Γκαλεάτσο Τσιάνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γκαλεάτσο Τσιάνο και ορθότερα Τσάνο (Galeazzo Ciano), ήταν Ιταλός πολιτικός και διπλωμάτης, γιος του ναυάρχου Κονστάντσιο Τσιάνο, (ήρωα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), γαμπρός του Μουσολίνι και από τα σημαντικότερα στελέχη του φασιστικού καθεστώτος. Έφερε τον τίτλο «Κόμης ντι Καστελλάτσο» (Conte di Castellazzo).

Ο Τσιάνο γεννήθηκε στο Λιβόρνο το 1903 και εκτελέστηκε στη Βερόνα το 1944.

Ο Τσιάνο (μέσον, με τον μαύρο χιτώνα) πλάι στον Έρχαρντ Μιλχ στο Αεροδρόμιο Gatow. Βερολίνο, 1938. Φωτ. Bundesarchiv

Ο Τσιάνο είχε λάβει μέρος στην πορεία και είσοδο των Φασιστών στη Ρώμη το 1922. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης και μετά από μια μικρή δημοσιογραφική καριέρα εισήλθε στο διπλωματικό σώμα. Στην αρχή τοποθετήθηκε στις πρεσβείες του Ρίο ντε Τζανέιρο και του Μπουένος Άιρες, στη συνέχεια ανέλαβε γενικός πρόξενος στη Σαγκάη και μετέπειτα πρεσβευτής στην Κίνα. Τότε νυμφεύθηκε την κόρη του Μουσολίνι, Έντα (1930) και αναδείχθηκε στην κομματική ιεραρχία. Διορίστηκε διευθυντής του Γραφείου Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών (1933) και τον επόμενο χρόνο υφυπουργός τύπου και προπαγάνδας. Υπήρξε μέλος του Ανωτάτου Φασιστικού Συμβουλίου που καθόριζε την πολιτική δράση. Παθιασμένος, όπως χαρακτηριζόταν, πιλότος ανέλαβε ο ίδιος επικεφαλής σμήνους βομβαρδιστικών σε επιχειρήσεις κατά της Αιθιοπίας (1935-1936).

Ο Τσιάνο ως Υπουργός Εξωτερικών, θέση που ανέλαβε μετά τις επιχειρήσεις στην Αιθιοπία, προώθησε την Ιταλογερμανική συμμαχία του λεγόμενου «Άξονα Γερμανίας Ιταλίας», και τον Μάιο του 1939 μαζί με τον Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ συνομολόγησαν το λεγόμενο «Χαλύβδινο Σύμφωνο» παρακινώντας πλέον τον Μουσολίνι για την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο με επίθεση κατά της Αλβανίας. Όταν όμως η Γερμανία εισέβαλε στη Πολωνία, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της Ιταλίας παραβιάζοντας το χαλύβδινο σύμφωνο, άρχισε ν΄ αμφιβάλει για την ειλικρίνεια των Γερμανών, μεταβάλλοντας στάση και υποστήριξε τη μη εμπλοκή της Ιταλίας στον πόλεμο. Τελικά, μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τους Γερμανούς η άποψή του αυτή ανατράπηκε.

Μετά την αρχική ήττα που υπέστη η Ιταλία από τους Έλληνες το 1940, αλλά και γενικότερα του Άξονα το 1942, ο Μουσολίνι τον θεώρησε υπεύθυνο της κατάστασης και στις 3 Φεβρουαρίου του 1943 απέλυσε αυτόν και όλο το υπουργικό συμβούλιο, τοποθετώντας τον περιοριστικά απλό πρέσβη στο Βατικανό. Ο Τσιάνο, όμως, αρκετά ισχυρός, έλαβε μέρος στην ιστορική συνεδρίαση του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου (24-25 Ιουλίου 1943), λαμβάνοντας θέση υπέρ της πτώσης του Μουσολίνι. Όταν ο Μουσολίνι συνελήφθη, ο Τσιάνο διέφυγε στη Γερμανία όπου, όμως, οι Γερμανοί τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Αργότερα ελευθερώθηκε και έφθασε στη Ρώμη, απ' όπου όμως φυγαδεύτηκε και παραδόθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία του Σαλό που είχε δημιουργήσει ο Μουσολίνι στη βόρεια Ιταλία. Τελικά συνελήφθη από τις Ιταλικές αρχές και στη δίκη που ακολούθησε στη Βερόνα καταδικάστηκε σε θάνατο ως προδότης και εκτελέστηκε.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα τ. 58ος, σ. 230