτσοβο προέρχεται από τα σλαβικά «μέτσκα» (αρκούδα) και «όβο» (χωριό).[1]

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον μεσαίωνα έως και τον 19ο αιώνα το Μέτσοβο καταγράφεται στις πηγές κυρίως με τον γλωσσικό τύπο Μέτζοβο. Επίσης από τα τέλη του 18ου αιώνα εμφανίζεται στις πηγές ο λόγιος τύπος Μέσσοβον.

Oθωμανικές απογραφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις οθωμανικές απογραφές απαντάται ο τύπος Mcwhπου αποδίδεται συνήθως φωνητικά ως Miçova. Στη βλάχικη γλώσσα το Μέτσοβο αποκαλείται Αμίντζιου (Aminʤu) λέξη που σχηματίζεται από την πρόθεση a" «προς, στο» και τον τύπο Μίντζιου (Minʤu).

Διάφορες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον τύπο Μίντζιου παράγονται τα εθνικά Μίντζιανου-Μίντζιανα (Miʤanu-Miʤanə) «Μετσοβίτης-Μετσοβίτσα» καθώς και το επίθετα μίντζιανέσκου–μιντζιανεάσκα (miʤənescu - miʤəneascə) «μετσοβίτικος,-ίτικη,-ίτικο» που χρησιμοποιούνται σήμερα από τους κατοίκους του Μετσόβου. Επίσης οι βλαχόφωνοι που αγνοούν τον τύπο Aminʤu χρησιμοποιούν την ονομασία Meʤova.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ετυμολογία του οικονυμίου «Μέτσοβο» από τις λέξεις Μήτσους, Μεσόβουνον ή από την αμάρτυρη σλαβική λέξη *Mẹčovo «αρκουδότοπος», οι οποίες έχουν προταθεί κατά καιρούς από λογίους και ιστορικούς, δεν γίνονται αποδεκτές από την γλωσσολογική έρευνα. Αντίθετα διαπιστώνεται ετυμολογική σχέση μεταξύ του βλάχικου τύπου Minʤu και του ελληνικού τύπου Μέτσοβο, ο οποίος αποτελείται από το θέμα Μέτσ και την σλαβικής αρχής κατάληξη ovo.

Κοινωνική διαστρωμάτωση του Μετσόβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα, με τα κοινωνικά πρότυπα των κατοίκων του Μετσόβου ο πληθυσμός της ορεινής πολίχνης, έως τις αρχές του 20ου αιώνα, διακρίνονταν σε τρεις κοινωνικές κατηγορίες: τους άρχοντζι (arxondzɨ))[2], τους βίνιτσι (vinitsɨ) και τους άλγκι (alɟi) ή σκωπτικά γκιζάρι(ɟizari). Η συγκεκριμένη διαστρωμάτωση υπήρξε προέκυψε μέσα από κοινωνικοοικονομικές διεργασίες της οθωμανικής περιόδου και βασίζονταν, κατά κύριο λόγο, σε οικονομικά κριτήρια.

Εισοδήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ουσιαστικά, οι άρχοντζι συγκροτούσαν την κοινωνία του πλούτου. Τα εισοδήματά τους προέρχονταν από την άσκηση εμπορικών και μεταπρατικών δραστηριοτήτων. Αν και νέμονταν την τοπική εξουσία δεν αποτελούσαν μία «κλειστή» ως προς την κοινωνική κινητικότητα ομάδα. Ο πλούτος έδινε το δικαίωμα σε οποιονδήποτε να εξελιχθεί κοινωνικά και να ενταχθεί στο ανώτερο στρώμα, αν και συχνά αυτή η άνοδος προκαλούσε σφοδρές συγκρούσεις.

Κατώτερα στρώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίθετα, η κοινωνική διάκριση μεταξύ των δύο κατωτέρων στρωμάτων του οικισμού, δε βασιζόταν σε εισοδηματικά κριτήρια, αλλά στο γεγονός ότι τα μέλη τους ήταν φορείς διαφοροποιημένων οικονομικών δομών. Συγκεκριμένα, οι άλγκι συγκροτούσαν το κοινωνικοοικονομικό στρώμα των μετακινούμενων κτηνοτρόφων. Επρόκειτο για μία συμπαγή ομάδα, η οποία, εκτός του ότι ασχολούνταν αποκλειστικά με την μεγάλη κτηνοτροφία, διακατέχονταν επίσης από συγκεκριμένες αντιλήψεις σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο των μελών τους, ο οποίος καθορίζονταν από τις αυστηρές πατριαρχικές δομές, που διείπαν την ομάδα τους.

Κοινωνία των βίνιτσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κοινωνία των βίνιτσι συγκροτούνταν από τα μη κτηνοτροφικά μεσαία και κατώτερα στρώματα του οικισμού. Κυρίως, περιελάβανε τα νοικοκυριά των γεωργών, των βιοτεχνών, των τεχνιτών, των αγωγιατών και των μικρεμπόρων. Παρά την οικονομική και επαγγελματική διαφοροποίηση που υπήρχε μεταξύ των μελών των Βίνιτσι, αυτοί εκλαμβάνανε τον εαυτό τους ως ενιαίο κοινωνικό στρώμα κάτι που αποτυπώνονταν στις κοινωνικές τους σχέσεις. Για παράδειγμα, σύναπταν γάμους μεταξύ τους αλλά ποτέ με ανθρώπους των άλγκι.

Διαχωρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ κτηνοτρόφων και μη κτηνοτρόφων υφίστατο παλιότερα σε όλους τους αναπτυγμένους βλάχικους οικισμούς της Πίνδου και, ενδεχομένως, να υποκρύπτει, σε μία λανθάνουσα μορφή, την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα μίας παρελθούσας εποχής. Δεν πρόκειται για «ταξική» διαφορά στη βάση του πλούτου, εφόσον στις περισσότερες περιπτώσεις οι κάτοικοι και των δύο ομάδων ανήκαν στα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, αλλά για μία διαφοροποίηση σχετική με τις διεργασίες συγκρότησης των οικισμών της οροσειράς, κατά την οθωμανική περίοδο, οι οποίες επέφεραν τη συνοίκηση πληθυσμών ιδίας μεν γλωσσικής βάσης, αλλά με διακριτές οικονομικές και κοινωνικές δομές.

Ευεργέτες Μετσόβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία τις χαρακτηριστικότερες προσλαμβάνουσες παραστάσεις του πολιτισμού του Μετσόβου είναι η στενή του σύνδεσή με το φαινόμενο του ευεργετισμού. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, κάθε χρόνο, για πάνω από έναν αιώνα τελείται πάνδημο μνημόσυνο 50 ευεργετών. Μεταξύ αυτών μνημονεύονται πρόσωπα, τα ονόματα των οποίων, συγκαταλέγονται στους Εθνικούς Ευεργέτες της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα η ιστορική καταγραφή έχει εντοπίσει εκατοντάδες Μετσοβίτες που διέθεσαν μικρά η μεγάλα ποσά για έργα εποποιίας.

Το φαινόμενο του ευεργετισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ευεργετισμός των Μετσοβιτών αποτελεί ένα ιστορικό φαινόμενο οι διαστάσεις του οποίου διαμορφώθηκαν, μέσα από διεργασίες που σχετίζονται με την κοινωνικοοικονομική εξέλιξη του οικισμού, κατά την οθωμανική περίοδο. Καταγράφεται κυρίως ως χαρακτηριστική εκδήλωση των πολιτισμικών αντιλήψεων που διακατείχαν την άρχουσα κοινωνική ομάδα του Μετσόβου εκείνης της εποχής. Παρά τη μακροχρόνια απουσία των αρσενικών της μελών από τον γενέθλιο τόπο, εξαιτίας της εμπορικής τους δράσης, το Μέτσοβο παραμένει η οικονομική και οικογενειακή τους έδρα. Συνεπώς ένα σημαντικό τμήμα των εσόδων τους διοχετεύεται στην τοπική οικονομία, από τους ιδίους ή τις οικογένειές τους, ως κοινωνικό ή κερδοσκοπικό κεφάλαιο, με σκοπό τη διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής υπεροχής της «τάξης τους».

Πολιτειακό καθεστώς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως νοοτροπία συνδέεται άμεσα με το ειδικό πολιτειακό καθεστώς που έχει παραχωρηθεί από το Οθωμανικό κράτος στην Χώρα Μετσόβου.Η επίδειξη αλτρουισμού,σηματοδοτώντας και επιβεβαιώνοντας την κοινωνική τους καταξίωση και υπόσταση,τους παρέχει δυνατότητες πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου του τόπου τους. Αρχικά, η κοινωνική τους αλληλεγγύη, εκδηλώνεται ως μία χορηγική - κτητορική δράση στα πρότυπα μίας πολιτισμικής αντίληψης που ανάγει τις ρίζες της στο μεσαιωνικό παρελθόν της ορθόδοξης εκκλησίας.

18ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια του 18ουαιώνα, οι πράξεις ευποιΐας των Μετσοβιτών παρουσιάζουν μία ενδιαφέρουσα μετεξέλιξη. Εγκαταλείπεται πλέον η θρησκευτική τους απόχρωση και αποκτούν μία περισσότερο εκκοσμικευμένη μορφή. Σε αυτή τη μεταστροφή εντοπίζουμε το υπόβαθρο του μετσοβίτκου ευεργετισμού ως φαινόμενο που, από τα μέσα του 19ου αιώνα, εκδηλώνεται σε πανελλήνιο επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο ότι μερικοί εκ των σημαντικότερων εθνικών ευεργετών της Ελλάδας ήταν γόνοι του ανωτέρου κοινωνικού στρώματος του Μετσόβου.

Προνόμια του Μετσόβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα μέσα του 17ου αιώνα και μετά, οι κάτοικοι της περιοχής του Μετσόβου απαλλάσσονται από τους τακτικούς και έκτατους φόρους που πληρώνουν οι χριστιανοί υπήκοοι άλλων περιοχών, με τον όρο να πληρώνουν κάθε έτος ένα κατ’ αποκοπή χρηματικό ποσό. Το οθωμανικό κράτος εφάρμοζε συχνά τέτοιου είδους ρυθμίσεις για ομάδες υπηκόων που προσέφεραν μία ειδική υπηρεσία. Στην περίπτωση του Μετσόβου αφορούσε τη φρούρηση των ορεινών διαβάσεων και την εξυπηρέτηση των διερχομένων. Το συγκεκριμένο φορολογικό καθεστώς δεν συνιστά κάποια μορφή παραχώρησης εδαφικής, πολιτικής ή φορολογικής αυτοδιοίκησης. Η έννοια της αυτονομίας είναι άγνωστη στην οσμανική πολιτειακή αντίληψη.

Διαχείριση της κρατικής περιουσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεωρητικά ο εκάστοτε σουλτάνος παραμένει ο απόλυτος κύριος της γης του Μετσόβου και την παραχωρεί όπου θέλει και όπως θέλει. Για αυτό τα φιρμάνια που εκδίδονταν, κατά καιρούς, είχαν προσωρινή ισχύ και προσδιόριζαν την περιοχή ως εξάρτημα Οθωμανών αξιωματούχων, στους οποίους ο σουλτάνος παραχωρούσε τη διακατοχή της. Πρακτικά, όμως, η παραχώρηση φορολογικών απαλλαγών ισοδυναμούσε με αυτοδιαχείριση της περιοχής.

Μείωση φόρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μείωση των φόρων άφηνε μεγαλύτερα περιθώρια κάρπωσης του υπερπροϊόντος της τοπικής αγροτικής παραγωγής και ανεξάρτητα από το θεωρητικό πλαίσιο, που διείπε το γαιοκτητικό και πολιτικό καθεστώς της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τα εδάφη του Μετσόβου περιέρχονται σταδιακά σε απόλυτη νομή, διαχείριση και κατοχή των κατοίκων του, γεγονός που αντιστοιχεί με πολιτική αυτοδιαχείριση. Αυτή η εξέλιξη περιείχε και δυσανάλογο κόστος. Κάθε χρόνο, έπρεπε να προκαταβληθεί έγκαιρα στον Οθωμανό νομέα της περιοχής, ο αναλογών φόρος και άλλα δωρήματα διαφορετικά ο mukata‘a του Μετσόβου κινδύνευε να περιέλθει στη νομή ισχυρών Οθωμανών γειτονικών περιοχών.

Λόγιοι και ιερείς του Μετσόβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομική και κοινωνική άνοδος των κατοίκων του Μετσόβου κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα αντανακλάται άμεσα στις προσπάθειές τους να αναβαθμίσουν το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο. Η ύπαρξη σχολής ήδη από τις αρχές του 18ου, η συνεχής μέριμνα για την λειτουργία της και η μετανάστευσή τους σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια προκειμένου να λάβουν ανώτερη μόρφωση, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία αυτής της τάσης. Άμεσο επακόλουθο αυτής της διεργασίας είναι η ανάδειξη μίας ομάδας λογίων, δασκάλων και ιερωμένων, οι οποίοι συμμετέχουν ενεργά στα πνευματικά ρεύματα που διαμορφώνονται εκείνη την περίοδο στον χώρο του νέου ελληνισμού. Μεταξύ αυτών διακρίνουμε τους: Παρθένιο Κατζούλη, Αναστάσιο Μετσοβίτη, Κωνσταντίνο εκ Μετσόβου, Τρύφωνα εκ Μετσόβου, Δημήτριο Βαρδάκα, Αδάμ Τσαπέκο, Αναστάσιο εκ Μετσόβου, Δοσίθεο Δρυϊνουπόλεως, Κωνσταντίνο Πελτέκη, Κωνσταντίνο Τζίκα, Τριαντάφυλλο Χατζή Στεργίου, Χριστόφορο Βαρλαμίτη τους αδελφούς Κυριάκο, Κωνσταντίνο και Θεόφιλο Τζαρζούλη καθώς και τον πατέρα τους Νικόλαος Τζαρτζούλη που συγκαταλέγεται από την ελληνική ιστοριογραφία στους διδασκάλους του Γένους.

Εκκλησιαστική εξαρχία του Μετσόβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το 1659 η περιοχή του Μετσόβου, που μέχρι τότε υπάγονταν στην επισκοπή Σταγών, αποτέλεσε ίδια εκκλησιαστική αρχή, τελούσα υπό πατριαρχικό έξαρχο. Τυπικά, ο εκκλησιαστικός έξαρχος του Μετσόβου, ήταν πρόσωπο που επιλέγονταν από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως με τον τίτλο «καθολικός του Μετσόβου έξαρχος» και διέμενε στην Κωνσταντινούπολη λαμβάνοντας, ως επόπτης της περιοχής, 15 γρόσια ετησίως. Στην πραγματικότητα, όμως, τα καθήκοντά του εκτελούσε τοπικός ιεράρχης, που εκλέγονταν από τους Μετσοβίτες και εγκρινόταν από το Πατριαρχείο, υποχρεούμενος μόνο να μνημονεύει το όνομα του «καθολικού εξάρχου». Από το 1818 η εκλογή του γίνονταν από τους εφόρους των σχολείων του Μετσόβου και κατόπιν επικυρώνονταν η εκλογή του από τον Πατριάρχη. Στην πνευματική δικαιοδοσία του εκκλησιαστικού εξάρχου του Μετσόβου υπάγονταν οι οικισμοί Μέτσοβο, Ανήλιο, Ντερβεντίστα (νυν Ανθοχώρι), Βοτονόσι, Μηλιά, Κουτσιούφλεανη (νυν Πλατάνιστος ) και Μαλακάσι. Το 1924 η Πατριαρχική εξαρχία Μετσόβου μετατράπηκε προσωρινά σε μητρόπολη, προκειμένου να τακτοποιηθούν ιεράρχες από τη Μικρά Ασία, που έχασαν τις έδρες τους. Το 1929 καταργήθηκε η μητρόπολη, χωρίς να επανέλθει το καθεστώς της εξαρχίας. Η περιοχή της Χώρας υπάχθηκε στην Μητρόπολη Γρεβενών έως το 1932, οπότε και αποσπάστηκε το Μέτσοβο, το Ανήλιο το Βοτονόσι και η Δερβεντίστα, που προσαρτήθηκαν στη Μητρόπολη Ιωαννίνων. Η Εξαρχία Μετσόβου λειτουργώντας ως τοπικός εκπρόσωπος των ιδεολογικών αντιλήψεων του Πατριαρχείου έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της θρησκευτικής και εθνικής συνείδησης των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων του Μετσόβου.

Τοπικά προϊόντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μέτσοβο είναι ακόμα γνωστό για την παρασκευή δύο τυριών, με την ονομασία μετσοβόνε (Προϊόντων Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ)) και μετσοβέλας.Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού απασχολείται στις βιοτεχνίες ξύλου και γάλακτος (γιαούρτι, βούτυρο, γραβιέρα και κεφαλογραβιέρα) καθώς και στις βιοτεχνίες βαρελιών, κυψελών και ειδών λαϊκής τέχνης (υφαντά, ασημικά, ξυλόγλυπτα κ.α.). Επίσης φημίζεται για την παραγωγή κρασιού με πιο γνωστό παρασκευαστή τον αμπελώνα του κατωΐου της οικογενείας των Αβέρωφ.

Διάσημοι Μετσοβίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μέτσοβο είναι κοιτίδα διάσημων Ελλήνων και μεγάλων ευεργετών του έθνους, όπως ο Νικόλαος Στουρνάρας, η Ελένη Τοσίτσα, ο Μιχαήλ Τοσίτσας και ο Γεώργιος Αβέρωφ, που κατάφεραν να κάνουν γνωστό το Μέτσοβο πανελληνίως. Η μεγαλύτερη συμβολή των πιο πάνω προσώπων ήταν η δημιουργία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου το οποίο εν συντομία καλείται Μετσόβιο.

Οδική πρόσβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδική πρόσβαση στην ορεινή αυτή περιοχή είναι ιδιαιτέρως δύσκολη και κατά τη διάρκεια του χειμώνα επικρατούν ακραία καιρικά φαινόμενα με υψηλή χιονόπτωση. Για το λόγο αυτό, αλλά και για να γίνει η πρόσβαση πιο προσιτή προς τη βόρεια Ελλάδα, το Μέτσοβο συνδέθηκε με την Εγνατία οδό, σύνδεση που ολοκληρώθηκε το 2009[3][4][5]. Αυτό θα συμβάλλει σημαντικά στην τουριστική ανάπτυξη της πόλης αλλά και στη μεταφορά των προϊόντων που παράγει.

Φωτογραφίες-Πινακοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές-Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Leonidas Kallivretakis, Geographie et demographie historiques de la Grece : le probleme des sources, Histoire & Mesure, 1995, X-l/2, 9-23
  2. Υποσημείωση:Στις παρενθέσεις καταχωρούνται οι φωνητικές αποδόσεις των βλαχικών λέξεων βάση των γραφημάτων του διεθνούς φωνητικού αλφαβήτου
  3. Προχωρά η Εγνατία οδός
  4. Εγνατία οδός: Κατάρα... τέλος
  5. Επιτέλους τέλος με την «κατάρα» της Κατάρας


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ιστολ. εφημ.Καθημερινή «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ»:Η μακραίωνη πορεία μια φημισμένης πολιτείας
  • Μ.Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Leipzic 1970, σελ.41
  • Κ. Οικονόμου, Τα οικωνύμια του Νομού Ιωαννίνων, Γλωσσολογική Εξέταση, έκδ. Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2002 σελ. 194-199.
  • Μ. Κοκολάκης, “Η τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο Σαλναμέ του 1895,” στο Πληθυσμοί και οικισμοί του ελληνικού χώρου: ιστορικά μελετήματα, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Δημήτρης Δημητρόπουλος, Μιχάλης Κοκολάκης, και Ευδοκία Ολυμπίτου, εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 2003, σελ. 257.
  • M. Delibaşi -M. Arikan, Sûret-i Defter-i Sancak-i Tirhala I, Türk Tarih Kurumu, Ankara 2001, σελ. 26-27
  • G. Weigand, Die Aromunen, Bd. Α΄, J. A. Barth(A. Meiner), Leipzig 1895, σελ. 149.
  • Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου, τόμ. Β΄, εκδ. Κουλτούρα, [χ.χ.], Αθήνα, σελ. 107
  • Ι. Λαμπρίδης, «Μαλακασιακά», Ηπειρωτικά Μελετήματα 5 (1888), εκδ2. ΕΗΜ, Ιωάννινα 1993, σελ. 13-14.
  • R.Schlösser, Historische Lautlehre des Aromunischen von Metsovon, Balkan-Archiv, Βd.3, Hamburg 1985, σελ. 21-22.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ, Εξωραϊστικός Σύλλογος Μετσόβου, 1958, Τάσος Ψαροβασίλης
  • ΒΗΜΑΤΑ, Πήλιο, Σκιάθος, Γαλαξίδι, Μέτσοβο.. Μακρής Κίτσος, εκδ. Κέδρος 1979
  • Μπαλάφας Κώστας, Μέτσοβο, Φωτογραφικό Λεύκωμα,2005, εκδ. Ποταμός ISBN 960-8350-87-5
  • Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, Θεσσαλία - Ήπειρος, εκδ. Μέλισσα
  • Δημήτρης Ανανιάδης, Ιωάννινα και Μέτσοβο, εκδ. TUBIS ISBN 978-960-540-940-1
  • Τατιάνα Αβέρωφ, Το ξέφωτο,2000, εκδ. Κέδρος ISBN 960-04-1787-3
  • Α.Χατζημιχάλη, Οι εν τω Ελληνοσχολείω Μετσόβου διδάξαντες και διδαχθέντες, εν Ιωαννίνοις 1940.
  • Β.Σκαφιδάς, «Ιστορία του Μετσόβου», ΗΕ 12/135 ,138(1963), σελ. 507-509, 704-707
  • Β. Σκαφιδάς, «Ιστορία του Μετσόβου», ΗΕ12/123,130131 132 135 (1963), σελ. 391-399, 107-112, 194-200, 291-300, 502-505
  • Π.Αραβαντινός, Βιογραφική Συλλογή Λογίων της Τουρκοκρατίας, εκδ. ΕΗΜ, Ιωάννινα 1960, σελ. 8, 17,38,55,62, 63,107-108,204,206,208,216.
  • I. Maftei, Personalitaţi ieşene I, Omagiu Cercel Nicolae Chiriac (?- 1773),profesor de  matematici, Iaşi 1972, σελ. 145-146
  • Γ. Πλατάρης –Tζίμας, «Ανέκδοτα έγγραφα που αφορούν τη εκπαίδευση στο Μέτσοβο» Ηπειρωτικό Ημερολόγιο 1989, σελ. 169-177.
  • Φ. Μπαλαμώτη, Οι βρύσες του Μετσόβου (aπό τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα), εκδ. Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1989.
  • Ι. Λαμπρίδης, «Μαλακασιακά», Ηπειρωτικά Μελετήματα 5 (1888), εν Αθήναις 1888 και εκδ. ΕΗΜ, Ιωάννινα 1993, σελ. 30-37, 40-42, 52-56.
  • Α. Κουκούδης, Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 209-210
  • Κ. Κρυστάλλης, Οι Βλάχοι της Πίνδου, εκδ. Δαμιανός, Αθήνα 1986 (φωτογραφική ανατύπωση από την έκδοση του 1915), σελ. 21, 49-50
  • Γ.Πλατάρης- Τζίμας, Κώδικας Διαθηκών, Μείζονες και ελάσσονες ευεργέτες του Μετσόβου, τόμ. Β΄, εκδ. Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων και Δήμου Μετσόβου, Μέτσοβο/Αθήνα 2004, σελ 133, 138.
  • R. Curzon, «Ταξίδι στην Ήπειρο το 1834», μτφ. ΙΕΑ, Ηπειρωτική Εστία 90 (1959), σ. 774.
  • N. Σιώκης, Ενδυμασία και κοινωνία στην Κλεισούρα της Καστοριάς. Μελέτη βασισμένη σε φωτογραφικά τεκμήρια (τέλη 19ου – α΄ μισό 20ου αιώνα), Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 10-18.
  • Β. Σκαφιδάς, «Τα προνόμια του Μετσόβου», Ηπειρωτική Εστία 1 (1952), σελ. 657-660.
  • Μ. Τρίτος, «Τα σωζόμενα φιρμάνια των προνομίων του Μετσόβου», Πρακτικά Α΄ συνεδρίου μετσοβίτικων σπουδών, Αθήνα 1993, σελ. 397-414.
  • V. Diamandi, «Meţoviţeanul Floca şi privilegiile obţinute de el», Convorbiri literare(1910),σελ. 480-483.
  • Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1961, σελ. 340.
  • Μ. Τρίτος, Η Πατριαρχική εξαρχία Μετσόβου (1659-1924 ). Η θρησκευτική & κοινωνική της προσφορά, εκδ. ΙΒΜΤ, Ιωάννινα 1991.
  • Ι. Λαμπρίδης, «Πολιτική εξάρτησις και διοίκησις Μαλακασίου», Παρνασσός 10 (1886), σελ. 384.
  • Μ. Παΐζη-Αποστολοπούλου, Ο Θεσμός της Πατριαρχικής Εξαρχίας,14ος -19ος αιώνας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών 54, Αθήνα 1995, σελ. 12, 73,74, 108, 113, 114, 137, 156, 191, 195, 199-204, 221
  • Φ. Οικονόμου, Η εκκλησία της Ηπείρου. Ίδρυσις, Οργάνωσις και εξελίξεις αυτής, Αθήνα 1982, σελ. 62-63.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα: